-->

ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ (1922, Αθήνα - 2009, Αθήνα)

Στα χρόνια της αθωότητας πολιτογραφήθηκε ως κακός, κυνικός και ενίοτε θρασύδειλος.

Έμεινε στην ιστορία η ατάκα του στη « Λόλα » , όταν πάει να σκοτώσει τον φίλο του Κούρκουλο και εξηγεί την προδοσία του με τη φράση « Πολλά τα λεφτά, Άρη... » 

« Δεν είμαι κακός... Δεν έχω καμία σχέση... Έχω άλλα αισθήματα » .

Ο Σπύρος Καλογήρου με κάθε αφορμή νιώθει την ανάγκη να απολογηθεί, να βγάλει τη ρετσινιά από πάνω του.

Στην πραγματικότητα, όταν τον γνωρίσεις από κοντά, είναι σαν ήρωας που ξέμεινε από τα χρόνια εκείνα της αθωότητας.

Πάντα με μια αδημονία στα μάτια, έναν οίστρο αυτοσχεδιαστή-ποιητή, αιώνια ερωτευμένος με το κορίτσι του, τη γυναίκα της ζωής του, την Ευαγγελία Σαμιωτάκη.

Ο σκηνοθέτης Ντίνος Δημόπουλος τον καταγράφει γλαφυρότατα σε μια κουβέντα που είχαν ένα βράδυ στην Αντίπαρο, το 1960, σε ένα διάλειμμα των γυρισμάτων της «Μανταλένας».

Συζητούσαν για την Αντίσταση στην Κατοχή.

Παρόντες ήταν ο σκηνοθέτης, ο Βέγγος, ο Θόδωρος Μορίδης και φυσικά ο Καλογήρου.

Πρώτος «ύστερα από πολλά παρακάλια και πιέσεις»μίλησε ο Βέγγος για την εξορία του στη Μακρόνησο.

«Ο Καλογήρου αδημονούσε», γράφει ο Ντίνος Δημόπουλος, «πότε θα τελειώσει τις αναμνήσεις του ο Βέγγος για να πάρει αυτός τον λόγο.

» ...Τα έλεγε τόσο παραστατικά και με τέτοια πειστικότητα που ευχόσουν να μη σταματήσει ποτέ κι ας μάντευες πως τα πιο πολλά ήταν αφελή παραμύθια ή έστω παραφουσκωμένες υπερβολές. Ο ίδιος παινευόταν πως ήταν σαλταδόρος, μαυραγορίτης, έμπορος λαθραίων τσιγάρων, λωποδύτης, ρουφιάνος, κοντολογίς ένα τσογλανάκι δεκατριών δεκατεσσάρων χρόνων του σκοινιού και του παλουκιού. Άλλες κάουφεν, να τα πουλάς όλα, αυτό πέρναγε, ρε, εκείνη την εποχή. Μπορούσες, το ’λεγε η καρδιά σου να τον δουλέψεις, να τον ξεγελάσεις, να τον κλέψεις, να τον φέρεις βόλτα τον Γερμανό; Ε, αυτό ήταν. Ήσουν αντιστασιακός. (...)

» Και δε σε πιάσανε, ρε; του ’λεγε ο Βέγγος, δε σε πιάνανε ποτέ;

» Και τι ήμουνα εγώ, ρε, να κάτσω να με πιάσουνε; Κότα; Εγώ ήμουνα αϊτός, μωρέ, γεράκι ήμουνα».

Η ζωή του μοιάζει σαν ταινία του παλιού σινεμά...

Την αφηγείται ο ίδιος:

«Είδα το φως του ήλιου στην Κυψέλη, στην Αθήνα. Δεν υπήρχαν σπίτια τότε, μόνο χωράφια.

» Με μια ηρωίδα μάνα, που προσπαθούσε να μεγαλώσει τα πέντε παιδιά της και με έναν πατέρα πολύ καλό. Η καλοσύνη του τον έκανε να χάσει τα πάντα.

» Έβγαλα το δημοτικό στον Άγιο Μελέτη.

» Το καλοκαίρι δούλευα σε διάφορα μαγαζιά, για το φαΐ, να πούμε.

» Μετά πήγα στην πρώτη γυμνασίου κι από εκεί πάω και τελειώνω τη Σεβαστοπούλειο Εργατική Σχολή.

» Το γιατί; Γιατί μέσα είχε φαγητό τα μεσημέρια. Μας φέρνανε φαγητό στο μηχανουργείο.

» Τελείωσα τη σχολή αυτή, κι αρχίζει ο πόλεμος. Κατοχή.

» Έγινα φωτογράφος κι άνοιξα μαγαζί δικό μου.

» Εγώ είχα ταλέντο, τέλος πάντων, να γράφω έτσι στίχους και διάφορα.

» Ένας σκηνοθέτης του τότε ραδιοφωνικού σταθμού των Ενόπλων Δυνάμεων με άκουσε και μου λέει:

» Να πας στο θέατρο.

» Βρε, άντε, άσε με ήσυχο, του λέω. Έχω τη δουλειά μου, βγάζω το μεροκάματό μου.

» Με τα πολλά, τέλος πάντων, με πήρε από το χέρι και με πήγε στη σχολή του “Ελληνικού Ωδείου”.

«Παράλληλα εργαζόμουνα και στο φωτογραφείο για να μπορώ να πληρώνω τη σχολή και να βγω ηθοποιός».

Είχε δασκάλους τον Μιχάλη Κουνελάκη και τον Ανδρέα Φιλιππίδη.

Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1955 με τον θίασο του Νίκου Χατζίσκου, στον «Ερωτόκριτο»του Βιντσέντζου Κορνάρου και στον «Άμλετ»του Σαίξπηρ.

«Ήμουνα δεκαοχτώ χρονών, όταν ήρθε στη σχολή ο Σπύρος Καλογήρου», λέει η Ευαγγελία Σαμιωτάκη και τα μάτια της λάμπουν. «Ένας ώριμος πια άντρας. Ήταν τριάντα ετών, με ένα μουστάκι πολύ ωραίο, σπανιόλικο.

» Εγώ τρελάθηκα μαζί του. Τον ερωτεύτηκα αμέσως.

» Από τότε και μέχρι τώρα είμαι η μεγαλύτερη και η πιο πιστή θαυμάστριά του. Αυτός ήταν και ο λόγος που κάθισα τόσα πολλά χρόνια μαζί του και είμαστε μαζί. Κάναμε μια πολύ ωραία ζωή».

«Εγώ όμως κέρδισα την ωραιότερη γυναίκα, τη γυναίκα μου. Και είμαστε μαζί σαράντα δύο στα σαράντα τρία ολόκληρα χρόνια. Μια γυναίκα που μπορώ να σας πω -όπως το λέω με στίχο- ότι:

Ήταν του Μάη δειλινό σαν πέρασε βουβή / Καμαρωτή, πανέμορφη, ψιλή σαν μια τουλίπα / Κι ενώ η φύσις έπαιρνε το χρώμα το μαβί / «Μ’ αρέσεις», της εφώναξα. Πρόλαβα και της είπα. / Εκείνη κοντοστάθηκε, έγειρε το κεφάλι, / Το χέρι μου της πρόδινα για να βρεθώ σιμά της / Και μια χορδή ερωτική άρχισε ευθύς να πάλλει / Σαν έδωσε και φίλησα τα ροδοπέταλά της / Ήταν εκείνη που ’ψαχναν να βρουν τα δυο μου μάτια / Εκείνη που εγνώριζα μόνο στα όνειρά μου / Εκείνη που αν μου τάξουνε ολόχρυσα παλάτια / Θα μείνει πάντα και θα ζει βαθιά μες στην καρδιά μου».

Και η απάντηση από εκείνη:

«Εγώ δεν μπορώ να εκφραστώ όπως εκείνος. Δεν μπορώ να γράψω ποιήματα. Εκείνος, όμως, μου έχει γράψει πάρα πολλά. Τον ευγνωμονώ γιατί τώρα που μεγαλώσαμε, αισθάνομαι ότι μου προσέφερε μια ζωή γεμάτη. Δε μου έλειψε ποτέ τίποτα συναισθηματικό, ερωτικό, υλικό. Πριν το επιθυμήσω το είχα.

»Αυτός ο έρωτας μάς χάρισε έναν θαυμάσιο γιο, τον Κωνσταντίνο. Κι ο Κωνσταντίνος με τη σειρά του μας χάρισε τη Βαγγελίτσα, ένα αγγελούδι που είναι τώρα τρισήμισι χρονών. Πήρε το όνομά μου. Λένε όλοι ότι μου μοιάζει -εγώ χαίρομαι πάρα πολύ γι’ αυτό. Περάσαμε δυσκολίες, όμως αγαπούσε ο ένας τον άλλο, και πίστευε πολύ ο ένας στον άλλο.

»Σε αυτόν τον χώρο, τον γεμάτο δυσκολίες, είναι πολύ σημαντικό να σε στηρίζει ο άνθρωπος που αγαπάς και που πιστεύεις».

«Αγαπώ την οικογένειά μου», λέει εκείνος. «Παλεύω γι’ αυτήν. Πάλεψα και παλεύω. Έκανα παιδί καλό, έχω εγγονάκι. Δούλεψα πάρα πολύ σκληρά σαράντα πέντε χρόνια.

»Ευτυχώς από τον κόσμο αναγνωρίζεται αυτό που έκανα. Κι ακόμα και τον σκληρό που κάνω, μ’ αγαπάει ο κόσμος, γιατί τον κάνω αληθινό. Παίζω με ψυχή...»

Ανδρώθηκε θεατρικά δίπλα στον Κάρολο Κουν, με τον οποίο ουσιαστικά ξεκίνησε την καριέρα του, το 1960. Έμεινε μαζί του για πολλά χρόνια.

Στη δεκαετία του ’80 άρχισε να συγκροτεί θιάσους μαζί με την Ευαγγελία Σαμιωτάκη, και έκαναν περιοδείες στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

«Στο θέατρο δε δουλέψαμε πολύ μαζί», λέει η Ευαγγελία. «Εγώ αφότου τελείωσα τη σχολή έμεινα στο Εθνικό Θέατρο για δεκαοχτώ χρόνια.

»Ο Σπύρος ασχολήθηκε με το ελεύθερο θέατρο. Έκανε σπουδαία καριέρα.

»Ήταν πολύ τυχερός. Από την αρχή συνεργάστηκε με πολύ σπουδαίους σκηνοθέτες, όπως ο Ροντήρης και ο Κουν.

»Έπαιξε μεγάλους ρόλους, κλασικούς».

«Έπαιξα πολλά έργα», λέει ο ίδιος. «Πολλά. Διακόσια θεατρικά έργα. Έξι χρόνια με τον Κουν γυρίσαμε όλη την Ευρώπη».

Τιμήθηκε με τη Χρυσή Κεφαλή του θεάτρου Βαχτάγκοφ για την ερμηνεία του στους «Πέρσες»του Αισχύλου, σε παράσταση του Θεάτρου Τέχνης.

Συνεργάστηκε επίσης με σκηνοθέτες όπως ο Αλέξης Μινωτής και ο Αλέξης Σολομός και πρωταγωνίστριες όπως η Έλλη Λαμπέτη, η κύρια Κατερίνα Ανδρεάδη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη κ. ά.

«Μέχρι που έφθασα σήμερα σαράντα πέντε χρόνια δουλειάς».

Το καλοκαίρι του 1996 εμφανίστηκε με τον Θύμιο Καρακατσάνη στο έργο των Κακουλίδη-Κραουνάκη «Καραγκιόζη-Ντρημ»ερμηνεύοντας τον ρόλο του Μπαρμπα-Γιώργη.

«Ο Σπύρος μού θυμίζει τα νιάτα μου στο Θέατρο Τέχνης», λέει ο Θύμιος Καρακατσάνης.
«Ο Κουν βασιζόταν πολύ στα προσόντα του.

»Έχουμε πολλές κοινές αναμνήσεις με τον Σπύρο, κι από τον Κουν κι από την παρέα που κάναμε.

»Είναι ένας άνθρωπος αγαπητός σε όλους.

»Καμιά φορά τον πείραζα, όπως μ’ αρέσει να πειράζω όλους τους ανθρώπους που αγαπώ.

»Ύστερα όμως από μια συγκεκριμένη πλάκα που του έκανα, το έκοψα τελείως, και θα καταλάβετε γιατί.

»Είμαστε στο αεροπλάνο κι έχουμε πιάσει συζήτηση περί Θεού και όρκων.

»Εσύ, όμως, τον όρκο σου δεν τον κρατάς, του είπα...

»Και για να τον πειράξω, τον βάζω και ορκίζεται ότι δεν έχει απατήσει την Ευαγγελία. Εγώ ήξερα ότι δεν την έχει απατήσει, αλλά τον πείραζα.

»Ορκίστηκες, του λέω. Σε άκουσε ο Θεός, και είμαστε και σε αεροπλάνο.

»Ξαφνικά, κατά διαβολική σύμπτωση, το αεροπλάνο πέφτει σε κενά αέρος και αρχίζει τα πάνω κάτω. Ακούγεται το Προσδεθείτε, κι εγώ πάω και του τραβάω το κάθισμα προς τα πίσω, και μένει ξερός.

»Ε, ήρθαν οι αεροσυνοδοί, του ’φεραν οξυγόνο και όλα αυτά.

»Δεν πίστευα ότι όντως φοβάται τόσο πολύ.

»Από τότε δεν του ξανάκανα αστείο, δεν τον ξαναπείραξα».

«Στο Χόλιγουντ έλεγαν ότι οι πρωταγωνιστές, οι σταρ, δεν πρέπει να παίζουν με παιδιά, με σκυλιά και με τον Τσαρλς Λότον. Το ίδιο συμβαίνει εδώ με τον Σπύρο τον Καλογήρου.

»Έχει τη δυνατότητα να παίξει δράμα, αστυνομικό δράμα, κωμωδία, φάρσα. Μεγάλη η γκάμα του».

Αυτή είναι η άποψη του Γιάννη Δαλιανίδη για τον ηθοποιό Καλογήρου.

Και η άποψη του Νίκου Φώσκολου:

«Ο Σπύρος ο Καλογήρου για μένα είναι πολύ μεγάλος. Εγώ στις ταινίες του Φίνου, βρήκα έναν Σπύρο που συνήθως έπαιζε ρόλους δεύτερους, ρόλους δεύτερου κακού. Εγώ τον είδα με την πρώτη ματιά σαν μεγάλο ρολίστα, πολύ μεγάλο, πολύ ταλαντούχο.

»Τον έβαζα επανειλημμένως να παίζει ρόλους που τους είχα γράψει για τον Κατράκη, αλλά που εκείνος λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων τύχαινε να μην μπορεί να παίξει, και έπρεπε να δοθούν σε κάποιον άλλο. Αυτός ο άλλος ήταν πάντα ο Σπύρος ο Καλογήρου.

»Θυμηθείτε το “Αγάπη και Αίμα” που έκανε τον πατέρα του Καζάκου.

»Ίσαμε δέκα φορές είχα τη χαρά και την τιμή να πάρω τον Καλογήρου σε ρόλους μεγάλου δραματικού ρολίστα.

»Είναι διαβασμένος πάντα, είναι πειθαρχημένος, είναι αληθινός στρατιώτης αυτής της μεγάλης μάχης, που λέγεται κινηματογράφος, θέατρο, τηλεόραση».

Κι αρχίζει η περιπέτεια στις σκοτεινές αίθουσες.

«Στον κινηματογράφο έκανα περίπου ογδόντα ταινίες.

»“Ο Αγαπητικός της βοσκοπούλας” ήταν η πρώτη, με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη και σκηνοθέτη τον Ντίμη Δαδήρα».

Μιλάμε για το 1955, τη χρονιά που γυρίστηκαν όχι ένα αλλά τρία φιλμ βασισμένα σε αυτό το κωμειδύλλιο του Δημήτρη Κορομηλά. Το ένα είναι το περί ου ο λόγος, το άλλο με σκηνοθέτη τον Ντίνο Δημόπουλο και βοσκοπούλα τη Χριστίνα Σύλβα και το τρίτο του Ηλία Παρασκευά με τη Στέλλα Γεωργιάδη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ σε πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση.

«Έπειτα από πέντε χρόνια με φώναξε ο ίδιος ο Φίνος για τη “Μανταλένα”. Με κράτησε με μόνιμο συμβόλαιο, κι από κει άρχισαν οι ρόλοι.

»Θυμάμαι κι άλλες διάφορες ταινίες.

»Το 1966 παίζω τον “Τζίμη τον Τίγρη”.

»Ήταν ένα μικρού μήκους έργο του Παντελή του Βούλγαρη.

»Παίξαμε χωρίς να πάρουμε χρήματα και πήραμε και βραβείο πάνω, στη Θεσσαλονίκη».

Από κάποιο διάλειμμα στα γυρίσματα της «Μανταλένας» πάλι, είναι και το παρακάτω απίστευτο κι όμως αληθινό περιστατικό όπως καταγράφεται διά χειρός του σκηνοθέτη της ταινίας, Ντίνου Δημόπουλου.

«Είχαμε ανάγκη (...) από λίγη ξεκούραση, λίγη αναψυχή. Πώς να διασκεδάσεις όμως σ’ ένα μικρό νησιωτικό χωριουδάκι (...), όπως ήταν εκείνο τον καιρό η Αντίπαρος; (...) Σκαρώναμε παιχνίδια μεταξύ μας, συνεργείο και ηθοποιοί, που τ’ αυτοσχεδιάζαμε επί τόπου (...).

»Και πρώτος και καλύτερος σ’ αυτά τα αλαλούμ, όπως τα λέγαμε, αλαλούμ στους ίδιους μας τους εαυτούς, ο Σπύρος ο Καλογήρου, πρόθυμος, ανοιχτόκαρδος, πλακατζής από πεποίθηση, από αγωγή κι από καταγωγή.

»Τον δικάζουμε επί εσχάτη προδοσία; πρότεινα σοβαρά, ένα βράδυ, μετά το τέλος του γυρίσματος σε ηθοποιούς και συνεργείο.

»Γιατί ρε παιδιά; είπε εκείνος, μπαίνοντας αμέσως στο κόλπο. Γιατί επί εσχάτη προδοσία; Τι πρόδωσα;

»Την Τέχνη, είπε η Βουγιουκλάκη.

»Ποια Τέχνη, ρε; Τέχνη είναι αυτό που κάνετε;

»Αυτό που κάνω εγώ είναι Τέχνη, είπε με ύφος ο Βέγγος. Αυτό που κάνεις εσύ είναι απάτη. Είναι έγκλημα.

»Και θα τιμωρηθείς γι ’ αυτό, είπε αυστηρά ο Παπαμιχαήλ.

»Το στρατοδικείο στήθηκε στο πι και φι, έξω από το μικρό νεκροταφείο που βρισκόταν δίπλα σχεδόν στον δρόμο (...).

»Πρόεδρος του δικαστηρίου ο Μορίδης, στρατοδίκες ο Ζερβός και ο Διανέλλος, χωροφύλακας ο Βέγγος, εισαγγελέας ο Παπαμιχαήλ, συνήγορος υπεράσπισης ο Ουώλτερ Λάσσαλι, κατηγορούμενος φυσικά ο Σπύρος Καλογήρου και σύζυγός του αυτόκλητη η Καίτη Λαμπροπούλου. (...)
»Αγόρευσε ο Παπαμιχαήλ, υπερασπίστηκε τον πελάτη του ο Ουώλτερ Λάσσαλι, απολογήθηκε με τρεμάμενη φωνή ο Καλογήρου, έκλαψε γοερά η Καίτη Λαμπροπούλου προσπαθώντας να πείσει τους παγερούς δικαστές για την αθωότητα του συζύγου της, αλλά δυστυχώς, το αυτοσχέδιο έκτακτο Στρατοδικείο της Αντιπάρου, (...) καταδίκασε σε θάνατο τον ένοχο. Κι η απόφαση έπρεπε να εκτελεστεί αμέσως, επί τόπου. Στήθηκε ο Καλογήρου στον τοίχο του νεκροταφείου, ετοιμάστηκε το απόσπασμα από τον ηχολήπτη, τον μπούμαν, τον μακενίστα, τον σκριπτ και τον μακιγιέρ, κι ο χωροφύλακας, ο Βέγγος, τους μοίρασε τα ντουφέκια, που τα είχε πάρει από το φροντιστήριο της ταινίας. Εκπυρσοκροτούσαν κι έκαναν μπαμ, αλλά φυσικά ήταν άσφαιρα. Σ’ όλη αυτή τη διαδικασία, που γινόταν με άψογη τελετουργία και αυστηρότατη σοβαροφάνεια, κανένας δεν είχε αντιληφθεί δύο αγαθούς νησιώτες, που φεύγοντας από την Αντίπαρο με τα μουλάρια τους, πήραν τον δρόμο για τα χωριά τους. Μα βλέποντας τούτο το περίεργο θέαμα, αυτή την αλλόκοτη δίκη που διεξάγονταν έτσι κρυφά μέσα στη νύχτα, χωρίς να ’ναι ο κυρ νωματάρχης τους μπροστά, στάθηκαν περίεργοι και περίτρομοι να μάθουν πού θα καταλήξει. Κι είδαν κατάπληκτοι τον Βέγγο να δένει τα μάτια του Καλογήρου, το απόσπασμα να σηκώνει τα όπλα και να τον σημαδεύει, τον Παπαμιχαήλ να παίρνει θέση και να λέει:

»Επί σκοπόν!

»Την Αλίκη Βουγιουκλάκη να παίζει στο νταμπούρλο της ντρρρρρρ... (...) κι άκουσαν μετά το βροντερό:

»Πυρ! του Παπαμιχαήλ.

»Και να, τα πέντε ντουφέκια εκπυρσοκροτούν, κι ο δύστυχος Καλογήρου πέφτει νεκρός, ενώ η Καίτη Λαμπροπούλου ρίχνεται πάνω του και σκούζει:

»Άντρα μου! Λεβέντη μου! Σ’ έφαγαν τα σκυλιά!

»Κι αγκαλιάζει το άψυχο σώμα του τουφεκισμένου, που δε σαλεύει, δεν κουνιέται, δεν αντιδρά.

»Ε! εδώ οι αγαθοί νησιώτες δεν άντεξαν. Βίτσισαν κι οι δυο τρομαγμένοι τα μουλάρια του κραυγάζοντας.

»Πάμε Γιακουμή! Θα μας ξεκάνουνε κι εμάς!

»Και χάθηκαν με την ψυχή στο στόμα οι δύστυχοι, μέσα στη νύχτα.

»Το άλλο πρωί, πριν καλά καλά ξεμυτίσει ο ήλιος, ο νωματάρχης του Σταθμού Χωροφυλακής Αντιπάρου χτυπούσε την πόρτα μου. (...)

»Παρακαλώ, κύριε Δημόπουλε, είπε ο καημενούλης με σεβασμό και ευγένεια, μπορείτε να με συνοδεύσετε ίσαμε το τμήμα; (...)

»Στο τμήμα που φτάσαμε μας περίμενε η έκπληξη:

»Ήταν εκεί μαζεμένοι όλοι οι δράστες της χθεσινής εκτέλεσης. Αυτοί είχαν συλληφθεί πριν από μένα.

»Ήταν τα μέλη του στρατοδικείου, το απόσπασμα, η Αλίκη, ο Βέγγος, όλοι αγουροξυπνημένοι και ένοχοι, αλλά χαμογελαστοί και ανυπόμονοι να μάθουν πώς θα κατέληγε αυτή η απρόοπτη τροπή που έπαιρνε τώρα το χθεσινοβραδινό παιχνίδι μας.

»Έξω στον μόλο το καΐκι μάς περίμενε με αναμμένη μηχανή να μας μεταφέρει στη Διοίκηση Χωροφυλακής, στην Πάρο. Αλλά ο δύστυχος ο νωματάρχης πριν μας φορτώσει, είχε ακόμα τους δισταγμούς του. Γι’ αυτό γύρισε στους δύο μάρτυρες (...) και τους ρώτησε άγρια.

»Και το πτώμα; Τι το κάνανε, μωρέ, το πτώμα;

»Λεν ξέρουμε, καπετάνιο. Μπορεί να το ’ριξαν στη θάλασσα.

»Αλλά το πτώμα κατά σατανική συγκυρία, έμπαινε εκείνη τη στιγμή στο Τμήμα. Ο Καλογήρου είχε μάθει πως μας είχαν κουβαλήσει στο Τμήμα κι ήρθε να ρωτήσει:

»Τι γίνεται, ρε παιδιά... Δεν έχει γύρισμα σήμερα;

»Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του, κι οι δυο αυτόπτες μάρτυρες της εκτέλεσής του, το ’βαλαν πανικόβλητοι στα πόδια, κραυγάζοντας:

»Βρικόλακας. Παναγίτσα μου! Βρικόλακας!»

Μια ακόμη ξεκαρδιστική μαρτυρία για κείνον από τον σχεδόν μόνιμο φροντιστή της Φίνος Φιλμ, Παντελή Παλιεράκη:

«Τον Σπύρο Καλογήρου τον είχα γνωρίσει την εποχή που ήμουν αστυφύλακας.

»Τότε, μαζί με τον αδερφό του, είχαν ένα φωτογραφείο (υπάρχει ακόμα) στο τέρμα της Αγίου Μελετίου.

»Τον έβλεπα που κρατούσε στα χέρια του διάφορα βιβλία και μελετούσε κλασικούς ρόλους.

»Ήθελε, μου ‘λεγε, να δώσει στη Δραματική Σχολή -εγώ τότε δεν ήξερα απ’ αυτά τα πράγματα- και θυμάμαι που τον έλεγα «ψώνιο».

»Τα χρόνια κυλήσανε, ο Σπύρος έγινε ηθοποιός, πήρε άδεια και συναντιόμαστε πια στη Φίνος Φιλμ, όπου έπαιζε πάντα ρόλους κακού.

»Ήταν «ο κακός»με τη... βάρβαρη έννοια της λέξης. Μια φορά, θυμάμαι, μου είχε πει: «Μ’αυτά που με βάζετε να κάνω, με φοβούνται τα παιδιά στη γειτονιά...».

»Στην πραγματικότητα, όμως, είναι σαν μικρό παιδί. Κι όλοι τον πειράζαμε.

»Του λέγαμε: «Θα το πούμε της Βαγγελιώς» και έτρεμε μήπως το πούμε στη Βαγγελιώ... Η Βαγγελιώ είναι η γυναίκα του.

»Θυμάμαι, στην Κρήτη -γυρίζαμε τη «Νεράιδα και το παλικάρι» (1969) με τη Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ- που ο Σπύρος είχε στείλει στον Φίνο ένα απελπισμένο τηλεγράφημα που έγραφε: «Αποχωρώ, αφήνω το συνεργείο και έρχομαι πάνω. Δεν μπορώ να ξαναπέσω στη λίμνη».

»Τι είχε συμβεί; Κάποιοι από το συνεργείο, και εν γνώσει, βέβαια, της Βουγιουκλάκη, η οποία ήταν...τέρας σ’ αυτές τις πλάκες, τον ρίχνανε συνέχεια σε μια λίμνη χωρίς να το απαιτεί το σενάριο. Είχαν συνεννοηθεί όλοι και στα διαλείμματα των γυρισμάτων τον πειράζανε.

»Ο Σπύρος Καλογήρου είναι ένας πολύ καλοσυνάτος άνθρωπος κι ένας πολύ επιμελής ηθοποιός.

»Ό,τι του ‘λεγες το ‘βγάζε. Δεν έλεγε ποτέ όχι. Του ‘λεγες «να πέσεις στη θάλασσα» κι έπεφτε...

»Ο δε Φίνος τον υπεραγαπούσε: «Ό,τι θέλει ο Σπυράκος» έλεγε.

»Είναι ο ηθοποιός που έχει «φάει» -λόγω ειδικότητας στον ρόλο του κακού- το πιο πολύ... κινηματογραφικό ξύλο.

«Χαρακτηριστικά, στην ταινία «Λόλα» κάνει έναν δολοφόνο και έρχεται στα χέρια με τον Κούρκουλο.

»Η σκηνή γυρίζεται νύχτα σ’ ένα πραγματικό μηχανουργείο στο λιμάνι του Πειραιά, με σκηνοθέτη τον Ντίνο Δημόπουλο.

«Αρχίζει, λοιπόν, το γύρισμα κι ο Κούρκουλος, που παίζει το παλικάρι, πρέπει να νικήσει τον κακό Καλογήρου. Τον έχει πιάσει από το κεφάλι και τον χτυπάει κάτω...

«Ο Δημόπουλος όμως, δεν βλέπει να έχει μεγάλη αληθοφάνεια η σκηνή -ή τουλάχιστον όπως την ήθελε αυτός- κι όλο διακόπτει το γύρισμα. «STOP» . Πάλι από την αρχή ξανά και ξανά...

»Η ίδια σκηνή γυριζόταν όλη νύχτα κι ο Καλογήρου «έφαγε» τόσο πολύ ξύλο από τον Κούρκουλο , που κάποια στιγμή τον ακούσαμε να του λέει: Σε παρακαλώ, Νίκο, χτύπησε με να λιποθυμήσω, δεν αντέχω άλλο το ξύλο...».

To 1971 οι κριτικοί κινηματογράφου τιμούν τον Σπύρο Καλογήρου με τον Χρυσό Απόλλωνα για τη συμμετοχή του στην ταινία «Κατάχρησις Εξουσίας» του Σταύρου Τσιώλη, σε σενάριο Νίκου Φώσκολου.

Οι τελευταίες του σημαντικές κινηματογραφικές εμφανίσεις, μέχρι στιγμής, ήταν στα έργα «Στάκαμαν» του Αντώνη Καφετζόπουλου και «Ο καλύτερος μου φίλος»του Λάκη Λαζόπουλου.

Στο έργο της ζωής του δεν έχει γραφεί ακόμη: Τέλος.

Επί του παρόντος...

«Περνάω πια πολλές μέρες στο εξοχικό μου...

»Είμαι και λίγο αγρότης, έχω τις κοτούλες μου.

»Κέρδισα από τη ζωή. Τώρα ζω ευτυχισμένος...»
©
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΙΧ. ΠΡΕΚΑΣ 
ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ...
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
ΑΘΗΝΑ 2003


from anemourion https://ift.tt/qEmV1jR
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.
-->