ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Γράφει η Έφη Συγκέλλου - Από τον 11ο αιώνα, εποχή εμφάνισης των Αλβανών στις βυζαντινές ιστορικές πηγές, έως τον 15ο αιώνα με την οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων, οι Αλβανοί αναδείχθηκαν σε σημαντικό παράγοντα πολιτικο-κοινωνικών εξελίξεων στον χώρο αυτόν, σε συνάφεια μάλιστα με το βυζαντινό κράτος, αφού βρίσκονταν στα δυτικά του σύνορα, τα οποία μεταβάλλονταν αισθητά. Στο πλαίσιο αυτό, ο αλβανικός λαός συμπαρατασσόταν ή συγκρουόταν με τους Βυζαντινούς, αναζητούσε νέους συμμάχους και μετακινήθηκε προς τον βυζαντινό-ελληνικό χώρο, όπου έστησε τις «κατούνες» του, πολέμησε για τους δικούς του ή για άλλους ηγέτες και κατόρθωσε να κατακτήσει ακόμη και την εξουσία σε ορισμένες περιοχές, όπως στην Ήπειρο.
H ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ΣΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ (4ος-15ος αι.)
Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, η περιοχή της σημερινής Αλβανίας υπαγόταν στην Υπαρχία (Επαρχότητα) του Ιλλυρικού, η οποία διασπάστηκε σε δύο τμήματα το 395 μ.Χ., με τη διαίρεση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε ανατολικό και δυτικό τμήμα, έπειτα από τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις του Θεοδοσίου του Μεγάλου (379-395).
Απεικόνιση μάχης των στρατευμάτων του Σκεντέρμπεη με τους Οθωμανούς.
Με τη διαίρεση εντάχθηκε στο λεγόμενο Ανατολικό Ιλλυρικό και συνεπώς στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, περιλαμβάνοντας τις επαρχίες της Νέας και μέρος της Παλαιάς Ηπείρου. Ωστόσο, εκκλησιαστικά υπαγόταν στη δικαιοδοσία της Ρώμης έως το 732, οπότε ο αυτοκράτορας Λέων Γ' Ίσαυρος (717-741) την ενέταξε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σχετικά με την εθνολογική σύσταση της περιοχής, κυρίως της Νέας Ηπείρου, φαίνεται ότι ισχύει η άποψη του Νίκολας Χαμών ότι «ο πληθυσμός [...) ήταν κατά ένα μέρος Ιλλυριοί και κατά το άλλο Έλληνες, ότι οι Ιλλυριοί ήταν ίσως πολυπληθέστεροι, ήταν όμως πολιτιστικά Έλληνες και αισθάνονταν ως Έλληνες ή Ελληνορωμαίοι, ενώ αντίθετα ο πληθυσμός της Ιλλυρίας βορείως της Νέας Ηπείρου αισθανόταν ιλλυρικός ή ιλλυρικορωμαϊκός και είχε υιοθετήσει τη λατινική» (1). Οι «δύο Ήπειροι», όπως αναφέρονται στις πηγές, δοκιμάστηκαν συχνά από βαρβαρικές επιδρομές (Βησιγότθων, Θύννων κ.ά.) κατά την περίοδο των μεταναστεύσεων των λαών (4ος-6ος αι.). Κατά τα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού Β’ (565-578) και του Μαυρίκιου (582-602) δέχθηκαν τις επιθέσεις των Σλάβων και κυρίως των Αβάρων, ενώ ακολούθησαν οι επιθέσεις των Αράβων στα παράλια του Ιονίου και της Αδριατικής (8ος-9ος αι.) και οι βουλγαρικές κατακτήσεις (9ος-10ος αι.). Η έντονη πολεμική δραστηριότητα επέβαλε τη διοικητική αναδιοργάνωση του βυζαντινού κράτους σε ένα νέο σύστημα, το θεματικό, το οποίο στην περίπτωση της Ηπείρου αφορούσε την ίδρυση των θεμάτων Νικοπόλεως και Δυρραχίου στα γεωγραφικά όρια των επαρχιών της Παλαιάς και Νέας Ηπείρου αντίστοιχα. Οι περιοχές αυτές, που συνιστούσαν τα δυτικά άκρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αποτέλεσαν πεδίο αλλεπάλληλων πολεμικών συγκρούσεων και στα επόμενα χρόνια. 
Χάρτης του Δυρραχίου σε βιβλίο που εκδόθηκε στη Βενετία το 1573.
Πιο συγκεκριμένα, στα τέλη του 11ου αιώνα οι Νορμανδοί απείλησαν τα παράλια καταλαμβάνοντας σημαντικές πόλεις, όπως το Δυρράχιο. Παράλληλα, οι Βενετοί επεδίωκαν την οικονομική διείσδυση στα λιμάνια, καθώς είχαν λάβει από τους Βυζαντινούς σημαντικά εμπορικά προνόμια (1082) με αντάλλαγμα την παροχή στρατιωτικής βοήθειας. Ωστόσο, οι Νορμανδοί, που μετείχαν ενεργά στις Σταυροφορίες, δεν έπαυσαν να απειλούν την περιοχή για πολλά ακόμη χρόνια, έως το τέλος του 12ου αιώνα, προσβλέποντας στο ίδιο το Βυζάντιο. Τελικά, η Κωνσταντινούπολη κατελήφθη από τις δυτικές δυνάμεις στο πλαίσιο της Δ’ Σταυροφορίας (1204) και το γεγονός αυτό άλλαξε τις ισορροπίες στον χώρο των Βαλκανίων και της νοτιοανατολικής Μεσογείου. Το κράτος της Ηπείρου, προϊόν αυτής της αλλαγής, συστήθηκε και άκμασε περίπου για έναν αιώνα στις περιοχές της Παλαιάς και Νέας Ηπείρου. Η επέκτασή του στη Θεσσαλία και στη Μακεδονία το ανέδειξε σε σημαντικό παράγοντα εξελίξεων στον βαλκανικό χώρο, όπου και άλλοι βαλκανικοί λαοί, όπως οι Βούλγαροι και κυρίως οι Σέρβοι, εξέφρασαν δυναμικά τις διεκδικήσεις τους. Οι Αλβανοί, που είχαν συστήσει από το 1190 μια μικρή ηγεμονία στην περιοχή της Κρόιας σε μια προσπάθεια αυτονόμησης από το Βυζάντιο, υποτάχθηκαν αρχικά στο ηπειρωτικό κράτος και στη συνέχεια στο βουλγαρικό (αν και για μικρό διάστημα). 
Η Ήπειρος κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Η Νέα Ήπειρος εκτείνεται μεταξύ Δυρραχίου και Αυλώνα, ενώ στα ανατολικά φθάνει ως τη Λυχνιδό (λίμνη Αχρίδα).
Από τα μέσα του 13ου αιώνα, η περιοχή της Αλβανίας κατέστη πεδίο ανταγωνισμού και διεκδικήσεων στο πλαίσιο αντιπαράθεσης του κράτους της Ηπείρου με την αυτοκρατορία της Νίκαιας για τη βυζαντινή ηγεμονία. Η εδραίωση του βασιλιά της Σικελίας σε ορισμένες περιοχές, όπως το Δυρράχιο και ο Αυλώνας, κατόπιν της συμμαχίας του με τον ηγεμόνα της Ηπείρου, και η διείσδυση του γαλλικού οίκου των Ανδηγαυών στην περιοχή, που οδήγησε στη δημιουργία του ανδηγαυικού βασιλείου του Δυρραχίου (1272), αύξησαν περαιτέρω τη διείσδυση του δυτικού παράγοντα στον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Στις αρχές του επόμενου αιώνα, το ηπειρωτικό κράτος, που είχε περιοριστεί στη νότια Ήπειρο, διοικείτο από ιταλικούς οίκους, ενώ η περιοχή των Ιωαννίνων και μέρος της σημερινής Αλβανίας είχαν επανέλθει στη βυζαντινή εξουσία έως τη δεκαετία του 1340. Στη συνέχεια, η συγκεκριμένη περιοχή κατελήφθη από τις δυνάμεις του Σέρβου ηγεμόνα Στέφανου Δουσάν (1331-1355), ο οποίος δημιούργησε στα μέσα του 14ου αιώνα μια μεγάλη αυτοκρατορία στα κεντρικά και νότια Βαλκάνια. Η σερβική κατάκτηση διατηρήθηκε έως το 1355, οπότε στην περιοχή συστήθηκαν μικρές ηγεμονίες φεουδαρχικού χαρακτήρα, ενώ οι πόλεις, όπως το Δυρράχιο, αποτέλεσαν τρόπον τινά αυτοδιοικούμενες κοινότητες. 
Η σημαία του Κροκόδειλου Κλαδά, διάσημου stradioto της Πελοποννήσου, που επαναστάτησε κατά ταών Οθωμανών πετυχαίνοντας σημαντικές νίκες (1480).
Η διάσπαση της εξουσίας οδήγησε σε όξυνση των ανταγωνισμών και στην τελική επικράτηση δύο ισχυρών ηγεμονιών, των Τόπια στην κεντρική και των Μπάλσα στη βόρεια Αλβανία. Η μεταξύ τους σύγκρουση κατέληξε στη νίκη των Τόπια (1385), στην οποία συνέβαλαν οι Τούρκοι σύμμαχοί τους. Από την περίοδο αυτή, οι Οθωμανοί διείσδυσαν σταδιακά σε όλη την περιοχή, αφού βρίσκονταν εκεί ως συμμαχικές των τοπικών ηγεμόνων στρατιωτικές δυνάμεις. Η μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389), στην οποία πολέμησαν και οι Αλβανοί με το μέρος των χριστιανικών δυνάμεων κατά των Οθωμανών, άνοιξε τον δρόμο για την οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων. Παράλληλα, οι Βενετοί είχαν εδραιωθεί στα αλβανικά παράλια με στόχο την προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων τους. Ο ανταγωνισμός Βενετών και Τούρκων οδήγησε σε περαιτέρω διάσπαση των αλβανικών ηγεμονιών. Το αποτέλεσμα ήταν η αδιάκοπη εναλλαγή συμμαχιών από την πλευρά των τοπικών ηγεμόνων, οι μεταξύ τους συγκρούσεις και εν τέλει η δημιουργία ενός κλίματος αναρχίας που διευκόλυνε την οθωμανική προέλαση, η οποία πραγματοποιήθηκε σε διάστημα μόλις τεσσάρων ετών (1415-1419). Αργότερα, στα μέσα περίπου του 15ου αιώνα, οργανώθηκαν κινήματα αντίστασης κατά της οθωμανικής κυριαρχίας με κορυφαίο αυτό του Γεωργίου Καστριώτη, του ονομαζόμενου Σκεντέρμπεη (1443-1468), ο οποίος, έχοντας ως βάση την Κρόια, αγωνίστηκε έως το τέλος της ζωής του κατά των Οθωμανών προσπαθώντας να ενώσει πολιτικά τον αλβανικό λαό, με αποτέλεσμα να θεωρείται από αυτόν εθνικός ήρωας. Ωστόσο, οι παρεμβάσεις της Βενετίας σε συνδυασμό με την ντόπια αντίσταση καθυστέρησαν για έναν ακόμη αιώνα την οθωμανική κατάκτηση σε ορισμένες περιοχές, όπως το Δυρράχιο και το Αλέσιο (1501), το Ντουλτσίνο και την Αντίβαρη (1571).
ΟΙ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ, ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟ «ΑΡΒΑΝΟΝ»
Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τον αλβανικό λαό κατά τη βυζαντινή περίοδο ξεκινούν τον 11ο αιώνα, αφού για τα προηγούμενα χρόνια οι διαθέσιμες μαρτυρίες αφορούν απλά την περιοχή της σημερινής Αλβανίας. Εκεί, το θέμα Δυρραχίου, διοικητική και στρατιωτική περιφέρεια στην περιοχή μεταξύ Χειμάρρας και Αντίβαρης με κέντρο το Δυρράχιο, πόλη υψηλής στρατηγικής σημασίας, υπήρξε το κυριότερο έρεισμα των Βυζαντινών στην ευρύτερη περιοχή των νοτιοδυτικών Βαλκανίων. Η περιοχή αυτή, όπως αναφέρθηκε, δοκιμάστηκε από τις επιδρομές των Βουλγάρων κατά τη διάρκεια του 9ου και του 10ου αιώνα. Από τον 11ο αιώνα και εξής, η διείσδυση των Δυτικών (Νορμανδών, Φράγκων, Βενετών) με στρατιωτικά ή οικονομικά μέσα δημιούργησε νέα δεδομένα, αλλάζοντας τον χάρτη της περιοχής και ανοίγοντας τον δρόμο για τον αλβανικό λαό. Στο έργο του Μιχαήλ Ατταλειάτη, Βυζαντινού ιστορικού του 11ου αιώνα, απαντά η πρώτη μνεία στους «Αρβανίτες». Ακολουθεί η «Αλεξιάς», έργο της Άννας Κομνηνής, συγγραφέως του 12ου αιώνα, η οποία εντοπίζει επιπλέον τον τόπο κατοικίας τους, το «Άρβανον» ή «Άρβανα». Πρόκειται για ορεινή και δύσβατη περιοχή της κεντρικής Αλβανίας, μεταξύ Δυρραχίου και Αχρίδας, στην περιφέρεια του Ελβασάν, σύμφωνα με την περιγραφή του Βυζαντινού ιστορικού του 13ου αιώνα, Γεωργίου Ακροποδητί. Οι πληροφορίες των Βυζαντινών συγγραφέων υποδεικνύουν τη συγκεκριμένη περιοχή ως διοικητική περιφέρεια του βυζαντινού κράτους στα τέλη του 11 ου αιώνα και υπονοούν την ύπαρξη ντόπιας αριστοκρατίας. Έναν αιώνα αργότερα δημιουργήθηκε εκεί η ηγεμονία της Κρόιας από τοπικούς άρχοντες, οι οποίοι πέτυχαν για λίγα χρόνια την αυτονομία της (1190-1216), εφαρμόζοντας πολιτική εξισορροπήσεων μέσα σε ένα ιδιαίτερα ασφυκτικό περιβάλλον (βενετικό δουκάτο Δυρραχίου στα δυτικά, σέρβικά κράτος Ζέτας στα βόρεια και ελληνικό κράτος Ηπείρου στα νότια). Ο τελευταίος ηγεμόνας της, Δημήτριος, έφερε εκείνους τους τίτλους (π.χ. princeps Arbanorum, magnus archon, panhypersevastos) που κατοχυρώνουν την ιδιαιτερότητα και το κύρος μιας πολιτικής οντότητας. Παρότι ποικίλοι παράγοντες εμπόδισαν την ανάπτυξή της σε πολιτικό επίπεδο, εδαφικά φαίνεται ότι είχε διευρυνθεί στα τέλη του 12ου αιώνα, περικλείοντας και το «Αρβανον» στην επικράτειά της. Το μέρος αυτό έχει θεωρηθεί κοιτίδα των Αλβανών/Αρβανιτών και αφετηρία μεταναστευτικών κυμάτων προς τον ελλαδικό χώρο.
Ο Σκεντέρμπεης εθνικός ήρωας των Αλβανών.
Ο Ακροπολίτης απέδωσε στο έργο του τους όρους «Αρβανίτες» και «Αρβανον» λογιώτερα, ως «Αλβανίτες» και «Αλβανόν». Το δε «Αλβανόν» αναφέρεται συχνά στις ελληνικές και λατινικές πηγές του 13ου και 14ου αιώνα. Ο τύπος «Αλβανοί» εμφανίστηκε τον 14ο αιώνα και φαίνεται ότι προήλθε από το παλαιότερο «Αρβανίτες» ή «Αλβανίτες», πιθανώς ως επέκταση του ονόματος «Αλβανοί» που αναφερόταν στον λαό του ρωμαϊκού Λατίου (Albani) ή στους Αλβανούς του Καυκάσου, οι οποίοι, αν και ήταν γνωστοί στους Βυζαντινούς συγγραφείς, δεν έχουν καμία σχέση με τους Αλβανούς των Βαλκανίων. Αρχαΐζοντες Βυζαντινοί ιστορικοί της εποχής, όπως ο Ιωάννης Κατακουζηνός, χρησιμοποίησαν τον ίδιο όρο για να περιγράφουν τον συγκεκριμένο λαό, επιβεβαιώνοντας την παρουσία του στις ελληνικές περιοχές. Ωστόσο, οι όροι «Αλβανικέ», «Αρβανιτιά» και «Άλβανα» χρησιμοποιήθηκαν και στα ελληνικά Χρονικά, που αναφέρονται στην ιστορία της Ηπείρου στα μέσα του 14ου και στις αρχές του 15ου αιώνα (Χρονικό Ιωαννίνων και Χρονικό των Τόκκων). Στις πηγές συναντάται επίσης ο όρος «Ιλλυριοί». Η χρήση του από τους Βυζαντινούς συγγραφείς (π.χ. Νικηφόρος Γρηγοράς), ακόμη και από τους ιεράρχες που έδρασαν στο ηπειρωτικό κράτος κατά τον 13ο αιώνα (μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιωάννης Απόκαυκος, αρχιεπίσκοπος Αχρίδας Δημήτριος Χωματηνός και μητροπολίτης Κέρκυρας Γεώργιος Βαρδάνης), συνδέεται με την πεποίθηση της ιλλυρικής καταγωγής τους (2). Στα νεώτερα χρόνια, οι Αλβανοί αποκάλεσαν τη χώρα τους «Shqiperia» (χώρα των αετών) και τους ιδίους «Shqiptar». 
Το Άρβανον βρισκόταν δυτικά της Αχρίδας, σύμφωνα με τον Ντυσελιέ. Το φρούριο Πετρέλα αποτελούσε την πύλη προς την ορεινή αυτή περιοχή. Οι βυζαντινές πηγές αποδεικνύουν την εξέλιξη των όρων (Αρβανίτες < Αλβανίτες < Αλβανοί / Αρβανον-α < Αλβανον-α < Αλβανία), παρακολουθώντας την ιστορική πορεία του αλβανικού λαού κατά τον Μεσαίωνα. Περαιτέρω πληροφορίες για τον βίο των Αλβανών και την κοινωνική τους οργάνωση μαρτυρούν την ορεσίβια καταγωγή τους και υποδεικνύουν μια κλειστή και ενδογαμική κοινωνία, με φυλετική οργάνωση, ισχυρές παραδόσεις και γεωργικο-κτηνοτροφικές οικονομικές δομές. Τα χαρακτηριστικά αυτά συνηγορούν υπέρ της επικρατούσας θεωρίας που προσδιορίζει τους Αλβανούς ως γνήσιους απογόνους των αρχαίων Ιλλυριών, καθιστώντας τους αυτόχθονες. Είναι, ωστόσο, τα ίδια χαρακτηριστικά που οριοθέτησαν την παρουσία τους τόσο εντός του γεωγραφικού τους περίγυρου (Αρβανον ή Νέα Ήπειρος ή θέμα Δυρραχίου κ.ά.), όσο και στις περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν (π.χ. Ραγούζα, Βενετία) στο πλαίσιο ενός μεγάλου μεταναστευτικού ρεύματος, το οποίο ξεκίνησε στα τέλη του 13ου αιώνα και διήρκεσε σε όλη την ύστερη περίοδο. Πάντως, η έλλειψη μιας διαχωριστικής γραμμής μεταξύ του διοικητικού/πολιτικού και του εθνολογικού παράγοντα, προϊόν της βυζαντινής-ρωμαϊκής αντίληψης περί υποταγής της γεωγραφίας στον σχεδίασμά της κρατικής δομής, δυσχεραίνει την αποσαφήνιση όρων και ορίων, που ούτως ή άλλως ήταν ρευστά και δεν αποτελούσαν μέτρο οποιοσδήποτε διάκρισης. Εξάλλου, στο Βυζάντιο τα γεωγραφικά όρια δεν ταυτίζονταν με τα πολιτικά. Οπότε, η αντικειμενική γεωγραφία δεν αρκεί για τον προσδιορισμό του χώρου και της σχέσης του ανθρώπου με αυτόν. Στην περίπτωση δε των Αλβανών, χρειάζεται να αρθούν τα αντικειμενικά της όρια προκειμένου να μελετηθεί ο συγκεκριμένος λαός, για τον οποίο ο τόπος προέλευσης και η καταγωγή εγείρουν διαρκώς προβληματισμούς και αντιρρήσεις στο πλαίσιο της σύγχρονης ιστορικής ανάλυσης. Αξίζει, λοιπόν, να αναφερθεί η διατυπωθείσα άποψη ότι «η μεσαιωνική ιστορία της Αλβανίας δεν είναι η ιστορία ενός κράτους, είναι λιγότερο η ιστορία ενός λαού και περισσότερο η ιστορία μιας χώρας» (3). Πράγματι, η χώρα αυτή, που συνδέεται με τους αρχαίους Ιλλυριούς, αποτελεί κορμό του βυζαντινού κράτους, αναπόσπαστο μέρος της Ηπείρου και τελεί υπό τη διττή επίδραση (θρησκευτική, πολιτική, πολιτιστική) Δύσης και Ανατολής. Είναι μια χώρα βαλκανική, όπως ορίζει η γεωγραφία και ο τρόπος ζωής και οργάνωσης του λαού. Ωστόσο, είναι ταυτόχρονα μια ιδιαίτερη χώρα, όπου η διασπορά των ανθρώπων στον χώρο, η ισχυρή παρουσία του ελληνισμού, η εναλλαγή αντιτιθέμενων κυριάρχων και οι σύνθετες (γλωσσικές, θρησκευτικές, πολιτικές) επιδράσεις του περίγυρου δημιούργησαν τέτοιες συνθήκες ρευστότητας, που εμπόδισαν τη συγκρότηση κράτους ή έθνους από τον αλβανικό λαό.
ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ ΣΤΙΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΠΗΓΕΣ: ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ
Οι πρώτες αναφορές των βυζαντινών αφηγηματικών πηγών στην παρουσία του αλβανικού λαού αποδεικνύουν τη διασύνδεσή του με τον πόλεμο, πέρα από το είδος της σχέσης του με τους Βυζαντινούς. Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης μνημονεύει την ύπαρξη «Αρβανιτών» πολεμιστών στο πλευρό του δούκα του Δυρραχίου Νικηφόρου Βασιλάκη, ο οποίος στασίασε κατά του βυζαντινού κράτους (1078/9). Οι «Αρβανίτες» εμπλέκονται και στις συγκρούσεις Βυζαντινών και Νορμανδών στην περιοχή του Δυρραχίου (1081), εκδηλώνοντας φιλοβυζαντινή στάση, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Άννας Κομνηνής.
Ο Γιακούμπ Σπάτα, τελευταίος Αλβανός ηγεμόνας της Άρτας (1414-1416). Καταγόταν από τη φυλή που διοίκησε τη νότια Ήπειρο για 40 περίπου χρόνια (1375-1416).
Τον 13ο αιώνα οι «Αλβανίτες» φαίνεται ότι είχαν ενταχθεί στη σφαίρα επιρροής του κράτους της Ηπείρου και παρείχαν στρατιωτική υποστήριξη στους ηγεμόνες του, κατά τον Γεώργιο Ακροποδητί. Το 1253 βρέθηκαν στο πλευρό του Ηπειρώτη ηγεμόνα Μιχαήλ Β’ Αγγέλου Δούκα Κομνηνού (1231-1271), εναντίον του αυτοκράτορα της Νίκαιας. Στη συνέχεια, πιθανώς και λόγω της φιλοδυτικής στάσης των ηγεμόνων της Ηπείρου, άλλαξαν στρατόπεδο. Υποστήριξαν τους βυζαντινό κράτος, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη διείσδυση των Ανδηγαυών στο Δυρράχιο (1272). Η νίκη των Βυζαντινών στη μάχη του Βερατίου (1280/1), αν και οδήγησε στην ανάκτηση πολλών αλβανικών περιοχών -μάλιστα οι κάτοικοι της Κρόιας ανταμείφθηκαν με ειδικά προνόμια-, δεν απομάκρυνε τους Ανδηγαυούς, οι οποίοι επιχείρησαν την αναβίωση του «regnum Albaniae» στις αρχές του 14ου αιώνα. Τότε οι Αλβανοί, αντιμέτωποι με την απειλή των Σέρβων, αποδέχθηκαν την ανδηγαυική κυριαρχία, ενώ πολλοί εξ αυτών έγιναν μέτοχοι της εξουσίας λαμβάνοντας αξιώματα ή περιοχές (φέουδα) και προετοιμάζοντας το έδαφος για την ανάπτυξη των τοπικών ηγεμονιών, κυρίαρχου διοικητικού σχήματος στην περιοχή της Αλβανίας στα μέσα του 14ου αιώνα. Παράλληλα, ο ρόλος του πατριαρχικού αρχηγού άλλαξε μέσα στο νέο πλαίσιο που δημιουργούσαν οι εξωτερικές πιέσεις και οι οικονομικές-κοινωνικές συνθήκες, ενθαρρύνοντας τη φυγή από τη χώρα. Πράγματι, από τα τέλη του 13ου αιώνα ξεκίνησε η «έξοδος» των Αλβανών προς διάφορες κατευθύνσεις (Ραγούζα, ελλαδικός χώρος, κεντρική Ιταλία, Απουλία) και κορυφώθηκε στα μέσα του επόμενου αιώνα. Συσπειρωμένοι γύρω από τους αρχηγούς των φατριών τους, όσοι δεν κατόρθωσαν να ενταχθούν στις νέες συνθήκες έγιναν μετανάστες, αφήνοντας τη δική τους σφραγίδα σε νέες πατρίδες. 
Το κάστρο της Κρόιας, περιοχής που αποτέλεσε κέντρο της πρώτης αυτόνομης αλβανικής ηγεμονίας.
Ο Ιωάννης Κατακουζηνός μνημονεύει την παρουσία «Αλβανών αυτόνομων νομάδων» στη Θεσσαλία, η οποία επιβεβαιώνεται και από τις λατινικές πηγές του 14ου αιώνα. Κατονομάζει τις φυλές των Μαλακασαίων, Μπούα και Μεσαριτών και υπολογίζει τον αριθμό τους στα 12.000 άτομα! Φαίνεται ότι διαβιούσαν ανεξάρτητοι στην ορεινή Θεσσαλία και χρειάστηκε η επέμβαση του Βυζαντινού αυτοκράτορα, προκειμένου να υποταχθούν (1333/4). Πολλοί από αυτούς συγκρότησαν το στράτευμα του βυζαντινού διοικητή της Θεσσαλίας Ιωάννη Αγγέλου μαζί με τους Έλληνες της περιοχής (1342). Οι Αλβανοί στρατολογήθηκαν και από την Καταλανική Εταιρεία, που είχε εμπλακεί σε πολέμους στη Θεσσαλία στις αρχές του 14ου αιώνα, καταλαμβάνοντας το φραγκικό δουκάτο των Αθηνών (1311). Στη συνέχεια, αξιοποιήθηκαν από ποικίλους τοπικούς ηγεμόνες (Έλληνες και ξένους). Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι στις πηγές του 14ου αιώνα δίδεται η εντύπωση ότι οι Αλβανοί που μετανάστευσαν στον ελλαδικό χώρο (ή αλλού) ήταν νομάδες. Εξάλλου, ο Ιωάννης Κατακουζηνός χαρακτηρίζει «νομάδες» και τους Αλβανούς του Βορρά (περιοχή Δεάβολης-Κολωνείας), οι οποίοι δήλωσαν υποτέλεια το 1328 στον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ’ Παλαιολόγο (1328-1341). Είναι σαφές ότι η αλβανική μετανάστευση ταυτίζεται με τον «νομαδισμό», παρόλο που ο αλβανικός λαός υπήρξε μη νομαδικός ή ημινομαδικός. Η μετακίνησή του κατά ομάδες, η προσκόλληση στον φυλετικό αρχηγό, η παραμονή του εκτός πόλεων, στις «κατούνες» (μικροί οικισμοί οικογενειών), η συμπεριφορά και τα ήθη του, όλα αυτά προσέδιδαν στην εικόνα του τα χαρακτηριστικά του νομά, αν και η γεωργία, πέρα από την κτηνοτροφία, ανήκε στις δραστηριότητές του στους τόπους μετακίνησης. Ο νομαδικός χαρακτήρας που παρουσιάζει ο αλβανικός τρόπος ζωής δεν προέρχεται μόνο από το οικείο γεωγραφικό και πολιτισμικό περιβάλλον, αλλά και από τις συνθήκες διαβίωσης στο πλαίσιο της μετανάστευσης. Εξάλλου, η κινητικότητα του λαού αυτού συνδέθηκε με τον πόλεμο, που δεν αποτελεί μια στατική λειτουργία. Η μισθοφορία υπήρξε βασικός παράγοντας της κινητικότητας των Αλβανών. Με την ιδιότητα του μισθοφόρου αξιοποιήθηκαν και από τους Σέρβους, οι οποίοι κατέλαβαν αρχικά την περιοχή της Αλβανίας (1345/6) και αργότερα τη Μακεδονία, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία στον ελλαδικό χώρο (1347/8), όπου είχαν ήδη διεισδύσει Αλβανοί μετανάστες κατά τις πρώτες δεκαετίες του 14ου αιώνα. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, η μισθοφορική υπηρεσία ανταμείφθηκε με την κυριαρχία-εξουσία ορισμένων περιοχών, όπως συνέβη στην Ήπειρο, όπου η έλευση των Αλβανών, χωρίς να αποσυνδέεται από τις εποχικές ποιμενικές μετακινήσεις, είχε έναν διαφορετικό, περισσότερο βίαιο χαρακτήρα. Οπωσδήποτε, η συνεισφορά στον στρατό σε συνδυασμό με μια γενική έλλειψη μαχητικού δυναμικού την εποχή αυτή καθιστούσαν τους Αλβανούς περιζήτητους. 
Η αλβανική κινητικότητα-μετανάστευση στον χώρο της Νέας Ηπείρου και νοτιότερα.
Από τη Θεσσαλία, λοιπόν, προς τη Φωκίδα, τη Βοιωτία και την Αττική, στο καταλανικό δουκάτο των Αθηνών, στα τέλη του 14ου και στις αρχές του 15ου αιώνα, οι Αλβανοί μισθοφόροι υπό τη διοίκηση των αρχηγών των φατριών τους υπηρέτησαν τους Καταλανούς και τους Τοσκανούς διαδόχους τους. Παράλληλα, μετακινήσεις παρατηρούντο προς τα γειτονικά νησιά της Αττικής και την Εύβοια. Οι λατινικές πηγές που αναφέρουν τις σχετικές πληροφορίες, αν και δεν αποσαφηνίζουν τις κοινωνικές δομές των Αλβανών μεταναστών, υποδεικνύουν την ύπαρξη οικογενειών χωρίς σημαντικούς αρχηγούς, «φατριών με μικρή κοινωνική ιεράρχηση και σε κατάσταση κοινωνικής αποσύνθεσης» (4), ενός φερέοικου πληθυσμού, έτοιμου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε κάθε ηγεμόνα. Η προσέλκυση Αλβανών μεταναστών στα βενετοκρατούμενα εδάφη (π.χ. Εύβοια, Πελοπόννησος), στο πλαίσιο μιας οργανωμένης εποικιστικής πολιτικής, επιβεβαιώνει την αξία του πληθυσμού, που συνεισφέρει εν μέρει ως στρατιωτική, κυρίως όμως ως εργατική δύναμη, εμπλουτίζοντας το ασθενές από τις συγκρούσεις και τις επιδημίες του 14ου αιώνα δημογραφικό πλαίσιο. Ωστόσο, οι μεγάλοι αριθμοί που καταγράφονται στις βυζαντινές πηγές σχετικά με τους Αλβανούς, όπως το «μυριάριθμον γένος» του Βυζαντινού ιστορικού του 15ου αιώνα Δούκα, μαρτυρούν κυρίως την πληθυσμιακή αποψίλωση του βυζαντινού χώρου, παρά ένα ακμαίο πληθυσμιακό δυναμικό από την πλευρά των Αλβανών. Από τη Φωκίδα και την Κορινθία, οι Αλβανοί προσεγγίζουν την Πελοπόννησο, όπου Βυζαντινοί (στο δεσποτάτο του Μυστρά), Βενετοί (στις περιοχές Αργολίδας και Μεσσηνίας) και Λατίνοι (στα εδάφη του πρώην πριγκιπάτου της Αχαΐας) μοιράζονται την εξουσία. Μια άλλη διαδρομή, από τη Ναύπακτο στην Αχαΐα, ακολούθησαν λίγο αργότερα, το 1417, οι Αλβανοί μετά την εισβολή των Οθωμανών στη χώρα τους. Ο δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος (1382-1407) προσείλκυσε Αλβανούς εποίκους στην Πελοπόννησο με στόχο την πληθυσμιακή και οικονομική ανασυγκρότηση του δεσποτάτου. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μανουήλ Β’ (1391-1425), στον επικήδειο λόγο για τον δεσπότη και αδελφό του Θεόδωρο, επεσήμανε, το 1407, την παρουσία 10.000 Αλβανών στην περιοχή του Ισθμού, όπου εγκαταστάθηκαν σε εγκαταλελειμμένες και ακαλλιέργητες γαίες. Μία ακόμη αποστολή τους ήταν, φυσικά, η στρατιωτική υποστήριξη του δεσποτάτου. Ωστόσο, οι Αλβανοί της Πελοποννήσου δεν αποτελούσαν ομοιογενή πληθυσμό, καθώς πολλοί εξ αυτών βρήκαν εκεί μια μόνιμη εγκατάσταση-κατοικία και απασχόληση (γεωργία), ενώ άλλοι, προφανώς «νομάδες» κτηνοτρόφοι, προσανατολίστηκαν στις ορεινές ζώνες της Αρκαδίας, της Αργολίδας και της Λακωνίας. Η δεύτερη κατηγορία είναι αυτή που παρέμενε πιστή στους παραδοσιακούς αρχηγούς της και αναλάμβανε συνήθως στρατιωτική δράση. Τον 15ο αιώνα αποτελούσε υπολογίσιμη δύναμη, προσφέροντας στρατιωτικές υπηρεσίες στους ηγεμόνες της περιοχής ή αντιτιθέμενη στους δεσπότες του Μυστρά για οικονομικούς ή πολιτικούς λόγους. Η εφεκτική στάση των τελευταίων απέναντι στους Οθωμανούς φαίνεται ότι πυροδότησε αλβανικές και ελληνο-αλβανικές εξεγέρσεις (1423, 1453-54, 1458, 1459), μέσα από τις οποίες αναδείχθηκε η ύπαρξη μιας ελληνο-αλβανικής ελίτ που έπαιζε σημαντικό ρόλο στις πολιτικο-στρατιωτικές εξελίξεις. Ο Μανουήλ Μπόχαλης και ο πατριάρχης Νήφων συγκαταλέγονται σε αυτήν. Όταν οι Οθωμανοί κατέκτησαν την Πελοπόννησο (1460), προχώρησαν, κατά τη συνήθη πολιτική πρακτική τους, σε απογραφή του πληθυσμού διακρίνοντας την «αλβανική φυλετική κοινότητα». Σε μερικές περιοχές μάλιστα (π.χ. Κορινθία), ο αλβανικός πληθυσμός έδειχνε να ξεπερνά το 30% του συνολικού πληθυσμού. Οι Οθωμανοί παραχώρησαν στους Αλβανούς φορολογικές διευκολύνσεις στο πλαίσιο της πολιτικής διαίρεσης που ανέπτυσσαν στις κατακτημένες επαρχίες. Παρόλα αυτά, Έλληνες και Αλβανοί σε μια συνένωση κοινών εμπειριών και πολιτισμικών αναφορών (ενιαία θρησκεία και συνείδηση) υιοθέτησαν την ίδια στάση έναντι των Οθωμανών. Στους επόμενους αιώνες η όσμωση του αλβανικού στοιχείου με το ελληνικό, που δημιουργούσε στους ξένους περιηγητές την εντύπωση ότι βρίσκονταν σε χώρα αλβανική παρά ελληνική, καλλιέργησε τις προϋποθέσεις για τον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα του 1821. Άλλωστε, οι μαχητικές ικανότητες των Αλβανών, αναγνωρισμένες ήδη από το παρελθόν, αξιοποιήθηκαν ευρέως από τη Βενετία, η οποία ενέταξε στον στρατό της τα μισθοφορικά σώματα των stradioti, έφιππων πολεμιστών (Αλβανών και Ελλήνων). Οι στρατιώτες αυτοί, μετά την οθωμανική κατάκτηση, μετακινήθηκαν προς τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές (π.χ. Ιόνια νησιά) και την Ιταλία, όπου υπηρέτησαν σε διάφορους στρατούς στην Ευρώπη από τα μέσα του 15ου αιώνα και έπειτα. Η αθρόα μετανάστευση των stradioti στη νότια Ιταλία δημιούργησε κοινότητες Ελλήνων και Αλβανών, που κοινωνούν ακόμη κατά το ορθόδοξο τυπικό. Στρατιώτες και μετανάστες, οι Αλβανοί του ελλαδικού χώρου υπήρξαν για τον τόπο αυτόν και για τους ηγεμόνες του μια σημαντική δύναμη, που επέδρασε τόσο στη δημογραφία όσο και στην οικονομία και στην πολιτική του εξέλιξη. Με την ιδιότητα του μετανάστη αξιοποιήθηκαν από τη Θεσσαλία μέχρι την Αττική και την Πελοπόννησο ως εργατικό/αγροτικό δυναμικό και ενσωματώθηκαν στον ντόπιο πληθυσμό. Με την ιδιότητα του στρατιώτη υπηρέτησαν από την Αττική ως την Πελοπόννησο ποικίλους ηγεμόνες αυξάνοντας τη δύναμη και αυτοπεποίθησή τους, πράγμα που τους κατέστησε συντελεστές της πολεμικής πράξης και των πολιτικο-στρατιωτικών γεγονότων σε σημαντικό βαθμό.
OI ΑΛΒΑΝΟΙ ΩΣ ΗΓΕΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ 
Αν η Πελοπόννησος εμφανίζεται ως πεδίο ανάδειξης του στρατιωτικού προφίλ των Αλβανών και εστία των stradioti στα μέσα του 15ου αιώνα, η Ήπειρος υπήρξε το πραγματικό θέατρο της στρατιωτικής και πολιτικής δράσης των Αλβανών έναν αιώνα νωρίτερα. Η έλευσή τους εκεί είχε χαρακτήρα πολιτικο-στρατιωτικό, αφού οι πολεμικοί αρχηγοί έσυραν τις φυλές τους σε μια περιοχή με ορατό έλλειμμα εξουσίας. Επιπλέον, η εκεί παραμονή τους εξελίχθηκε σε μια διαμάχη φυλών για τη διεκδίκηση της ηγεμονίας. Η γειτνίαση της Ηπείρου με τον αλβανικό χώρο και η ρευστή πολιτική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί από τις εμφύλιες έριδες των ηγεμόνων, τη στρατιωτική εμπλοκή του βυζαντινού κράτους με στόχο την αποκατάσταση της εξουσίας του στην (ευρύτερη) περιοχή, τις επιθέσεις των Σέρβων και τις απειλές που εξαπέλυαν από τον νότο οι Λατίνοι «κομήτες» της Κεφαλληνίας, είχαν δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο για τη διείσδυση των Αλβανών.
Το οικόσημο της οικογένειας του Σκεντέρμπεη.
Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1330 επέδραμαν σε περιοχές βόρεια της Ηπείρου προκαλώντας την αντίδραση του Βυζαντινού αυτοκράτορα, ο οποίος οργάνωσε στρατιωτική επιχείρηση για την υποταγή τους (1337/8). Ο Ιωάννης Καντακουζηνός επισημαίνει στα στρατιωτικά πλεονεκτήματα των Αλβανών το γεωγραφικό, δηλαδή το τραχύ ορεινό τοπίο, που εξέθρεψε και τη σκληρή πολεμική φύση τους. Λίγο αργότερα, οι Αλβανοί απείλησαν και τις περιοχές της νότιας Ηπείρου (1341/2), στις οποίες προωθούντο παράλληλα με την εξέλιξη της σερβικής κατάκτησης. Το 1358/9 ήταν εγκατεστημένοι στην Αιτωλοακαρνανία και συμμετείχαν ενεργά στις διαμάχες των Σέρβων και Ελλήνων αρχόντων της περιοχής. Στη μάχη του Αχελώου (1359) πέτυχαν σημαντική νίκη κατά του Νικηφόρου Β’ Ορσίνι, τελευταίου απογόνου των ηγεμόνων της (νότιας) Ηπείρου και εδραιώθηκαν στην περιοχή. Από την εποχή εκείνη έως και τις αρχές του 15ου αιώνα συγκρότησαν τοπικά μορφώματα, «τοπαρχίες», μέσα σε ένα ευρύ πλαίσιο κατακερματισμού της εξουσίας, που προέκυψε από την κατάρρευση του κράτους της Ηπείρου (αρχές 14ου αι.) και κορυφώθηκε με τη σέρβική κατάκτηση της ευρύτερης περιοχής (μέσα 14ου αι.). Η τελευταία νομιμοποίησε ασφαλώς την αλβανική κυριαρχία στην Ήπειρο, όπως παραδέχονται οι Βυζαντινοί ιστορικοί του 14ου και 15ου αιώνα Νικηφόρος Γρηγοράς και Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, αντίστοιχα. Οι Αλβανοί, οι οποίοι είχαν υπηρετήσει στον σέρβικο στρατό, ανταμείφθηκαν με παραχωρήσεις κάστρων ή τόπων και τη διαχείρισή τους. 
Στα μισθοφορικά σώματα των stradioti υπηρέτησαν πολλοί Αλβανοί.
Οι αλβανικές «τοπαρχίες» της Ηπείρου ανέδειξαν τον ανταγωνισμό των φυλών που μάχονταν για τη διεκδίκηση της ηγεμονίας της περιοχής. Η φυλή των Σπάτα με ηγέτη τον Γκίνη, «αυθέντη μέγα <εις> το Δέλβινον, φοινίκι και όλην την Αλβανίαν και την Παραμυθίαν» (5), κατά τη μαρτυρία της δημώδους μορφής του Χρονικού των Ιωαννίνων, βρέθηκε σε αντιπαράθεση με τη φυλή των Λιώσα για τον έλεγχο της Άρτας. Το 1375 και για περίπου 25 χρόνια ο Γκίνης ανέλαβε την ηγεσία της Άρτας και της περιοχής της, ενώ την Αιτωλοακαρνανία νέμονταν μέλη της ίδιας φυλής. Οι Σπάτα είχαν συνήθως τη συνδρομή των Μαλακασαίων (φυλής της περιοχής πιθανώς μεταξύ βορειοανατολικά και νοτιοανατολικά των Ιωαννίνων), με τους οποίους απείλησαν σοβαρά τα Ιωάννινα, που άντεξαν στη σφοδρή πολιορκία του 1379. Η συγκεκριμένη περιοχή υπήρξε πεδίο διεκδικήσεων και από τους Ζενεβισαίους (φυλή της περιοχής Αργυροκάστρου). Ωστόσο, τα Ιωάννινα διατήρησαν την αυτονομία τους ως σέρβική (1367-1382) και ως ιταλική-ηπειρωτική (1382-1430) (τοπική) ηγεμονία. Παρά τις αντιθέσεις τους, οι αλβανικές φυλές των Σπάτα και των Ζενεβισαίων συνενώθηκαν, όταν απειλήθηκαν από τον Ιταλό διεκδικητή της Ηπείρου, δούκα της Κεφαλληνίας Κάρολο Α’ Τόκκο στις αρχές του 15ου αιώνα. Στον αγώνα αυτόν είχαν και τη συνδρομή των Μουζακέων (φυλής της ευρύτερης περιοχής Βερατίου). Ο Κάρολος Τόκκος περίπου για 15 χρόνια διεξήγε πολέμους κατά των Αλβανών, που ήταν εδραιωμένοι στην Ήπειρο και στην Αιτωλοακαρνανία, επιδιώκοντας την απομάκρυνσή τους από την εξουσία των περιοχών αυτών. Το Χρονικό των Τόκκων, που περιγράφει τη δράση του Ιταλού ηγεμόνα, αφήνει να εννοηθεί ότι οι Αλβανοί, οι οποίοι είχαν εξαπλωθεί στην ηπειρωτική χώρα, προκαλούσαν αναστάτωση είτε με την εναλλαγή συμμαχιών είτε ληστεύοντας «όλοι ένας τον άλλον [...] χωρία και κατούνες» (6). Ήταν, ωστόσο, δεινοί πολεμιστές και αξιοποιήθηκαν στον στρατό του Καρόλου, μαζί με Έλληνες, Σέρβους και άλλους στρατιώτες δυτικής προέλευσης. Είναι σαφές ότι οι Αλβανοί στην Ήπειρο συνιστούσαν μια δύναμη που κάθε διεκδικητής της θα έπρεπε να λάβει σοβαρά υπόψη. Η φυλετική έκρηξη που εμφανίζεται στις πηγές της εποχής (14ος και 15ος αι.), στην οποία παρελαύνουν οι Σπάτα, οι Μαλακασαίοι, οι Ζενεβισαίοι, οι Μαζαρακαίοι, οι Ζουλαναίοι, οι Αλκάδιοι, οι Μπούα κ.ά., προδίδει μια αληθινή φυλετική επέκταση στον ηπειρωτικό χώρο. Από την άλλη πλευρά, οι προσπάθειες που κατέβαλαν οι αρχηγοί των φατριών να νομιμοποιήσουν την εξουσία τους με την απόκτηση αυτοκρατορικών τίτλων και την υιοθέτηση βυζαντινών προτύπων, επηρέασαν την ιστορική διαδρομή των αλβανικών φυλών στον συγκεκριμένο χώρο, που εμπλουτίστηκε με νέο ανθρώπινο δυναμικό, χωρίς, ωστόσο, να αλλοιωθεί η φυσιογνωμία της περιοχής. 
Το κάστρο του Αργυροκάστρου σε χαρακτικό που δημοσιεύθηκε το 1839. Το κάστρο είχε κατασκευασθεί αρχικά κατά τον 12ο αιώνα, και από τότε είχε γνωρίσει αρκετές μετατροπές.
Στις αλβανικές τοπικές ηγεμονίες της Ηπείρου πραγματοποιήθηκε η σύνθεση των αλβανικών μεσαιωνικών παραδόσεων με τις υφιστάμενες δομές, βυζαντινές και ελληνικές, αλλά και ιταλογενείς, οι οποίες είχαν εισαχθεί στην περιοχή ήδη από την εποχή του κράτους της Ηπείρου (τέλη 13ου αι.). Οι Αλβανοί παρέμειναν στην εξουσία για περισσότερο από 40 χρόνια, καθιερώνοντας ένα σχήμα πολιτικής οργάνωσης που συνδύαζε το στοιχείο της τοπικότητας με φεουδαλικά πρότυπα (κάστρα, κατακερματισμός) και τα πολεμικά ήθη των ορεσίβιων λαών. Ιδιαίτερα, η σχέση των Αλβανών με τον πόλεμο, που ήταν και αυτή που τους οδήγησε στην εξουσία, ήταν ορατή και στις ίδιες τις ηγεμονίες τους. Οι αλβανικές «τοπαρχίες» επιβίωναν χάρη στον πόλεμο, είτε αυτός αφορούσε ομοφύλους είτε εξωτερικούς εχθρούς. Και καθώς ο πόλεμος ήταν συχνό και διαρκές φαινόμενο την εποχή αυτή, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίζει σταθερά σύνορα ή εγγυήσεις εξουσίας, αυτές οι τοπικές ηγεμονίες υπήρξαν συγκυριακές και εφήμερες μέσα στο ρευστό πολιτικό περιβάλλον που είχε δημιουργηθεί από τα μέσα του 14ου αιώνα (κυρίως μετά την κατάρρευση της σέρβικης ηγεμονίας, το 1355 και εξής) στην ευρεία περιοχή της Ηπείρου και της σημερινής Αλβανίας. 
Το κάστρο Βεράτιου με μία από τις βυζαντινές εκκλησίες που διαθέτει, του 13ου-14ου αιώνα.
Στις αρχές του 15ου αιώνα, έως το 1416, οι αλβανικές φυλές της Ηπείρου πρωταγωνιστούσαν ακόμη στο πολιτικό σκηνικό μέσα από τους πολέμους του Καρόλου Τόκκου ή τις πολιτικο-στρατιωτικές παρεμβάσεις των Βενετών στις παράκτιες περιοχές, όπου διατηρούσαν τα συμφέροντά τους. Ο Τόκκος κατόρθωσε τελικά να καταλάβει την εξουσία και να συγκροτήσει μια μεγάλη ηγεμονία στην Ήπειρο, από τα Ιωάννινα ως το Δραγαμέστο (Αστακό) στην Αιτωλοακαρνανία. Την ίδια περίοδο, οι Οθωμανοί, που είχαν κληθεί ως συμμαχικές στρατιωτικές δυνάμεις από τους τοπικούς ηγεμόνες στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, κινούμενοι σε «οικείο» έδαφος, κατελάμβαναν περιοχές της βορείου Ηπείρου (π.χ. Αργυρόκαστρο, Δρυϊνούπολη). Ακολούθησε η φυγή πολλών Αλβανών προς τον ελλαδικό χώρο (Ιωάννινα, Πελοπόννησος) ή την Ιταλική χερσόνησο. Ένα μέρος του πληθυσμού βρήκε καταφύγιο στα βουνά, όπου άρχισε να οργανώνει σταδιακά αντίσταση κατά των Οθωμανών. Όταν και η λοιπή Ήπειρος κατελήφθη από τους Οθωμανούς (1430 κατάληψη Ιωαννίνων, 1449 κατάληψη Άρτας), αρκετά επαναστατικά κινήματα εκδηλώθηκαν στην περιοχή της Αλβανίας. Η επανάσταση του Σκεντέρμπεη, που ξεκίνησε το 1443 στην Κρόια, εξαπλώθηκε στη βόρεια Ήπειρο, αν και δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Στο τέλος του 15ου αιώνα εκδηλώθηκαν κινήματα αντίστασης από τον Αυλώνα μέχρι τη Σαγιάδα, καθώς η Χειμάρρα αποτελούσε τη βάση του ένοπλου αγώνα κατά των Οθωμανών. Η παρέμβαση του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β’ (1481-1512) στην Ήπειρο (1492) για την εξουδετέρωση κάθε πιθανής εστίας εξέγερσης, ώθησε πολλούς κατοίκους σε φυγή προς την Κέρκυρα, τη Βενετία και τη Νάπολη. Η μετανάστευση του αλβανικού πληθυσμού συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα, όπως και η μετακίνησή του στον ελλαδικό χώρο (νησιά Αιγαίου), η οποία εντάχθηκε στο πλαίσιο της εποικιστικής πολιτικής των Οθωμανών. 
Το οικόσημο του Μερκούριου Μπου, διάσημου stradioto της γενιάς των Μπούα, ο οποίος υπηρέτησε σε ευρωπαϊκούς στρατούς τον 15ο αιώνα. Ο Ζακυνθινός λόγιος Τζάνες Κορωναίος έγραψε γι' αυτόν τα ΑΝΔΡΑΓΑΘΗΜΑΤΑ ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΥ ΜΠΟΥΑ (1519).
Ο βίαιος χαρακτήρας της διείσδυσης των Αλβανών στην Ήπειρο εκδηλώνεται ρητά στις βυζαντινές-ελληνικές πηγές, οι οποίες μάλλον στερεοτυπικά τοποθετούν τους Αλβανούς στη θέση των «βαρβάρων», των ξένων-εισβολέων στον χώρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Για τον Καντακουζηνό και τον Γρήγορά, είναι ευμετάβολοι και νεωτεροποιοί, ενώ ζουν με πονηριά και δόλο, ληστεύοντας τη χώρα των Ρωμιών και εξαπατώντας τους κατοίκους της. Στο Χρονικό των Ιωαννίνων αποκαλούνται «κάκιστο γένος» και τονίζεται η επιθετική και ληστρική συμπεριφορά τους. Σκληροί άνθρωποι, δυνάστες των Ελλήνων, κακόγνωμοι και άπληστοι, επίορκοι και κλέφτες χαρακτηρίζονται στο Χρονικό των Τόκκων. Ωστόσο, στο ίδιο Χρονικό αναγνωρίζεται η στρατιωτική ικανότητα και η χρηστή διοίκηση-εξουσία. Ο Μουρίκης Μπούα επαινείται ως «μέγας στρατάρχης» μετά τη νίκη του κατά των Τούρκων και ο ηγεμόνας της Άρτας, Γκίνης Σπάτα ως άνδρας δραστήριος, όμορφος, λαμπρός, φρόνιμος και ικανός σε λόγια και έργα. Πέρα από τον υποκειμενισμό των ελληνικών πηγών, η επιθετικότητα και η ροπή στη ληστεία, ο ασταθής χαρακτήρας, που εκφράστηκε μέσα από την εναλλαγή συμμαχιών, και οι αυτονομιστικές τάσεις φαίνεται ότι ήταν στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας των Αλβανών. Τα στοιχεία αυτά εκφράστηκαν όλα μαζί ή μεμονωμένα μέσα από το αίσθημα της επιβίωσης, που κυριαρχούσε ως βασική αναγκαιότητα κατά την έλευσή τους στον ελλαδικό χώρο.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η κινητικότητα του αλβανικού λαού υπήρξε χαρακτηριστικό φαινόμενο της μεσαιωνικής ιστορίας του και εκδηλώθηκε τόσο με πολεμικές ενέργειες όσο και με μαζικές μεταναστεύσεις οικογενειών ή φυλών, φτωχών κατά βάση ανθρώπων, ικανών είτε να πολεμήσουν είτε να αναλάβουν αγροτικές εργασίες. Οι Αλβανοί εισήλθαν στο Βυζάντιο σε μια εποχή κατά την οποία ο κατακερματισμός της εξουσίας ήταν κυρίαρχο πολιτικό φαινόμενο, ενώ συνθήκες όπως η δημογραφική αποψίλωση, η συχνότητα του πολέμου, η εξαθλίωση του πληθυσμού και η διείσδυση νέων (κυρίως δυτικών) δομών και συμφερόντων καθιστούσαν ρευστή την πολιτική κατάσταση. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, είναι φυσικό να παρουσιάζουν μια αντιφατική εικόνα και να εμφανίζονται άλλοτε ως χρηστική και άλλοτε ως απειλητική δύναμη.
Αλβανοί στρατιώτες των μετέπειτα οθωμανικών χρόνων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η συνάφεια της Ηπείρου με την Αλβανία, πολιτισμική και ψυχολογική, πέρα από εδαφική, υπήρξε μία ακόμη σημαντική παράμετρος επεξήγησης της εικόνας των Αλβανών. Εντάχθηκαν σε ένα πολυεθνικό περιβάλλον με βυζαντινό υπόβαθρο, όπου η σύνθεση των αντιφάσεων παρήγαγε έναν ιδιότυπο ηπειρωτικό πατριωτισμό, του οποίου υπήρξαν και αυτοί συντελεστές. Ωστόσο, η επίδραση του Βυζαντίου υπήρξε καταλυτική, προσφέροντας στους Αλβανούς πολιτικό και πολιτισμικό προσανατολισμό, που εκδηλώθηκε -κυρίως στον βυζαντινό/ελληνικό χώρο- με την προτίμηση Ελλήνων συμμάχων ή ηγεμόνων, την αποδοχή του ορθόδοξου τυπικού και της βυζαντινής θεσμικής παράδοσης. Συμβιώνοντας με τους Έλληνες σε καιρούς χαλεπούς, έχοντας κοινές εμπειρίες και προβλήματα, οι Αλβανοί ως μετανάστες, αγρότες και στρατιώτες μπόρεσαν να φανούν χρήσιμοι και να ενταχθούν στο ελληνικό περιβάλλον, όπου βρήκαν στέγη και ταυτότητα. Τον 15ο αιώνα, οι Αλβανοί της Ελλάδας, δεύτερη και τρίτη γενιά, αποτελούσαν πια αναπόσπαστο τμήμα της, έχοντας συμβάλει και αυτοί στον πλουραλισμό (φυλετικό-πολιτισμικό) του Βυζαντίου, που λειτουργούσε ακόμη ως «εστία» ιδεών και αναφορών. Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο αλβανικός λαός ήταν για τα νότια και νοτιοδυτικά Βαλκάνια μια υπολογίσιμη δύναμη, κυρίως τον 14ο και 15ο αιώνα. Σε σχέση με το Βυζάντιο, αποτελούσε ρητά έναν ακόμη λαό του. Σε σχέση με τον ελλαδικό χώρο, ήταν εκείνοι οι «Αρβανίτες», τα «Άλβανα» που έζησαν, εργάστηκαν και πολέμησαν μαζί με τους Έλληνες και έγιναν κομμάτι της ιστορίας τους. 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
Ν. G. L. Hammond, Migrations and invasions in Greece and adjacent areas, Park Ridge, N.J. 1976, o. 54 κ.ε. 
B. Δήμου, «Εθνολογικά στοιχεία στα έργα του Δημητρίου Χωματιανού», στο 
Ε. Χρυσός (επιμ.), Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου για το Δεσποτάτο της Ηπείρου, 27-31 Μαΐου 1990, Άρτα 1990, σ. 285-288. Για την ιλλυρική καταγωγή τους βλ. και Κ. Μπίρης, Αρβανίτες, οι Δωριείς του νεώτερου ελληνισμού, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1960, σ. 14, 23. 
Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Οι βαλκανικοί λαοί κατά τους Μέσους Χρόνους, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1986, σ. 226. 
A. Ducellier, Οι Αλβανοί στην Ελλάδα (13ος-15ος αι.). Η μετανάστευση μιας κοινότητας, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 1994, σ. 35. 
Λ. Βρανούσης (επιμ.), Το Χρονικόν των Ιωαννίνων κατ’ ανέκδοτον δημώδη επιτομήν, Επετηρίς του Μεσαιωνικού Αρχείου, τ. 12 (1962), σ. 87. 
G. Schiro (επιμ.), Cronaca dei Tocco di Cefalonia di anonimo, Ρώμη 1975, στ. 1448-1449. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
X. Γάσπαρης (επιμ.): ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ ΣΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών/ Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα 1998. 
Ε. Βρανούση: «ΟΙ ΟΡΟΙ "ΑΛΒΑΝΟΙ" ΚΑΙ "ΑΡΒΑΝΙΤΑΙ" ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΜΝΕΙΑ ΤΟΥ ΟΜΩΝΥΜΟΥ ΛΑΟΥ ΤΗΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΠΗΓΑΣ ΤΟΥ ΙΑ’ ΑΙΩΝΟΣ», Σύμμεικτα, τ. 2 (1970), σ. 207-254. 
Κ. Giakoumis: «FOURTEENTH-CENTURY ALBANIAN MIGRATION AND THE "RELATIVE AUTOCHTHONY" OF THE ALBANIANS IN EPEIROS. THE CASE OF GJIROKASTER», Byzantine and Modern Greek Studies, vol. 27 (2003), σ. 171-183. 
A. Ducellier: ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (13ος-15ος αι.). Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 1994. 
A. Ducellier:«ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΑ, ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΣΤΗ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ», Τα Ιστορικά, τ. 3, τχ. 5 (Ιούνιος 1986), σ. 19-44. 
A. Ducellier: L’ ALBANIE ENTRE BYZANCE ΕΤ VENISE Xe-XVe SIECLES, Λονδίνο 1987. 
Μ. Β. Σακελλαρίου (επιμ.): ΗΠΕΙΡΟΣ, 4000 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1997. 
J. V. A. Fine, Jr.: THE LATE MEDIEVAL BALKANS. A CRITICAL SURVEY FROM THE LATE TWELFTH CENTURY TO THE OTTOMAN CONQUEST, Michigan 1994. 
T. Jochalas: «UBER DIE EINWANDERUNG DER ALBANER IN GRIECHENLAND», στο DISSERTATIONES ALBANICAE, Μόναχο 1971, σ. 89-106. 
M. Katsaropoulou, «Α CONTRIBUTION TO THE PROBLEM OF THE ARRIVAL OF THE ALBANIANS IN WESTCENTRAL GREECE IN THE MIDDLE OF 14th CENTURY», Πρακτικά Στ’ Διεθνούς Συνεδρίου Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Σόφια 30 Αυγούστου -5 Σεπτεμβρίου 1989, Αθήνα 1990, σ. 471-480. 
Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου: ΟΙ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΛΑΟΙ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΜΕΣΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1986. 
Β. Παναγιωτόπουλος: ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ 13ος-18ος αι., Εμπορική Τράπεζα, Αθήνα 1985. 
I. Πούλος: Η ΕΠΟΙΚΗΣΙΣ ΤΩΝ ΑΛΒΑΝΩΝ ΕΙΣ ΚΟΡΙΝΘΙΑΝ, Επετηρίς Μεσαιωνικού Αρχείου, τ. 3 (1950), σ. 31-106. 
Ε. Συγκέλλου: Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟΝ ΔΥΤΙΚΟ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ (13ος-15ος αι.), Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών/Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα 2008. 
Ε. Συγκέλλου: «ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ: ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ», Πρακτικά Β’ Διεθνούς Ιστορικού και Αρχαιολογικού Συνεδρίου Αιτωλοακαρνανίας, Αγρίνιο 29-31 Μαρτίου 2002, τ. Β’, Αγρίνιο 2004, σ. 559-569. 
Η.Γ. Σκουλίδας: «ΜΕΤΟΙΚΕΣΙΕΣ ΑΛΒΑΝΟΦΩΝΩΝ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ. ΦΥΣΙΚΕΣ ΠΡΟΣΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΗ ΑΝΑΔΙΑΤΑΞΗ», Ηπειρωτικά Χρονικά, τ. 33 (1998/9), σ. 277-289.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΕΥΧΟΣ 10


from anemourion https://ift.tt/3dRyVKR
via IFTTT
Από το Blogger.