ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 8 Απριλίου του 1798, έτους του μαρτυρίου του Ρήγα Φεραίου, και πέθανε στην Κέρκυρα στις 21 Νοεμβρίου 1857, δύο χρόνια πριν γεννηθεί ο Παλαμάς. Πατέρας του ήταν ο κόμης Νικόλαος Σολωμός και μητέρα του η Αγγελική Νίκλη, γυναίκα λαϊκής καταγωγής, υπηρέτρια στο σπίτι, με την οποία ο κόμης συνέζησε επί έντεκα χρόνια για να την παντρευτεί την παραμονή του θανάτου του. Ο ποιητής - όπως και ο αδελφός του Δημήτριος - βρέθηκε με το θάνατο του πατέρα του κληρονόμος μεγάλης περιουσίας. Σε ηλικία δέκα χρόνων, με τη συνοδεία του δασκάλου του Σάντα Ρόσσι, ο Σολωμός ταξίδεψε για σπουδές στη Βενετία, στην Κρεμόνα και στην Παβία, όπου σπούδασε φιλολογία και νομικά. Εκεί εκδηλώθηκε η πρώιμη ποιητική κλίση του και γνωρίστηκε με ονομαστούς ποιητές της εποχής. Στην Ιταλία, ο Σολωμός έγραφε στίχους λατινικά και ιταλικά, στίχους που κινούσαν το θαυμασμό των δασκάλων του. Αρχισε να συχνάζει στους λόγιους κύκλους της Ιταλίας και σχετίστηκε με τον Μόντι, τον πιο φημισμένο Ιταλό ποιητή εκείνης της εποχής. Είχε αρχίσει ήδη να ξεχωρίζει η φυσιογνωμία του. Στον Μόντι είπε μια μέρα: Πρέπει πρώτα να συλλάβει ο νους, κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ό,τι ο νους συνέλαβε. Ο Σολωμός φαίνεται να επηρεάστηκε επίσης από τον Μαντσόνι, και ιδιαίτερα από τη συλλογή του Inni Sacri (Ιεροί Ύμνοι), (1815), όπως διακρίνεται στα νεανικά ιταλικά ποιήματά του. Θαύμαζε επίσης τον Φόσκολο και φαίνεται πως από νωρίς ενδιαφέρθηκε για τη ζωή του, για το έργο του, για τις ιδέες του. Στη Ζάκυνθο, το 1827, όταν μαθεύτηκε ο θάνατος του ποιητή των Τάφων, ο Σολωμός, είκοσι εννιά χρονών τότε, εξεφώνησε στα ιταλικά ένα σημαντικό επιμνημόσυνο λόγο. Η έντονη διαμάχη που γινόταν τότε στην Ιταλία ανάμεσα στον ρωμαντισμό και τον νεοκλασικισμό, δεν μπορούσε να τον αφήσει αδιάφορο: Γύρευε, όμως, τη δική του λύση. Αλλά είχε κι άλλα πνευματικά ενδιαφέροντα πέρα απ’ αυτές τις λογοτεχνικές απασχολήσεις. Ετσι δεν τον άφησε αδιάφορο το γλωσσικό ζήτημα, που ήταν τόσο στενά συνυφασμένο στην Ιταλία με την πνευματική διαμάχη. Η άποψη που φαίνεται να τον επηρέασε περισσότερο στα γλωσσικά πράγματα, ήταν εκείνη του γαλλικού διαφωτισμού: Η Παιδεία για όλους και στηριγμένη στην εθνική γλώσσα... Στο Διάλογο για τη Γλώσσα, που έγραψε μεταξύ 1823-1825, χρησιμοποιεί μαρτυρίες και από τις κλασικές αρχαίες λογοτεχνίες και από τις μεταγενέστερες: Ιταλικά, αγγλική, γερμανική, γαλλική. Αλλά τα επιστημονικά του επιχειρήματα είναι στηριγμένα στο στοχασμό του γαλλικού διαφωτισμού...
Το 1818, ο Σολωμός γύρισε στη Ζάκυνθο, όπου εξακολούθησε να στιχουργεί ιταλικά ποιήματα. Άλλωστε στη Ζάκυνθο η γλώσσα των ευγενών ήταν η ιταλική. Ιταλικά μιλούσαν και ιταλικά διδάσκονταν στο σπίτι τους τ’ αρχοντόπουλα. Από τα ιταλικά γράμματα άρχιζε η παιδομάθεια, γράφει ο Πολυλάς. Ιταλός ήταν κι ο πρώτος δάσκαλος του Σολωμού. Τα λίγα, λοιπόν, γράμματά του, τα λίγα διαβάσματά του, οι συνομιλίες του καλού κόσμου που ερχόταν σ’ επαφή με τον πατέρα του, όλα ήταν ιταλικά. Για σοβαρή γνώση της ελληνικής γλώσσας δεν μπορούσε να γίνει λόγος, πρώτα εξαιτίας της ηλικίας του, κι έπειτα εξαιτίας των όρων της παιδικής του ζωής. Το 1822, ο Σπυρίδων Τρικούπης τον έπεισε και τον βοήθησε να χρησιμοποιήσει την ελληνική γλώσσα, και μάλιστα τη δημοτική. Το πρώτο ελληνικό του ποίημα που ο Σολωμός απάγγειλε στον Τρικούπη ήταν η Ξανθούλα. Το 1828 έγραψε τον Υμνο στην Ελευθερία, το 1824 την Ωδή του Μπάυρον, το 1826 τη Φαρμακωμένη, κ.λπ. Στο Διάλογο, που είναι γραμμένος στον πεζό λόγο, και που τοποθετείται ανάμεσα στο 1823 και το 1825, ο Σολωμός εκφράζει τις γλωσσικές του πεποιθήσεις. Πρόκειται για μια θερμή υπεράσπιση της γλώσσας του λαού, στραμμένη, χωρίς διαφορισμό, εναντίον του αρχαϊσμού και εναντίον του Κοραή. Υπάρχουν τρία πρόσωπα: Ο σοφολογιότατος, ο ποιητής, ο φίλος. Οπως φαίνεται από ένα αυτόγραφο σχεδίασμα, φίλος είναι ο Σπ. Τρικούπης... Κοντά στην πεζογραφία του Διαλόγου, αξίζει να μνημονευθεί και το άλλο ελληνικό πεζογράφημα του Σολωμού, Η Γυναίκα της Ζάκυθος, αρχινισμένο στην ίδια περίπου εποχή, το 1826. Πρόκειται για σάτιρα, που το περιεχόμενό της δεν είναι όμως πολύ σαφές στην κατάσταση όπου βρίσκεται το χειρόγραφο σήμερα. Είναι ένα κείμενο γεμάτο φαντασία, δύναμη και πάθος, γραμμένο σε μια ανόθευτη δημοτική γλώσσα από την άποψη του λεξιλογίου, του τυπικού και της σύνταξης. Η Γυναίκα της Ζάκυθος είχε μείνει ανέκδοτη, όπως άλλωστε κι άλλες σάτιρες, έμμετρες αυτές, που είχε γράψει ο Σολωμός τον καιρό που ζούσε στο νησί του, και που φαίνεται πως είχαν κυκλοφορήσει αρκετά στον κύκλο του, χειρόγραφες. Το Ονειρο συσχετίζεται άμεσα με τη Γυναίκα της Ζάκυθος, παρόλο που γλωσσικά και τεχνικά το έμμετρο υστερεί από το μεταγενέστερο πεζό. Δύο άλλες νεανικές του σάτιρες, που σώθηκαν, είναι έργα ελαφρά, αυτοσχέδια, ευτράπελα, που είναι φανερό πως είχαν γραφεί όχι για να ελέγξουν την κακία, αλλά για να διασκεδάσουν ένα φιλικό κύκλο. Το 1823, ένα πραγματικό περιστατικό τού έδωσε την πρώτη ιδέα του Λάμπρου. Ηθελε να γράψει ένα μεγάλο ποίημα, με επεισόδια, βυρωνικό, που να ταίριαζε και με τις εθνικές του απασχολήσεις. Το 1826, η πτώση του Μεσολογγίου τού έδωσε την ιδέα για ένα άλλο μεγάλο ποίημα, με ανάλογο χαρακτήρα: Το χρέος, που έμελλε να ονομαστεί αργότερα Το Μεσολόγγι ή Οι Ελεύθεροι Πο-λιορκημένοι. Στα τριάντα του χρόνια (1828), ο ποιητής αποφάσισε να φύγει από τον τόπο του και να πάει στην Κέρκυρα. Εκεί ήλπιζε να βρει τη γαλήνη που του χρειαζόταν για τις μεγάλες του συνθέσεις. Τα πρώτα γράμματά του από την Κέρκυρα, στα πρώτα χρόνια, ήταν πράγματι γεμάτα από τη χαρά της γόνιμης μοναξιάς: Είναι αλήθεια γλυκό μέσα στη γαλήνη του μικρού του δωματίου να εκφράζει κανείς ό,τι η καρδιά του μέσα τού υπαγορεύει. Άλλοτε πάλι γράφει πως περνάει ζωή ερημίτη και λέει: Δεν ζει καλά κανείς παρά μόνος... Τα χρόνια εκείνα συνεχίζει τις ιδέες της ζακυνθινής περιόδου που είχαν πια ωριμάσει μέσα του: Δουλεύει τη δημοτική, το δεκαπεντασύλλαβο, επεξεργάζεται τη Γυναίκα της Ζάκυθος, τον Λάμπρο, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους». Τα σύντομα μέτρα τον απασχολούν πάντα: Ο Λάμπρος γράφεται σε οχτάβες ενδεκασύλλαβες. Το 1834 δημοσιεύεται ένα κομμάτι του, που δείχνει την τεχνική τελειότητα που έχει φτάσει πια ο ποιητής:

Και προβαίνει η Μαρία λίγη να πάρει
δροσιά στα σωθικά τα μαραμένα·
είναι νύκτα γλυκιά, και το φεγγάρι
δε βγαίνει να σκεπάσει άστρο κανένα·
περίσσια, μύρια, σ’ όλη τους τη χάρη
λάμπουν άλλα μονάχα, άλλα δεμένα·
κάνουν και κείνα Ανάσταση που πέφτει
του ολόστρωτου πελάου μεσ' στον καθρέφτη.

Οσο για τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, παρουσιάζουν συνθετικά, μέσα απ' τη θυσία του Μεσολογγίου, την ανάταση του Εικοσιένα και την ψυχή των αγωνιστών. Ο Σολωμός τούς επεξεργάσθηκε πολύ και τους έδωσε μια νέα αισθητική μορφή, αντικαθιστώντας το εξασύλλαβο με το δεκαπεντασύλλαβο:

Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ' έχω γω στο χέρι;
οπού συ μου ‘γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το 'ξέρει»...

Ο ποιητής είχε αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο έργο αυτό και διέθετε όλες του τις δυνάμεις για να το ολοκληρώσει. Στη συνείδησή του, η Ελλάδα και η ιδέα ήταν ένα. Σ’ ένα σημείωμά του, γράφει ιταλικά: Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς κάθε είδος μεγαλείουΑλλά η ευτυχισμένη στιγμή είχε πια περάσει: Μια θλιβερή οικογενειακή υπόθεση, όπου ο ίδιος ο Σολωμός αναγκάστηκε να έρθει σε αντιδικία με τη μητέρα του για κληρονομικούς λόγους (ένας τρίτος γιος, από άλλον πατέρα, διεκδικούσε την περιουσία του), τον τάραξε ανεπανόρθωτα. Η γαλήνη, που τόσο είχε αναζητήσει, που του είχε προσφέρει τόσα αγαθά, χάθηκε για πάντα. Η δίκη κράτησε από το 1833 ως τα 1838. Ο Πολυλάς γράφει σχετικά: Εάν το πνεύμα του βγήκε ελεύ-δερο και ίσως δυναμωμένο από τον αγώνα, άλλαξε όμως ο τρόπος της ζωής του.... Η καρδιά του έμενε θανάσιμα πληγωμένη. Ο ποιητής κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του... Ο Σολωμός πλησίαζε στο τέλος της ζωής του. Η δόξα του είχε ξεπεράσει το στενό κύκλο των θαυμαστών, είχε ξεπεράσει τα όρια των Επτά Νησιών και είχε αγγίσει την Ελλάδα. Αλλά ο ποιητής δεν την επιζητούσε, ούτε χαιρόταν γι’ αυτήν. Ο πόθος του για απομόνωση έφτανε πια στα όρια της μισανθρωπίας.. Ο πόθος του για την τελειότητα προκαλούσε οξεία και εριστική την αυτοκριτική του. Η φυγή προς τους κόσμους του ιδανικού άρχισε να προκαλείται και με τεχνητά μέσα. Ενας από τους τελευταίους στίχους του πρέπει να εκφράζει με ακρίβεια την ψυχική του διάθεση εκείνα τα χρόνια:

Αχ! πού ‘ν’ ο ύπνος ο γλυκός και τ’ όμορφο όνειρό του;

Στις 9 (21) Νοεμβρίου 1857, έπειτα από εγκεφαλικά επεισόδια που συνοδεύονταν από την κατάχρηση οινοπνεύματος, ο Σολωμός βρήκε την ανάπαυσή του. Όπως ο καλός υπηρέτης, είχε δουλέψει το τάλαντό του και άφηνε πολλαπλάσια απ’ όσα είχε βρει: 
Οι προσπάθειες των προγενέστερων φαίνονται δοκιμές μπροστά στα επιτεύγματά του. Κι εκεί όπου ο Κάλβος σταμάτησε, εκείνος μπόρεσε να συνεχίσει και να φτάσει στο σκοπό του. Κληροδότησε την ποίηση στην Ελλάδα και συνέθεσε για πρώτη φορά σε ενότητα την ελληνική ποιητική παράδοση... Ο Διονύσιος Σολωμός έγινε διάσημος στην Ελλάδα κυρίως από τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν. Οι πρώτες στροφές του ορίστηκαν ως εθνικός ύμνος της Ελλάδας με Βασιλικό Διάταγμα το 1864. Ο ύμνος γράφτηκε το Μάη του 1822, δημοσιεύθηκε το 1824 στο Μεσολόγγι, με τη φροντίδα του Σπ. Τρικούπη, και στο Παρίσι από τον Φωριέλ, με φροντίδα του Κοραή και μελοποιήθηκε το 1828 από τον Κερκυραίο μουσουργό και φίλο του ποιητή Νικόλαο Μάντζαρο. Οι πρώτες 6 στροφές του Ύμνου εις την Ελευθερίαν είναι οι ακόλουθες:

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βια μετράει τη γη.

Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα αντρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθερίά!

Άργειε να 'ρθη εκείνη η ημέρα
και ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τα ‘σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου έμενε να λες
περασμένα μεγαλεία,
και διηγώντας τα να κλαις.

Εκεί μέσα εκατοικούσες,
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα εκαρτερούσες,
«έλα πάλι» να σου πη.

Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
το ‘να εχτύπαε τ’ άλλο χέρι
από την απελπισιά...

Ο Πολυλάς γράφει για τον Ύμνο τα ακόλουθα: «Εις τον Ύμνον ο Σολωμός έδειξε ότι ήταν ικανός να ρυθμίζει το ύφος του κατά τα διαφορετικά ποιητικά αντικείμενα. Επικρατεί με αμίμητην απλότητα ο ελεγειακός χαρακτήρας εις το προοίμιον, όπου ο ποιητής ενθυμίζει το περασμένο· και κανονικώς το έκαμε, διότι δίχως την υπομονή μες στα πολυχρόνια παθήματα δεν εννοείται η ακαταμάχητη ορμή του αυτονόμου ελληνικού πνεύματος, όπου παρουσιάζεται εις τη φαντασία του ποιητή βγαλμένο από τα ιερά κόκκαλα των προγόνων με την ακονισμένη ρομφαία και με το μάτι, όπου με βία μετράει τη γη, ως να εθαρρούσε ότι γρήγορα θα την κάνει δική του. Με τον λυρικόν ενθουσιασμόν, όπου εμψυχώνει όλο το ποίημα, ενώνεται η επική σεμνοπρέπεια εις τα διάφορα μεγάλα ζωγραφήματα τεχνικά δεμένα, εις τη μάχη και εις το πάρσιμο της Τριπολιτσάς (στρ. 35-73), όπου οι εικόνες, πλουσιοπάροχα χυμένες, ενθυμίζουν την ομηρικήν αφθονίαν, εις τον αποκλεισμό της Κορίνθου (στρ. 74-89), όπου λάμπουν τα τερπνότερα χρώματα, μάλιστα εις εκείνες τις στροφές (83-86) οι οποίες με θαυμαστή χάρη και μαλακότητα εικονίζουν τα καλά της ελευθερίας και εις την μάχη και εις το φούσκωμα του Αχελώου (στρ. 104-121), όπου ο άκρος λυρισμός κορυφώνεται εις το υψηλότατο κίνημα της κατάρας (στρ. 111-115), το οποίον με σοβαρώτατην έκφραση τολμηρά ενώνει την πικρήν ειρωνείαν»...
 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΑΜΨΑΣ
ΜΕΓΑΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ 20 ΑΙΩΝΩΝ
ΑΘΗΝΑ 1995


from ανεμουριον https://ift.tt/2WSfVnL
via IFTTT
Από το Blogger.