-->

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ - ΣΕ ΔΙΑΠΑΛΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΩΤΕΡΙΣΤΕΣ

Μετά την επικράτηση το 1917 των «προοδευτικών» δυνάμεων και την αντικατάσταση του Ιακωβίδη από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου, η συμμετοχή του πρώτου σε επιτροπές και όργανα θεσμοθετημένα από το κράτος συνεχίζεται αμείωτη. Φαίνεται ότι η ανεκτικότητά του προς το «νέο» που έβλεπε να έρχεται, αλλά και ο ήπιος χαρακτήρας του, στοιχείο που αναγνωριζόταν από όλους, συνετέλεσαν, παρά τις αισθητικές ή ιδεολογικές διαφορές, να θεωρείται η άποψή του σεβαστή και η εμπειρία του πολύτιμη. Έτσι, όχι μόνο του απονέμεται τιμητικά ο τίτλος του «ισόβιου εφόρου» της Πινακοθήκης, αλλά ορίζεται και πρόεδρος του Καλλιτεχνικού Συμβουλίου της που τότε θεσμοθετήθηκε, μέλη του οποίου ήταν ο νέος διευθυντής της Ζαχαρίας
«ΑΝΟΙΞΗ» (1927). ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ, ΠΟΥ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΕΥΡ. ΚΟΥΤΛΙΔΗ. ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ, Η ΣΑΦΗΣ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ ΤΟΥ. Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΑΥΤΗ Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΚΜΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΝ 19ΟΝ ΑΙΩΝΑ ΕΩΣ ΤΟΝ A' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ, ΒΡΗΚΕ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΗΣ ΕΥΠΟΡΗΣ ΤΑΞΗΣ, ΟΡΙΟΘΕΤΕΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΜΙΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΠΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΟΤΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ, ΤΗΝ ΑΝΕΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ. ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΘΑ ΑΝΑΤΡΑΠΟΥΝ ΜΕ ΤΗΝ ΚΗΡΥΞΗ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟΥ.

Παπαντωνίου και ο ζωγράφος Κωνσταντίνος Μαλέας. Το 1919 το Τμήμα των Ξένων και Εκθέσεων του υπουργείου Εθνικά Οικονομίας αποφασίζει τη διαφήμιση των αρχαιολογικών χώρων και των φυσικών καλλονών τα Ελλάδας στο εξωτερικό. Μεταξύ των άλλων υποβάλλουν προτάσεις οι Ιακωβίδης Φωκάς, Μελάς, Περβολαράκη και η κριτική επιτροπή, στην οποία εκτός των άλλων συμμετέχουν οι Ιακωβίδης Παπαντωνίου και Χατζόπουλος, προτείνει την ανάθεση στους καλλιτέχνες Νικόλαο Λύτρα, Κωνσταντίνο Μαλέα, Δημήτριο Δήμα Περικλή Λύτρα και Γ. Στρατηγό. Επίσης, το 1918 με βασιλικό διάταγμα ορίζεται μέλος της επιτροπής για την απονομή του Εθνικού Αριστείου Γραμμάτων και Τεχνών σε ό,τι είχε σχέση με τη ζωγραφική και τη γλυπτική. Και το μεν βραβείο ζωγραφικά απονεμήθηκε ένα χρόνο αργότερα στον Παρθένη, έπειτα από εισήγηση του Ζαχαρία Παπαντωνίου, την οποία αποδέχθηκε ομόφωνα η επιτροπή, αλλά το βραβείο γλυπτικά δεν απονεμήθηκε σε κανέναν. Η βράβευση του Παρθένη, όπως και η αντίστοιχη του Γρυπάρη στη λογοτεχνία, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, οι οποίες, μέσω των δημοσιευμάτων στον Τύπο, φανερώνουν όχι μόνο τις αντιδράσεις στο «νέο» που ήδη είχε αρχίσει να διαφαίνεται στην τέχνη, αλλά και τη μεγάλη απήχηση σε ιδεολογικό επίπεδο, στην όξυνση της οποίας συντελούσαν οι κοινωνικές, πολιτικές, αλλά και πολέμιέ συγκρούσεις. Έτσι, ενώ από τη μια μεριά κατηγορείται ο Ιακωβίδης για τις συντηρητικές του θέσεις και την ταύτισή του με το θρόνο, από την άλλη, βάλλεται για την υποστήριξη που προσέφερε στην υποψηφιότητα του Παρθένη και την «κλειστοίς όμμασι αποδοχή της πρότασσε του Παπαντωνίου. Και ο κριτικός του περιοδικού «Πινακοθήκη» επισημαίνει σε επιστολή του ότι «διά της απονομής του Αριστείου εις τον Παρθένην επισημοποιήθη απλώς η ύπαρξη μιας Σχολής, ην διακρίνει η στρέβλωσις του ωραίου». 

ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΗ 

Η συμπόρευση του Ιακωβίδη με τις απόψεις του Παπαντωνίου και η σύμπραξή του με τις συγκεκριμένες ομάδες σίγουρα δεν σημαίνει και την από μέρους του αποδοχή των αισθητικών επιλογών των βραβευμένων, δεδομένου ότι σε κάθε ευκαιρία διατύπωνε με σαφήνεια τις απόψεις του για την τέχνη, που με συνέπεια ακολούθησε καθ’ όλη την καλλιτεχνική πορεία του και με αυτοπεποίθηση υπερασπίστηκε έως το τέλος. Παράλληλα όμως φαίνεται ότι αναγνώριζε -με όσα βέβαια περιθώρια διέθετε λόγω της προχωρημένες πλέον ηλικίας του και της πολυετούς πίστης του στη συγκεκριμένη κατεύθυνση της αντικειμενικής απεικόνισης- ότι στα έργα των νεότερων καλλιτεχνών υπήρχαν αρετές αξιοπρόσεκτες και σημαντικές. Έτσι το 1923, όταν προκηρύχθηκε η πλήρωση μιας θέσης καθηγητή στη Σχολή Καλών Τεχνών, ψήφισε υπέρ του Νικολάου Λύτρα, απορρίπτοντας τον Κ. Παρθένη με το παρακάτω σκεπτικό: «Τα υπό κρίσιν πλείονα των πέντε έργων ζωγραφικής και ιχνογραφικών έργων αυτού (εννοεί τον Κωνσταντίνο Παρθένη) κατά μεν την σύνθεσιν υπερτερούσιν της των άλλων δύο υποψηφίων, παρουσιάζουσιν εξαιρετικά προσόντα εμπνεύσεως και ιδία κοσμητικής. Κατά δε τον χρωματισμόν ευγενικός όλως αρμονίας, κατά το σχέδιον όμως τα έργα αυτού ελευθεριάζουσιν υπό όλως νεωτεριστικήν αντίληψιν μη συνάδουσαν απολύτως προς τας ακαδημαϊκός παραδόσεις». Απεναντίας τα εικαστικά δημιουργήματα του Λύτρα «κατά μεν το σχέδιον εκρίθησαν ως και κατά την σύνθεσιν αρτιότατα, από ακαδημαϊκής μάλιστα απόψεως, κατά δε τον χρωματισμόν και την εκτέλεσιν μετά πλείστης αρμονίας, δυνάμεως και ιδιαζούσης ευχέρειας συντελεσθέντα».
«ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΘΩΝ (ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ) 1902. Ο ΑΥΛΑΡΧΗΣ ΘΩΝ ΕΠΙΒΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΓΕΡΩΧΟΣ, ΓΕΜΑΤΟΣ ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ, ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΕΤΑΙ ΟΡΘΙΟΣ, ΣΕ ΜΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΧΕΙΡΕΣ ΒΥΘΙΣΜΕΝΟΥΣ ΣΤΟ ΓΙΛΕΚΟ ΤΟΥ. ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΓΡΑΦΤΗΚΑΝ ΠΟΛΛΑ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΠΕΔΩΣΕ Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ. 

Από την αιτιολόγηση τα ψήφου του τόσο για τον Παρθένη όσο και για τον Λύτρα διαπιστώνεται αμέσως ότι επιδοκιμάζει την τελειότητα του σχεδίου και της σύνθεσης των έργων από «ακαδημαϊκής απόψεως», ενώ αποδοκιμάζει την «ελευθεριάζουσαν νεωτεριστικήν αντίληψιν». Δεν θα μπορούσε εξάλλου να είναι διαφορετικά, αφού ο Ιακωβίδης εβδομήντα ετών πλέον, με πεντηκονταετή επιτυχή σταδιοδρομία, επιβραβευμένη με διεθνείς αναγνωρίσει και τιμές, εκαλείτο να κρίνει και να εκφράσει τη γνώμη του για επιτεύγματα νεαρών συναδέλφων του, οι οποίοι σπούδαζαν και ωρίμαζαν σε διαφορετικές από εκείνον συνθήκες. Αυτοί πάλι, ανταποκρινόμενοι στο αίτημα των καιρών τους για ελεύθερη και ανεξάρτητη έκφραση, αποτινάζοντας το ζυγό της νατουραλιστικής-φυσιοκρατικής αναπαράστασης με το ζήλο και την ορμή της νιότης, δεν διστάζουν να συγκρουσθούν με την κατεστημένη τάξη.
«ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΟΟΛΓΑΣ (1915). ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΝ ΙΑΚΩΒΙΔΗ ΜΕ ΤΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΗΤΑΝ ΣΤΕΝΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΕΙΣ. ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΛΓΑ ΕΙΧΕ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕΙ ΚΑΙ ΤΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΣΟΦΙΑ.

Ο Ιακωβίδης εξακολουθεί να διατυπώνει σε κάθε ευκαιρία με σαφήνεια και καθαρότητα τις απόψεις του για την τέχνη. Σε δηλώσεις του στον «Εθνικό Κήρυκα» της Νέας Υόρκης το 1928 διακηρύσσει ότι το έργο τέχνης δεν μπορεί παρά να αποτελεί «ύμνον προς την φύσιν... ο καλλιτέχνης οφείλει απαραιτήτως να στηριχθεί εις τα στοιχεία τα οποία παρέχει τόσον πλουσιοπαρόχως η Φύσις». Με δυο λόγια ορίζει τη διαδικασία της δημιουργίας του έργου τέχνης το οποίο πρέπει να φέρει «τη σφραγίδα της αλήθειας». Και συνεχίζει: «Ο καλλιτέχνης αφού συλλάβει, αφού εμπνευσθεί την ιδέαν διά το έργον του, διά να γίνει αντιληπτός, οφείλει να εκλέξει τας γραμμάς και τα αρμόζοντα εις το θέμα του χρώματα εκ της φύσεως... Το περίγραμμα και τα επίπεδα εν τη γλυπτική, το σχέδιον, ο χρωματισμός και αι διαβαθμίσεις της φωτοσκιάσεως εν τη ζωγραφική, αποτελούσιν την γλώσαν διά της οποίας εκφράζεται ο καλλιτέχνης. Όταν ταύτα είναι σφαλερά και ελλιπή, η συνεννόησις είναι ατελής». 

ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΑΛΛΑΓΗΣ 

Έτσι, τα έργα τέχνης κατά τη φιλοτέχνηση των οποίων, όπως αναφέρει στη συνέχεια, δεν ελήφθησαν υπόψη στοιχειώδεις κανόνες, όπως οι αναλογίες του ανθρώπινου σώματος, η ανατομική διάπλασή του, η προοπτική των γραμμών και της ατμόσφαιρας δεν μπορούν να θεωρηθούν έργα «σοβαρής» τέχνης. Ωστόσο δεν διστάζει να ομολογήσει με ειλικρίνεια ότι σέβεται «κάθε προσπάθεια των νεωτεριζόντων ήτις ομολογουμένως έχει πολλήν σημασίαν διά την πρόοδον της τέχνης». Λίγα χρόνια αργότερα, το 1932, στην περίφημη συζήτησή του με τον Κωστή Μπαστιά, επαναλαμβάνει τς ίδιες απόψεις και ομολογεί ευθαρσώς ότι ο Παρθένης είναι ένας λαμπρός ζωγράφος, «καίτοι ακολουθεί πολύ διαφορετικόν δρόμον από εκείνον που ακολουθώ εγώ». Τώρα πια διαθέτει αυτοπεποίθηση, η οποία απορρέει από την αποδοχή που έχει μετά μια λαμπρή σταδιοδρομία και την επίγνωση ότι με την τέχνη του κατέκτησε θέση αξιοζήλευτη, ισάξια των συναδέλφων του στο Μόναχο, όπου συνέβαλε στην εξέλιξή της. Γνωρίζει ακόμη ότι μετά την επιστροφή του στην Αθήνα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των εικαστικών πραγμάτων της χώρας μας. Ήταν λοιπόν αδύνατο να αποκηρύξει το παρελθόν του και να συμπορευθεί με κινήματα τόσο ξένα προς την προσωπική του εικαστική αντίληψη, και μάλιστα σε μια τόσο προχωρημένη ηλικία.
«ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ» (1919). Ο ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΟΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΜΕΓΑΛΟΑΣΤΙΚΟΥ ΚΟΙΝΟΥ, ΠΟΥ ΕΠΕΝΔΥΕ ΜΟΝΟ ΣΕ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΑΞΙΕΣ, ΚΑΘ’ ΟΛΗ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1920 ΣΤΡΑΦΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ, ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΑΝ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΤΟΥ ΖΩΗΣ. ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΗΤΑΝ ΣΥΝΗΘΩΣ ΚΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΣΕ ΩΡΕΣ ΑΝΑΠΑΥΣΗΣ Η ΣΕ ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ, ΟΠΩΣ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ ΜΙΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ Η Η ΠΕΡΙΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ.

Οι προσδοκίες όμως των νέων καλλιτεχνών είναι εντελώς διαφορετικές και έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την προερχόμενη από τους δασκάλους τους στο Σχολείο των Τεχνών γνώση. Οι οργανωτικές μεταρρυθμίσεις που το Kράτος έπειτα από εισήγηση των ίδιων των καθηγητών επέφερε δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιήσουν τη νέα γενιά καλλιτεχνών, η οποία ωρίμαζε σε μια περίοδο που αλλεπάλληλα γεγονότα όξυναν τς ιδεολογία συγκρούσεις Η επώδυνη αφομοίωση της μικρασιατικής προσφυγιάς, τα συνεχή πραξικοπήματα, οι πολιτειακές αλλαγές που επέφεραν, καθώς και οι κοινωνικές ανακατατάξεις είχαν σαν αποτέλεσμα όχι μόνο να επανέλθει στο επίκεντρο των αναζητήσεων το πρόβλημα της εθνικής αυτογνωσίας, αλλά και μέσα από διαφορετικούς δρόμους, πολλές φορές ριζικά αντίθετους, να επιδιωχθεί η προσέγγισή του. «Η “άρνηση ” ήταν μια σταθερή διάθεση και ένα κοινό γνώρισμα των “εκλεκτών” μεταξύ 1920-1930», σημειώνει ο νεοελληνιστής Mario Vitti, επιχειρώντας την ερμηνεία των προϋποθέσεων οι οποίες οδήγησαν στο πνευματικό κίνημα που είναι γνωστό ευρύτατα ας «γενιά του ’30». Και ο ζωγράφος Σπύρος Βασιλείου έχει πλήρη επίγνωση των προβληματισμών της γενιάς του, όταν στην αυτοβιογραφική μονογραφία του γράφει για τα χρόνια εκείνα: «Μια ανήσυχη και ζωηρή συντροφιά δυσανασχετεί με τη στεγνή και ανιαρή καθημερινή άσκηση που της επιβάλλουν. Δεν ξέρει τι ζητάει ούτε τι ζητάει ούτε τη βοηθάει κανείς να το βρει. Ξέρει όμως καθαρά τι δε θέλει». 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Απόσπασμα από το βιβλίο «Ιακωβίδης» της Όλγας Μετζαφού-Πολύζου, εκδόσεις «ΑΔΑΜ».

Κείμενο : Όλγα Μεντζαφού Πολύζου

Πηγή : Γεώργιος Ιακωβίδης / Συλλογικό - Αθήνα : Επτά ημέρες της Καθημερινής, 2000


from anemourion https://ift.tt/3dMVgZU
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.
-->