ΤΟ ΑΙΔΟΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΒΕΣΤΙ

Αυτή η ντισκοτέκ με τη φασαριόζικη κι αρκετά άξεστη πελατεία είναι η ντισκοτέκ όπου δουλεύει ο Φελίπε, ο τραβεστί φίλος μου. Κάνει το νούμερο του γύρω στα μεσάνυχτα, ντυμένος με παραδοσιακή στολή, μ' ένα φόρεμα με βολάν και κρατώντας καστανιέτες, όταν δηλαδή τον αφήνουν να το κάνει, γιατί μερικές φορές μεταξύ των πελατών υπάρχει κάποιος βάνδαλος που πετάει γογγύλια στη σκηνή αναγκάζοντας τον Φελίπε ν' αποσυρθεί, γελοιοποιημένος μέσα στη θηλυκότητα του. Ο Φελίπε, γνωστός και ως Σουρλουλού, τραγουδάει ρούμπες και σεγιδίγιες με τη φωνή του που θυμίζει βραχνοκόκορα, κι ανάμεσα στο κάθε τραγούδι πετάει και κανένα αισχρό αστείο προς πνευματική τέρψη των πιο αγροίκων, που δε λείπουν ποτέ απ' τις παραστάσεις του. Τον Φελίπε, ή αλλιώς Σουρλουλού, τον ξέρω από παιδί, από τότε που πηγαίναμε μαζί σχολείο (όχι μόνο στην ίδια τάξη, αλλά και στο ίδιο θρανίο), στο γυμνάσιο. Ήδη από τότε ο Φελίπε υπέφερε από μια κάποια σωκρατική ευαισθησία, κάποιες αδυναμίες μιας διόλου ανδροπρεπούς ελληνικότητας. Όταν ο καθηγητής εξηγούσε τα θεωρήματα, ή όταν για τιμωρία δε μας άφηνε να βγούμε στο διάλειμμα, ο Φελίπε μου 'βάζε χέρι κάτω απ' το θρανίο και με αυνάνιζε με βιαιότητα απογοητευμένου παρθένου. Ο Φελίπε, που από τα δεκατέσσερα του απειλούσε ν' αλλάξει φύλο μόλις μάζευε κάποιες οικονομίες, ήταν ένα αγόρι που καταβρόχθιζε ολέθρια αναγνώσματα και τραγουδάκια του βαριετέ, που κουνούσε τον πισινό του όταν περπατούσε κι αποτρίχωνε το πανωχείλι του. Έπειτα για χρόνια ολόκληρα έχασα τα ίχνη του, μέχρι που τον ξανασυνάντησα πριν από μερικούς μήνες σ' αυτή την ανεκδιήγητη ντισκοτέκ, στην οποία ήρθα για το εργένικο πάρτι μου. Όταν ανακοινώθηκε το νούμερο της Σουρλουλούς, το κοινό, αποχαυνωμένο απ' το αλκοόλ και άλλες αγελαίες ασθένειες, άρχισε να χτυπάει τα πόδια στο πάτωμα και να κάνει ανοησίες (παραδέχομαι ότι συμμετείχα κι εγώ στις βαρβαρότητες). Ο Φελίπε, ή αλλιώς Σουρλουλού, βγήκε στη σκηνή με τις πρώτες νότες του Ενθύμιου, που τόσες φορές τον είχα ακούσει να τραγουδάει στα σχολικά μας χρόνια. Ο Φελίπε, γνωστός ως Σουρλουλού, είχε τα μαλλιά χωρίστρα, μαζεμένα κότσο και πιασμένα μ' ένα χτενάκι κάτω απ' την κρούστα του μακιγιάζ φαίνονταν γαλαζωπά τα γένια του, σαν καθυστερημένος φόρος τιμής στον ανδρισμό του. Ο Φελίπε κουνούσε τη φούστα με τα βολάν κι έδειχνε τα μπούτια του σχεδόν μέχρι το ύψος των βουβώνων ήταν κάτι μπούτια παιχνιδιάρικα, μ' ένα τρέμουλο το οποίο μετρίαζε το καλσόν του, μπούτια κάθε άλλο παρά αντρικά. Επιχείρησε να χτυπήσει τα τακούνια και να κροταλίσει τις καστανιέτες, το κοινό όμως, με τα κακοποιημένα του τύμπανα, του εκσφενδόνισε επιπλήξεις και φτυσίματα, σαν εκσπερματώσεις άρρωστων χυμών. Ο Φελίπε, ή αλλιώς Σουρλουλού, γλίστρησε πίσω απ' την αυλαία μόλις εξάντλησε το ρεπερτόριο του και δεν ξαναεμφανίστηκε για το υπόλοιπο της βραδιάς. Άφησα τα φιλαράκια μου να χορεύουν στην πίστα της ντισκοτέκ υπό τους ήχους ενός τραγουδιού της μόδας, μια μουσική από τύμπανα που αντηχούσε σαν σφαγείο ή αίθουσα σαδομαζοχισμού, και ρώτησα τον υπεύθυνο της επιχείρησης πού μπορούσα να βρω τον Φελίπε. Μου 'δείξε μια πόρτα που η ταμπέλα της έγραφε ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ. Σ' εκείνο το μίζερο δωματιάκι, ανάμεσα σε άδεια και γεμάτα μπουκάλια με οινοπνευματώδη, βρισκόταν ο Φελίπε, ή αλλιώς Σουρλουλού, και αφαιρούσε το μακιγιάζ του. Ήταν πολύ πιο όμορφος από την αρραβωνιαστικιά μου, το σωστό να λέγεται.
«Σε είδα που ήσουν μέσα στο κοινό. Λουλούδια για μύρισμα είναι οι φίλοι σου».
Μου ζήτησε να του κατεβάσω το φερμουάρ κι έτσι είδα τα στήθη του, φουσκωμένα απ' τη σιλικόνη, με τριχούλες στις ρόγες, ίδια με της αρραβωνιαστικιάς μου, το σωστό να λέγεται. Έσκασα ένα φιλί στον ώμο του Φελίπε, στην ουλή από το εμβόλιο της ανεμοβλογιάς ή της ιλαράς. Ο Φελίπε είχε πλάτες κολυμβήτριας Ολυμπιακών Αγώνων, απίστευτα επίπεδη κοιλιά και κάτι γοφούς στενούς, σαν κοριτσιού πριν μπει στην εφηβεία. Του κατέβασα το κιλοτάκι, χαμένος μέσα στον ερωτικό παροξυσμό (η αρραβωνιαστικιά μου είχε μείνει πολύ πίσω), και του πασπάτεψα το αιδοίο από σάρκα που πιθανότατα είχαν ξεριζώσει απ' τον πισινό του και μεταμοσχεύσει εκεί. Ανάμεσα στα χείλη πρόβαλλε μια τεράστια κλειτορίδα, φαλλική, με μήκος αρκετά εκατοστά. Ήταν λίγο αηδιαστικό να βλέπεις εκείνη την απόφυση ανάμεσα στα μικρά και τα μεγάλα χείλη.
«Μα καλά, δεν έβγαλες το πράμα σου;» τον ρώτησα. «Εσύ δεν έλεγες από μικρός ότι θα ‘κανες οικονομίες για ν' αλλάξεις φύλο;»
Ο Φελίπε, ή αλλιώς Σουρλουλου, χαμήλωσε τα μάτια στο πάτωμα, το σπαρμένο με κατσαρίδες και σπασμένα γυαλιά. Με φωνή βραχνοκόκορα είπε:
«Εφτά φορές εγχειρίστηκα, είναι όμως ανώφελο. Κάθε φορά μεγαλώνει πάλι, σαν αγριάδα».
Μουρμούρισα μερικές φράσεις συμπόνιας και βιάστηκα να φύγω.
 
 JUAN MANUEL DE PRADA
ΑΙΔΟΙΑ!
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
ΑΘΗΝΑ
1994


from ανεμουριον https://ift.tt/2KH9wJJ
via IFTTT
Από το Blogger.