-->

ΑΡΜΑΤΟΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ : ΑΠΟ ΛΗΣΤΕΣ ΕΘΝΙΚΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

Του Περικλή Ροδάκη
Τουρκαλβανοί πολεμιστές. Κύρια ασχολία τους ήταν η καταλήστευση των περιοχών που έλεγχαν (σχεδίασμα, από αγγλική έδοση του 1830)

Οι σχέσεις που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στον Αλή Πασά, στους Κλέφτες, στους Αρματολούς και στις Τοπαρχίες (τα τοπικά καθεστώτα τύπου Σουλίου), αποτελούν αντικείμενο σειράς ιστορικών ερευνών και εμφανίζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Και τούτο, γιατί η διερεύνησή τους αποκαλύπει μια πραγματικότητα αντίθετη με το μύθο, που —για ποικίλες αιτίες— καλλιεργήθηκε σ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Η κατανόηση των σχέσεων αυτών, προϋποθέτει —πρίν απ’ όλα— μια κάποια αναφορά στη φύση και στη λειτουργικότητα των θεσμών που κυριάρχησαν στον ελλαδικό χώρο, την εποχή ακριβώς που ο Αλής, με βασικό στήριγμα τη γιαννιώτικη αστική τάξη, προσπαθεί να δημιουργήσει συγκεντρωτικό κράτος (στα πρότυπα της «φωτισμένης μοναρχίας», που σαν καθεστώς, επικρατούσε τότε στη Δ. Ευρώπη).

Κι από εκεί θα ξεκινήσουμε.

Πριν από την τουρκική κατάκτηση, στον ορεινό κορμό της ελλαδικής χερσονήσου είχαν διαμορφωθεί ανεξάρτητες ή αυτόνομες τοπαρχίες, οι οποίες προέρχονταν, κυρίως από τη διάλυση του σερβικού κράτους του Αλεξάνδρου Δουσάν, αλλά και —δευτερευόντως— από τη δράση του Σκερντέμπεη (Γεωργίου Καστριώτη), καθώς και άλλων πολεμικών οικογενειών της εποχής (π.χ. του Κάρολου Τόπια, των Μποναίων, των Σπαταίων κ.λπ.). Οι τοπαρχίες αυτές είχαν σαν βάση την ποιμενική-πολεμική ομάδα, που είχε συνεργαστεί με το Δουσάν κατά τη συγκρότηση του κράτους του και τώρα —μετά τη διάλυση του κράτους αυτού— προσπαθούσε να στηριχτεί και να υπάρξει σαν αυτόνομη οντότητα.

Οι Βυζαντινοί και οι Δυτικοί (που θα καταλάμβαναν, στη συνέχεια, το χώρο της Ηπείρου και της Στερεάς) δε θα μπορέσουν να υποτάξουν τα αυτόνομα αυτά τοπικά καθεστώτα και θα πετύχουν απλώς να αναγνωριστούν σαν επικυρίαρχοι, με δικαιώματα φόρου υποτελείας κ.λπ.

Οι αυτοδιοικούμενες τοπαρχίες της Τουρκοκρατίας

Κι ακολουθεί η περίοδος της οθωμανικής επέκτασης.

Η κατάκτηση του ελλαδικού χώρου επιτυγχάνεται ειρηνικά (κατά κανόνα) από τους Οθωμανούς, δηλ. με συνθήκες υποταγής των διαφόρων τοπαρχών, φεουδαρχών κ.λπ. Η ειρηνική αυτή κατάκτηση συντελέστηκε —όπως εξηγήσαμε— μέσω του Τουραχάν, πιστού στρατηγού του Μωάμεθ Β', που δε συνάντησε ένοπλη αντίσταση στις ορεινές περιοχές της Ελλάδας, αλλά μόνο στους κάμπους της Θράκης, της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας (με αποτέλεσμα να καταστρέφει ολόκληρες περιοχές).

Με την ολοκλήρωση της οθωμανικής επικράτησης, οι τοπαρχίες του ελλαδικού χώρου εμφανίζονται να διατηρούν την αυτονομία και αυτοδιοίκησή τους, με αντάλλαγμα —όπως παλιά— την αναγνώριση της επικυριαρχίας του επιδρομέα και την καταβολή φόρου υποτελείας σ’ αυτόν.

Σημειώνουμε εδώ ότι οι τοπαρχίες (δηλ. τα κατοπινά αρματολίκια, το Σούλι, το Πωγώνι, τα Ζαγόρια κ.λπ.) είχαν αυτοδιοίκηση ως χωριά, αλλά και ως ενώσεις χωριών. Από την άποψη αυτή, το κάθε τοπικό καθεστώς διέθετε ένοπλα σώματα, που —κυρίως— έπαιζαν το ρόλο χωροφυλακής-αγροφυλακής.

Δομική ανατροπή με αλυσιδωτές αντιδράσεις

Κατά τη διάρκεια των τουρκοβενετσιάνικων πολέμων του 17ου αιώνα, το εσωτερικό καθεστώς των περισσότερων τοπαρχιών ανατρέπεται. Τα ένοπλα σώματα αποκτούν —με τη βοήθεια των Βενετσιάνων— ισχυρότατη δύναμη, επιβάλλονται σαν εξουσία στην κάθε περιοχή και ουσιαστικά καταλύουν τις παλιές διοικητικές δομές της τοπαρχίας. Από τη μεγάλη αυτή αλλαγή, εξαιρείται η Πελοπόννησος, στην οποία τα ένοπλα σώματα (οι λεγόμενοι κόποι) παραμένουν κάτω από τον έλεγχο των κοτζαμπάσηδων.

Όταν η οθωμανική κυριαρχία αποκαθίσταται στον ελλαδικό χώρο (με την εκδίωξη των Βενετσιάνων), η παλιά ισορροπία είναι αδύνατο να επιστρέφει. Οι αρχηγοί των ένοπλων σωμάτων, που οι Βενετσιάνοι είχαν ονομάσει armatores (= αρματολοί), αρνούνται να υποταχτούν πια στον έλεγχο των δημογερόντων της κάθε περιοχής και αντιστέκονται βίαια στις προσπάθειες των Τούρκων ν’ αποκαταστήσουν την παλιά τάξη. Η σύγκρουση που ακολουθεί είναι σκληρή. Τα ένοπλα σώματα —που απαρτίζονται τώρα από εμπειροπόλεμους κι αποφασισμένους άνδρες— προχωρούν σε μαζικές καταστροφές χωριών, λεηλασίες και φόνους, δείχνοντας την τεράστια δύναμή τους. Παράλληλα απαιτούν από τους δημογέροντες να μεσολαβήσουν στους Τούρκους, έτσι ώστε να τους αναγνωριστεί και πάλι επίσημα το αξίωμα των χωροφυλάκων-αγροφυλάκων!!!

Οι αρματολοί και η «πίτα της εξουσίας»

Μπροστά στην αποφασιστικότητά τους, τόσο οι δημογεροντίες, όσο κι η οθωμανική διοίκηση υποχωρούν. Οι αρματολοί γίνονται και πάλι επίσημοι φορείς εξουσίας (στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) και με ενισχυμένες μάλιστα εξουσίες, συγκριτικά με την περίοδο πριν τους τουρκοβενετσιάνικους πολέμους.
Πίνακας των Ιωαννίνων στις αρχές του 19ου αιώνος (από αγγλική έκδοση του 1815)
Τώρα, η κάθε ένοπλη ομάδα έχει ένα είδος αυτονομίας απέναντι στην τοπαρχία, και ο αρχηγός της παίρνει από τον Τούρκο δικαστή (τον κατή) τον επίσημο τίτλο του «καπετάνιου», που με την πάροδο του χρόνου γίνεται κληρονομικός και μεταβιβάζεται από πατέρα σε γιο. Κι εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι στις νέες συνθήκες, οι αρματολοί έχουν και μια «απώλεια». Χάνουν το δικαίωμα είσπραξης των φόρων (που τους είχαν παραχωρήσει οι Βενετσιάνοι) και η αρμοδιότητα αυτή περνά και πάλι στα χέρια των δημογερόντων, που γενικά ασκούν την οικονομική εξουσία της τοπαρχίας...

Από τις εξελίξεις αυτές εξαιρούνται ορισμένες περιοχές της Ηπείρου, όπως το Σούλι, τα Ζαγόρια, τα χωριά της Χειμάρρας, το Γαρδίκι κ.λπ. Εκεί η εξουσία παραμένει ολοκληρωτικά στις πολεμικές ομάδες, και ασκείται σχεδόν ανεξέλεγκτα στις γύρω περιοχές...

Όμως ας παρακολουθήσουμε τις εξελίξεις των ιδιότυπων διοικητικών συστημάτων της εποχής εκείνης.

Όταν οι λύκοι φυλάνε τα πρόβατα...

Οι αυτόνομες πολεμικές ομάδες των αρματολών, υποτίθεται ότι είχαν ως καθήκον την προστασία των διάφορων περιοχών από κάθε είδους ληστρική πράξη. Και λέμε «υποτίθεται», γιατί στην ουσία αυτές οι ίδιες εξελίχτηκαν σε πραγματική μάστιγα του τόπου. Συνεργαζόμενες με ληστρικές κλέφτικες συμμορίες —και χωρίς να «εμφανίζουν» τον καπετάνιο τους— οργάνωναν φοβερές επιδρομές έξω από το αρματολίκι, λεηλατώντας τους πάντες και τα πάντα και κάνοντας ενέργειες εξαιρετικής βιαιότητας (φόνους, εμπρησμούς κ.λπ.).

Η κατάσταση επιδεινώθηκε στην περίοδο των ρωσοτουρκικών πολέμων, όταν στις ληστρικές ομάδες των κλεφτών-αρματολών προστέθηκαν κι εκείνες των Τουρκοαρβανιτών, που ανέλαβαν κι αυτές έντονη δράση (πολλές φορές σε συνεργασία με τις πρώτες). Ανάμεσα στις επιδρομικές ομάδες των Τουρκαρβανιτών περιλαμβανόταν κι εκείνη του Αλή Τεπελενλή, που μάλιστα κατέλαβε και τα Ζαγόρια για κάπου 4 μήνες! Ο Σπ. Αραβαντινός, γράφει σχετικά στην «Ιστορία του Αλή Πασά του Τεπελενλή» (τ. Α', σελ. 38-40):
Ο Αλής αναλαμβάνει την καταστολή των αρματολών

Μπροστά στις εξελίξεις αυτές —που δημιουργούσαν κινδύνους γενικότερων περιπλοκών στην Αυτοκρατορία— η οθωμανική κυβέρνηση αποφασίζει ν' αντιδράσει, διορίζοντας κάποιον Αλβανό μπέη υπεύθυνο για την αποκατάσταση της τάξης. Και σαν τέτοιος επιλέγεται τελικά ο... Αλής Τεπελενλής. Γράφει ο Αραβαντινός:
Ένας ληστής επιβάλλει την τάξη

Αμέσως μετά το διορισμό του ο Αλής, συγκροτεί σώμα 4.000 Αλβανών και κατεβαίνει από το Τεπελένι στα Τρίκαλα. Εκεί, αναλαμβάνει επίσημα τα καθήκοντά του και από αρχηγός ληστρικής συμμορίας μετατρέπεται σε φανατικό υπερασπιστή της τάξης, καταδιώκοντας και εξοντώνοντας αλύπητα όλους εκείνους που λυμαίνονταν τη χώρα και καταλήστευαν τους κατοίκους.

Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά. Το 1786 διορίζεται επίσημα από την Πύλη πασάς Β' τάξης των Τρικάλων και από τη θέση αυτή κάνει ότι μπορεί για να διευρύνει την ακτινοβολία του. Σημειώνει ο Αραβαντινός:

«...εντός ολίγου δε επανήγαγε την τάξιν ούτως, ώστε πλείσται Χριστιανών οικογένειαι προσφυγούσαι ένεκα των ανηκέστων δεινών, άτινα εν τη Θεσσαλία πρότερον υφίσταντο, εις τας γειτονικάς επαρχίας, επανήλθον εις τας εστίας αυτών (...)

...η αμείλικτος των κακοποιών στοιχείων καταδίωξις κατέπληξε τους ισχυρούς μικροδυνάστας· τοιούτος δε ην ο εκ του ονόματός του τρόμος, ώστε από των Καμβουνίων ορέων μέχρι των Θερμοπυλών η τάξις και η ασφάλεια ανεφάνησαν εις βαθμόν μέχρι της εποχής εκείνης άγνωστον».

Ανάλογη είναι, άλλωστε, και η μαρτυρία του ΠΑΠ, στη «Χρονικογραφία της Ηπείρου» (τ. Α' — σελ. 270-271), όπου αναφέρει:

«Και προ πολλών ήδη ετών της εποχής τούτης στίφη κλεπτών, ότε μεν εκ Τουρκαλβανών, ότε δε εκ χριστιανών, εξερχόμενα από καιρού εις καιρόν κατά την Θεσσαλίαν σύμμικτα ή διηρημένα, διήρπαζον τας μικράς πόλεις και χωρία, και ηχμαλώτιζον τους εύπορους κατοίκους των διαρπαζομένων τόπων επί σκοπώ εξαγοράς, τους τε διαβάτας, όσοι ενέπιπτον εις τας εκδρομάς των. Πλησιάζοντος του χειμώνος, οι μεν επέστρεφον εις την Αλβανίαν, οι δε εκρύπτοντο εις μέρη ασφαλή, και τότε επαρουσιάζοντο οι χωροφύλακες Τούρκοι, οίτινες επεσφράγιζον τα δεινά, τιμωρούντες και καταστρέφοντες τους παρά των ληστών προηδικημένους, επί προφάσει, ότι διέτρεφον δήθεν και υπέθαλπον τους ληστάς».

Κι ακόμα:

«... Κατά δε την εποχήν ταύτην ουδέν μέρος της Θεσσαλίας διήγαγεν άνευ τρόμου, καταδιώξεως, και αρπαγών μόνοι δε οι αρματολοί εις τα όρη των έμενον απηλλαγμένοι των τοιούτων δεινών, γενόμενοι και ούτοι πολλάκις πρόσθετος των κακουργιών μερίς. Προς παύσιν δε των μεγίστων δεινών της Σατραπείας εκείνης έκρινεν αναγκαίον η Πύλη, ίνα καταστήση εκείσε Σατράπην άξιον, και τοιούτον ενέκρινε τον Αλή Μπέην Τεπελενιώτην (1786), προς ον επεδόθη μετ' ολίγον και η εποπτεία των οδοφυλακών εν γένει».

Τα πάθη των φιλήσυχων ραγιάδων

Αλλά εκτός από τις σαφείς αυτές μαρτυρίες, ας δούμε τι λέει και ο Γ. Βαβαρέτος στο φυλλάδιό του «Ο Αλή πασάς από την άλλη πλευρά» (σελ. 12-14):

«Μία αναρχία εβασίλευε πέρα ως πέρα προ του Αλή.

Κάθε αγάς, κάθε σπαχής, κάθε ατίθασος χριστιανός, έπαιρνε το ντουφέκι του, γινότανε κλέφτης και εννοούσε να κάμη και τα ξένα πράγματα δικά του. Απειρία από κλέφτικα τραγούδια υπάρχουν στην Ήπειρο άπειρα έχουν συλλέξει στις συλλογές τους ο Αραβαντινός, ο Χασιώτης, ο Ζαμπέλιος, ο Passow και άλλοι ξένοι, που αποδεικνύουν πληρέστατα ότι η Ήπειρος υπήρξε ένα διαρκές θέατρο του αγώνος των κλεφτών κατά των φιλήσυχων ραγιάδων, ένας διαρκής τόπος δράσεως των κακοποιών και φίλαρχων, τους οποιους μόνον ο Αλή πασάς κατόρθωσε να δαμάση, να καθυποτάξη και να εξαφανίση.

Του κυρ Δημάκη τα παιδιά,
τα δυό γραμματισμένα
σκλάβους τα πήραν και τα δυό
οι σκυλοχαραμίδες

λέει το δημοτικό τραγούδι, για τα αρχοντόπουλα του Μετσόβου, που τα ηχμαλώτισαν το 1765 οι κλέφτες, οι οποίοι κατά το ίδιο τραγούδι:

«Γράφουν και στέλλουν γράμματα
στο δόλιο κυρ Δημάκη
να στείλη γρόσια και φλωριά
κι εξήντα δυό γελέκια,
να στείλη κι ασημόκουπα
να πίν' ο καπετάνιος»

Και δεν ήταν ένας, ούτε δυό, δεν ήταν πέντε δέκα, οι κακοποιοί, οι κλέφτες, οι αντάρτες, οι φίλαρχοι, οι καπεταναίοι με το καπετανάτα τους, που εννοούσαν να επιβάλλουν τις θελήσεις τους στον αδύνατο λαό.

Στα χαμένα ο οδοφύλαξ του Κούρτ Πασά το 1775, ο Σμαήλ από το Δάμζι, προσπαθούσε να καταδαμάση τους πολυπληθείς κακοποιούς, ως που τον σκότωσαν στο τέλος και τον ίδιον, ενώ ο λήσταρχος Ντελή Δήμος το 1780 με τον Γιώργο Ζιάκα, τον πατέρα των Ζακκαίων, ως πρωτοπαλλήκαρο, έδινε κι έπαιρνε στο Γρεβενά.

Στη Σαμαρίνα ο Γιάννης Παπάς είχε κατορθώσει με τη συμμορία του να καταστή ο φόβος και τρόμος των πάντων. Και για να αφίνη τους Αλβανούς κακοποιούς να περνούν από την περιφέρεια του ανενόχλητα, τους υποχρέωνε να του δίνουν το 1/3 από τα «πλιάτσικα» που έκαναν.
Η συμβίωση χριστιανών και μουσουλμάνων στον ελλαδικό χώρο, κάθε άλλο παρά ήταν σε μόνιμη βάση— προβληματική. Χαραχτηριστικός πίνακας του Peytier, που επιγράφεται «καπνιστές στο χαγιάτι».
Να κι' άλλο δημοτικό τραγούδι, που περιγράφει αρκετά το έργον των κλεφτών. Το παίρνω, όπως και τις παραπάνω πληροφορίες, από τη Συλλογή των Δημοτικών ασμάτων της Ηπείρου του Αραβαντινού:

«Το λεν οι κούκοι στα βουνά κι η πέρδικα στα πλάγια
το λέει κι ο πετροκότσυφας, το λέει το μοιρολόγι.
Οι κλέφτες έμοιράστηκαν κι έγίνηκαν μπουλούκια.

Ο Δίπλας πάει πρός τ’ Άγραφα  κι Αντώνης προς το Βάλτο
κ' ο Νάσιος πέρα πέρασε, πέρα 'πό τα ποτάμια
πήγε να μάση πρόβατα, πήγε να μάση γίδια».

Ο Λαμπρίδης, στα Ζαγορισιακά του, αναφέρει πολλές ληστείες στο Ζαγόρι, που έγιναν προ και μετά τον Αλή Πασά. Προ τού Αλή Πασά έγιναν 6 μεγάλες ληστείες από Τουρκαλβανούς και μετά τον θάνατο τού Αλή Πασά 21, εκ των οποίων 13 από Τουρκαλβανούς και 8 από Έλληνας ληστάς.

Αλλά και στα Κατσανοχώρια δεν έγιναν λιγώτερες ληστείες, όπως γράφει ο Λαμπρίδης στα Ηπειρωτικά του Μελετήματα. Πολλές σπείρες από Σουλιώτες και από την Πέστιανη οι ληστόβιοί Τσιαρακλαίοι, είχαν ρημάξει, κυριολεκτικώς, τον τόπο και ιδιαιτέρως το χωριό Πλέσια. Την Κυριακή των Βαίων του 1778 ο Τσιώμος, ένας κακούργος από τα Λέλοβα, απεγύμνωσε πολλά σπίτια και ηχμαλώτισε τέσσερες κατοίκους, μεταξύ των οποίων τον Πόνο Σιακαμπένη, και τη νύφη τού Ν. Σιακαμπένη Αικατερίνη, για τήν άπελευθέρωση τής οποίας ο πεθερός της έδωσε ως λύτρα περισσότερες από 800 λίρες Τουρκίας.

Αλλά τη δημοσία όσφάλεια δεν την διετάρασσαν μονάχα οι λησταί. Υπήρχε και άλλη τάξις ανθρώπων, που ναι μεν δεν ήσαν καθ' αυτό λησταί και κακοποιοί, εν τούτοις όμως επέβαλαν κι αυτοί άγρια φορολογία στους κατοίκους, κάθε φορά που η Τουρκική Πύλη, για ένα οιονδήποτε λόγο, τους έπαυε από την υπηρεσία τού αρματωλού. Ποιος δεν είχε ακούσει για τον Βλαχάβα, τον Γιώργο Θώμο, τον Νικοτσάρα τον Θεσσαλό, τον Παλαιόπουλο τον Ηπειρώτη, τον Μαυρομμάτη από την Ακαρνανία, τους Ζιακαίους από τα Γρεβενά, τους Κοντογιανναίους από τη Φθιώτιδα».

Και θα κλείσουμε το κεφάλαιο αυτό υπενθυμίζοντας, ότι οι κλέφτες κι οι αρματολοί «χτυπούσαν» κυρίως τα καραβάνια των εμπόρων, κατορθώνοντας να εξουδετερώνουν τις οθωμανικές φρουρές των «ντερβενατζήδων», που —από τις αρχές του 18ου αιώνα— είχαν αναλάβει τη διαφύλαξη των «περασμάτων». Η αποφασιστική στάση του Αλή απέναντι τους, θα οδηγούσε στην απελευθέρωση των εμπορικών δρόμων και θα έδινε αλματώδη ώθηση στην ανάπτυξη της γιαννιώτικης αστικής τάξης...

Υπό τις εντολές των πασάδων...

Κι ας δούμε τώρα τις λειτουργικές δομές του θεσμού του αρματολικιού, που τόσο μεγάλο ρόλο διαδραμάτισε στις εξελίξεις της εθνικής μας ιστορίας.

Από τυπική άποψη, η αρματολική ομάδα αποτελεί τμήμα του στρατεύματος του πασά κάθε περιοχής και είναι υποχρεωμένη να εκστρατεύει μαζί του, όταν αυτός το απαιτεί. Με τη λογική αυτή, οι αρματολοί που υπάγονται στη δικαιοδοσία του Αλή πασά θα πολεμήσουν κατά των Σουλιωτών και αυτοί θα γίνουν οι κύριοι συντελεστές της νίκης του. Ακόμα, οι ίδιοι αρματολοί θα κατασφάξουν τους Γαρδικιώτες, θα συντρίψουν κάθε αντίπαλο του Αλή Πασά και γενικά θα κάνουν όσα —αργότερα— καταλογίστηκαν σ’ αυτόν σαν εγκλήματα.
Πίνακας του J. Cartwright (Μουσείο Μπενάκη) με τα Τέμπη, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η ομαλοποίηση της κοινωνικοοικονομικής ζωής στη Θεσσαλία, στα τέλη του 18ου αιώνα, υπήρξε έργο του Αλή Πασά.
Σχετικά με την ανάδειξη του αρχηγού του αρματολικιού (του καπετάνιου) θα σημειώναμε τα εξής:

Όπως είπαμε, οι δημογέροντες των χωριών υποχρεώθηκαν με τη βία (μετά τους τουρκοβενετσιάνικους πολέμους) να ζητήσουν από τους Τούρκους την «επισημοποίηση» των αρματολών και του καπετάνιου. Αυτό αποτέλεσε τον κανόνα, μια και υπήρξαν και περιπτώσεις που οι ίδιοι οι Τούρκοι... πίεζαν τους δημογέροντες να δεχτούν τους αρματολούς, έτσι ώστε να επιτευχθεί ο έλεγχός τους...

Πώς ο καπετάνιος έπαιρνε το «μουρασαλέ»...

Κι η διαδικασία ανάδειξης του καπετάνιου γινόταν, γενικά, έτσι: Οι αντιπρόσωποι των προυχόντων που βρίσκονταν κοντά στον πασά ή και οι ίδιοι οι προύχοντες, παρουσιάζονταν στον πασά και του υπέβαλαν την παράκλησή τους να αναγνωριστεί για καπετάνιος των αρματολών ο υποψήφιος που είχε επιβάλλει με τη βία τη θέση του στους άρχοντες. Η παράκληση των προεστών συνοδευόταν με πλούσια δώρα προς τους Τούρκους, που φυσικά τα πλήρωνε ο λαός, οι αγρότες της περιοχής.

Ο πασάς τότε καλούσε το κζεμαέτι (δηλαδή τους μεγάλους φεουδάρχες της περιοχής), τον κατή και το μουσελίμι (το ιερατείο που ερμήνευε τους νόμους) και. όριζε τη μέρα της παρουσίασης του υποψήφιου καπετάνιου. O τελευταίος ήταν υποχρεωμένος να παρουσιαστεί φορτωμένος με δώρα για όλους τούτους τους μεγαλόσχημους αξιωματούχους, τα οποία προωθούσαν οι συγγενείς και οι υποστηριχτές του. Ο ίδιος ο καπετάνιος παρουσιαζόταν μπροστά στη σύναξη των αξιωματούχων του πασά —χριστιανών και μουσουλμάνων— και με ταπείνωση δήλωνε υποταγή στις αρχές κι έδινε την υπόσχεση ότι θα μείνει πιστός στον «πολυχρονεμένο σουλτάνο». Μετά τη δήλωση υποταγής, τον καλωσόριζαν όλοι οι προύχοντες και οι αξιωματούχοι και στη συνέχεια τον συμβούλευαν για το πώς θα διοικήσει καλύτερα το αρματολίκι. Φυσικά, όλες τούτες οι συμβουλές απέβλεπαν στην εξασφάλιση της εξουσίας των Τούρκων και των δημογερόντων.

Στο τέλος του δίναν τον επίσημο διορισμό, το «μουρασελέ». Ύστερα, επίσημος πια, επέστρεφε στο αρματολίκι του και αναλάμβανε την εξουσία του.

Αυτό ήταν το τυπικό της αναγνώρισης, που συνήθως ίσχυε σ’ όλη την περίοδο που υπήρχαν αρματολίκια. Στην ουσία όμως η αναγνώριση είναι μια άγρια πάλη, στην αυλή του πασά, των διαφόρων υποψηφίων, μια και η εξαγορά των αξιωματούχων ήταν ο ασφαλέστερος δρόμος για την κατάκτηση της καπετανίας. Μετά το θάνατο —το φυσικό ή τη δολοφονία— του καπετάνιου, άρχιζε ένας άγριος ανταγωνισμός ανάμεσα στους υποψηφίους για το αξίωμα, που συνήθως ήταν τα παιδιά ή τα αδέλφια του καπετάνιου ή τα πρωτοπαλίκαρά του ή οι κολτζήδες του αρματολικιού. Μεγαλύτερες πιθανότητες να πετύχει έχει ο πιο ικανός από το σόι του παλιότερου καπετάνιου. Μα οι Τούρκοι που αγαπούσαν τους παράδες δεν απογοήτευαν κανένα. Τους άφηναν να ελπίζουν, έτσι που όλοι να τρέχουν με πεσκέσια στα χέρια, στην αυλή του πασά.

Μια περίεργη... στρατιωτική δημοκρατία

'Οταν ο καπετάνιος θα επιβληθεί στο αρματολίκι και θα δημιουργήσει δεσμούς (με γόμους των παιδιών του και των αδερφιών του ή με τα πλούτη του) στην περιοχή, είναι φυσικό να επεμβαίνει έμμεσα ή άμεσα στην εκλογή των δημογερόντων και να προσπαθεί να βγάλει ανθρώπους «δικούς» του. Έτσι και η εκλογή του καπετάνιου, όταν πέθαινε ο παλιός, έπαιρνε τη μορφή της γενικής πάλης των δημογερόντων για εξουσία. Η κάθε μερίδα των δημογερόντων προσπαθούσε να επιβάλλει ένα δικό της καπετάνιο, για να τον έχει πλάτες στον αγώνα ενάντια στις άλλες φατρίες, που την ανταγωνίζονταν. Και η πάλη έπαιρνε οξύτητα. Αυτές τις φαγωμάρες θα εκμεταλλευόντουσαν οι Τούρκοι, για να επιβάλλουν τις θελήσεις τους.

Έξω όμως από την εκλογή και την αναγνώριση του καπετάνιου στο αρματολίκι, υπήρχε και η εκλογή του καπετάνιου από την ομάδα την ίδια. Το πιο φυσιολογικό θα ήταν να αναγνωρίζεται το πρωτοπαλίκαρο σαν διάδοχος. Αυτό γινόταν αρχικά, μα μετά ατόνησε. Πιο συγκεκριμένα: Στις πρώτες ομάδες, αρχηγός της ομάδας γινόταν το πιο ικανό παλικάρι και την αρχηγία την έπαιρνε με τα κατορθώματά του. Τον αναγνώριζαν φυσιολογικά και η ομάδα διοικείτο από τη συνέλευση των μελών της. Υπήρχε δηλ. κάτι σαν... στρατιωτική δημοκρατία.

Όταν όμως η ομάδα αποσπάται από τη φάρα (στα χρόνια των τουρκοβενετσιάνικων πολέμων), επιβάλλεται η εξουσία του καπετάνιου. Η ομάδα συγκροτείται πάνω στη βάση της αναγνώρισης ενός αρχηγού, από διάφορα στοιχεία, που το μόνο που τα ενώνει, είναι τα κοινά συμφέροντα της ομάδας. Ο αρχηγός, είτε είναι στρατιωτικός που υπηρέτησε στους Βενετσάνους και έμεινε με λίγους μισθοφόρους, είτε είναι ο καπετάνιος της παλιότερης ομάδας της φάρας, που έμπασε ετερόκλητα στοιχεία στην ομάδα και κατόρθωσε να την ελέγξει.

Κλέφτες αλλά... ιππότες

Μα παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί τυπικά να γίνεται η εκλογή του από την ομάδα. Στην εκλογή αυτή, πέρασαν πολλά στοιχεία του ευρωπαϊκού ιπποτισμού, είτε μέσω των παλιών φεουδαρχών που έζησαν σε τούτα τα μέρη, είτε μέσω των Βενετσάνων. Τα έθιμα αυτά διατηρήθηκαν μέχρι και τα χρόνια της επανάστασης. Κι έχουν ενδιαφέρον γιατί δείχνουν καθαρά τα στοιχεία που διαμόρφωσαν το χαρακτήρα της αρματολικής ομάδας. Μια τέτοια εκλογή καπετάνιου μας περιέσωσε ο Κασομούλης σε μια περιγραφή της ανακήρυξης του Στάϊκου σε καπετάνιο του Βλοχού, η οποία και θυμίζει έντονα περιγραφές του Θερβάντες, στο «Δον Κιχώτη»:

«Ο Γιάννης Στάϊκος κατά μίμηση των παλιών καπεταναίων (επειδή αυτός ήταν υιός προεστού-Κοτζαμπάση) εσύναζε τους πολίτας τής επαρχίας (τους επίσημους βέβαια - σ.σ.) και αφού τους εφίλευε εδόξασαν την ημέραν τής ενθρονίσεως του εις την επαρχίαν ως καπιτάνου. Ιδού ο τρόπος τής ενθρονίσεως του:

Εξάπλωσαν μιαν κάπαν καταγής  εξαπλώθη επάνω εις την κάπαν ο Γιοννάκης Στάϊκος και όλοι οι Βλοχαΐται του μέρους εκείνου, έπιασαν την κάπαν γύρωθεν και την ύψωσαν τρις φωνάζοντες: άξιος, άξιος καπιτάνος ημών και τής επαρχίας. Εις κάθε δε ύψωσιν ερρίχνετο και από μία παταριά ντουφέκια».

Το έθιμο αυτό, εκτός από το ότι αποδεικνύει δυτικές επιδράσεις στη ζωή του αρματολικιού, επιβεβαιώνει και το θεσμό της «διπλής εκλογής» (από τον πασά και την ομάδα). Οπωσδήποτε, με την πάροδο του χρόνου ατόνησε, μια και οι καπετάνιοι —όπως είπαμε— έχασαν σταδιακά την αρχική ακτινοβολία και η ανάδειξή τους έπαψε να ελέγχεται από την ομάδα. Οπωσδήποτε όμως, έκαναν γιορτές και γλέντια την ημέρα της επιστροφής τους από τον πασά. Τα συναγμένα παλικάρια, και ο κόσμος από τα γύρω χωριά φώναζαν το: «άξιος, άξιος», αλλά δε θα τους έβαζαν πια στην κάπα.

Η αυτοάμυνα των υποψήφιων... δολοφονημένων

Από τη στιγμή που ο καπετάνιος επιβαλλόταν με τη δύναμη των όπλων, ήταν φυσικό να φοβάται τη δολοφονία. Ήξερε καλά πως και οι προύχοντες του αρματολικιού και οι Τούρκοι γύρευαν να τον βγάλουν από τη μέση, για να βάλλουν άλλον άνθρωπο, αφοσιωμένο σ’ αυτούς και μόνο. Κι όλη η ιστορία των αρματολών είναι μια ιστορία γεμάτη από δολοφονίες, καρτέρια και κατατρεγμούς. Ο καπετάνιος δεν εμπιστευόταν κανένα. Είχε δίπλα του μια πολύ αφοσιωμένη σ’ αυτόν φρουρά, και μ’ αυτή γύρναγε όπου και αν βρισκόταν. Η δύναμη του αρματολικιού μπορούσε να φτάνει στους 300, 400 ή και 500 άντρες, μα όλοι τούτοι δεν ήταν έμπιστοί του* συχνά ήταν μικροομάδες με δικό τους καπετάνιο, ή και μεμονωμένα παλικάρια από διάφορες κλέφτικες ομάδες, που ήρθαν στον καπετάνιο του αρματολικιού για το μισθό και τις άλλες απολαυές. Ήταν φυσικό να μην τους έχει εμπιστοσύνη.

Η καθαυτό ομάδα του καπετάνιου ήσαν οι έμπιστοί του, που τους κρατούσε πάντα κοντά του και ορισμένοι άλλοθι που τους σκορπούσε στα διάφορα άλλα τμήματα του σώματός του, για να το κρατάει υπό τον έλεγχό του. Μ’ αυτούς τους εμπίστους του γύρναγε τα χωριά το καλοκαίρι για να εξετάσει τα ζητήματα των χωριών και να λύσει τις μικροδιαφορές τους. Το χειμώνα, ή έφευγε για τα Εφτάνησα και την Πρέβεζα ή τρύπωνε σ’ απάτητα μέρη με τους πιστούς ακολούθους του. Συνήθως έμενε στα χωριά, που οι κάτοικοί τους έφευγαν για τα ξεχειμαδιά στους κάμπους. Ο χειμώνας ήταν επικίνδυνος για τους αρματολούς. Μπορούσαν να τους αποκλείσουν και γι' αυτό τα μέτρα τους πολλαπλασιάζονταν.

Γερό σόι γερός κι ο καπετάνιος...

Οι πρώτοι αρματολοί βρίσκονταν σε ακόμα δυσκολότερη θέση, γιατί ήσαν ξενοτοπίτες και δεν είχαν στήριγμα στο αρματολίκι. Αργότερα όμως, όταν το αρματολίκι έγινε κληρονομικό, οι αρματολοί δημιουργούν επιβλητικές οικογενειακές σχέσεις. Ο Κασομούλης μας λέει ότι οι γαμπροί αδέρφια και πρωτοξάδερφα των Στουρναραίων στον Ασπροπόταμο έφταναν σε 80 ψυχές. Με ένα τέτοιο γερό σόι μπορούσαν να είναι πιότερο ασφαλισμένοι. Και το σόι τους αριθμούσε τώρα δημογέροντες και τοπικούς παράγοντες δυνατούς.
Ρουμελιώτης πολεμιστής κατά την Τουρκοκρατία.
Κάθε αρματολίκι χωριζόταν σε μικρότερα τμήματα που τα έλεγαν κόλια και τους επικεφαλής τους κολτζήδες. Κάθε κόλι το αποτελούσαν μερικά χωριά που είχαν και την ευθύνη για την τροφοδοσία της ομάδας του κολτζή. Ο κολτζής ήταν μικρότερος καπετάνιος, που διοριζόταν από το γενικό καπετάνιο του αρματολικιού. Κατά κανόνα αυτός είχε μια μικρή δίκιά του ομάδα που πλαισιωνόταν από άλλα στοιχεία. Τα σημαντικότερα κολιά θεωρούνταν εκείνα που ήσαν στα σύνορα των αρματολίκια) ν προς τη μεριά των Τούρκων.

Οι κολτζήδες αποχτούσαν συχνά μεγάλη δύναμη και αψηφούσαν ακόμα και την εξουσία του καπετάνιου. Γι' αυτό και ο καπετάνιος φρόντιζε να διορίζει κολτζήδες ξένους για να μην πιάνουν ρίζες στα μέρη και δημιουργήσουν δύναμη ικανή να τους αντισταθεί. Πολλές φορές, μάλιστα, τους χρησιμοποιούσαν και οι προύχοντες, στην πάλη τους ενάντια στον καπετάνιο. Μα καθώς περνούσαν τα χρόνια ο θεσμός του ξένου κολτζή καταργείται. Οι απαιτήσεις των ντόπιων παλικαριών για να μπουν στις επικερδείς αυτές θέσεις, υποχρεώνουν τον καπετάνιο να διορίζει τους έμπιστους του.

Δίπλα στον καπετάνιο υπάρχει το πρωτοπαλίκαρο ή ο υπαρχηγός, όπως θα λέγαμε. Η θέση αυτή είναι η σημαντικότερη μετά του καπετάνιου. Και μια που το πρωτοπαλίκαρο διαλέγεται από τις φυσικές του ικανότητες και δε διορίζεται όπως ο καπετάνιος, είναι φυσικό να φιλοδοξεί να του πάρει την εξουσία, όταν έχει πάνω του ανίκανο καπετάνιο. Για τους ίδιους λόγους που διάλεγαν από ξένους τόπους τους κολτζήδες, διάλεγαν και τα πρωτοπαλίκαρα από περιοχή έξω από το αρματολίκι. Και για το πρωτοπαλίκαρο θα διατηρηθεί αυτό το έθιμο μέχρι την επανάσταση. Είναι κοντά στον καπετάνιο και γι' αυτό ο καπετάνιος φοβάται τα ένοπλα πρωτοπαλίκαρα. Ο Στουρνάρας —γιατί απ’ αυτόν έχουμε όλα τα στοιχεία σχετικά με το αρματολίκι— μιλώντας κάποτε στον Κασομούλη για την εξουσία του, λέει ότι αυτή είναι τσορβάς και μάλιστα πολύ γλυκός και κανένας δεν τον αφήνει άμα πιάσει την κουτάλα.

Στην αρχή και τα παλικάρια που αποτελούσαν τις ομάδες που χρησιμοποιούσαν οι καπετάνιοι ήσαν ξενοτοπίτες. Ο καπετάνιος ήθελε να μην έχουν κανέναν άλλο δεσμό με τον τόπο, εκτός από το δεσμό της ομάδας. Μα κι αυτό δεν κράτησε πολύ. Τα παλικάρια που ήρθαν από ξένα μέρη παντρεύτηκαν ντόπιες και έτσι δέθηκαν με τον τόπο. Τα προνόμια του αρματολού ήσαν τέτοια, που ίο κάθε παλικάρι τα γύρευε και για τα παιδιά του. Και το επάγγελμα του παλικαριού της αρματολίτικης ομάδας, γινόταν κι αυτό κληρονομικό.

Η τέτοια όμως εξέλιξη του αρματολικιού οδηγεί στη δημιουργία μιας κληρονομικής κόστας που κάνει επάγγελμά της το όπλο. Η κάστα αυτή για να διαφυλάξει τα προνόμιά της, συσπειρώνεται γύρω από τον καπετάνιο και το σόι του, που με τα λεφτά και την περιουσία του εξασφαλίζει τη διαδοχή στη δική του φαμελιά.

Οι «τρεις σκάλες» του αρματολικιού

Η ομάδα των αρματολών είχε και την ιεραρχία της. Εκτός από τον καπετάνιο και τους κολτζήδες του, τα παλικάρια μιας αρματολίτικης ομάδας χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες, σε τρεις «σκάλες» όπως τις λέει ο Κασομούλης. Κριτήριο του χωρισμού των αρματολών σε κατηγορίες στεκότανε η γνώμη του καπετάνιου και των στενών του συμβούλων.

Το έθιμο της επιλογής των καλύτερων κρατούσε από τις παλιές παραδόσεις της ένοπλης φάρας. Στον πόλεμο τα λάφυρα μοιράζονταν εξίσου, αλλά έβγαζαν κάτι πιο πάνω στους αρχηγούς και στα καλύτερα παλικάρια. Τότε όμως το κριτήριο ήταν η πρακτική δράση του παλικαριού. Σε μια ειρηνική όμως ζωή, το κριτήριο δεν μπορούσε να είναι άλλο από την αφοσίωση του παλικαριού στον καπετάνιο. Ο Καπετάνιος είχε απόλυτη κρίση πάνω σ’ αυτό το ζήτημα.

Την πρώτη κατηγορία, «Α σκάλα» κατά τον Κασομούλη, την αποτελούσαν οι παλιότεροι και οι πιο έμπειροι αρματολοί που έδειξαν αφοσίωση στον καπετάνιο κι αποτελούσαν την ειδική προσωπική ακολουθία του. Μόνο αυτοί είχαν το δικαίωμα να κάθονται μαζί του, να μιλάνε, να λένε τη γνώμη τους για τα διάφορα ζητήματα. Κανένας άλλος.

Τη δεύτερη σκάλα την αποτελούσαν παλικάρια, που ξεχώριζαν από τους άλλους για την αφοσίωσή τους στον καπετάνιο και που συγκροτούσαν το στρώμα από το οποίο στρατολογούσαν για την πρώτη κατηγορία.

Την τρίτη κατηγορία την αποτελούσε η μεγάλη μάζα των μαχητών που μήτε στη γενική συνέλευση της ομάδας δεν είχαν δικαίωμα να σταθούν κοντά στον καπετάνιο. Παρόλο που αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία της ομάδας ήσαν εντελώς παραμελημένοι.
Μοναστήρι, κάπου στην Πίνδο, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (λιθογραφία του Haubart - συλλογή Δ. Κόκκινου).
Στο τέλος του χρόνου έπρεπε να γίνει η γενική συνέλευση των παλικαριών. Μαζεύονταν όλοι σχεδόν σ’ ένα ορεινό μέρος και κει υποτίθεται ότι συζητούσαν όλα τα ζητήματα που ενδιέφεραν την ομάδα (είναι κι αυτό ένα από τα κατάλοιπα της παλιάς στρατιωτικής δημοκρατίας). Μα η συνέλευση αυτή είχε εκφυλιστεί σε μια χωρίς περιεχόμενο συγκέντρωση. Κανένα από τα παλικάρια δε μιλούσε. Και όλοι ενδιαφέρονταν μόνο να μάθουν ποιούς προβίβασε ο καπετάνιος. Τα παλικάρια της πρώτης σκάλας έκαναν τις υποδείξεις για εκείνους που έπρεπε να προβιβαστούν και ο καπετάνιος τους επικύρωνε. Οι προβιβασμοί ήσαν ελάχιστοι. Ο Κασομούλης, από τον οποίο αντλούμε και όλα τα στοιχεία, τονίζει:

«Φυλαττομένη η αρχαιότητα τοιουτοτρόπως οι της πρώτης σκάλας επρότειναν το δίκαιον του προβιβασμού και ο καπετάνιος επροβίβαζε από κάθε καιρόν τρεις-τέσσερεις από την Γ' εις την Β' και από την Β' έως την A' σκάλαν».

Για να διοριστεί κανένας καπετάνιος στα κολιά ή για να πάρει μια οποιαδήποτε θέση, έπρεπε να ανήκει στην Α' κατηγορία. Γι' αυτό και οι προβιβασμοί ήταν το κυριότερο που απασχολούσε τους άντρες. Ο Κασομούλης που έτυχε σε μια τέτοια συνέλευση λέει ότι τίποτα άλλο δε συγκινούσε τα παλικάρια.

Μόνο ενδιαφέρον η άνοδος στην ιεραρχία

Στη συνέλευση ο καπετάνιος έδινε και τα υπόλοιπα —αφαιρουμένων των εξόδων— του μισθού στους άντρες. Οι μισθοί όμως φαίνεται να είναι ασήμαντο πράγμα γιατί κανένας δεν έδινε ενδιαφέρον σ’ αυτούς. Ο Κασομούλης μάλιστα λέει ότι είχε χρόνια να γίνει συνέλευση και ο απολογισμός των μισθών που παρακολούθησε, ήταν για όλα εκείνα τα χρόνια, μα κανένας δεν έδωσε σημασία. Τα υπόλοιπα που τους μοίρασε ο καπετάνιος ήσαν ελάχιστα και ανάξια λόγου.

Καμιά άλλη συζήτηση δεν αναφέρει ο Κασομούλης. Και δεν πρέπει νάγινε. Η συνέλευση της ομάδας είχε εκφυλιστεί σε καθαρούς τύπους. Από τη στιγμή που κριτήριο στην επιλογή έγινε όχι η πολεμική αρετή, αλλά η αφοσίωση στον καπετάνιο, δεν ήταν δυνατό να βρεθεί κανένας για να του αντιμιλήσει ή να του φέρει αντίρρηση. Όλοι οι αρματολοί ενδιαφέρονταν για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του.

Ο Κασομούλης λέει ότι η δύναμη του Στουρνάρα συνολικά ανέβαινε στους 600 άντρες. Σε περίοδο πολέμου όμως στρατολογούσε και άλλους. Ανάλογη πρέπει να είναι και η δύναμη των άλλων αρματολών.

Ο καπετάνιος δίκαζε με το άγραφο εθιμικό δίκαιο. Και γενικά η ζωή σε κείνα τα μέρη κανονίζονταν με τις παραδόσεις και τα έθιμα που έφταναν από την εποχή του γενοφυλετικού καθεστώτος. Γνώμονάς του πάντως ήταν το συμφέρον των ισχυρών. Μια και* δεν υπήρχε κανένας φραγμός στην κρίση του, είναι φανερό πως ήταν σύμφωνη με τα προσωπικά του συμφέροντα.

Οι κολτζήδες στα χωριά που έμεναν είχαν αναλάβει τόσο την ασφάλεια από ενδεχόμενη επίθεση, όσο και την εξυπηρέτηση των χωριών από αγροφυλακή μέχρι και τις δουλειές του ποδαριού.

Στο αρματολίκι όμως δεν ήσαν αυτοί οι μόνοι οπλισμένοι. Καθένας μπορούσε να κρατάει όπλο, αρκεί να το εξασφάλιζε. Και οι προύχοντες πέρα από τους αρματολούς κρατούσαν και δικές τους προσωπικές φρουρές-μπράβους.

Όμως αρκετά μιλήσαμε για τις λειτουργικές δομές του αρματολικιού και καιρός να επιστρέφουμε στα χρόνια που ο Αλή Τεπελενλής, σαν πασάς των Τρικάλων, οργανώνει την εξουσία του.

Στα χρόνια αυτά θ’ αλλάξει ριζικά το καθεστώς των αρματολικιών, που άλλωστε είχε γίνει πια ανυπόφορο για τους χωρικούς (με τις ληστείες και τους υπέρογκους κι ανεξέλεγκτους φόρους). Και η τελική υποταγή των αρματολών στον Αλή, θα οδηγήσει στη διαμόρφωση εκείνου του τύπου αρματολικιού, που συναντάμε κατά την περίοδο της Επανάστασης του 21, για τον οποίο υπάρχουν τόσες ιστορικές πληροφορίες (αντίθετα με τα προγενέστερα χρόνια).

Με τον Αλή Πασά κατά αγάδων και μπέηδων

Στη διάρκεια του 18ου αιώνα, δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις που οι Τούρκοι επιχείρησαν να πετύχουν —χωρίς αποτέλεσμα— έναν ολοκληρωτικό έλεγχο πάνω στους αρματολούς. Οι τελευταίοι κατόρθωναν να διατηρούν μια ουσιαστική αυτονομία, γεγονός στο οποίο συντελούσε και η επαφή τους με τα βενετοκρατούμενα ακόμα (παρ’ όλη τη νίκη των Τούρκων στους τουρκοβενετσιάνικους πολέμους) λιμάνια των ακτών της Ηπείρου, κι ιδιαίτερα της Πρέβεζας, της Πάργας, του Βουθρωτού και της Βόνιτσας. Ανάλογη ήταν και η αυτονομία που κατόρθωναν να διατηρούν κι οι Σουλιώτες.

Κατά τα περίφημα «Ορλοφικά» του 1770 (την εξέγερση κατά των Τούρκων), οι αρματολοί κι οι Σουλιώτες τάχτηκαν γενικά κατά της οθωμανικής εξουσίας, αλλά δε συμμετείχαν ενεργά στα γεγονότα. Μόνον οι Γριβαίοι αντιστάθηκαν στα αρβανίτικα φουσάτα που κατέβαιναν στο Μόριά για να πνίξουν την εξέγερση. Οι υπόλοιπες αρματολικές ομάδες ασχολήθηκαν κυρίως με ληστρικές επιδρομές στον κάμπο της Θεσσαλίας, που γνώρισε τότε τρομερές δοκιμασίες...

Μετά την καταστολή της ορλοφικής εξέγερσης, οι Τουρκαρβανίτες της Πελοποννήσου διώκονται βίαια από εκεί, με εντολή του σουλτάνου. Αυτοί, στην πορεία τους, περνούν από τη Θεσσαλία, την οποία κυριολεκτικά λεηλατούν, συμπληρώνοντας το καταστροφικό έργο των αρματολών. Ταυτόχρονα... δεν υστερούν σε καταστροφικό έργο και οι περίφημοι μπέηδες και αγάδες της περιοχής.
Γκραβούρα, με το Αργυρόκαστρο στα 1800. Η πόλη αυτή αποτέλεσε μια από τις κύριες εστίες οικονομικής άνθισης, στα χρόνια του Αλή Πασά.
Χωρίς να επανέλθουμε στη θετική παρέμβαση του Αλή Τεπέλενλή, που επανέφερε την πολυπόθητη τάξη στη Θεσσαλία, σημειώνουμε ότι αυτός χρησιμοποίησε κυρίως τους αρματολούς, για να συντρίψει τους Τούρκους μπέηδες και αγάδες, καθώς και τα ληστρικά αποσπάσματα των Τουρκαρβανιτών.

Ο Αλή, η αστική τάξη και η συντριβή των αρματολών

Στη συνέχεια, αφού κατοχυρώθηκε σαν εξουσία, στράφηκε πια και κατά των πρώην «συμμάχων» του, που δεν εννοούσαν φυσικά να υποταχτούν σε κάποια έννομη κρατική τάξη...

Το χτύπημα των αρματολών εντάσσεται στη γενικότερη πολιτική του σουλτάνου Σελίμ Γ', που είχε σαν στόχο της την κατάργηση του καθεστώτος των αυτόνομων περιοχών και την ενίσχυση της κεντρικής αυτοκρατορικής εξουσίας. Η πολιτική αυτή εξυπηρετούσε, προσωρινά έστω, και τα σχέδια του Αλή, που φυσικά ενδιαφερόταν να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία του δικού του κράτους.

Ακόμα, συμπληρώνουμε, η συντριβή των αρματολών αποτελούσε και απαίτηση της ανερχόμενης ελληνικής αστικής τάξης των Ιώαννίνων, που —όπως ήδη έχουμε αναφέρει— ενδιαφερόταν για σίγουρους εμπορικούς δρόμους και αντικειμενικά βρισκόταν στο πλευρό του Αλή.

Βέβαια, ο Αλής γνώριζε ότι η ολοκληρωτική υποταγή των αρματολών ήταν πράγμα πολύ δύσκολο, μια και ο ίδιος δε διέθετε στρατό ικανό για μια τέτοια επιχείρηση. Στρατός του —φυσιολογικά— ήταν οι άσπονδοι εχθροί του μπέηδες και αγάδες, καθώς και οι ίδιοι οι... αρματολοί, που τώρα έπρεπε να πολεμήσει.

Τελικά, μεθόδευσε με αριστοτεχνικό τρόπο την επιχείρησή του κατά των αρματολών. Μια επιχείρηση που πέρασε από δυο μεγάλες φάσεις. Την πρώτη φάση (που φτάνει μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα) θα παρακολουθήσουμε σε τούτο το τεύχος.

Διαιρεί και βασίλευε...

Εκείνα τα χρόνια, πιο ισχυρός αρματολός της περιοχής του Ολύμπου ήταν ο περίφημος Τσάρας, γνωστός για την αγριότητα και την εκδικητικότητά του.

Ο Τσάρας, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε το αρματολίκι, ήρθε σε σύγκρουση με τον κολτζή του, το Βλαχοθόδωρο. Την έχθρα τους θα την εκμεταλλευτεί ο Αλή Πασάς, για το τσάκισμα των αρματολών του Ολύμπου, τους οποίους, κάτω από την πίεση των καταστάσεων, είχε αναγκαστεί να αναγνωρίσει.

Διωγμένοι από το γιο του Μουχτάρ από τα αρματολίκια τους και εξασφαλισμένοι από τη μεριά της θάλασσας με το στόλο του Λάμπρου Κατσώνη (ενόσω διαρκούσαν ακόμα τα ορλοφικά) οι αρματολοί του Ολύμπου, λυμαίνονταν, με πειρατικές επιδρομές τα παράλια Θεσσαλίας και Μακεδονίας, ερήμωναν και κατέστρεφαν τα χωριά, για να αναγκάσουν τους προεστούς και τους Τούρκους να τους ξαναδώσουν τα αρματολίκια. Ο Αλή Πασάς, βλέποντας ότι δεν μπορούσε να τους συντρίψει, εφόσον ο Λ. Κατσώνης κρατούσε τη θάλασσα, τους αναγνώρισε πάλι αρματολούς με μεγάλες υποσχέσεις, κι αυτοί έσπευσαν να πιάσουν τα αρματολίκια τους. Μα ο Αλής, από τη μια παραχωρούσε προνόμια και εύνοιες στους αρματολούς κι από την άλλη έκανε τα πάντα για να τους διασπάσει και σε συνέχεια να τους συντρίψει. Εκμεταλλευόμενος την έχθρα των Τσάρα και Βλαχοθόδωρου βάζει σ’ εφαρμογή και εδώ το δόλο και την απάτη. Αν ο Τσάρας, ο ξακουστός, εξολοθρευόταν, θα διασπούσε τους αρματολούς, σε δυο φατρίες και η συντριβή τους θάταν βέβαιη. Όργανό του, λοιπόν, γίνεται ο Βλαχοθόδωρος, που του θερμαίνει τις φιλοδοξίες και συνδαυλίζει το μίσος.

Ο Βλαχοθόδωρος οργάνωσε καλά το σχέδιο. Δημιουργεί μια πιστή ομάδα αρματολών που θα αντιστεκόταν σε επίθεση του Τσάρα. Κάνει πως ξεχνάει το μίσος του για το αρματολίκι και τον πλησιάζει, για να κάνει καλύτερα τη δουλειά του. Όταν καταλαβαίνει ότι ήρθε η ώρα, χτυπάει τον Τσάρα (στα 1790) μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του και δείχνει, στα λίγα παλικάρια που τον συνόδευαν, το διορισμό, που του είχε στείλει ο Αλής πολύ πριν τη δολοφονία. Τα παλικάρια βλέπουν πως έχουν να κάνουν πλέον με τον Αλή Πασά και υποτάσσονται. Ο Βλαχοθόδωρος πήρε το αρματολίκι. Οι Τσαραίοι πρέπει να ξαναβγούν στο κλαρί, αλλά η εποχή δε σήκωνε κινήματα. Λίγοι οπαδοί ακολούθησαν τα ανήλικα παιδιά του Τσάρα, Νίκο και Κώστα και έγιναν κλέφτες, χωρίς μεγάλη όμως δύναμη.

Ο μπαμπέσικος φόνος του Τσάρα, που ήταν και αδελφοποιτός του Βλαχοθόδωρου, ξεσήκωσε όλους τους αρματολούς του Ολύμπου (Λαζαίοι, Συραίοι κ.ά.). Υποστηρίζοντας τα παιδιά του Τσάρα όλοι συμφωνούσαν ότι έπρεπε ο Βλαχοθόδωρος να εξοντωθεί. Ο διορισμός όμως του Βλαχοθόδωρου και η διαμάχη του με τους Τσαραίους προωθούσε όλο και περισσότερο τους Αρβανίτες ντερβενατζήδες στα αρματολίκια του Ολύμπου. Ο Αλής έδενε όλο και περισσότερο το Βλαχοθόδωρο, που τελικά τον μετέτρεψε σε απλό όργανο της δικής του πολιτικής. Το αρματολίκι του Ολύμπου το κουμαντάριζε πια ο ίδιος ο Αλής. Παράλληλα υποσχόταν να δώσει το αρματολίκι στους Τσαραίους αν σκότωναν το Βλαχοθόδωρο.

Αρματολοί κατά κλεφτών...

Ο Αλής δε γύρεψε να εξαφανίσει τους αρματολούς. Θέλησε να τους αφαιρέσει όλα τα γνωρίσματα που τους συγκροτούσαν και να τους καταστήσει υπαλλήλους του κράτους του, όπου μόνο η δική του θέληση θα επιβάλλεται. Για να το πετύχει αυτό έπρεπε να φάει όλους τους μεγάλους καπεταναίους κι αυτούς που πίστευαν ότι με το σπαθί τους κρατούσαν τη θέση τους. Έστρεφε, λοιπόν, τον ένα κατά του άλλου, βοηθούσε και τους δυο και δεν άφηνε κανένα να δυναμώνει πιο πολύ από ό,τι τον βόλευε.

Ευκαιρία για την προώθηση του έργου του ο Αλής, βρήκε τη δίωξη της κελφτουργιάς, μια και σε όλο τον άλλο ελλαδικό χώρο, εκτός από το Μόριά, οι συνέπειες του κινήματος του 1770, δεν είχαν ξεπεραστεί. Η κλεφτουργιά είχε μεγάλες διαστάσεις και οι αρματολοί έκαναν τα πάντα για τη διατήρησή τους, μια και η αναρχία εξακολουθούσε, κι αυτοί ενδιαφέρονταν για να κρατούν τ’ αρματολίκια τους. Ο Αλής είχε κάνει χρόνια στο κλαρί και γνώριζε τα στέκια και τα στηρίγματά τους. Ήξερε επίσης ότι οι αρματολοί, παρ’ ότι είχαν γίνει πια υπάλληλοι του κράτους του, υποστήριζαν τους κλέφτες. Οι αρματολοί δεν μπορούσαν ν’ αρνηθούν τη βοήθεια που γύρεψε ο Αλής για την καταστροφή της κλεφτουριάς, γιατί θα τους κήρυττε κι αυτούς αντάρτες και θα έχαναν τα αρματολίκια τους.

Ο Στουρνάρας στον Κασομούλη (τόμ. Α' σελ. 314-5) το τονίζει με μεγάλη ειλικρίνεια:

«Ο πατήρ μου ήτον γενναίος άνθρωπος και ενσυνείδητος. Ο Αλή πασάς εδυνάμωνεν, δεν ημπορούσε πλέον να υποθάλπει την κλεψιάν. Τους επολέμησεν λοιπόν ο πατήρ μου τους κλέφτες, τους εξώντωσε, πλην απέκτησε πολλούς εχθρούς. Ευρεθείς αναμεταξύ Αλή πασά και φίλων παλαιών κλεφτών δεν ημπορούσε να φερθή αλλέως».

Στην περίοδο από το 1770 μέχρι που αρχίζει η δίωξη της κλεφτουργιάς από τον Αλή, οι αρματολοί και οι κλέφτες τα πήγαιναν μια χαρά. Γι’ αυτό ο Στουρνάρας μιλάει για «παλαιούς φίλους». Ο Αλής συνεχίζει τη μέθοδο του Βλαχοθόδωρου και την πίεση της εξόντωσης της κλεφτουργιάς από τους αρματολούς. Πρέπει να τσακιστούν οι μεγάλοι καπεταναίοι. Κι αυτό θα το πετύχει με το να ενισχύει το αλληλοφάγωμα, το μίσος μεταξύ των διαφόρων καπεταναίων, αρματολικιών και κλεφτών. Και φυσικά πάντα έχει έτοιμα από πριν τα μπουγιουρντιά των διορισμών καινούργιων.
Το Τεπελένι με το ανάκτορό του, σε σχεδίασμα εποχής. Από εκεί ξεκίνησε Αλής τη θυελλώδη καριέρα του.
Μετά τον Τσάρα, άλλος ονομαστός αρματολός, ο Αάπας, τσακίζεται από προεστούς του Ασπροπόταμου και Αρβανίτες του Αλή. Ακολουθούν οι αδελφοί Σταθαίοι, Γιάννης και Βασίλης, από τις παλιότερες αρματολίτικες οικογένειες, που δε γλύτωσαν, και οι φυλάγονταν. Ο Αλής εφάρμοσε γι’ αυτούς τη γνωστή μέθοδο. Το Γιάννη σκότωσε ο φίλος του Αλήμπεης, από το Βραχώρι (Αγρίνι), στη Βλίχα, όπου τον περίμενε να ξεμπαρκάρει, από την Ιθάκη. Την ίδια εποχή σκότωσαν και το Βασίλη στην Αμβρακία. Στο αρματολίκι, ο Αλής, διόρισε ένα σκοτεινό άνθρωπο, τον Καραϊσκο, που έγινε πιστό όργανό του και ξέκαμε πολλούς αρματολούς και κλέφτες, πότε με ντουφέκι και πότε με δηλητήριο.

Οι Γριβαίοι μόλις έμαθαν το κακό των Σταθαίων, πέρασαν στα Εφτάνησα, αφήνοντας στο πόστο τους το γαμπρό τους Κατσικογιάννη. Ο Αλής τον διέταξε να κλείσει τα σύνορα προς τη Λευκάδα, και επειδή δεν εκτέλεσε τη διαταγή, έβαλε τον αδελφοποιτό του Κατσικογιάννη και τον δολοφόνησε. Το αρματολίκι του Ξηρόμερου χήρεψε. Μετά από πολλά χρόνια ο Αλής θα το δώσει του Τσόγκα, που θα προσκυνήσει και οι Γριβαίοι θα τον παρακαλάνε να το ξαναδώσει σ’ αυτούς.

Κστσαντωναίοι: το κύκνειο άσμα της κλεφτουργιάς

Ο Αλής εξακολουθεί την τακτική της αλληλοεξόντωσης. Οι πιο ακουσμένοι αρματολοί ή στριμώχνονται στα βουνά ή περνάνε στα Εφτάνησα, απ’ όπου με ομάδες ενοχλούν χωριά και προύχοντες, για να ξαναπάρουν τα πόστα τους. Μα η εποχή αυτή δεν είναι σαν την εποχή του 1770. Ο Αλής έχει γερό ατού στα χέρια του, τώρα, πούχει κερδίσει με το μέρος του τη φτωχή αγροτιά. Η μείωση των φόρων, η δύναμη του Αλή, η βεβαιότητα πως έχουν τώρα προστάτη, το σταμάτημα της αναρχίας, έχει δημιουργήσει την εντύπωση στον πολύ λαό ότι ησύχασε πια. Οι κλέφτες μένουν ακάλυπτοι, χωρίς στήριγμα, αφού οι αρματολοί, που διορίζονται από τον Αλή, εκτελούν πιστά τις εντολές του ανθρώπου που τους έδωσε εξουσία. Από το 1790 και μετά αρχίζει για την κλεφτουργιά η κατιούσα, που οδηγεί στην πλήρη, σχεδόν, καταστροφή της. Τελευταία αναλαμπή της είναι οι Κατσαντωναίοι, οι πιο θρυλικοί κλέφτες, που έχουν πολλά στοιχεία της αλλαγής, που επέρχεται στη νοοτροπία των φυγάδων, αρματολών και κλεφτών.

Παρόλο που ο Αλής σκότωσε πολλούς μεγάλους αρματολούς, δεν μπόρεσε να αποχτήσει πλήρη έλεγχο. Ακουσμένοι αρματολοί, (Κοντογιανναίοι, Λαζαίοι κ.ά.) κρατούν ακόμη τα αρματολίκια τους και, ξέροντας ότι πάνω από τα κεφάλια τους κρέμεται η δαμόκλεια σπάθη του Αλή, φυλάγονται καλύτερα από τους κλέφτες. Και η τακτική αλληλοεξόντωσης του Αλή, έχει κάμει τις αρματολίτικες οικογένειες να μισούνται μεταξύ τους και να απομονώνονται κάθε μέρα και πιο πολύ. Ο Αλής φροντίζει να φουντώνουν οι φαγωμάρες, αποκαλύπτοντας στους αντιπάλους, τα σχέδια των δολοφόνων, που ο ίδιος επλήρωνε για να σκοτώνουν. Για κοινή δράση, έτσι, είναι αδύνατο να συνεννοηθούν, γιατί μεταξύ τους η εμπιστοσύνη έχει κλονιστεί.

Γύρω στα 1795 πιάνεται και ο περίφημος Ανδρίτσος, πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου, συμπολεμιστής του Κατσώνη. Οι Βενετσάνοι τον παρέδωσαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετά λίγα χρόνια θανατώθηκε με φριχτά βασανιστήρια.

Από άτακτοι, στρατιώτες του Αλή

Αυτή είναι, με λίγα λόγια, η κατάσταση κλεφτών και αρματολών, σ’ όλη την ελλαδική περιοχή, εκτός από το Μόριά. Αυτό που έπαθαν οι κλέφτες του Μόριά στα 1779-80 το έπαθαν, μια δεκαετία αργότερα και οι άλλοι. Και στις δυο περιπτώσεις, βάση της εξόντωσής τους στάθηκε η καλυτέρευση των συνθηκών ζωής της φτωχής αγροτιάς. Το τέλος του 18ου αι., με τις τόσο βαθιές οικονομικο-κοινωνικο-πολιτικές αλλαγές, βρίσκει την κλεφτουργιά σε τρομερή κρίση, από την οποία δε θα ξεφύγει, και τους αρματολούς να μετατρέπονται σε απλά όργανα διοίκησης του Αλή Πασά. Αυτοί και πολλοί κλέφτες, που προσκύνησαν, θα φτιάξουν, μαζί με τους Αρβανίτες του Αλή, τη στρατιωτική δύναμη, που θα εκτελέσει τα πιο τολμηρά (ή αποτρόπαια) σχέδια του Αλή Πασά. Σχέδια, που δεν μπορούν να καταλάβουν, ότι στρέφονται κατ’ αυτών των ίδιων.

Η μέθοδος του Αλή, για την εξόντωση των πιο ισχυρών παραγόντων, είναι γενικός κανόνας της τουρκικής πολιτικής. Εφαρμόστηκε και στο Μόριά, με επιτυχία, όπου όμως δεν υπήρχαν αρματολοί, αλλά μεγάλοι κάποι. Για τις εξελίξεις όμως στο Μόριά —στα χρόνια εκείνα— θα μιλήσουμε άλλοτε.
Τότε... Τεύχος Νο 10 Αθήνα 1984


from anemourion https://ift.tt/snmg0Gd
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.
-->