-->

ΑΡΧΑΙΑ ΛΑΪΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

Επιβιώσεις δογματικές αλλά και παγανιστικές στη χριστιανική λατρεία, που έχουν τις ρίζες του στις πιο πανάρχαιες λατρείες που εμφανίστηκαν στον ελλαδικό χώρο

Το θαύμα...

«Όταν γύριζε απ’ την εκστρατεία εκείνη ο Γεώργιος... έκαμε το περίφημο θαύμα του που τον έκαμε ξακουστό στην Ανατολή. Εκεί βασίλευε τα χρόνια εκείνα ο ειδωλολάτρης ηγεμόνας Σύλβιος. Κοντά στην Αλαγία ήταν μια λίμνη απ’ όπου καθημερινά έβγαινε ένας δράκοντας αρπάζοντας και καταβροχθίζοντας ότι έβρισκε μπροστά του ζώα και ανθρώπους... Και επειδή ο λαός ήταν ειδωλολάτρες και πίστευαν πως ο δράκοντας ήταν κάποιος θεός δυσαρεστημένος που τους τιμωρούσε, συμφώνησαν με την απόφαση του ηγεμόνα να δίνει κάθε οικογενειάρχης διά κληρώσεως ένα παιδί στο δράκοντα για να το τρώει. 'Ήλθε όμως κάποτε και η σειρά του ηγεμόνα να δώσει την κόρη του, κι η απελπισία του ήταν απερίγραπτη. Κι ενώ η δυστυχισμένη βασι [...] στην καρδιά το τέλος της, παρουσιάσθηκε μπροστά της ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος, που περνούσε την ημέρα εκείνη πηγαίνοντας προς την Καππαδοκία.
Τη βλέπει που κλαίει και τη ρωτάει ευγενικά:
— Γιατί κάθεσαι μόνη σου εδώ και κλαις, κοπέλα μου;
— Σε λίγο θα πεθάνω, κύριέ μου. Και αν αγαπάς τη ζωή σου φύγε και συ γρήγορα, σε παρακαλώ.
— Μα τι συμβαίνει, πες μου σε παρακαλώ κι ίσως μπορέσω να σε βοηθήσω.
Η κοπέλλα του διηγήθηκε τα πάντα.
Ο Γεώργιος προσευχήθηκε στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και Τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει να σκοτώσει το θηρίο. Και καθώς ο δράκοντας φάνηκε σε λίγο, έτοιμος να καταβροχθίσει τη βασιλοπούλα, ο Γεώργιος ορθώθηκε μπροστά της κάνοντας το σημείο του Σταυρού. Κι ο φοβερός εκείνος δράκοντας έπεσε στα πόδια του αλόγου του Γεωργίου και κυλιότανε μουγκρίζοντας. Ο Άγιος τότε τον έδεσε και τον έσυρε στην πόλη όπου μπροστά στον κατάπληκτο λαό και τον ηγεμόνα του τον σκότωσε βυθίζοντας το δόρυ στο στόμα του θηρίου. Και όλοι δόξασαν το Θεό του Γεωργίου που τον βοήθησε να νικήσει το θηρίο και ο ηγεμόνας, η κόρη του, πολλοί άρχοντες και λαός έγιναν Χριστιανοί».

(«Βίος και θαύματα Γεωργίου Μεγαλομάρτυρος» - Εκδ. Οίκος X. & 1Ω.  ΚΑΓΙΑΦΑ).

... και ο μύθος

«Στο γυρισμό του ο Περσέας βρέθηκε στην ανάγκη να πετάξει πάνω από μια μεγάλη έρημο... Τότε παρακάλεσε την Aθηνά να τον βοηθήσει. Ύστερα τον έφερε σε μια όαση... και ταξίδεψε πολλές μέρες ωσότου έφτασε στο ακρογιάλι ενός τόπου. Κοίταξε κάτω κι είδε ένα πολύ λυπηρό πράγμα. Ένα όμορφο κορίτσι ήταν δεμένο σ’ ένα βράχο. Πότε-πότε έκλαιγε και φώναζε δυνατά: «Μητέρα, μητέρα!». Κανείς όμως δεν πήγαινε να τη βοηθήσει. Ήταν καταμόναχη επάνω στο βράχο και τα κύματα έφταναν ως τα πόδια της.
Ο Περσέας λυπήθηκε κατάκαρδα εκείνο το δυστυχισμένο κορίτσι...
— Πες μου ωραία κόρη, ποιά είσαι και γιατί σ’ είχαν δεμένη σ’ αυτόν το βράχο;
— Ευχαριστώ, καλέ μου νέε, του είπε η κόρη, ενώ εσφούγγιζε τα δάκρυά της. Με λένε Ανδρομέδα και είμαι η κόρη του βασιλιά του τόπου. Ένα αιμοβόρο τέρας απ’ τη θάλασσα κατέστρεφε την πατρίδα μας με φωτιά και νερό και πολλοί άνθρωποι χαθήκαν απ’ το τέρας. Τελευταία το τέρας είπε πως θα τους θανατώσει όλους, αν δεν του έδιναν την κόρη του βασιλιά.
 Έτσι λοιπόν για να γλιτώσει ο τόπος, ανάγκασε ο λαός τον πατέρα μου να με φέρουν και να με δέσουν απάνω σ’ αυτόν εδώ το βράχο. Και περίμενα τώρα το τέρας να ’ρθει να με φάει, αν δεν ερχόσουνα εσύ να με γλιτώσεις. Όταν ο Περσέας άκουσε αυτήν την ιστορία, είπε στην κόρη:
— Εγώ θα φροντίσω να βρω αυτό το τέρας και να το σκοτώσω.
Η βασιλοπούλα έκλαψε και τον παρακαλούσε να μην το κάμει.
— Θα σε σκοτώσει και θα σε φάει, του φώναζε, και δε θα σε ξαναδώ πια.
— Μη φοβάσαι, της είπε ο Περσέας. Μόνο σε παρακαλώ, να μου υποσχεθείς πως θα γίνεις γυναίκα μου, άμα το σκοτώσω.
Η βασιλοπούλα δέχτηκε με ευχαρίστηση, κι αφού τον φίλησε, εκείνος πέταξε χαρούμενος κι ανέβηκε πάλι ψηλά στον αέρα. Ολομόναχη η κόρη έστεκε πάνω στο βράχο και κοίταζε πέρα στην θάλασσα. Σε λίγο, είδε το τέρας που ερχότανε από μακριά. Ερχότανε γρήγορα προς το βράχο κι η θάλασσα έκανε μεγάλα κύματα από το ένα κι απ’ το άλλο μέρος στο πέρασμά του. Όλο και πλησίαζε. Άνοιξε το στόμα του διάπλατα κι η δυστυχισμένη βασιλοπούλα έβγαλε δυνατές φωνές απ’ το φόβο της. Τότε ο Περσέας έπεσε απ’ τον ουρανό σαν αστροπελέκι απάνω στο τέρας. Κι ενώ πολεμούσε μ’ αυτό, η βασιλοπούλα έκλεισε τα μάτια. Όταν τ’ άνοιξε πάλι είδε το τέρας που ήταν νεκρό και τον Περσέα να στέκει μπροστά της. Της χαμογέλασε και την εσήκωσε στην αγκαλιά του και κατόπιν πέταξε μαζί μ’ αυτήν και πήγε στο παλάτι του βασιλιά Κηφέα και της βασίλισσας Κασσιόπης, των γονέων της Ανδρομέδας».

(«Ελληνική Μυθολογία — Οι Ήρωες» Εκλογή Δ.Β. Ακρίτα, Εκδ. Οίκος Αστήρ).

Ο Αϊ-Γιώργης - Περσέας

Στην πρώτη αφήγηση ο ήρωας είναι Έλληνας, στη δεύτερη έχει ελληνικότατο όνομα (Γεώργιος, γεωργία). Η ιστορία και στις δύο αφηγήσεις διαδραματίζεται στην Ανατολή. Το τέρας έχει σχέση με το υγρό στοιχείο στη μία περίπτωση, με τον Ποσειδώνα (Περσέας), στην άλλη με κάποια ειδωλολατρική «θεότητα» του νερού (Γεώργιος). Η κόρη είναι βασιλοπούλα, ανατολίτισα, ξένη προς τον ήρωα. Το τέρας ηττάται χάρη στη βοήθεια της θεάς Αθηνάς ή του Κυρίου Χριστού. Στη χριστιανική αφήγηση ο ερωτισμός είναι διάχυτος αλλά κρυφός, αφού υπερτερεί ο έρως προς το θείο, ενώ στην ελληνική αφήγηση ο ερωτισμός είναι σαφής. Και στις δύο περιπτώσεις η συνάντηση είναι τυχαία και η κόρη προτρέπει τον ήρωα να φύγει για να σωθεί τουλάχιστον εκείνος. Και στις δύο περιπτώσεις ο ήρωας γυρίζει από μια εκστρατεία. Στην ελληνική αφήγηση ακολουθεί ο γάμος, ενώ στην Χριστιανική η βάφτιση. Σε μια παραλλαγή του μύθου του Περσέα, ο ήρωας «πετρώνει» το τέρας με το κεφάλι της Μέδουσας (Γοργόνειο) κάτι αντίστοιχο κάνει ο Άγιος Γεώργιος με το Σταυρό. Ο Άγιος Γεώργιος-Περσέας δεν είναι φυσικά το μοναδικό σημείο που η χριστιανική και ελληνική μυθολογία παραλάσσονται. Το θέμα είναι εκπληκτικά ηχηρό όσον αφορά ένα σωρό άλλες διαστάσεις της ελληνοορθόδοξης λαϊκής θρησκείας.

Άλλο λαϊκή θρησκεία, άλλο επίσημο δόγμα

Τον όρο «λαϊκή θρησκεία» έχει αναλύσει όμορφα ο Παναγής Λεκατσάς. Με τον όρο αυτό υπονοούμε όχι το επίσημο Δόγμα μιας θρησκείας, ούτε όμως και το εκκλησιαστικό ή ιερατικό της τυπικό. Φυσικά δεν εννοούμε τη θρησκεία αυτή καθ’ αυτή. Διαφορετικά, για παράδειγμα, πρέπει να γίνει η προσέγγιση στο Ορθόδοξο Ανατολικό Δόγμα και διαφορετικά στην Ελληνορθόδοξη λαϊκή θρησκεία. Η Λαϊκή θρησκεία καθορίζεται απ’ τον τρόπο που ο λαός έχει φιλτράρει, μέσα απ’ τις παραδόσεις του, τα βαθύτερα θρησκευτικά μηνύματα (στην περίπτωση μας τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού) και τα εκφράζει μετά, μέσα απ’ τα κανάλια του δικού του λατρευτικού περιεχομένου. Έτσι δεν αναφέρομαι εδώ στις δύο πρωτοφανέρωτες Ιδέες που αποκάλυψε ο Χριστιανισμός στον άνθρωπο, την ΑΓΑΠΗ και τη ΛΑΤΡΕΙΑ, αλλά στον τρόπο που ο λαός του Ελλαδικού χώρου τα διαμόρφωσε και τελικά τα παρουσίασε. Ένα άλλο βασικό σημείο του άρθρου μου αναφέρεται σ’ ένα επίσης αμφιλεγόμενο θέμα. Η καθιερωμένη άποψη είναι ότι ο χριστιανισμός υπήρξε απ’ τη γένεσή του ανθελληνικός. Πόσο ευσταθεί όμως αυτή η άποψη που θέλει το Χριστιανισμό μια σημιτική ιδεολογία; Ήταν προετοιμασμένο το έδαφος για την διδασκαλία του Χριστιανισμού μόνο απ’ τους Ιουδαίους ή ταυτόχρονα κι απ’ τους Έλληνες; Πάντως η εργασία του Παναγή Λεκατσά αλλά και άλλων έδειξε σε σημαντικό βαθμό ότι η θρησκεία του λαού που κατοίκησε σ’ αυτόν εδώ τον τόπο, είτε με το μανδύα της Μητριαρχίας της Γαίας, είτε με της Πατριαρχίας του Δία, είτε με της ελληνο-ορθοδοξίας, παραμένει ουσιαστικά η ίδια, εμπλουτισμένη όμως κάθε φορά από νέα στοιχεία. Γιατί, και κατ’ αρχήν, άλλο ο Χριστός ή Κεχρισμένος (ελληνικότατο όνομα), άλλο η πρώτο-Χριστιανική Ιδεολογία κι άλλο η Ελληνο-ορθόδοξη θρησκεία- ή μάλλον τα δύο τελευταία είναι η κατά σειρά διαλεκτικής εξέλιξη του πρώτου... μέσα στα ανθρώπινα πάντα πλαίσια.

Μια πανάρχαια σύγκρουση

«Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματα των / διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί...»
Κων. Καβάφης 

Η συνεχής σύγκρουση, στο Μεσογειακό χώρο, του ελληνικού και του σημιτικού πνεύματος χρονολογείται, κατά πάσα πιθανότητα, πολύ πριν από τα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Αν η σημερινή ελληνική θρησκεία μπορεί να χωριστεί σε 4 φάσεις (Παλαιά Διαθήκη, Έλευση Κυρίου Χριστού, Πρωτοχριστιανική Εποχή, Βυζαντινή Ελληνορθοδοξία), υπάρχουν ερευνητές που διαβλέπουν ελληνική διείσδυση στο σημιτισμό και σημιτική στον ελληνισμό ήδη από το 1200 π.Χ. Πολλοί ερευνητές φτάνουν μέχρι του σημείου να υποστηρίξουν ότι η Παλαιά Διαθήκη, στην ουσία, είναι αντίγραφο της Ελληνικής Μυθολογίας και Θεογονίας. Έτσι για παράδειγμα, συμβαίνει ο προγενέστερος της «Εξόδου», «Ύμνος του Ορφέως» να λέει: «Ούτε υπάρχει κανείς άλλος χωριστά από το Μεγάλο Βασιλέα. Αυτόν όμως δεν Τον βλέπω· διότι γύρω απ’ Αυτόν έχει τοποθετηθεί νέφος· και διότι οι άνθρωποι έχουν στους οφθαλμούς τους θνητές κόρες, που δεν μπορούν να δουν το Δία τον άρχοντα των πόντων». (Ύμνοι Ορφέως, Απόσπασμα 1).. Στην μεταγενέστερη «Έξοδο» αναγράφεται: «Ο Θεός συνεχίζει. Δεν μπορείς όμως να δεις το πρόσωπό Μου, γιατί ουδείς είναι δυνατό να δεί το πρόσωπό Μου... Νεφέλη εσκέπασε τη Σκηνή του Μαρτυρίου και η σκηνή γέμισε από θεία λάμψη. Ο Μωϋσής δεν μπόρεσε να εισέλθει στη σκηνή του Μαρτυρίου, διότι η νεφέλη εκάλυπτε αυτήν και θεία λάμψη εγέμισε αυτήν» (Έξοδος, 33.20, 40.28-29).. Ή στους Ορφικούς Ύμνους επίσης αναφέρεται: «Εις εστ' αυτογενής, ενός έκγονα πάντα τέτικταν εν δ’ αυτοίς περινίσσεταν ουδέ τις αυτόν εόρα θνητών· αυτός δε γε πάντας οράται». Δηλαδή: «Ένας πράγματι (Κύριος) υπάρχει, αυτογέννητος (που γεννήθηκε από μόνος του), και όλα όσα έχουν δημιουργηθεί είναι τέκνα (γεννήματα) Αυτού του Ενός, και Αυτός περιφέρεται μέσα σ’ αυτά και κανείς απ τους ανθρώπους δεν Τον βλέπει. Αυτός όμως βλέπει τα πάντα». Στους Ορφικούς Ύμνους όμως, αναφέρεται και ο «Θείος λόγος» αλλά και: «Ουρανόν ορκίζω σε, θεού μεγάλου σοφού έργον, αυδήν ορκίζω σε πατρός, την φθέγξατο πρώτον, η νίκα κόσμον άπαντα ταις στηρίξατο βουλαίς». Δηλαδή: «Στον ουρανό σε εξορκίζω, που είναι έργο του μεγάλου και σοφού Θεού. Στη φωνή (το Λόγο) σε ξορκίζω του Πατρός, την οποία είπε κατά πρώτον (πρώτη φορά) όταν εστήριξε (δημιούργησε) όλο τον κόσμο σύμφωνα με τις βουλές Του...». Στη Γένεση έχουμε: «Και είπεν ο Θεός...» Όμως ας αφήσουμε την Παλαιό Διαθήκη και τις αβέβαιες επιρροές της απ’ τους Ορφικούς και ας έλθουμε στην πρώτο-Χριστιανική εποχή. [Πολλοί ερευνητές διαβλέπουν ελληνικά στοιχεία και στον Κύριο Χριστό τον οποίο εντάσσουν στο κίνημα των Εσσαίων που έχουν σχέση με τους Επικούρειους. Όμως οι συγκρίσεις τέτοιου είδους είναι πολύ αβέβαιες, και κύρια επειδή δεν εκτιμούνε το βιωματικό στοιχείο της διδασκαλίας του Χριστού. Η Χριστιανική Αγάπη είναι σίγουρα κάτι το πρωτοφανέρωτο όχι ίσως τόσο σαν πρόταση, αλλά οπωσδήποτε σαν τρόπος ζωής].


Η σύγκρουση Μωσαϊκού και Ελληνικού πνεύματος

Στην πρωτοχριστιανική περίοδο έχουμε απ’ την αρχή κιόλας συγκρούσεις ανάμεσα στους Μωσαϊκιστές (π.χ. Παύλος) και στους Ελληνιστές (π.χ. Στέφανος). Η διαμάχη για την περιτομή είναι ήδη ένα μικρό στοιχείο της γενικότερης σύγκρουσης. Σιγά-σιγά μέσα απ’ τη συνύπαρξη των αντιθέτων, διαμορφώνεται η Χριστιανική Ιδεολογία, που διατηρεί στοιχεία κι απ’ τις δύο παραδόσεις. Δημιουργούνται και οι αιρέσεις. Άλλες έχουν εντονότερα τα Μωσαϊκά στοιχεία κι άλλες τα Ελληνικά (π.χ. οι Γνωστικοί). Διαμορφώνονται το Τριαδικό Δόγμα, η λατρεία της Παναγίας Μητέρας και η λατρεία των Αγίων. Οι περισσότερο Δεϊστές (δεϊσμός είναι η πίστη σε έναν Προσωπικό Θεό) Ιουδαίοι, Ισλαμιστές και Μάρτυρες του Ιεχωβά φρίττουν με αυτά, γιατί διαβλέπουν ένα θρίαμβο του ελληνικού πνεύματος επί του Ιουδαϊκού και μια αποκοπή απ’ την Παλαιοδιαθηκική παράδοση. Ρωτάνε οι Μάρτυρες του Ιεχωβά στη «Σκοπιά» No 11, Τόμος 105: «Μήπως είναι δυνατόν η διδασκαλία της Τριάδας να είναι αποτέλεσμα της αποστασίας απ’ την Χριστανοσύνη; Μήπως θα μπορούσε να είναι η Τριάδα στην πραγματικότητα "Διδασκαλία καινών δαιμόνιων"». Και συνεχίζουν: «Αλλά η διδασκαλία της Τριάδας όχι μόνο δεν έφερε τους ανθρώπους πιο κοντά στον Πατέρα (πρβ. Ιεχωβά), αλλά Τον έχει ακόμα και παραγκωνίσει (υπογρ. δική τους)... Αυτό έχει οδηγήσει στο να υποβιβάζεται ο Πατέρας σε μια θέση σχεδόν πλήρους αφάνειας. Ρωτήστε οποιονδήποτε σε ποιόν απευθύνεται όταν λέει "Αινείτε τον Κύριο" και είναι βέβαιο πως θα απαντήσει, "Στον Ιησού Χριστό φυσικά"». Και είναι λογικό. Η ελληνική ψυχολογία ήταν δύσκολο να λατρεύσει έναν Αόρατο, 'Αφατο, Παντοδύναμο Ιεχωβά. Αντίθετα κατανοούσε το πονεμένο, ανθρώπινο, γλυκό πρόσωπο του του Χριστού. Ο Έλληνας θέλει και ήθελε το Θεό του ανθρώπινο, κατανοητό, στα μέτρα του. Η σημιτική ψυχοσύνθεση της εκμηδένισης του πιστού μπροστά σ’ έναν Απόλυτο Μονάρχη του ήταν ακατανόητη. Λέγεται στην «Ιστορία της Χριστιανοσύνης» που εκδόθηκε απ’ τον Πήτερ Έρκλερ: «Αν η ειδωλολατρία υποτάχθηκε στην Χριστιανοσύνη, αληθεύει εξ' ίσου ότι και η Χριστιανοσύνη διαφθάρηκε απ' την ειδωλολατρία  Ο αγνός δεσμός άλλαξε και έγινε το ακατανόητο δόγμα της Τριάδας. Πολλά ειδωλολατρικά δόγματα... που εξιδανικεύτηκαν απ' τον ΠΛΑΤΩΝΑ (υπογρ. δική μου), διατηρήθηκαν σαν άξια για να τα πιστεύει κανείς...».


Ο προσιτός θεός με το ανθρώπινο πρόσωπο

Βέβαια το να θεωρηθεί ειδωλολατρικό το τριαδικό δόγμα, όπως επιχειρείται απ’ τους παραπάνω είναι κάτι το υπερβολικό, αφού η διδασκαλία της Αγίας Τριάδας σαφώς υπάρχει στην Καινή Διαθήκη (αλλά και σπερματικά στην Παλαιό). Απλά οι Έλληνες σαν λαός τόνισαν, απ' τη διδασκαλία του Κυρίου Χριστού, εκείνα τα στοιχεία τα οποία ήταν κοντινότερα στις δικές τους παραδόσεις και αντιλήψεις και επιμείνανε περισσότερο σ’ αυτά: Τη Μωσαΐκή Παράδοση, για παράδειγμα, που τους ήταν κάτι έντονα ξένο, την έβαλαν σε δευτερότερη μοίρα (κάτι που δεν συμβαίνει με τους Προτεστάντες). Το ίδιο συνέβη και με την ιερατική Λευϊτική Παράδοση που ενώ οι Καθολικοί την προβάλλουν και τη συνεχίζουν (πρβλ. «αυθεντία του Πάπα») οι Ελληνορθόδοξοι σχεδόν την προσπερνούν, αρνούμενοι μάλιστα οιαδήποτε ιερατική αυθεντία. Όσο για τις απόψεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά περί λατρείας του Υιού κι όχι του Πατέρα είναι λαθεμένες απ’ την άποψη ότι ξεχνούν ότι Πατέρας και Υιός για τους Ορθόδοξους είναι τα Ίδια και τα Αυτά. Λατρεύοντας τον Υιό, λατρεύεις και τον Πατέρα, τον απρόσωπο και παντοδύναμο.
Μόνο μέσα απ’ τη λατρεία του προσιτού και ανθρώπινου Προσώπου είναι δυνατόν να προσεγγίσεις το Υπερκόσμιο Πρόσωπο. Αυτό είναι η ελληνική προσέγγιση στο θέμα, που κατανοεί πολύ καλύτερα την δήθεν «ακατανόητη» Αγία Τριάδα απ’ τον όντως ακατανόητο (φύσει και θέσει) Απόλυτο Μονάρχη των Σημιτών. Αυτό το νόημα έχει άλλωστε και η καλλιτεχνική απεικόνιση των ιερών χριστιανικών προσώπων απ’ τους ελληνορθόδοξους. Η απεικόνιση φέρνει κοντότερα τα ακατανόητα στους ανθρώπους. Συνεχίζοντας την παράδοση των αρχαίων Ελλήνων γλυπτών και ζωγράφων, οι Βυζαντινοί αγιογράφοι δεν ψάχνουν πια για την εξωτερική αρμονία των συνθέσεων (όπως οι αρχαίοι Έλληνες), αλλά αναζητούν την εσωτερική αρμονία της μορφής. Το «καλόν κ’ αγαθόν» της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, στην τέχνη έγερνε προς το κάλος (καλόν), ενώ στη βυζαντινή εποχή γέρνει προς το αγαθόν. Η ουσία όμως στην καλλιτεχνική αναζήτηση παραμένει η ίδια, η αρμονία. [Βέβαια ο Πλάτων είχε διαφωνήσει έντονα με την τέχνη (αντίγραφα αντιγράφων, αποκαλούσε το είδωλα), προσηλωμένος όπως ήταν στις ίδιες της Ιδέες. Απ’ αυτήν την άποψη (και μόνο) ο Πλάτων ήταν κοντότερα στο ανεικονιστικό σημιτικό πνεύμα, όντας άλλωστε ο ίδιος, ο πρώτος φιλόσοφος σιττουασιονίστας-καταστασιακός (αντιεξουσιαστικό κίνημα αντί-τέχνης και κριτικής της πολεοδομίας του Γαλλικού Μάη του ’68) του κόσμου (πάντως μετά τον αρνητή κάθε απεικόνισης Μωϋσή) που κήρυττε ενάντια στην τέχνη, αλλά και βαθιά απολυταρχικός].

Παναγία και Ήρα η Παρθένος

Και ερχόμαστε στη λατρεία της Παναγίας Μητέρας. Ο Άρνολντ Τόινμπι, στο βιβλίο «Πώς βλέπει ένας ιστορικός το ζήτημα της θρησκείας» γράφει σατιρίζοντας: «Από τότε κι έπειτα, ο Θεός δεν παρενέβη σε τίποτα πια, αλλά εμπιστεύτηκε τα πάντα στην επαγρύπνηση της Μαρίας... το Ανθρώπινο Γένος δε θα απευθύνονταν στην Παρθένα Μαρία σαν να ήταν μεσίτρια ή κατώτερη βασίλισσα, αλλά θα απευθύνονταν σ’ αυτήν σαν την κυρίαρχο και απόλυτη αυτοκράτειρα των Πάντων» (αφού, υπονοείται ότι, η Μαρία είναι η μητέρα του Θεού). Είναι γεγονός ότι οι συζητήσεις γύρω από τη Μαρία συνεχίζονται ακόμα. Το Ταλμούδ την κατηγορεί περίπου για μοιχαλίδα που συνευρέθη με ένα Ρωμαίο φαντάρο με το ελληνικό όνομα Πάνθηρας, ενώ ο άγιος Αμβρόσιος την ονομάζει Ναό του Θεού. Όπως και νάχει το πράγμα, φαίνεται ότι οι Μωσαΐκιστές Πρωτοχριστιανοί φοβόντουσαν ακριβώς την επερχόμενη λατρεία της Παναγίας. Έτσι ο Άγιος Επιφάνιος δηλώνει: «Η Μαρία ναι θα τιμάται, αλλά ο Πατέρας, ο Υιός, και το Άγιο Πνεύμα θα λατρεύονται. Κανείς να μη λατρεύει τη Μαρία». Η λατρεία της Μητέρας, ανάγεται στη μητριαρχική εποχή. Κατά τον G. Thomson δεν είναι τυχαίο το ότι όλοι οι ιερείς, όλων των θρησκειών, φοράνε γυναικεία ρούχα (ράσα). Με το τέλος της μητριαρχίας (αναφέρεται ειδικότερα και στη μητριαρχική Μινωική Κρήτη), οι πιστοί για να δεχτούν τους πατριαρχικούς ιερείς που είχαν αντικαταστήσει τις μητριαρχικές ιέρειες, τους ήθελαν με τα ρούχα των ιερειών. Το ζεύγος μητέρας και βρέφους (συνήθως αιμομικτικό) εκφράζεται και στο Χριστιανισμό με το ζεύγος Κυρίου-Εκκλησίας. Φαίνεται ότι εδώ αρχίζει ο μέσος χριστιανός πιστός να προσανατολίζεται πάλι προς τις παλιές του δοξασίες, καθώς αρχίζει να λατρεύει (όχι απλώς να τιμά) τη Μαρία. Είναι σχετικά άγνωστο ότι (βλ. και Αν. Μαυρογιάννη), επειδή οι αρχαίοι Έλληνες πιστοί, από σεβασμό προς την 'Ηρα, δεν ήθελαν να τις αποδώσουν γαμικές σχέσεις με το Δία, λέγαν ότι η Ήρα μύρισε τρεις φορές κρίνο για να γεννήσει (ο κρίνος στα αρχαία ελληνικά λέγεται και ηράνθεμον -άνθος της Ήρας). Η Ήρα ήταν πάντα, παρά τις κάμποσες γεννήσεις της, κατά τους αρχαίους, παρθένα. Βέβαια είναι γεγονός ότι «παρθένα» λεγόταν η ανύπαντρη μητέρα. Έτσι πιθανώς οι Έλληνες όταν αποκαλούσαν τη Ήρα παρθένα υπονοούσαν τη μητριαρχική καταγωγή της, όταν δηλ. οι άνθρωποι δε γνώριζαν την παρέμβαση του άντρα στη διαδικασία της μητρότητας και θεωρούσαν τους ανθρώπους «μουνογενείς». Στο Χριστιανισμό η παρθενία έχει την έννοια της σεξουαλικής αγνότητας. Πάντως οπωσδήποτε υπάρχουν μητριαρχικές καταβολές στο θέμα. Είναι γεγονός (αγάλματα θεάς με βρέφος έχουν βρεθεί σε ανασκαφές και στην Αθήνα) ότι οι Έλληνες εύκολα δέχτηκαν τις Μοριακές δοξασίες αφού ήταν ήδη συνηθισμένοι απ’ την προϊστορική εποχή να λατρεύουν τη Μητέρα-Παρθένο (βλ. και Λεκατσά). Κάτι που δε συνέβη με τους Δεΐστές Χριστιανούς (π.χ. Μάρτυρες του Ιεχωβά) που έμεναν προσκολλημένοι στη Μωσαΐκή παράδοση. Πιθανολογείται μάλιστα ότι η λατρεία προς τη Μαρία άρχισε απ’ τους Χριστιανούς παρά και ενάντια στη θέληση των πρώτων επίσημων εκκλησιών (όπου οι Μωσαϊκές καταβολές ήταν πολύ έντονες).

Ιουδαϊκό κακέκτυπο ο Χριστιανισμός;

Εδώ μπαίνει και ένα σοβαρό θέμα. Οι διάφοροι υλιστές, αλλά και οι ακροδεξιοί και παγανίζοντες μελετητές, θεωρούν σαν δεδομένη τη σύγκρουση Ελληνισμού και Πρωτο-Χριστιανισμού. Θα διαφωνήσω με τις απόψεις τους. Ο Ελληνισμός μέσα απ’ τον Πλάτωνα και τους Νεο-Πλατωνικούς αλλά και τους Πυθαγόρειους αρχίζει να καλλιεργεί το έδαφος, σε μεγάλο βαθμό και σε μεταφυσικό επίπεδο για την έλευση του Χριστιανισμού. (βλ. και Dodds «Οι Έλληνες και το Παράλογο»). Απ’ την άλλη μεριά οι υλιστές Επικούρειοι καλλιεργούν τις ιδέες της αταξικής κοινωνίας που τόσο θυμίζουν τις Πρωτο-Χριστιανικές κοινότητες. Η σύγκρουση δεν είναι ανάμεσα στον Ελληνισμό και στο Χριστιανισμό αλλά ανάμεσα στις ελληνικές και στις Μωσαϊκές τάσεις ΜΕΣΑ στον ίδιο το Χριστιανισμό που τελικά είναι μια σύνθεση αυτών των δύο ενάντιουμενων κόσμων. Παρ’ όλο που διαφωνώ ριζικά με την άποψη που προβάλλεται στο βιβλίο «Το Πολιτιστικό Έπος του Ελληνισμού» ότι δηλ. ο Ελληνισμός είναι ανώτερος του Χριστιανισμού, σαν δήθεν Ιουδαϊκού κακέκτυπού του (γιατί ο συγγραφέας του, επηρεασμένος απ’ τις Ελληνολατρικές και παγανίζουσες θέσεις του, ξεχνά και απαλείφει το βιωματικό στοιχείο εντελώς, αλλά και την Αγάπη, σαν ιδέα, σαφώς ξένη για όλον τον κόσμο — και φυσικά τους Έλληνες — εκείνη την εποχή, αλλά και ανώτερη ποιοτικά), δεν έχω παρά να παραθέσω τη συγκριτική δουλειά του συγγραφέα του, για να φανεί πόσο έτοιμος ήταν ο κόσμος ο ελληνικός, να δεχτεί τη χριστιανική διδασκαλία. Θα γίνω σαφέστερος. Αντιπαραβάλλω θέσεις Ελλήνων και ρητά της Καινής Διαθήκης.
α) «Δικαιοσύνην ασκείν έργω τε λόγω τε» (Πυθαγόρας, Χρυσά Έπη, 13). — «Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην» (κατά Ματθαίον Ε, 6).
β) «Τον δε εχθρόν φίλον ποιείν» (Κλεόβουλος, εις Διογένην Λαέρτιον: Βίοι Φιλοσόφων Α, 91). — «Ειρήνευσον με τον αντίδικόν σου ταχέως» (Κατά Ματθαίον Ε, 25).
γ) «Έχθραν διαλύειν» (Κλεόβ., εις Δογ. Λαέρτ.: Βίοι Φιλοσόφων Α, 92). — «Μακάριοι οι Ειρηνοποιοί» (κατά Ματθαίον Ε, 9).
δ) «Μη Ψεύδου» (Σόλων, εις Διογ. Λαέρτ.: Βίοι Φιλοσ. Α, 60). — «Μη Ψευδομαρτηρήσεις» (Παλαιό Διαθήκη).
ε) «Και ευεργετήσαι πρόχειρος ην και λαθείν την χάριν στυφότατος» (Διογ. Λάερτ.: Βίοι Φιλοσ. Δ, 37). — «Προσέχετε να μην κάμνητε την ελεημοσύνην σας έμπροσθεν των ανθρώπων δια να βλέπησθε υπ’ αυτών» (Κατά Ματθαίον ΣΤ, 1). (Ο Αρκεσίλαος έκανε ελεημοσύνες φροντίζοντας πάντοτε να μην φαίνεται).
στ) «Πράον είναι» (Χίλων, εις Διογ. Λαέρτ.: Βίοι Φιλοσ. Α, 70).  — Μακάριοι οι πραείς» (Κατά Ματθαίον Ε, 5).
ζ) «Τον δε εχθρόν ευεργετείν» (Κλεόβουλος, εις Διογ. Λαέρτ.: Βίοι Φιλοσ. Α, 91). — «Ευεργετείτε εκείνους οίτινες σας μισούσι» (Κατά Ματθαίον Ε, 44).
η) «λείη μεν οδός (προς κακότητα)... μακρός δε και όρθιος οίμος εις αυτήν (προς αρετήν)» (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, 287). — «και ευρύχωρος η οδός η φέρουσα εις την απώλειαν... και τεθλιμένη η οδός η φέρουσα προς την ζωήν» (Κατά Ματθαίον, Ζ, 13).
θ) «πεφυλαγμένος άνδρα έκαστον, όρα μη κρυπτόν εχθρός έχων καρδίη φαιδρώ προσενέπη προσώπω». (Σόλων, εις Διογ. Λαέρτιον: Βίοι Φιλοσ. Α, 61). — «οίτινες έρχονται προς εσάς με ενδύματα προβάτων, έσωθεν όμως είναι λύκοι αρπαγές (Κατά Ματθαίον, Ζ, 15).
ι) «μήτε χρυσόν τιμάν μήτε άργυρον» (Θεόπομπος, Διογ. Λαέρτ. Βίοι Φιλοσ. Α, 117). — «μή έχετε χρυσόν, μηδέ άργυρον» (Κατά Ματθαίον I, 9).
ια) «πας ο τ ’ επί γης και υπό γης χρυσός, αρετής ουκ αντάξιος» (Πλάτων, Νόμοι Ε, 728α). — «δυσκόλως θέλει εισέλθει πλούσιος εις την βασιλείαν του ουρανού» (Κατά Ματθαίου, 1Θ, 23).
ιβ) «Σέβον όρκον» (Πυθαγόρας, Χρυσά Έπη, 2). — «Μη επιορκήσεις» (Κατά Ματθαίον Ε, 33).
ιγ) «οι ιατροί παρά ταις των νοσούν των» (Αρίστιππος εις Διογ. Λαέρτιον: Βίοι Φιλοσ. Β, 70). — «Δεν έχουσι χρείαν ιατρού οι υγιαίνοντες, αλλ’ οι πάσχοντες» (Κατά Ματθαίον Θ, 12).
ιδ) «μη κακολογείν τους πλησίον» (Χίλων εις Διογ. Λαέρτιον: Βίοι Φιλοσ. Α, 69). — «Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν».
Οι σοφοί Σίβυλλα, Πλάτων και Πλούταρχος (Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Λειμώνος Λέσβου)
Εδώ όμως μπαίνει το εντελώς καινούργιο στοιχείο, το ίσως θεϊκό, η Αγάπη. Βέβαια ο όρος «πλησίον» δεν είναι χριστιανικός αλλά ελληνικότατος όπως φαίνεται απ’ την (ιδ) αναφορά.


Προχριστιανικές... Αναστάσεις

Αλλά και η ιδέα της ανάστασης εκ νεκρών είναι ελληνική. Έτσι ο Ασκληπιός ανάστησε το νεκρό Ιππόλυτο: «ως τεθνεώτα Ιππόλυτον εκ του Θησέως αρών ανέστησεν Ασκληπιός, ο δε αύθις εβίω» (Παυσανίας, Κορινθιακά 37, 4). Αλλά και ο Άδωνις αναστήθηκε. Και στα ιερά της Κυβέλης ο ιερέας ανακήρυσσε το χαρμόσυνο νέο της Ανάστασης του Άττι έτσι: «Θαρσείτε μύσται του Θεού σεσωσμένον έοται γαρ υμίν εκ πόνων σωτηρία». Αλλά και το τυπικό της νέας λατρείας πήρε πολλά απ’ τον Ελληνισμό. Οι γιορτές π.χ. των θεών που πεθαίνουν και ανασταίνονται (Άδωνις, Άττις κλπ.) ήταν την άνοιξη, όπως εκ των υστέρων έγινε και το Πάσχα. 15 Αυγούστου εορταζόταν η γέννηση της Παρθένου Αθηνάς στα Παναθήναια. Του Ιωάννου του Βαπτιστή η γιορτή συμπίπτει με την αρχαία ελληνική γιορτή των υδάτων, ενώ οι γιορτές της Περσεφόνης έχουν χρονολογική σχέση με τις γιορτές της Παναγίας. Αλλά και η ιδέα της γέννησης σε σπήλαιο ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στους Έλληνες. Ο ίδιος ο Δίας σε σπήλαιο είχε γεννηθεί αλλά και άλλοι θεοί. Σύμφωνα με μια παράδοση, οι ιερείς των Ορφικών φορούσαν σταυρούς και μάλιστα ο Ορφέας σταυρώθηκε, θανατώθηκε και αναστήθηκε. Όταν ήταν μάλιστα στον σταυρό οι Μαινάδες του φώναζαν «εάν είσαι Θεός προστάτευσε τον εαυτό σου». Υπάρχουν και ευρήματα που παριστάνουν τη σταύρωση του Ορφέα. Ας μη λησμονούμε ότι οι πρώτες παραστάσεις του Χριστού στις κατακόμβες ήσαν Ορφικές. Το βάπτισμα, οι αρχαίοι Έλληνες, το έλεγαν «αμφιδρόμιον». Έραιναν το παιδί με νερό, το άλειφαν με λάδι, το βάπτιζαν σε κολυμβήθρα και ο πατέρας του έδινε το όνομα. Τη μετάληψη την έκαναν όπως ακριβώς σήμερα οι ελληνορθόδοξοι. Λέει ο Λεκατσάς: «Η ιδέα πως το κρασί είναι αίμα του σταφυλιού, το ταυτίζει με το αίμα του σπαρασσομένου θύματος και στο βάθος των συνειρμών του το γέψιμό του είναι μετάληψη από το αίμα του Θεού (Διόνυσου). Θεός της μεταληπτικής eκοινωνίας’ έδινε στους πιστούς του κάτι απ’ τη θεϊκή του υπόσταση». Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν απ’ τη μετάληψη υπήρχε μια περίοδος αυστηρής αποχής υποχρεωτικής για τα μέλη . Το Χριστό τον πρωτοπαρουσίασαν σαν Διόνυσο με τα λόγια «Εγώ ειμί η άμπελος η αληθινή». Στη λατρεία του Μίθρα μάλιστα ο θεολόγος Ιουστίνος εντυπωσιάζεται απ’ τη μετάληψη των οπαδών του, που αποτελείται από κρασί και άρτο.

Ο Καθεδρικός  γοτθικού ρυθμού  ναός της Κολωνίας. Οι δημιουργοί του τον κατασκεύασαν με τέτοιο τρόπο, ώστε να προκαλεί συναισθήματα σύνθλιψης του πιστού μπροστά στη «φοβερή παντοδυναμία του Θεού»
Οι αρχαίοι Αθηναίοι νήστευαν όταν γιόρταζαν τα Ελευσίνια Μυστήρια και τα Θεσμοφόρια, αλλά και οι Σπαρτιάτες πριν από κάποια πολεμική επίχείρηση. Λέγεται, λοιπόν, ότι οι Έλληνες δεν ήταν δυνατόν να δεχθούν το σωτηριακό και μεταφυσικό, αλλά και το δογματικό πλέγμα του Χριστιανισμού. Όμως όπως φαίνεται απ’ τις στοιχειώδεις αυτές αναφορές, οι Έλληνες λογικά θα έπρεπε να αισθάνθηκαν το Χριστιανισμό σαν κάτι πολύ γνώριμο γι' αυτούς αφού οι βασικές του αρχές, τόσο πολύ τους θύμιζαν τις δικές του θρησκευτικές και λατρευτικές δοξασίες. Ούτε η Παρθενία της Μαρίας, ούτε η Γέννηση σε σπήλαιο, ούτε η Ανάσταση εκ νεκρών ήταν δυνατόν να σοκάρουν το μέσο Έλληνα λαϊκό. Ήταν θέματα γνωστά σ’ αυτόν εδώ και καιρό. Για το σύγχρονο του Χριστού, μάλιστα Έλληνα, Απολλώνιο λεγόταν ότι επίσης αναστήθηκε και αναλήφθηκε. Αλλά ακόμα και η θεωρία περί παραδείσου ήταν από τα πριν πιστευτή στους Ελληνες (κι αδιανόητη για τους Ιουδαίους). Ο Φλάβιος Ιώσσηπος (Ιουδαίος Ελληνιστής) θα πει για τους Εσσαίους ότι ήσαν σίγουροι πως: «Οι αθάνατες ψυχές τους, προερχόμενες από ένα λεπτεπίλεπτο αιθέρα, εκτινάχτηκαν στο κορμί που τους χρησιμεύει σαν φυλακή... και ότι, όταν θα λευτερωθούν από τα δεομά της σάρκας, απελεύθερες μιας μακριάς σκλαβιάς, θάχουν τη χαρά να ανυψωθούν στον ουράνιο κόσμο. Σε απόλυτη συμφωνία (υπογρ. δική μου) με τους γιους των Ελλήνων,, δηλώνουν πως για τις καλές ψυχές έχει εξασφαλισθεί η διαμονή τους κάπου πέρα από τον Ωκεανό..., ενώ οι κακές ψυχές προορίζονται για μια σκοτεινή κοιλάδα... Είναι νομίζω η ίδια η σκέψη που οι Έλληνες έκαναν για τους γενναίους τους «ήρωες» και «ημίθεους» τοποθετώντας τους στη Νήσο των Μακάρων, ενώ για τους κακούς ήταν ο Άδης και όπου, κατά τη μυθολογία τους, μερικά πρόσωπα βασανίζονται ακόμη, όπως οι Σίσυφοι, οι Τάνταλος οι Ιξίωνες. Μια τέτοια πίστη προϋποθέτει, κατ9 αρχήν, ότι οι ψυχές είναι αιώνιες... Τέτοιες είναι λοιπόν οι θρησκευτικές διδασκαλίες των Εσσαίων ως προς την ψυχή...» (Ιουδαϊκός πόλεμός, Τ.Β. 153-158). Με λίγα λόγια ο Ιώσσηπος κατηγορεί τους Εσσαίους (οι μεταγενέστεροι Χριστιανοί είχαν παρόμοιες αν όχι ταυτόσημες απόψεις στο θέμα της αθανασίας της ψυχής) ότι μιμούνται τους γιους των Ελλήνων και δεν ακολουθούν την ιουδαϊκή παράδοση.

Αρχαιοελληνικές επιβιώσεις στη χριστιανική λατρεία

Το έδαφος λοιπόν ήταν στρωμένο για την καλλιέργεια του Χριστιανισμού κι απ’ τους Έλληνες αλλά κι απ’ τους Εβραίους. Η επίσημη εκκλησία άλλωστε παραδέχεται τις ελληνικές ρίζες του Χριστιανισμού. Αυτό γίνεται καθαρό στο θέμα του «προ Χριστού Χριστιανών» και στη δράση του «σπερματικού λόγου» στη φιλοσοφία ορισμένων αρχαίων Ελλήνων σοφών που θεωρήθηκε σαν μια έκφραση του Θείου Λόγου. Ο Ιουστίνος λέει χαρακτηριστικά: «οι μετά λόγου βιώσαντες χριστιανοί εισί, καν άθεοι ενομίσθησαν, οίον εν Έλλησι Σωκράτης και Ηράκλειτος και οι όμοιοι αυτοίς». Ενώ ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας εξαιρεί τη σχέση της «μονοθεϊστικής» ελληνικής σκέψης με το χριστιανικό κήρυγμα. Στο περιοδικό της Ελληνικής Ορθόδοξης Ιεραποστολής «Πάντα τα Έθνη» αναφέρεται: «Ο Εθνικός κόσμος δεν προσέφερε μόνο την ελληνική γλώσσα και τη φιλοσοφική σκέψη στη διάδοση και διατύπωση του χριστιανικού μηνύματος, αλλά και με επιφανείς εκπροσώπους του έσπειρε την αλήθεια της μονοθεΐας και προλείανε τις ψυχές για την αποδοχή της θρησκείας του ενός «αγνώστου Θεού». Οι πρώιμοι αυτοί ιεραπόστολοι, ήδη απ' τον 6ο π.Χ. αιώνα, ξεπέρασαν την πολυθεΐα, συνέλαβαν ορθότερα την έννοια για το θείο και εισήγαγαν στο χώρο της φιλοσοφίας και της θρησκείας τη μονοθεϊστική αντίληψη, κλονίζοντας με τον τρόπο αυτό την πολυθεϊστική πλάνη». («Πάντα τα έθνη», τεύχος 12, σελ. 24). Έτσι δεν είναι σπάνιες οι παραστάσεις Ελλήνων σοφών «καθοσιωμένων» (τέτοιοι θεωρούνται και οι: Σόλων, Πλάτωνας, Πυθαγόρας, Αριστοτέλης, Απολλώνιος, Σοφοκλής, Θουκυδίδης, Πλούταρχος, Σίβυλλα, Χίλων, Κλεάνθης, Όμηρος, Γαληνός και Διογένης), στις αγιογραφίες των Βυζαντινών εκκλησιών. Η εικονογραφική τους μάλιστα απεικόνιση γίνεται με κάποια καλλιτεχνική ελευθερία, χωρίς καθορισμένα πρότυπα. Τα πρόσωπά τους δεν απεικονίζονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (π.χ. οι προτομές που μας έχουν παραδοθεί απ’ την αρχαιότητα) αλλά όπως τα συλλαμβάνει ο αγιογράφος, έχοντας υπ’ όψη το βίο και τις ιδέες τους. Στις παραστάσεις αυτές οι Έλληνες σοφοί απεικονίζονται με τα «ειλητάρια» (τα κείμενα που κρατάνε συνήθως οι άγιοι στα χέρια τους στις αγιογραφίες). Στα ειλητάρια αυτά αναγράφονται κυρίως προφητικές ρήσεις, θεολογικές και ηθικές διδασκαλίες που ως ένα βαθμό (όχι όμως πάντα) αντα-ποκρίνονται στις πραγματικές ιδέες των σοφών αυτών. Έτσι στη Μονή Μεγίστης Λαύρας στο 'Αγιο Όρος τα ειλητάρια γράφουν:
α) του Πυθαγόρα: «ο Θεός εστι νους και λόγος και πνεύμα και λόγος σαρκωθείς εκ του Πατρός». Ας μην ξεχνάμε τις επιρροές των Εσσαίων απ’ τους νεοπυθαγόρειους.
β) του στωικού Κλεάνθη: «ο τον κόσμον (;) τεταγώς και την γην εκ πυρός πλάσας ύστερον γεννάται εξ αχράντου Μαρίας τε Παρθένου».
γ) του Σωκράτη: «και το όνομα αυτό αυξηθήσεται και τιμηθήσεται υπό πάντων εφ' όλην την οικουμένην», προφανώς βασισμένο στην (κατά την εκκλησία μας) προφητική του ρήση: «ει εμέ αποκτενείτε τον λοιπόν βίον καθεύδοντες διατελοίτε αν, ει μη τινα άλλον ο Θεός υμίν επιπέμψοιε κηδόμενος υμών» (Απολογία 31 Α).
δ) του Πλούταρχου: «οψέ ποτέ ήξει ο άναρχος ανάρχου γόνος και την πολυσχιδή ελάσει γην», ρήση κοντά στο κύρηγμα του για το αιδιο και άναρχο του Θεού.
ε) του Γαληνού: «και πάλιν έρχεται κρίναι ζώντας και νεκρούς και αποδώσει εκόστω κατά τα έργα του».
Τέτοιες αγιογραφημένες μορφές σοφών σώζονται στο Άγιο Όρος (μονές Μ. Λαύρας και Ιβήρων) στη Μονή Ζωοδόχου Πηγής (Γόλας) Λακωνίας, στη μονή Αγ. Νικολάου Σπανού (Φιλανθρωπινών) Ιωαννίνων, στη Μονή Βελλάς, στον Προφ. Ηλία Σιατίστης και αλλού. Αλλά ποια είναι τα στοιχεία που έμειναν στη λαϊκή θρησκεία και παραμένουν αναλλοίωτα μέχρι σήμερα; Ο κατάλογος είναι τεράστιος. Παραθέτω μερικά μόνο:
α) Στα βουνά υπήρχαν, στις κορφές τους οι ναοί του Απόλλωνα Ηλιου που με το άρμα του έκοβε βόλτες γύρω απ’ τη γη. Αντικαταστάθηκαν απ’ το ναό του Προφήτη Ηλιού ή Ηλία που αναλήφθηκε σ’ ένα φλέγόμενο άρμα στον ουρανό.
β) Οι αρχαίοι ελληνικοί ναοί είχαν το ιερό τους προς την ανατολή. Οι Πρωτοχριστιανικοί «κοίταζαν» προς την Ιερουσαλήμ. Όλοι οι χριστιανικοί ναοί σήμερα «κοιτούν» στην Ανατολή.
γ) Το λιβάνι και το θυμιατό υπήρχε στους αρχαίους ναούς. Ο φιλόσοφος Μενέδημος ασχολήθηκε, λέει ο Διογ. Λαέρτιος, με την πολιτική και έγινε τόσο νευρικός ώστε δεν μπορούσε να βάλει λιβάνι στο θυμιατό: «και τον λιβανωτόν διήμαρτε του θυμιατηριού».
δ) Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πολλές επωνυμίες για τους θεούς του, το ίδιο συμβαίνει σήμερα με τους αγίους μας (π.χ. Παναγία η Γρηγορούσα, Γοργοεπήκοος κλπ.).
στ) Κάθε αρχαία ελληνική πόλη είχε ένα πολιούχο θεό, τώρα έχει έναν πολιούχο άγιο (π.χ. Άγιος Δημήτριος - Θεσσαλονίκη κλπ.).
ζ) Ο Ορισμένα αγάλματα αρχαίων θεών ήσαν θαυματουργά. Ορισμένες εικόνες αγίων σήμερα είναι θαυματουργές.
η) Στις γιορτές των αρχαίων θεών γινόντουσαν και πανήγυρια και εμποροπανηγύρεις λέει ο Στράβων (Γεωγρ. Η, 12) «Ταύτη δε τη Θεώ και εν Ολυμπία τελείται πανήγυρις». Ότι ακριβώς γίνεται και σήμερα με τα πανπνύρια.
ι) Ο Οβίδιος λέει (Μεταμορφώσεις 10, 121) ότι ο Κυπάρισσος ήταν ένας νέος από την Κέα, που κάποτε χωρίς να το θέλει σκότωσε ένα πολύ αγαπητό του ελάφι. Στενοχωρημένος, παρακάλεσε το θεό Απόλλωνα να παραμείνει αιώνια δίπλα στο νεκρό φίλο του. Ο θεός τον μεταμόρφωσε σε δέντρο, που έλαβε το όνομα Κυπάρισσος και το αφιέρωσε στον θεό Πλούτωνα σαν σύμβολο πένθους. Σήμερα, μόνο στην Ελλάδα, στα νεκροταφεία φυτεύουν δίπλα στους τάφους κυπαρίσσια.
ια) Ο χώρος των εκκλησιών σήμερα είναι διαμορφωμένος όπως η αρχαία ελληνική θεατρική σκηνή. Το ιερό είναι το μέρος όπου αναπαριστάται το Θείο Δράμα και τα στασίδια είναι οι κερκίδες.
ιβ) Η Αγία Τράπεζα είναι στη θέση του αρχαίου βωμού.
ιγ) Η γιορτή των διδύμων αδελφών Κοσμά και Δαμιανού συμπίπτει με τη γιορτή των διδύμων Διοσκούρων αδελφών.
ιδ) Τον 4ο αιώνα π.Χ. ο απλός Έλληνας πίστευε ότι χτυπώντας ξύλο φοβούνται και απομακρύνονται οι κακοί δαίμονες. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα.
ιε) Απ’ την αρχή της 2ης χιλιετίας π.Χ. στον ελλαδικό χώρο το συνηθισμένο δώρο στον θεό ιητήρα (θεραπευτή) ήταν ένα ομοίωμα του ανθρώπινου σώματος ή των μελών του που είχαν γιατρευτεί. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σήμερα.
ιστ) Απ’ τους προϊστορικούς ακόμα χρόνους (4000-3000 π.Χ.) οι Έλληνες πρόσφεραν μετά την ταφή, το γλυκό των νεκρών που το έλεγαν από τότε με τη λέξη «κόλυβα». Η λέξη είναι προελληνική, αυτόχθων όμως.
ιζ) Σ’ επιγραφή της Μαγνησίας μερικοί τιτλούχοι διονυσιακού θιάσου αφήνουν κληροδοτήματα για να τους γίνονται κάθε χρόνο μνημόσυνα. Τα τριήμερα και τα εννιάμερα είναι αρχαίο ελληνικό έθιμο (αντί για τα σημιτικά 40μερα είχαν τα 30μερα). Σ' αυτά άφηναν στον τάφο τροφές. Το ίδιο κάνουμε και σήμερα.
Οι παραδόσεις του γάμου συνεχίζονται (και όχι μόνο...)


ιη) Να πως γινότανε ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα τα χρόνια τ’ Ομήρου (Ιλιάδα Σ 492). «ιστόρησε και γόμους τις νύφες παίρναν an9 τα σπίτια τους με φώτα και λαμπάδες και τις περνούσαν με νυφιάτικα τραγούδια απ' τις ρούγες». Ή στην εποχή του Νικόδημου του Ηρακλειώτη (από επίγραμμά του): «Με λαμπάδες αναμμένες στο πλατύχωρο το σπίτι του Κυρού της, πήρ' απ' της Κύπριδας το χέρι, το κορίτσι μου». Ή από επιγραφή του. Άδωνι ενός ανώνυμου: «Έσβυσε στο κατώφλι ο Υμέναιος / κάθε λαμπάδα ξήλωσε του γάμου το ΣΤΕΦΑΝΙ». Ή στον Ευριπίδη (Μήδεια): «και πριν ευτυχισμένα να σας αντικρύσω πριν και λουτρά, και νύφη, και νυφικό κρεββάτι στολίσω, και κρατήσω ακόμη τις λαμπάδες».
Ακριβώς τα ίδια γίνονται και σήμερα.
ιθ) Το τραπέζι του γάμου (αντιγράφω απ’ τη Λιλή Ζωγράφου): «Για νάναι νόμιμος ο γόμος, δινόταν εγγύηση, ο αρραβώνας. Ο γαμπρός κι η νύφη ήταν λαμπρά στολισμένοι και ΣΤΕΦΑΝΩΜΕΝΟΙ (Οδύσσεια). Ο γαμπρός έπαιρνε τη νύφη απ’ το σπίτι του πατέρα της, που ήταν στολισμένο με δάφνες και ελιές και την πήγαινε με άμαξα, συνοδεία στενών του φίλων: Απ' όπου ο πάροχος, δηλαδή ο οχούμενος στο ίδιο όχημα ή παράνυμφος ή και νυμφαγωγός (κουμπάρος) κατά τον Ησύχιο. Η μητέρα του γαμπρού περίμενε στην πόρτα με λαμπάδες και τους έραιναν με "καταχύσματα", σύκα, καρπούς, κλπ., σημάδια ευπορίας και χαράς... Απ' τον Πλούταρχο μαθαίνουμε πως στο τραπέζι του γάμου (γαμική θοίνη) υπήρχαν πολλοί προσκαλεσμένοι άντρες και γυναίκες...». Μέχρι και τ’ αυτοκίνητο του γαμπρού και της νύφης που γυρίζει στους δρόμους είναι αρχαίο έθιμο.
κ) Στην Εύβοια όταν πεθάνει κάποιος του βάζουν στο χέρι ένα νόμισμα. Στην ίδια περιοχή πριν 2000 χρόνια του έβαζαν έναν οβολό για να πληρώσει το Χάροντα.
κα) Στην Κεφαλλονιά κάθε 15αύγουστο και μόνο βγαίνουν κάτι φιδάκια (τα φιδάκια της Παναγίας) με ένα σταυρό στο μέτωπο. Το φίδι ήταν ιερό στην αρχαία Ελλάδα και είχε σχέση με τον Ασκληπιό. Τα φιδάκια είναι φιλικά στους ανθρώπους και αίνιγμα για την επιστήμη.
κβ) Οι οργιαστικές πυροβασίες των Κάβειρων της Θράκης με το κερασφόρο μαύρο κριάρι υπάρχουν ακόμα και σήμερα. Είναι τα αναστενάρια. Λέγεται ότι στις γιορτές των αναστενάρηδων, πολύ παλιότερα, γίνονταν οργιαστικές τελετές. Οι πρώτοι αναστενάρηδες «μύστες», αν και χριστιανοί, αποφεύγανε να πάρουν μέρος σε χριστιανικές τελετές, είχαν δικό τους σύνδεσμο και ιδιαίτερες κωδωνοφόρες εικόνες των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (γιος και μητέρα) που τους παριστάναν να χορεύουν. Η επιστήμη έχει αποτύχει παταγωδώς μέχρι στιγμής να εξηγήσει το φαινόμενο της ακαΐας. Πάντως σαν φαινόμενο έχει άμεση σχέση με τις αρχαιοελληνικές φιλοσοφικές απόψεις για το πυρ του Ηράκλειτου, του Θεόφραστου (Φυσικαί Δόξαι) και του Ιουλιανού (Λόγος εις Βασιλέα Ήλιον). Ο Απόλλων σαν θεός του Ηλιου, του Πυρός του νοητού, του νοερού, και του ορατού (όπως λέει ο Ιουλιανός) έχει άμεση σχέση με τη μαντική και τη θεραπευτική. Τα αναστενάρια «δίνουν» σήμερα μαντικές και θεραπευτικές δυνάμεις στους αναστενάρηδες.κγ) Γεώργιος - Δημήτριος δύο άγιοι με ονόματα ειδωλολατρικά συνδεμένα με τη γη.

Αναλυτικότερα.
I) Γεώργιος σημαίνει ο «αρώσιμος». Το Δημήτριος προέρχεται από το Δήμητρα, Γη-μήτηρ.
II) Και οι δύο άγιοι είναι προστάτες της γεωργίας και της κτηνοτροφίας.
III) Στην εικονογραφία δεν ξεκινούν σαν πολεμιστές αλλά σαν πεζοί, άοπλοι, ειρηνοποιοί.
IV) Το αγροτικό έτος αρχίζει στις 23 Απρίλη (Γεώργιος) και τελειώνει στις 26 Οκτώβρη (Δημήτριος). Το πρώτο θαύμα του Αγίου Γεωργίου είναι η σωτηρία ενός βοδιού.
V) Την ίδια μέρα με τον Αγ. Γεώργιο τιμάται και ο Γλυκέριος ο γεωργός.
VI) Στον ιερό ναό της Δήμητρας στην Ελευσίνα βρέθηκαν μ.Χ. να λατρεύονται οι δύο αυτοί άγιοι, Γεώργιος και Δημήτριος από κοινού.
ΚΔ) Οι Λαζαρίνες (γιορτή σήμερα στην Κύπρο) είναι ίδια με αρχαία μητριαρχική γιορτή προς τιμή της Δήμητρας.
Αλλά και τα κάλαντα και οι μασκαράτες ήσαν αρχαιοελληνικά θέματα που συνδέθηκαν με θρησκευτικές γιορτές. Αλλά και η πίστη στις νεράιδες και τα ξωτικά είναι η ίδια ακριβώς με την πίστη στις νύμφες και τις Ναϊάδες. Βέβαια οι συγκρίσεις είναι ατελείωτες. Δείχνουν το πως αυτός εδώ ο λαός αφομοίωσε τη διδασκαλία του Χριστού κρατώντας όμως πάντα τις ίδιες γραμμές στη λαϊκή του θρησκεία.


Ναοί ανθρώπινοι και ναοί απόκοσμοι

Εκεί που είναι διαφανής η διαφοροποίηση των Ανατολικών Χριστιανών (διατήρησαν τα οικεία ελληνικά στοιχεία στο Χριστιανισμό) και των Δυτικών είναι η αρχιτεκτονική των ναών. Γοτθικός και βυζαντινός. Ο γοτθικός ναός (π.χ. ο χαρακτηριστικός της Σαρτρ στη Γαλλία) έχει επιστρατεύσει κάθε μαθηματική και αποκρυφιστική γνώση, προκειμένου να κάνει τον άνθρωπο να νιώσει τη συντριβή του απέναντι στον Κύριο. Ο βυζαντινός ναός (π.χ. ο της του Θεού Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη) έχει επιστρατεύσει κάθε μαθηματική και αποκρυφιστική γνώση, προκειμένου να κάνει τον άνθρωπο ικανό να απογειωθεί μέχρι τον ουρανό για ν’ αντικρίσει το μεγαλείο του Κυρίου, όχι απ’ τα χαμηλά, αλλά πρόσωπο προς πρόσωπο. Αυτή η τόσο ελληνική λεπτομέρεια, είναι ότι κάνει όλους τους άλλους Δεϊστές και Χριστιανούς να φρίττουν με την ελληνορθοδοξία. Σε κάποιο άσχετο κείμενο του Marx στις 24 Φεβρουάριου του 1854 στη New York Daily Tribune αναφέρεται: «... ενώ από την άλλη μεριά κυκλοφορούσε μια ουγγρική προφητεία που έλεγε ότι οι Χριστιανοί δε θα δουν ποτέ άσπρη μέρα προτού οι καταραμένοι αιρετικοί Έλληνες εξοντωθούν και η Κωνσταντινούπολη καταστραφεί απ’ τους Τούρκους». Ενδεικτικό του μίσους των Δυτικών για τους Έλληνες.

Θεούλης ο ...«κολλητός»

Ο Ιουδαϊσμός, ο Ισλαμισμός και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά φρίττουν με την εικονιστικότητα, τη λατρεία της Μαρίας (Παναγίας Μητέρας) και των αγίων, την αποκοπή απ’ τη Μωσαϊκή παράδοση, τη λατρεία στον τριαδικό Κύριο. Όλοι αυτοί και οι Προτεστάντες φρίττουν επίσης με την εικονολατρεία, την ιερατική τελετουργία που θυμίζει «σκηνή αρχαίου ελληνικού θεάτρου» (αναπαράσταση των παθών του Κυρίου). Και όλοι αυτοί μαζί με τους Καθολικούς φρίττουν με το θράσος των πιστών. Τολμούν, λένε, να αποκαλούν τον Υπέρτατο Κύριο, «Θεούλη» λες και είναι ο «κολλητός» τους και την Παναγία Μητέρα «Παναγίτσα». Πολλές φορές μάλιστα η προσευχή μας, λένε, έχει το στοιχείο του παράπονου και σπανιότερα το απολογητικό ή της μετάνοιας.
«Γλυκιά μου Παναγίτσα, Θεούλη μου καλέ, χριστουλάκο μου»!
Για τους Δεϊστές και τους Καθολικούς αυτά τα υποκοριστικά είναι ενδείξεις βαθύτατης ασέβειας. Πώς τολμάει, λένε, ο «τιποτένιος» άνθρωπος να αποκαλεί χαϊδευτικά το ΑΠΑΝ; Τον Κύριο του, τον Αυθέντη του. Για τον Έλληνα όμως είναι ένδειξη γλυκιάς αναγνώρισης της ύπαρξής του. Το στοιχείο της ισοτιμίας είναι έντονο. Λατρεύει ο Έλληνας τον ενανθρωπισθέντα Κύριο κι όχι μόνο τον Άφατο Κύριο. Λατρεύει αυτόν απ’ τον οποίο πλάστηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση». Γιατί απ’ τα πανάρχαια χρόνια έχει μάθει να προσωποποιεί τους θεούς του. Έχοντας μάθει μάλιστα να τους προσδίδει και ελαττώματα και αδυναμίες και πόνο, πολλές φορές η προσευχή του γίνεται απαίτηση, διεκδίκηση (π.χ. «κι ο άγιος φοβέρα θέλει»). Τους λυπάται για τον πόνο τους. Η έκφραση: «Ο καημένος ο Χριστούλης πόσο υπόφερε» ηχεί απ’ τη φύση της σαν άρνηση της παντοδυναμίας του θείου, αφού δείχνουμε οίκτο για τον Απόλυτο Κύριο μας. Ποιος παντοδύναμος, λένε οι πολέμιοι της ελληνορθοδοξίας, αποζητά τον οίκτο;· Το στοιχείο του «θράσους» αυτού ή της «πρόσωπο με πρόσωπο» επικοινωνίας (προσευχής) υπάρχει μόνο στην ελληνοορθοδοξία και στον αρχαίο ελληνικό παγανισμό. Σύμπτωση η συνέχεια;

Θράσος η πίστη στον άνθρωπο;

Όμως οι πολέμιοι του ελληνικού πνεύματος αδυνατούν να κατανοήσουν αυτό που αποκαλούν «θράσος». Ο πιστός, εδώ, λατρεύει το Θεό, μέσα απ’ το πολυτιμότερο (γι' αυτόν) δημιούργημά του. Τον άνθρωπο. Λατρεύοντας τον άνθρωπο αγαπάει τον πλάστη και κύριο του. Ναι, είναι ανθρωποκεντρικό το ελληνορθόδοξο λατρευτικό σύστημα, μ’ έναν τέτοιο όμως τρόπο, που αξιοποιώντας τα βαθύτερα χριστιανικά μηνύματα μεταλλάσσει το ειδωλολατρικό προσωπείο σε χριστιανικό πρόσωπο. Σε κείνο το πρόσωπο που στέκεται απέναντι στο Δημιουργό και συζητάει, επικοινωνεί, κοινωνεί τη Χάρη. Κάτι που τ’ άλλα Δεϊστικά συστήματα αλλά και ο Καθολικισμός, μέσα απ’ τον άσπονδο πόλεμό τους στον ελληνισμό, αδυνατούν να δουν. Θέλουν τον πιστό άβουλο, τρομαγμένο, μοιρολάτρη, συντετριμμένο. Ναι, είναι για την Ορθοδοξία απαραίτητη η συντριβή που φέρνει η μετάνοια, αλλά για να περάσει κανείς μετά στην επικοινωνία με το Θείο. Έτσι μόνο μπορούσε να δει ο Ελληνισμός τη διδασκαλία του Χριστού. Κι έτσι την είδε, κατανοώντας την ίσως βαθύτερα, αυό οιονδήποτε άλλον.

«Ουκ ένι Ιουδαίος, ουδ ’ Έλλην»

Ο Χριστιανισμός ουδέποτε συγκρούστηκε με τον Ελληνισμό. Γιατί ο Χριστιανισμός ήταν εκ γενετής κατά το ήμισυ Ιουδαϊκός και κατά το ήμισυ Ελληνικός. Η συνύπαρξη των δύο αυτών στοιχείων μαρτυρείται και στο (κατά κόσμον) όνομα του ιδρυτή του: Ιησούς Χριστός.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Εμ. Γιαροσλάβσκι: «Πως γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν οι Θεοί» (εκδ. Γνώσεις).

2. Αν. Γκράμσι: «Παρελθόν και Παρόν» (εκδ. Στοχαστής).

3. Γιώργης Δ. Δέπος: «Χριστιανισμός-Ελληνισμός-Πίστη-Νόηση» (Μεταφυσική επικαιρότητα, Τεύχος 6).

4. Ιωάννου Δ. Ζησιούλα: «Από το Προσωπείου εις το Πρόσωπον - η Συμβολή της Πατερικής Θεολογίας».

5. Λιλή Ζωγράφου: «Αντιγνώση, Τα δεκανίκια του Καπιταλισμού» (εκδ. Γραμμή).

6. I. Θ. Κακριδής: «Οι αρχαίοι Έλληνες στηγ νεοελληνική λαϊκή παράδοση».

7. Κ. Κόουτσκι: «Η καταγωγή του Χριστιανισμού» (εκδ. Αναγνωστική).

8. Παν. Αεκατσά: «Διόνυσος - Καταγωγή και εξέλιξη της Διονυσιακής λατρείας».

9. Παν. Αεκατσά: «Καταγωγή των θεσμών, των εθίμων και των δοξασιών».

10. Αναστ. Μαυρόγιάννη: «Ποιό Κρίνο είναι θαύμα και ποιό μύθος;»

11. Μ. Ρ. Nilsson: «Ελληνική λαϊκή θρησκεία».

12. Σ. Ντάντη: «Παραστάσεις σοφών στη Μετα βυζαντινή Τέχνη» (Πάντα τα Έθνη, τεύχος 12).

13. Τάσου Πανά: «Αναστενάρια: Οι Πύρινοι Χορευτές» (Το Ανεξήγητο. Τεύχος 1, Τόμος 1).

14. Τάσου Πανά: «Το Πολιτιστικόν Έπος του Ελληνισμού».

15. Αλέξη Σολωμού:; «Ο Άγιος Βάκχος ή τα άγνωστα χρόνια του Ελληνικού'θεάτρου» (εκδ. Πλειός).

16. Γεωργίου Τσεβά: «Ελληνισμός και Χριστιανισμός».

17. Γιάννη Φουρόκη: «Ελληνισμός -Εβραιοσιωνισμός» (Εκδ. Γραμμή).

18. Θανάση Φωτιάδη: «Γυναικοκρατία-(Μητριαρχία)» (εκδ. Χατζηνικο-λή).

19. Costa Carras; «3000 Years of Greek Identity - Myth or Reality;» (εκδ. DomusJ.

20. Η Σκοπιό: «Η Τριάδα, Πρέπει να Πιστεύετε σ’ Αυτήν;» (εκδ. Μαρτύρων του. Ιεχωβά, Τόμ. 105, No.

21. «Βίος και Θαύματα Γεωργίου Με-γαλομάρτυρος» (Εκδ. Οίκος X & Ιω. Καγιάφα).

22. «Νεώτερο εγκυκλοπαιδικό Αεξικό του Ηλιου» (Ύμνοι Ορφέως, Ορ-φεύς. Ελληνική Μυθολογία).
Σημ. Το άρθρο μου αυτό είναι επιδερμικό. Άλλωστε ο κοινός λαός του Ελλαδικού χώρου ήταν απόλυτα λογικό να δει επιδερμικά τα θεολογικά ζητήματα. Μια θεολογι-κή προσέγγιση του θέματος και ιδιαίτερα των δογματικών ζητημάτων θα έπρεπε να είναι διαφορετικά γραμμένη. Ο απλός όμως Έλληνας χωρικός ή αστός ήταν λογικό να φιλτράρει τα βαθύτερα νοήματα του Χριστιανισμού, μέσα από τις παραδόσεις του και να διαμορφώσει έτσι τη λαϊκή σύγχρονη θρησκεία.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
ΤΟΤΕ...
ΤΕΥΧΟΣ Νο 22
ΑΘΗΝΑ 1985


from anemourion https://ift.tt/HI2tros
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.
-->