ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΡΙΔΗΣ

Ο Κ. Γαρίδης γεννήθηκε στο χωριό Δολοί της Μάνης, όπου και έκαμε τις εγκύκλιες σπουδές του. Ο πόλεμος του 1940 τον ανάγκασε να διακόψει τις πανεπιστημιακές σπουδές του και ν’ αναζητήσει βιοπορισμό στη δημοσιοϋπαλληλία. Άρχισε να γράφει από πολύ νέος, δημοσιεύοντας σε περιοδικά κι εφημερίδες άρθρα, κριτικά σημειώματα και μελέτες. Αλλά με συγκεντρωμένο υλικό εργασίας του σε βιβλίο εμφανίστηκε μόνο στα 1957, όταν κυκλοφόρησε ή ποιητική συλλογή του «Δύσκολες ώρες». Από τότε δημοσιεύει σε βιβλία, άλλες εφτά ποιητικές συλλογές: «Η σιωπή και οι άνθρωποι» (1959), «Ανακωχή με τη Σιωπή» (1950), «Στώμεν καλώς» (1963), «Παναγιά των μελτεμιών» (1965), «Φολέγανδρος» (1966), «Τετράδια μοναξιάς» (1971), «Εαρινή επίσκεψη» (1972). Ένας ποιητής με καθαρό λυρισμό, ολότελα σύγχρονο, ο Κ. Γαρίδης δε θέλησε ποτέ να περάσει τα όρια των δυνάμεων του και να δώσει στο στοχασμό του τον ποιητικό ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο, ή κι έναν πολιτικό προσανατολισμό, που θα τον έφερνε σε σύγκρουση με τον περίγυρό του. Ωστόσο, που και πού, μέσα στα ποιήματά του ξεπηδούν αναλαμπές κοινωνικής αγανάκτησης, που όμως δεν προεκτείνονται:

«Εμείς βλέπεις δεν έχουμε ούτε ψηλά παράθυρα / ούτε ήλιο, ούτε παιδιά να χαίρονται. / Στα υπόγεια γεννηθήκαμε, στα υπόγεια. / Κι’ η μέρα εκεί μας βρίσκει, ο ήλιος / ωραίος-άγνωστος ο ήλιος δεν μας γνώρισε. / Τα παιδιά / ωραία παιδιά-μαύρα μαλλιά-παιδιά της νύχτας. / Τα παιδιά, βέβαια παιδιά μα στο λερό / μαύρο φουστάνι της ανέχειας κρατηθήκαν. / Τα παιδιά μας στο λερό / μαύρο φουστάνι της ανέχειας κρατηθήκαν. / Τα παιδιά μας μάθαν μοιρολόγια / Χτες και σήμερα / κι’ αύριο ή μεθαύριο εμείς θα χτίζουμε σπίτια / χίμαιρες θα χτίζουμε / Στα υπόγεια / δε μπαίνει ο ήλιος, μόνο η νύχτα, η νύχτα, η νύχτα».

(από το «Στώμεν Καλώς»).

ΣΥΝΝΕΦΙΑ
Το πρόσωπό σου πλέει αχνό μες στους καπνούς / της πίκρας και της νοσταλγίας μου. / Απορείς; / Ένα σκαλί αν ανέβεις θα σε χάσω.

ΑΙΣΘΗΣΗ
Ο,τι έχω δικό σου. / Μη βλέπεις τα μάτια μου που γεμίζουν χαρά / που τα χέρια μου τρέμουν σαν πουλιά φοβισμένα / που πλέουνε μέσα στο φως τα νησιά. / Είσαι δίπλα μου.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΕ ΦΛΑΟΥΤΟ
Μου σφυρίζει ο Μάρτης με τη μεγάλη / κοχύλα του καλοκαιριού. Μα εγώ πηγαίνω / μ' ένα φλάουτο τραγουδώντας / την απουσία σου.

ΑΠΟΓΡΑΦΗ
Οι άνθρωποι δεν θυμούνται τους ανθρώπους / δεν θυμούνται, τους αφήνουν / κάπου στην άκρη εκεί θαμμένους μες στην πίκρα τους / Λύπη απ’ τη λύπη, πίκρα από την πίκρα / η ζωντανή μου θύμηση χαράζει / μ' άτρεμο χέρι μέσα σε σπηλιές / με σταλαχτίτες τ’ όνομά τους.

ΑΥΤΟΣ Ο ΗΛΙΟΣ
Αυτός ο ήλιος σήμερα δεν είναι / ήλιος που να μπορεί κανείς να σου τον στείλει. / Είν' ένας ήλιος κίτρινος βασανισμένος ήλιος / ήλιος που τον σταυρώσανε καταμεσίς στον ουρανό / μια κουστωδία μικρών παιδιών, παίζοντας την αγάπη.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Μου φωνάζει ο άνεμος. / Μου φωνάζει ο άνεμος πως με γυρεύεις. / Τόσο νύχτα τι με θέλεις; / Βγαίνω έξω και βλέπω. / Τ’ αστέρια μονάχα, τ’ αστέρια κι η νύχτα / τ’ αστέρια κι η θάλασσα. / Κι ο άνεμος φεύγει παίζοντας φλάουτο.

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ
Λέω να ταξιδέψω πάλι για το Αιγαίο, / Σίκινο ή Φολέγανδρο να επισκεφθώ. / Όμως, μπορεί στην Αμοργό, να πάω. / Είν' οι Κυκλάδες τόπος που αγαπάω. // Λέω να πάω με το "Αιγαίο" ή το "Σφενδόνη". / Όμορφα πλοία ταχύπλοα και στα κύματα / πολύ αναπαυτικά. Τον Καραντώνη / μόνο που σκέφτομαι και τα ύδατα / τα χωρικά του Ελύτη. // Μα το να μείνεις πάλι σπίτι / ενώ το Αιγαίο σε προκαλεί, αμαρτία μεγάλη. / Έτσι, που αποφάσισα και πάλι / να μπω ένα πρωινό στο πλοίο "Σφενδόνη" / κι άστον να λέει τον κύριο Καραντώνη.

ΣΥΝΤΟΜΟ ΕΛΕΓΕΙΟ ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΦΑΜΠΡΙΚΑΣ
Ξυπνούσε τη νύχτα. Την έβλεπα / κάθε πρωί στο μουντό φως να γυρίζει στους δρόμους / σαν ένα φεγγάρι που χάνει το δρόμο του. / Σαν ένα φεγγάρι που το δέρνουν οι άνεμοι / και το πνίγουν τα σύννεφα. Τα χοντρά της παπούτσια / θορυβούσαν περίεργα, λες και περνούσαν / νικηφόροι στρατοί. Ήταν ένα κλωνάρι / λυγαριάς που δε μέστωσε. Εκείνη την ώρα / ξυπνούσαν οι φάμπρικες με χοντρά μαύρα χέρια / για να πνίξουν τον ήλιο. Ένα τέταρτο δρόμος. / Ώσπου ν' άνοιγε η μια πόρτα έκλεινε η άλλη / και ντουβάρια που ψήλωναν για να κρύψουν τον ήλιο. / Ένα τέταρτο δρόμος. / Κι η μέρα δεν ήταν παραπάνω από τέταρτο. / Τα χοντρά της παπούτσια / μετρούσαν τις μέρες και τα χρόνια με τέταρτα. / Μετρούσαν τον ήλιο και το φως με στιγμές. / Πόσος ήλιος και πόσο φως καθρεφτίστηκε / στα μεγάλα της μάτια; Πόσο πήρε μαζί της; / χαιρετίσματα στ' άλλα μικρότερ' αδέρφια της που κοιμούνται στη γη;

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ
Έτσι πρέπει να ήταν. Μάλωνε / το φεγγάρι, κάποια νύχτα, με τα σύννεφα / με τους ανέμους μάλωνε και προχωρούσε / στον ουρανό τρεκλίζοντας. Πρέπει έτσι / να ήταν, ή μπορεί και να έβρεχε πολύ. / Ήτανε, πάντως, νύχτα όταν βυθίστηκε / το πλοίο "Χαρά" στη θάλασσα της Απόγνωσης.

Δ. Π. ΚΩΣΤΕΛΕΝΟΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΦΟΙ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΙ ΑΘΗΝΑ 1976



from ανεμουριον https://ift.tt/2YeI2yl
via IFTTT
Από το Blogger.