-->

ΕΝΑ ΓΝΗΣΙΟ ΤΖΙΝ, ΚΥΡΙΕ ΛΟΟΥΡΥ

Μου φαίνεται ότι όλα έχουν ειπωθεί για το αιθυλικό δράμα που έκανε άνω-κάτω τη ζωή του συγγραφέα τού «Κάτω από το ηφαίστειο». Βιογράφοι και σχολιαστές έδωσαν κάποια κλειδιά για να εισχωρήσουμε στις «dense selva» του, το πυκνό δάσος του κόσμου του. Κι ο ίδιος ο Λόουρυ μας πληροφορεί στο «Διασχίζοντας τον Παναμά» ότι «ό,τι έχει ειπωθεί σχετικά με το ποτό είναι παράλογο». Κι όμως είναι τέτοια η μοναδικότητα αυτής της εμπειρίας που αξίζει να σταματήσουμε - ακόμα και σύντομα και αποσπασματικά - σε μερικές από τις φλέγόμενες εικόνες που σημειώνουν τους σταθμούς σ’ αυτήν την πορεία προς τον Γολγοθά· σ’ αυτήν χρωστάμε ένα από τα σπουδαιότερα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας.
Και πώς να μην αρχίσει κανείς από το θάνατο που τον βρήκε στις 27 Ιουνίου του 1957, σε ηλικία 48 ετών, σ’ ένα μικρό χωριό του Σάσσεξ. Με αφορμή το θάνατο αυτό, η τοπική εφημερίδα θα έχει για τίτλο στο πρωτοσέλιδο «Για ένα μπουκάλι, Τζιν»... Εκείνη την εποχή, η γυναίκα τού Λόουρυ, Μάρτζερι, δεν του επέτρεπε παρά μια μικρή μπύρα στην παμπ της γωνίας, λες και θα μπορούσε έτσι να σταθεί φράγμα στο κύμα του ολοκληρωτικού φυσικού αφανισμού που παρέσυρε τον Λόουρυ. Εκείνο όμως το
βράδι ο Μάλκολμ σήκωσε κεφάλι κι αγόρασε ένα μπουκάλι απ’ το αγαπημένο του ποτό. Ο καυγάς που ακολούθησε ήταν τόσο βίαιος που το μπουκάλι έγινε χίλια κομμάτια και το πολύτιμο υγρό χάθηκε για πάντα.
Ο Μάλκολμ τότε θύμωσε τόσο που η Μάρτζερι το έσκασε και βρήκε καταφύγιο, για μια νύχτα, στο σπίτι του ιδιοκτήτη της παμπ. Όταν επέστρεψε την άλλη μέρα, βρήκε το πτώμα του άντρα της, ο οποίος, μια και δεν είχε τζιν, κατάπιε 50 υπνωτικά χάπια. «Θάνατος από ατύχημα», είχε συμπεράνει κατά παράδοξο τρόπο ο ανακριτής, αλλά ποιος θα μπορούσε σήμερα να αμφισβητήσει το γεγονός ότι επρόκειτο για αυτοκτονία; Μήπως δεν είχε προσπαθήσει επανειλημμένα, τους τελευταίους μήνες και χρόνια, να βάλει τέλος στη ζωή του, ωθώντας έτσι ως το τελευταίο της στάδιο τη διαδικασία του ξεπεσμού που είχε ξεκινήσει ήδη από πολύ καιρό;
Στα 16 του χρόνια, ο Λόουρυ έπινε ήδη πολύ. Όλες οι μαρτυρίες το επιβεβαιώνουν. Και μπορεί κανείς να τις ξαναδιαβάσει στη βιογραφία του Ντάγκλας Νταίυ. Θα παραθέσω εδώ μια μόνο φράση του Κόνραντ Κνίκερμπόκερ, που κατά τη γνώμη μου αποτελεί ένα από τα καλύτερα πορτρέτα του συγγραφέα: «Αμετανόητος μέθυσος, αποκληρωμένος κληρονόμος, εξόριστος, στο περιθώριο της κοινωνίας, ναυτικός νοσταλγός της θάλασσας, συνθέτης φοξ-τροτ με το κομμάτι, μουσικός που έπαιζε γιουκαλίλι, σταλμένος στις αποικίες με οικονομική ενίσχυση του πατέρα του, συφιλιδόφοβος, αυνανιζόμενος ποιητής, δημιουργός μύθων και Φάουστ, όλ’ αυτά μαζί». Όλο το πεπρωμένο του Μάλκολμ Λόουρυ βρίσκεται σ’ αυτά τα λόγια. Για την ιστορία, ας παραθέσουμε απλώς, τον επιτάφιο που έγραψε για τον εαυτό του: «Τη νύχτα ζούσε, τη μέρα έπινε και πέθανε παίζοντας γιουκαλίλι».
Το 1933, την εποχή του πρώτου του γάμου με τη Γιαν Γκάμπριελ που έμεινε αθάνατη μέσα απ’ το πρόσωπο της Υβόν στο «Κάτω από το ηφαίστειο», ο Μάλκολμ είναι ήδη δέσμιος του οινοπνεύματος. Άλλωστε το ποτό δεν είναι άσχετο με τα προβλήματα που πολύ σύντομα θα αντιμετωπίσει το ζευγάρι (κυρίως σεξουαλικά) και στα οποία θα υποκύψει το 1936 κατά τη διάρκεια του φοβερού ταξιδιού στο Μεξικό, χώρα των δυνάμεων του σκότους, χώρα του καταχθόνιου Ηφαιστείου. Έχει επίσης ειπωθεί ότι τη μέρα του γάμου του στο Παρίσι, ο Λόουρυ έφτασε τύφλα στο μεθύσι στο δημαρχείο. Εκείνη περίπου την εποχή - βρισκόμαστε στο Δεκέμβρη του ’33 - ο Τζέιμς Στερν ένας Ιρλανδός συγγραφέας συναντά για πρώτη φορά τον Μάλκολμ Λόουρυ, σ’ ένα μπιστρό φυσικά, να κείτεται στη γη, με την κιθάρα πάνω στην κοιλιά του.
Δύο χρόνια αργότερα - ήταν μόνο 26 χρονών - σημαίνει η ώρα της πρώτης θεραπείας αποτοξίνωσης, στο νοσοκομείο Bellevue της Νέας Υόρκης, όπου ο Λόουρυ πήγε να συναντήσει τον διευθυντή και φίλο του, τον Αμερικανό ποιητή Conrad Aiken. Στον ψυχίατρο που ασχολείται μαζί του, ο Μάλκολμ δηλώνει χωρίς περιστροφές ότι του αρέσει να είναι αλκοολικός και ότι παραδίνεται από προμελέτη στο ποτό. Πραγματικά -η συνέχεια της ζωής του και του έργου του το αποδεικνύουν περίτρανα -, το αλκοόλ ξυπνούσε πάντα μέσα του ένα μίγμα θαυμασμού και τρόμου. Απ’ αυτή την πρώτη θεραπεία αποτοξίνωσης γεννήθηκε το «Lunar Caustic», η «θεία μεθυσμένη κωμωδία», όπου το νοσοκομείο μετατρέπεται σ’ ένα είδος καθαρτηρίου αλληγορικής μορφής. Ανακαλύπτουμε ότι η θεραπεία παραμένει αδύνατη. Ο Μπιλ Πλανταζενέ, ο ήρωας, βρίσκει ένα μπουκάλι μόλις βγαίνει απ’ το νοσοκομείο- αρνούμενος στην αρχή τον πειρασμό δεν θα αντισταθεί τελικά καθόλου. Το αποκορύφωμα της δυστυχίας: η υποτροπή θα γίνει μέσα σε μια εκκλησία όπου φαίνεται πως κατέφυγε για να βρει κάποια απίθανη βοήθεια.
Ακολούθησε λοιπόν το Μεξικό, πρώτα με τη Γιαν κι ύστερα με την Μάρτζερι, από το 1940 και μετά, η φαινομενική γαλήνη κατά την εδεμική σχεδόν διαμονή στις ακτές του Ειρηνικού, στο Ντόλαρτον, κοντά στο Βανκούβερ, όπου ο συγγραφέας συνθέτει το σημαντικότερο μέρος των διαφόρων παραλλαγών του «Ηφαιστείου», του βιβλίου που τελικά θα τον κάνει διάσημο με την έκδοσή του το 1947.
Όμως πριν απ’ αυτό, η ψαράδικη καλύβα κάηκε, παρασύροντας μέσα στις φλόγες εκατοντάδες σελίδες των ατέλειωτων ακόμα χειρογράφων. Η κόλαση καταδιώκει τον Λόουρυ: ο κύκλος της αυτοκαταστροφής πυροδοτείται και πάλι...
1948: βρίσκεται στο Παρίσι για να επιβλέψει τη μετάφραση του «Ηφαιστείου» την οποία είχε αρχίσει η Κλάρις Φράνκιλον. Το πρωί, γράφει η Φράνκιλον, ο Μάλκολμ είχε νευρικούς σπασμούς σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπόρεσε να ρουφήξει τα πρώτα ποτήρια της ημέρας. Εκείνη την εποχή προσπαθεί να στραγγαλίσει τη γυναίκα του, Μάρτζερι. Τον βάζουν και πάλι στο νοσοκομείο, στο Βέρνον αυτή τη φορά. «Να πίνει ή να μην πίνει», λέει η Κλάρις Φράνκιλον, αυτό ήταν το πρόβλημα. Έβλεπε κανείς, απ’ τη μια μεριά τον πιο δραστήριο, τον πιο νηφάλιο, τον πιο υγιή άνθρωπο που υπήρξε ποτέ, με ένα σπάνιο φυσικό σφρίγος, με μια ασυνήθιστη δύναμη για δουλειά που μπορούσε να φτάσει μέχρι τον ασκητισμό- κι απ’ την άλλη μεριά, έβλεπες έναν τρελό, ένα μανιακό, βορά των δαιμόνων, παίγνιο στα χέρια των κακοποιών δυνάμεων, που αφήνει να τον διώξουν απ’ τους κήπους του κόσμου, παραπαίοντας στο χείλος των αβύσσων που τους περιτριγυρίζουν.
Και ο Ντέιβιντ Μάρκσον, ένας Αμερικανός συγγραφέας που γνώρισε καλά τον Λόουρυ κατά τη δεκαετία του ’50 προσθέτει ότι ποτέ δεν είδε το φίλο του να μην είναι μεθυσμένος. Από το 1954 δεν μπορούσε πια να ξυριστεί, ούτε ν’ ανάψει το τσιγάρο του, ούτε και να κρατήσει ένα μολύβι για να υπογράψει απλά με τ’ όνομά του. Μια μέρα που ο Μάρκσον και η Μάρτζερι Λόουρυ έκρυψαν όλα τα μπουκάλια με οινοπνευματώδη που βρίσκονταν στο διαμέρισμα, ο Μάλκολμ όντας υποχρεωμένος όλο το απόγευμα να μείνει μόνος του, ξέσπασε, πίνοντας ένα μπουκάλι λοσιόν για μετά το ξύρισμα.
Από κείνη τη στιγμή ο φυσικός και πνευματικός πόνος, που πάντα ήταν παρών, γίνεται ανυπόφορος.
Το 1955 το ζευγάρι είναι στο Λονδίνο και η Μάρτζερι γράφει σ’ ένα γράμμα της στον Ντέιβιντ Μάρκος: «Δεν έχει δημιουργήσει τίποτα, εδώ κι ένα χρόνο, δε μπορεί να γράψει ούτε ένα γράμμα και χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα». Λίγο καιρό αργότερα κάνει στο ψυχιατρείο του Ουίμπλετον οκτώ ηλεκτροσόκ, στα οποία πρέπει να προσθέσουμε και μια θεραπεία με απομορφίνη. Ο Λόουρυ ομολογεί: «Διψούσα τόσο πολύ που ήπια τα ίδια μου τα κάτουρα».
Κι η λογοτεχνία μέσα σε όλα αυτά; Κατά παράδοξο τρόπο - και παρόλο που μοιάζει φοβερά συνηθισμένο - ε! λοιπόν, δεν την εγκαταλείψαμε ούτε λεπτό. Γιατί δε χρειάζεται να πει κανείς ότι για τον Λόουρυ το γράψιμο και το αλκοόλ ήταν σε όλα τα σημεία της διαδρομής του άρρηκτα συνδεδεμένα. Σπρωγμένος από ένα αιώνιο σύμπλεγμα καταστροφής, ο Λόουρυ έκανε τη ζωή του μια αληθινή αλληγορία της λογοτεχνίας, της οποίας η μεταφυσική σημασία αποδεικνύεται από το: «καθετί είναι συμβολικό» - του «Ηφαιστείου».
Η κόλαση, οι δαίμονες του αλκοόλ απαντούν στην ατέρμονη αναζήτηση του χαμένου παραδείσου. Στο ξεκίνημα υπάρχει το Λάθος. Κι αυτό το συναίσθημα ενοχής συνοδεύεται από μια βασανιστική εντύπωση απομόνωσης, θεμελιακής μοναξιάς. Ο Λόουρυ έκανε 10 χρόνια για να γράψει το «Κάτω από το ηφαίστειο» και 10 χρόνια για να το ξεφορτωθεί, για να πεθάνει απ’ αυτό.
Τα βιβλία που ακολούθησαν «Σκοτεινός σαν τον τάφο» και «Ταξιδεύοντας προς το νησί της Γκαμπριόλα», είναι θύματα μιας επανάληψης των έμμονων ιδεών και των φαντασιώσεών του που επέτρεψαν να δημιουργήσει το αριστούργημά του. Βέβαια τα πράγματα είναι πολύ πιο πολύπλοκα - δε μας φτάνει ο χώρος που διαθέτουμε για να το πούμε αυτό - αφού, σύμφωνα με κάποια συσσωρευτική λειτουργία, είναι το κουλούριασμα γύρω από το «Ηφαίστειο» που θα δημιουργήσει ένα πραγματικό έργο φαντασίας που αυτοκαταστρέφεται. Το παρακάτω απόσπασμα από την καταπληκτική νουβέλα «Διασχίζοντας τον Παναμά» θα δώσει μια πιο συγκεκριμένη εικόνα αυτής της δημιουργικής παράνοιας: «Αυτός ο κύριος που έχει τρομώδες παραλήρημα, δεν είμαι εγώ, ειρήσθω εν παρόδω ότι όλα όσα έχουν ειπωθεί σχετικά με το ποτό είναι παράλογα. Έπρεπε ν’ αρχίσω απ’ την αρχή, να μιλήσω για τη σύγκρουση, γι' αυτή την καταλυτική θλίψη που μπορεί να οδηγήσει στη συμμετοχή, στην τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας ή στην αυτογνωσία, στην πειθαρχία. Η σύγκρουση έχει πρωταρχική σημασία. Τζιν με χυμό πορτοκαλιού, να το καλύτερο φάρμακο κατά του αλκοολισμού, του οποίου η πραγματική αιτία είναι η ασχήμια, η αποπροσανατολιστική στειρότητα της ύπαρξης όπως αυτοί μας την πουλάνε. Διαφορετικά θα ήταν απλή και καθαρή λαιμαργία».
Ιδού η λίθος-σκόπελος ελλείψει της φιλοσοφικής λίθου: για τον Λόουρυ, το αλκοόλ ήταν ταυτόχρονα όργανο γνώσης, καβαλιστική τελετουργία και παράγων καταστροφής. Ας θυμηθούμε τη φράση του «Ηφαιστείου» όπου ο Πρόξενος μιλάει για το «αιώνιο μυστήριο». Η διαλυμένη συνείδηση μπορεί να γίνει το προνομιούχο μέσο για να καταφέρει κανείς να φτάσει την ενότητα πριν απ’ το Λάθος;
Σ’ αυτή τη βασική ερώτηση, ο Μάλκολμ Λόουρυ προσπάθησε με όλες του τις δυνάμεις να δώσει έστω και την αρχή μιας απάντησης, εμπιστευόμενος στη γραφή τη φροντίδα της πάλης ενάντια στο χάος της ύπαρξης. Εκεί δε βρίσκεται τελικά το πεπρωμένο των μεγάλων συγγραφέων καθώς και το ίδιο το νόημα της Λογοτεχνίας;
* Γάλλος, γεννήθηκε στο Bayonne το 1944. Συγγραφέας και εκδότης, συνεργάστηκε με τα περιοδικά Nouvelles littéraires, La Quinzaine littéraire, Point. και έγραψε άρθρα στο Magazine littéraire για τις ξένες λογοτεχνίες, ένα πάθος που πάντα ήταν πολύ αγαπητό γι 'αυτόν και το οποίο εκφράζει και στο περιοδικό Presses de la Renaissance, του οποίου είναι ο λογοτεχνικός διευθυντής
©
TONY CARTANO
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΒΑΖΩ 281


from anemourion https://ift.tt/HCjtSw6
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.
-->