ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ


Μπαίνοντας στο λιμάνι του Καστελλόριζου έχουμε την εντύπωση ότι αντικρίζουμε ένα σκηνικό. Μια σειρά άσπρων σπιτιών, κολλημένα το ένα πλάι στ’ άλλο, πλαισιώνει σαν κορδόνι την προκυμαία. Μια γραμμική σύνθεση επιφανειών κι όχι όγκων. Αυτό κυρίως οφείλεται στο ότι είναι ασβεστωμένες οι πρώτες σειρές των σπιτιών. Τα πιο πίσω, σκελετοί χωρίς επίχρισμα, μπερδεύονται με το χρώμα του βουνού. Το φως διυλίζεται μέσα από τα άδεια ανοίγματα των μισογκρεμισμένων χάλαντρων. Πάνω τους, αποτυπωμένη η ιστορία του νησιού: «Καημένο Καστελλόριζο, χωρίς κλειδί κλειδώνεις». Ο ομώνυμος οικισμός του νησιού, κτισμένος στη Ν.Α. ακτή, αντικρύζει το Κας, παλιά Αντίφελλο της Λυκιακής ακτής. Απλώνεται γύρω στους δυο φυσικούς κόλπους, το κυρίως λιμάνι και τον όρμο Μαντράκι. Παρά τα διάσπαρτα αρχαιολογικά ευρήματα και τα αρχαϊκά, ρωμαϊκά, βυζαντινά και μεταβυζαντινά κατάλοιπα παλιότερου οικισμού-κάστρου (Παλαιόκαστρο), αποτελεί σήμερα το μοναδικό ζωντανό οικιστικό σύστημα του νησιού. Πυρήνας του υπήρξε ο οικισμός στο λόφο του Αη-Νικόλα των ναυτικών, μέσα και γύρω απ’ το κάστρο που χτίστηκε από τους ιππότες της Μάλτας, στις αρχές του 14ου αιώνα, πάνω στα ερείπια του αρχαίου κάστρου του Σωσικλή, για την αντιμετώπιση των Σαρακηνών, των Τούρκων και των άλλων εχθρών της Χριστιανοσύνης. Το κάστρο θα προστατεύεται από τους Έλληνες κατοίκους του νησιού, ενώ το νησί υφίσταται ποικίλες κατοχές, με αντάλλαγμα την παραχώρηση πολιτικής και δικαστικής αυτονομίας.
19ος αιώνας
Μέσα από αλλεπάλληλες περιόδους ανάπτυξης και ερήμωσης, λεηλασιών και ανοικοδομήσεων, που αναφέρονται στα κείμενα πλήθους περιηγητών, όπως ο Stochoven και ο Savary, ο οικισμός φτάνει στο β’ μισό του 19ου αιώνα στο ζενίθ της ανάπτυξής του, συνυφασμένης με την οικονομική άνθηση του νησιού (διαμετακομιστικό εμπόριο με το στόλο του στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου). Η θέση κι η μορφή του βρίσκονται σε άμεση σχέση με τη μορφολογία του εδάφους, τον κατάλληλο προσανατολισμό και την προστασία από τους ανέμους. Τα απότομα βράχια του βουνού κι η θάλασσα, σταθερό σημείο αναφοράς και ζωής της Καστελλοριζιακής κοινωνίας, αποτελούν τα φυσικά όριά του. Στο τέλος του προηγούμενου αιώνα αποκτά τη μορφή που εν πολλοίς διατηρεί ως σήμερα.
Η αντιστοιχία της κοινωνικο-οικονομικής και της χωρικής οργάνωσης είναι εμφανής, όχι μόνο στη θέση του οικισμού, αλλά και στον τύπο του σπιτιού που σταδιακά επιβάλλεται και στο χωρισμό σε γειτονιές. Από τις δεκαπέντε γειτονιές που ακολουθούσαν τον κοινωνικο-επαγγελματικό διαχωρισμό των κατοίκων μερικές δεν υπάρχουν πια. Ο ιστορικός περίγυρος της ανατολικής Μεσογείου και της Δωδεκανήσου ειδικότερα στις αρχές του 20ου αιώνα, η αποκοπή από τα μικρασιατικά παράλια, η γαλλική και ιταλική κατοχή, ο καταστροφικός σεισμός του ’26 ευνοούν το συνεχώς αυξανόμενο μεταναστευτικό ρεύμα. Τέλος, οι βομβαρδισμοί κι η πυρκαγιά του ’43 επιφέρουν το τελειωτικό πλήγμα με την ερήμωση του νησιού και την ολοκληρωτική καταστροφή των παλιότερων και αρχοντικών γειτονιών, όπως του Κάστρου, του Κά(β)ου, του Μαντζα(β)ίνου. Η επιστροφή και η επανεγκατάσταση κάποιων κατοίκων θα δώσει ζωή κυρίως στα σπίτια του κορδονιού, προκυμαίας, ενώ προστίθεται μια ολοένα αυξανόμενη κατηγορία, τα χάλαντρα. Κάποια αρχιτεκτονικά στοιχεία μέσα στον οικιστικό ιστό γίνονται σημεία αναφοράς λόγω του όγκου τους: το κάστρο, οι εκκλησίες του Αγίου Κωνσταντίνου, του Αη Γιώργη του Λουκά, του Αη Γιώργη των πηγαδιών, το τζαμί. Άλλα, πιο μικρά σε όγκο, δεν παύουν να αποτελούν το κέντρο κάθε γειτονιάς: μικρές εκκλησίες, πηγάδια, δημοτικές στέρνες. Οι πλατείες που δημιουργούνται γύρω από τις εκκλησίες, αλλά και το εσωτερικό των παλιότερων, στρώνονται με άσπρα και μαύρα βότσαλα σε γεωμετρικά ή νατουραλιστικά θέματα και με επιγραφές που μνημονεύουν κάποιο σημαντικό γεγονός. Δρομάκια πλακόστρωτα, με σκαλιά λόγω της απότομης κλίσης του εδάφους, αποτελούν ένα σχεδόν κρυφό δίκτυο επικοινωνίας σπιτιών και γειτονιών. Τα κεντρικά δημόσια κτίρια, το δημαρχείο, η δημοτική αγορά κι η καζάρμα, κτισμένα στο γνωστό ρυθμό που χρησιμοποίησαν οι Ιταλοί στα Δωδεκάνησα, δεν έχουν σχέση με τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του νησιού, ενώ το κτίριο του σχολείου είναι πιστή απομίμηση, σε μικρογραφία, του νεοκλασικού κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Τα σπίτια
Τα σπίτια που σώζονται σήμερα, αμφιθεατρικά, κτισμένα κλιμακωτά από τη θάλασσα ως τα ριζά του βουνού, με συνεχή δόμηση, είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία στραμμένα προς τη θάλασσα, παραδοσιακή πηγή πλούτου για το Καστελλόριζο. Είναι διώροφα ή τριώροφα, στενομέτωπα, με δίρριχτη, σπανιότερα τετράρριχτη κεραμοσκεπή. Ελάχιστες είναι οι εξαιρέσεις επιβίωσης του παλιότερου, ρεσπέρικου τύπου σπιτιού, μονώροφου, μονόχωρου, με δώμα, κυρίως στις αγροτικές περιοχές. Εξωτερικά, τα σπίτια του οικισμού προκαλούν εντύπωση με την έντονη ομοιομορφία τους που οφείλεται στον ίδιο αριθμό και διάταξη των ανοιγμάτων, στα κοινά υλικά (ντόπια πέτρα, ξύλο από τη Μικρά Ασία, σιδεριές, κεραμίδια από την Αττάλεια και τη Μασσαλία) και τρόπο κατασκευής.
Οι μόνες διαφοροποιήσεις αφορούν στο μέγεθος και κάποιες προσθήκες διακοσμητικών νεοκλασικών στοιχείων στην πρόσοψη (γύψινες ή μαρμάρινες παραστάδες, μαρμάρινα φουρούσια, μπρούτζινα διακοσμητικά). Οι πόρτες σπιτιών και μαγαζιών κοσμούνται από ξύλινους σκαλιστούς ταμπλάδες και παρμακλίκια, ενώ πέτρινοι διάτρητοι φεγγίτες στα αετώματα της στέγης επιτρέπουν τον αερισμό της. Τα μαγαζιά επίσης κοσμούνται από μια σειρά στρογγυλών φεγγιτών με σφυρήλατο σιδερένιο διάκοσμο (συνήθως ήλιο ή σταυρό). Τα παράθυρα, με ξύλινα παραθυρόφυλλα χωρισμένα στα δύο κατά ύψος και πλάτος, που ανοίγουν προς τα μέσα κι έχουν σκαλιστά παρμακλίκια στο κάτω μέρος τους, αρχικά δεν διέθεταν τζάμια. Σπάνια διαθέτουν αυλή. Έτσι, όλοι οι χώροι της οικογένειας, χώροι ανάπαυσης, διαμονής, εργασίας, κατανάλωσης, υποδοχής, αποθήκευσης, κυκλοφορίας, περικλείονται στους 4 τοίχους του σπιτιού, ενώ τα διαφορετικά επίπεδα επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερική σκάλα και καταπακτές.
Χρήση χώρων
Όσον αφορά στη χρήση των χώρων του σπιτιού, παρατηρούμε την ύπαρξη ενός αυστηρού πλαισίου λειτουργιών ανά επίπεδο: ο κάτω όροφος, κάτω πατωσκιά, όπου μπαίνουμε από μια ελαφρά υπερυψωμένη τοξωτή πόρτα, αποτελείται από χώρους βοηθητικούς και εργασίας.
Η κλειστή αυλή αποτελεί το σημείο μετάβασης από το δημόσιο στον ιδιωτικό χώρο και από το επίπεδο της εργασίας στο επίπεδο της κατοικίας. Στο κατώδι δεσπόζει η ζωτικής σημασίας στέρνα, η παραστιά, γωνιά πλυσταριού κι αποθήκης. Συχνά, το κατώδι συμπληρώνεται από με(γ)αζίν, εμπορικό ή εργαστήριο με ξεχωριστή πόρτα. Πυρήνας της πάνω πατωσκιάς είναι το χειμωνικό ή γωνιά, ο πιο προστατευμένος, λόγω προσανατολισμού κι έλλειψης μεγάλων ανοιγμάτων, χώρος διαμονής, ύπνου και φαγητού το χειμώνα. Χωρίζεται από τα υπερυψωμένα ταβλάτο και ταβλατάτσι με σωλιά, είδος ξύλινου χωρίσματος που δε φτάνει ώς το ταβάνι. Στο ταβλατάτσι φυλάσσονται τα στρωσίδια της οικογένειας. Παλιότερα μετατρεπόταν σε υπνοδωμάτιο της πρωτοκόρης κατά την εφηβεία της. Το ταβλάτο ή σάλα με τα μεγάλα ανοίγματα προς τη θάλασσα, είναι ο χώρος θερινής διαμονής και υποδοχής. Κέντρο της γωνιάς και της σάλας αποτελεί το ποντζάκι, γωνιά ξεκούρασης του αρχηγού της οικογένειας. Ο επάνω όροφος, αν υπάρχει, έχει παρόμοια διαρρύθμιση, με τη διαφορά ότι τα χωρίσματά του είναι τσατμάδες. Στο νεώτερο τύπο σπιτιού, ένας κεντρικός, φαρδύς διάδρομος με δωμάτια που ανοίγονται αριστερά και δεξιά του, οδηγεί στη σάλα ή στον εξώστη.
Αλλοίωση
Ιδιοκτησία της πυρηνικής οικογένειας που το κατοικεί, ιδιαίτερα της γυναίκας, μεταβιβάζεται από μητέρα σε πρωτοκόρη και είναι συνυφασμένο με τη ζωή της οικογένειας, χωρικό σύμβολο της οποίας θεωρείται. Ο ειδικός σύνδεσμος του σπιτιού με τη διατήρηση του ονόματος της οικογένειας στον Καστελλοριζιό χώρο, οι ιστορικές συγκυρίες, η απομόνωση του νησιού συντέλεσαν στη διατήρηση της αρχιτεκτονικής του φυσιογνωμίας. Μετά την πρόσφατη «ανακάλυψη» του νησιού από Έλληνες και ξένους, με τις αυξανόμενες μετατροπές των σπιτιών σε πανσιόν, η διαρρύθμιση και η χρήση τους αλλάζει ριζικά. Οι σωλιές, τα ξυλόγλυπτα στοιχεία ξηλώνονται, τα κατώδια μετατρέπονται σε επιπλέον δωμάτια. Τέλος, η διάνοιξη περιφερειακών δρόμων κι η χρήση τροχοφόρων ελπίζουμε να συνεχίσει να εξυπηρετεί αποκλειστικά τις ανάγκες μεταφοράς ανθρώπων και υλικών, χωρίς να τραυματίσει την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Καστελλόριζου.
 
ΕΛΕΝΗ ΤΣΕΝΟΓΛΟΥ
ΚΑΣΤΕΛΛΟΡΙΖΟ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
18.02.1996


from ανεμουριον https://ift.tt/3sMLWwB
via IFTTT
Από το Blogger.