-->

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Α

ΑΡΧΑΪΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Η αρχαία Μακεδονία διακρινόταν σε Άνω Μακεδονία, Κάτω Μακεδονία και Ανατολική Μακεδονία. Η Άνω Μακεδονία περιλάμβανε την Ελίμεια, Ορεστίδα, Εορδαία, Λυγκηστίδα και Πελαγονία, η Κάτω Μακεδονία την Βοττιαία, Πιερία, Αλμωπία, Μυγδονία και Αμφαξίτιδα και η Ανατολική την Κρηστωνία, Βισαλτία και τις πέραν του Στρυμόνος Σιντική, Οδομαντική, Ηδωνίδα και Πιερίδα. Η Χαλκιδική και η νότια Παιονία ενσωματώθηκαν στη Μακεδονία αργότερα από το Φίλιππο Β'. Η άμεση κυριαρχία των βασιλέων της εκτεινόταν μονάχα στην Κάτω Μακεδονία, την προς τη θάλασσα, ενώ η Άνω Μακεδονία από την οποία είχαν ορμηθεί και οι βασιλείς της χώρας, είχε τους δικούς της ηγεμόνες, που αναγνώριζαν την εξουσία του βασιλιά της Μακεδονίας, μόνο αν αυτός που την ασκούσε ήταν προσωπικότητα ισχυρή και δυναμική.

Στη Μακεδονία δεν υπήρχαν πόλεις-κράτη, όπως στη Νότια Ελλάδα. Η οικονομία της χώρας ήταν αγροτική και εξήγε άφθονη ξυλεία, η οποία εφοδίαζε τα ναυπηγεία των ελληνικών πόλεων. Οι Αθηναίοι είχαν καταλάβει τις μακεδονικές ακτές παρεμποδίζοντας έτσι την επικοινωνία της χώρας με τον έξω κόσμο. Στη Μακεδονία διατηρήθηκε η πατριαρχική βασιλεία των ομηρικών χρόνων.
Η αρχαία Μακεδονία

Ο βασιλιάς ήταν αρχηγός του στρατού και συγχρόνως αρχιερέας και δικαστής. Η δύναμη του στηριζόταν κυρίως στους ευγενείς-γαιοκτήμονες, που υπηρετούσαν ως ιππείς και έφεραν τον τιμητικό τίτλο των εταίρων, δηλαδή των συντρόφων του βασιλιά. Μεγάλη δύναμη όμως διέθετε και η συνέλευση του στρατού, η οποία επικύρωνε την εκλογή του νέου βασιλιά και έκρινε τις δίκες εσχάτης προδοσίας.

Η θρησκεία, τα ήθη, oι πολιτικοί θεσμοί, ως και τα ολίγα δυστυχώς γλωσσικά λείψανα της μακεδονικής διαλέκτου, μαρτυρούν πέραν από κάθε αμφιβολία ότι οι Μακεδόνες ήταν ελληνικό φύλο και όχι Θράκες ή Ιλλυριοί. Κανένας πλέον σοβαρός επιστήμονας δεν αμφιβάλλει σήμερα γι' αυτό, εκτός βέβαια, αν για πολιτικούς ή άλλους λόγους -όχι πάντως επιστημονικούς- δέχεται το αντίθετο. 

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΥΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΓΕΑΔΕΣ - ΟΙ ΠΡΟ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΣ

Η παλαιότερη ιστορία της Μακεδονίας παραμένει άγνωστη και αρχίζει μόλις κατά τις αρχές του Ζ' π.Χ.. Λίκνο των Μακεδόνων υπήρξε η Ορεστίδα, στην οποία η αρχαία παράδοση τοποθετεί και την κοιτίδα της δυναστείας που φέρει δύο ονόματα. Αργεάδες και Τημενίδες. Επειδή δε Τήμενος ονομάζονταν και ο αρχηγός των Δωριέων που κατέλαβαν το Άργος, επινοήθηκε η παράδοση ότι οι Μακεδό-νες βασιλείς κατάγονταν από το Πελοποννησιακό Άργος. 

Ως πρώτοι βασιλείς των Μακεδόνων φέρονται οι Περδίκκας Α', Αργαίος, Φίλιππος Α', Αέροπος και Αλκέτας. Αλλά, αν και τα ονόματά τους αναφέρο-νται από τον Ηρόδοτο (VIII, 137 και 139) και τον Θουκυδίδη (II, 99-100), παραμένει αμφίβολο αν είναι πραγματικά ή πλαστά, επειδή η περίοδος των 200 πρώτων ετών της μακεδονικής ιστορίας καλύπτεται από σκότος. Η παράδοση πάντως τους αποδίδει την επέκταση του κράτους στην Κάτω Μακεδονία, από την οποία εκδίωξαν τους παλαιό-τερους κατοίκους της και ίδρυσαν τις Αιγές, τη νέα τους πρωτεύουσα. 

Με την άνοδο στο θρόνο του Αμύντα Α' (540-498;) η ιστορική έρευνα εισέρχεται σε ασφαλέστερο έδαφος. Κατά τη βασιλεία του συνέβει η εκστρατεία του Δαρείου κατά των Σκύθων της Ευρώπης (513/2;), και μετά το άδοξο τέλος της ο στρατηγός του Μεγά-βαλος υπέταξε τη Θράκη και κατέστησε φόρου υποτελή τον Αμύντα. Έτσι, από το 510 ως το 479 η Μακεδονία διετέλεσε υπό περσική κυριαρχία. Ο Αμύντας συνήψε σχέσεις με τον Πεισίστρατο και, όταν ανατράπηκε η τυραννία στην Αθήνα (510), προσέφερε πολιτικό άσυλο στο γιο του Ιππία, αλλά αυτός προτίμησε να καταφύγει στην Ασία. Ο γιος του Αμύντα Αλέξανδρος Α' (498-450;) αναδείχτηκε σε εξέχουσα προσωπικότητα της εποχής του. Αγωνί-σθηκε να συνδέσει τη χώρα του με τη Νότια Ελλάδα, φιλοξένησε στην αυλή του τους ιστορικούς Ηρόδοτο και Ελλάνικο και έθεσε τα θεμέλια για τον εκπολιτισμό της Μακεδονίας. Για τα φιλελληνικά του αισθήματα απέκτησε μεγάλη δημοτικότητα ανά το Πανελλήνιο. Τιμήθηκε ως ευεργέτης και πρόξενος από τους Αθηναίους, οι δε ελλανοδίκες του επέτρεψαν να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες, αφού απέδειξε με αδιάσειστα επιχειρήματα την ελληνική καταγωγή του. Αναδείχτηκε σταδιονίκης, για τη νίκη του δε αυτή ο σύγχρονός του ποιητής Πίνδαρος του αφιέρωσε εγκώμιο. Κατά τους Μηδικούς πολέμους εξαναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να συμπράξει με τους Πέρσες, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τη Μακεδονία ως ορμητήριο στις επιχειρήσεις τους εναντίον της Ελλάδος. Αλλά, ως Έλληνας βασιλιάς πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στην πανελλήνια υπόθεση: συμβούλεψε τους Έλληνες στρατηγούς να μην προβάλλουν αντίσταση στα Τέμπη και, πριν από τη Μάχη των Πλαταιών (479), ανακοίνωσε μυστικά στους Αθηναίους, τα σχέδια του Μαρδονίου τονίζο-ντάς τους ότι «αυτός τε γάρ Έλλην γένος είμί τώρ-χαΐον καί άντ’ έλευθέρης δεδουλωμένην ούκ άν έθέ-λοιμι όράν τήν Ελλάδα» (Ηρόδοτος, IX, 45). 

Και μετά την ήττα του Μαρδονίου στις Πλαταιές επιτέθηκε κατά των υποχωρούντων Περσών, που περνούσαν από τη Μακεδονία, και συνέτριψε ένα στρατιωτικό τους απόσπασμα. Για τις υπηρεσίες του ίσως αυτές του δόθηκε αργότερα το επίθετο «Φιλέλληνος», δηλαδή του μεγάλου Έλληνα πατριώτη. Η αποχώρηση των Περσών του έδωσε την ευκαιρία να επεκτείνει τα όρια του βασιλείου του μέχρι τον Στρυμόνα. Επεξέτεινε επίσης τη μακεδονική κυριαρχία προς το Θερμαϊκό, όπου κατέλαβε την Πύδνα. Οι παραπέρα κατακτήσεις του προσέ-κρουσαν στην επεκτατική πολιτική των Αθηναίων, με τους οποίους όμως απέφυγε να έρθει σε ανοιχτή ρήξη. Ο Αλέξανδρος έκοψε τα πρώτα αργυρά νομίσματα στη Μακεδονία, επεκτείνοντας έτσι και στο οικονομικό επίπεδο τις επαφές του με τη Νότιο Ελλάδα. 

Β 

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΚΛΑΣΣΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ 

Η βασιλεία του γιου του Περδίκια Β' (450-413;) συνέπεσε με την ταραχώδη περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου αναγκάστηκε δώδεκα φορές να αλλάξει στρατόπεδο. Χαρακτηρίσθηκε πανούργος για τη στάση του αυτή, στην πραγματικότητα όμως υπήρξε ικανός βασιλιάς που ενεργούσε πάντοτε σύμφωνα με τα συμφέροντα του κράτους του. Αντιμετώπισε εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Στην αρχή φαίνεται ότι διαμοιράσθηκε την εξουσία με τους αδελφούς του Φίλιππο και Αλκέτα, οι οποίοι όμως του δημιουργούσαν συνεχώς προβλήματα συμμαχώντας με τους εχθρούς του. Τις δυναστικές έριδες εκμεταλλεύτηκαν επιτήδεια οι Λυγκηστές και οι Ελιμιώτες για να επιτύχουν την αυτονομία τους. Αλλά ο μεγάλος κίνδυνος προερχόταν κύρια από τους Αθηναίους, οι οποίοι το 437/6 ίδρυσαν την Αμφίπο-λη στον κάτω ρου του Στρυμόνα και το 431 του απέσπασαν τη Θέρμη συμμαχώντας με τον αδελφό του Φίλιππο και τον Δέρβα, τον ηγεμόνα της Ελίμειας. Οι Αθηναίοι, επίσης υποκίνησαν τον Σιτάλκη, το βασιλιά των Οδρυσών να εισβάλει και να λεηλατήσει τη Μακεδονία. Αλλά και ο Περδίκ-κας παρέβλαψε τα αθηναϊκά συμφέροντα υποκινώντας σε εξέγερση την Ποτίδαια μαζί με τους Κορίνθιους και βοηθώντας το Βρασίδα στις επιχειρήσεις του εναντίον της Αμφίπολης. Με τη διπλωματική του ευστροφία, ο Περδίκκας έθεσε τις βάσεις της εξωτερικής πολιτικής της χώρας του, την οποία ακολούθησε αργότερα ο Φίλιππος Β'. Οι εικοσαετείς δε πολεμικοί αγώνες του δεν τον εμπόδισαν να ενδιαφερθεί και για τα ελληνικά γράμματα, όπως μαρτυρεί η φιλοξενία που προσέφερε στον επιφανή Κώο γιατρό Ιπποκράτη και τον διθυραμβο-ποιό Μελανιππίδη. 

Σε αντίθεση με την ταραχώδη βασιλεία του πατέρα του η βασιλεία του Αρχέλαου (413;-399) υπήρξε σχετικά ειρηνική, γεγονός που του επέτρεψε να επιδοθεί στην οργάνωση και τον εκπολιτισμό της Μακεδονίας. Κατά τον σύγχρονό του ιστορικό Θουκυδίδη (II, 100,2) ο Αρχέλαος «οικοδόμησε τα οχυρά που υπάρχουν σήμερα στην ύπαιθρο και χάραξε ευθείς δρόμους και κατέστησε τη χώρα του ισχυρή εξοπλίζοντάς την με πολλά άλογα και όπλα και άλλα εφόδια κατά τρόπο καλύτερο από όλους τους άλλους οκτώ προκατόχους του βασιλείς». Ώστε κατά τον Θουκυδίδη ο Αρχέλαος όχι μόνον οχύρωσε και εφόδιασε με όπλα τη Μακεδονία, αλλά και βελτίωσε το οδικό της δίκτυο. Είναι δε φανερό ότι η κατασκευή των δρόμων εξυπηρετούσε όχι μονάχα τις στρατιωτικές της ανάγκες, αλλά συγχρόνως το εμπόριο και την οικονομική ανάπτυξη της Μακεδονίας, την οποία προήγαγε επίσης και με την αντικατάσταση του φοινικικού νομισματικού κανό-νος με το περσικό. Στον Αρχέλαο αποδίδονται και διοικητικές μεταρρυθμίσεις. Χώρισε την Κάτω Μακεδονία σε αστικές περιφέρειες, δηλαδή σε περιφέρειες πόλεων κατά τα ελληνικά πρότυπα, ενώ στην Άνω Μακεδονία, όπου ο αστικός βίος δεν ήταν προηγμένος, διατήρησε την παλαιά κατά περιοχές διαίρεσή της. Μετέφερε επίσης την πρωτεύουσα του κράτους από τις Αιγές στην Πέλλα, την οποία εξωράισε με λαμπρά οικοδομήματα (νέα ανάκτορα, ναούς, θέατρο, στάδιο). Οι Αιγές παρέμειναν ως θρησκευτικό κέντρο της Μακεδονίας και ως τόπος ταφής των βασιλέων της. Η νέα του πρωτεύουσα απείχε 120 σταδίους από τη θάλασσα (22 χιλιόμετρα), γεγονός που συνέβαλε στην ανάπτυξη του κατά θάλασσα εμπορίου. 

Η μεγαλύτερη όμως προσφορά του Αρχέλαου στη Μακεδονία είναι ότι διάνοιξε τις πύλες της στον ελληνικό πολιτισμό. Κατέστησε το Δίον νέα Ολυμπία της Μακεδονίας με τους γυμνικούς και μουσικούς αγώνες που καθιέρωσε, την δε αυλή του τόπο συγκεντρώσεως των ανθρώπων του πνεύματος και των τεχνών: του τραγικού Αγάθωνος, του κωμικού Πλάτωνα, του επικού Χοιρίλου, του ζωγράφου Ζεύξιδος, ο οποίος διακόσμησε τα νέα του ανάκτορα, του γιατρού Θεσσαλού, του γιου του μεγάλου Ιπποκράτη και τέλος του Ευριπίδη. 

Ο μεγάλος τραγικός παρέμεινε επί μακρόν στη Μακεδονία, όπου και πέθανε, αφού στο μεταξύ συνέθεσε τα τελευταία του έργα, ανάμεσα στα οποία ήταν και ο «Αρχέλαος», όπου εξυμνούσε τη δυναστεία των Αργεαδών. Αναφέρεται ότι προσκάλεσε ακόμη και τον Σωκράτη. Οι ενασχολήσεις του πάντως με τα εσωτερικά ζητήματα δεν τον εμπόδισαν να ασχοληθεί και με τα εξωτερικά. Διατήρησε καλές σχέσεις με την Αθήνα την οποία εφόδιαζε με ναυπηγήσιμη ξυλεία. Οι Αθηναίοι τον βοήθησαν με τον στόλο τους να ανακαταλάβει την Πύδνα και τον ανακήρυξαν «πρόξενο και ευεργέτη». Κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας του αναμείχθηκε και στη Θεσσαλία για να ενισχύσει τη θέση των Αλευα-δών της Λάρισας, οι οποίοι, ως φαίνεται, του παραχώρησαν τότε από ευγνωμοσύνη την Περραιβία. Ο Αρχέλαος εδραίωσε επίσης την εξουσία του στην Άνω Μακεδονία καταστέλλοντας τις αυτονο-μιστικές τάσεις του Αρραβαίου, του ηγεμόνα της Λυγκηστίδας, και του Ελιμιώτη Σίρρα στον οποίο προσέφερε σύζυγο την κόρη του. Η σύντομη βασιλεία του αποτελεί σταθμό στην ιστορία της Μακεδονίας. Ο Αρχέλαος υπήρξε πράγματι πρόδρομος του Φιλίππου Β', αλλά ο σύντομος θάνατός του δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει το έργο του. Παραδίδεται ότι σκοτώθηκε σε κυνηγετικό ατύχημα, δεν αποκλείεται όμως να έπεσε θύμα δολοφονίας, όπως και ο πάππος του Αλεξάνδρος Α'. 

Τον αιφνίδιο θάνατο του Αρχέλαου ακολούθησε περίοδος αναταραχών, κατά την οποία τέσσερεις βασιλείς (Ορέστης, Αέροπος, Παυσανίας, Αμύντας Β') διαδέχτηκαν ο ένας τον άλλον (399-393). Όταν την εξουσία κατέλαβε ο Αμύντας Γ' (393-370), η κατάσταση ήταν απελπιστική. Οι δυναστικές έριδες είχαν τόσο πολύ κλονίσει την αμυντική ικανότητα της χώρας, ώστε χωρίς δυσκολία ο Βάρδυλλης, ο βασιλιάς των Δαρδάνων και Ιλλυριών, κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της (392). Ο Αμύντας συμμάχησε τότε με το Κοινόν των Χαλκιδέων παραχωρώντας εδάφη του. Με τη βοήθεια του Κοινού,αλλά και των Θεσσαλών συμμάχων του ο Αμύντας απομάκρυνε τον Βάρδυλλη από τη Μακεδονία, όταν όμως λίγο αργότερα ζήτησε από τους Χαλκιδείς να του επιστρέφουν τα εδάφη του,αυτοί κατέλαβαν την Πέλλα, ως και το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας (περί το 385). Ο Αμύντας τότε ζήτησε την επέμβαση της Σπάρτης, που υποστήριζε την αυτονομία των πόλεων σε εφαρμογή της Ανταλκίδειας Ειρήνης. Όθεν σπαρτιατικός στρατός, βοηθούμενος από Θηβαίους και Θεσσαλούς, κατέλαβε την Όλυνθο και διέλυσε το Κοινόν των Χαλκιδέων (379). Σύντομα όμως ο Αμύντας εγκατέλειψε και τη Σπάρτη, όταν διαπίστωσε ότι επεδίωκαν επέκταση της ηγεμονίας τους στη Χαλκιδική, συμμάχησε δε με την Αθήνα, που είχε εν τω μεταξύ ιδρύσει την δεύτερη Δηλιακή Συμ-μαχία (378/7). Συμμάχησε επίσης με τον Ιάσονα, τον τύραννο των Φερών και συγχρόνως ενίσχυσε τη θέση του στην Άνω Μακεδονία με το γάμο του με την Ευρυδίκη, την αδελφή του Ελιμιώτη Δέρβα και εγ-γονή του Αρραβαίου του Λυγκηστού. Με τη διπλωματική του ευστροφία που θυμίζει την ανάλογη τακτική του Περδίκκα Β', πέτυχε ο Αμύντας να αποκα-ταστήσει τη δύναμη και την ενότητα της Μακεδονίας και να ανυψώσει το γόητρό της στη Νότιο Ελλάδα, όπως δείχνει η συμμετοχή των αντιπροσώπων του στο συνέδριο ειρήνης που συγκλήθηκε το 371 στη Σπάρτη. 

Από την Ευρυδίκη ο Αμύντας απέκτησε τρεις γιούς, τον Αλέξανδρο Β', τον Περδίκκα Γ' και τον Φίλιππο Β' που ανακηρύχθηκαν όλοι βασιλείς και πέθαναν όλοι από βίαιο θάνατο. Μόλις ανέλαβε την εξουσία ο Αλέξανδρος Β' (370-368) ο μεγαλύτερος από τους τρεις αδελφούς, επενέβη αμέσως στη Θεσσαλία επωφελούμενος της αναταραχής που προκά-λεσε στη χώρα ή δολοφονία του Ιάσονα. Κατέλαβε την Κραννώνα και τη Λάρισα και τοποθέτησε σε αυτές φρουρές, για να εξασφαλίσει την κατοχή τους. Η άστοχη όμως αυτή ενέργεια προκάλεσε την δυσαρέσκεια των Θεσσαλών και την επέμβαση του Πελοπίδα. Ο Αλέξανδρος υποχρεώθηκε να αποσύρει τις φρουρές του και να επιστρέφει στη Μακεδονία,όπου η φιλόδοξη μητέρα του επωφελούμενη από την απουσία του ανέβασε στο θρόνο τον γαμβρό και εραστή της Πτολεμαίο για να συγκυβερνά μαζί του. Επακολούθησε σύγκρουση μεταξύ των αντιπάλων, η οποία διευθετήθηκε προσωρινά από τον Πελοπίδα. Ο Αλέξανδρος διατήρησε το θρόνο του, υποχρεώθηκε όμως να παραδώσει 50 ομήρους στον Πελοπίδα, μεταξύ των οποίων και τον μικρότερο αδελφό του Φίλιππο, να συνάψει δε συμμαχία μαζί του προσδένοντας τη χώρα του στο άρμα των Θηβών (368). Μετά από λίγο ο Πτολεμαίος δολοφόνησε, κατά τη διάρκεια κάποιας γιορτής τον Αλέξανδρο, με τη συγκατάθεση της μητέρας του Ευρυδίκης, και ανέλαβε ο ίδιος τη βασιλική εξουσία ως επίτροπος του ανήλικου Περδίκκα Γ', ύστερα από νέα παρέμβαση του Πελοπίδα. Στο μεταξύ εμφανίσθηκε και νέος ανταπαιτητής του θρόνου, ο Παυσανίας, τον οποίο όμως απεμάκρυνε η Ευρυδίκη καλώντας σε βοήθεια τον Αθηναίο στρατηγό Ιφικράτη. 

Μετά από τριετία (368-365) ο Περδίκκας Γ' (365-359), που είχε στο μεταξύ ενηλικιωθεί, εκδίωξε τον Πτολεμαίο και ανέλαβε ο ίδιος τη βασιλεία. Αν και ανέβηκε πολύ νέος στο θρόνο, επέδειξε σύνεση στις σχέσεις του με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του. Βρήκε τη Μακεδονία προσδεδεμένη στο Θηβαϊκό άρμα, μετά το θάνατο όμως του Πελοπίδα στις Κυ-νός Κεφαλές (364), οπότε κατέρρευσε η δύναμη της Θήβας, συμμάχησε με την Αθήνα και βοήθησε τους στρατηγούς της εναντίον του Χαλκιδικού Κοινού. Μία από τις πρώτες ενέργειές του ήταν επίσης η απελευθέρωση του αδελφού του Φιλίππου που κρατούσαν όμηροι οι Θηβαίοι. Όταν όμως διαπίστωσε ότι η ανακατάληψη της Αμφίπολης από τους Αθηναίους θα ήταν επικίνδυνη για την ασφάλεια της Μακεδονίας, ενίσχυσε την άμυνά της εισάγοντας για πρώτη φορά μακεδονική φρουρά στην πολιορκούμε-νη πόλη, γεγονός που προκάλεσε την αποτυχία των Αθηναίων. Αφού με τις ενέργειές του αυτές απήλλα-ξε τη χώρα του από τον κίνδυνο των Θηβαίων και των Αθηναίων, στράφηκε κατά των Ιλλυριών, που συνεχώς παρενοχλούσαν τη Μακεδονία με τις ληστρικές επιδρομές τους. Αλλά, παρά τις αρχικές επιτυχίες του, ηττήθηκε τελικά από τους βαρβάρους σε αποφασιστική μάχη, κατά την οποία σκοτώθηκε και ο ίδιος μαζί με 4000 στρατιώτες του. Παρόμοια μεγάλη συμφορά δεν είχε μέχρι τότε υποστεί η Μακεδονία. Ο Περδίκκας Γ θεωρείται συνεχιστής του Αρχέλαου στη προσπάθεια να μειωθεί η απόσταση που χώριζε πολιτιστικά τη Μακεδονία από τις άλλες ελληνικές χώρες. Φιλοξένησε στην αυλή του ανθρώπους των γραμμάτων, μεταξύ των οποίων αναφέρο-νται ο φιλόσοφος Ευφραίος, που υπήρξε μαθητής του Πλάτωνος και ο Αθηναίος πολιτικός Καλλίστρα-τος,ο οποίος διπλάσιασε την απόδοση των λιμενικών φόρων της Μακεδονίας αναδιοργανώνοντας το τελωνειακό της σύστημα. 

Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ Β' (359-336) 

Όταν ανελάμβανε την εξουσία ο Φίλιππος, το μακεδονικό κράτος έδινε την εντύπωση της διαλύσεως: Ιλλυριοί, Θράκες και Παίονες απειλούσαν τα σύνορα, ανταπαιτητές (Παυσανίας, Αρχέλαος και Αρ-γαίος) διεκδικούσαν το θρόνο, ενώ ο στρατός βρισκόταν σε πλήρη διάλυση εξαιτίας της καταστροφής που είχε υποστεί ο Περδίκκας. Με καταπληκτική ταχύτητα ο νεαρός Φίλιππος, στην αρχή ως επίτροπος του ανεψιού του Αμύντα και κατόπιν ως βασιλιάς, απώθησε τους βαρβάρους, απεμάκρυνε τους μνηστήρες του θρόνου και ανέδειξε τη Μακεδονία στην ισχυρότερη ευρωπαϊκή δύναμη. 
Για δύο λόγους η ιστορία έκρινε αυστηρά το Φίλιππο; 
1) Επειδή τα κατορθώματα του γιού του Αλέξανδρου ξεπέρασαν κατά πολύ τα δικά του και, 
2) επειδή τον γνωρίζουμε από εχθρικές πηγές, δηλαδή τους Αθηναίους ρήτορες και μάλιστα το Δημοσθένη, οι οποίοι τον παρουσίασαν όπως αυτοί ήθελαν και όχι όπως πραγματικά ήταν, γεγονός που παρέβλαψε την υστεροφημία του. Ευτυχώς σωθήκαν αποσπάσματα και από κάποια άλλη πηγή, τον σύγχρονό του ιστορικό Θεόπομπο τον Χίο, ο οποίος στα «Φιλιππικά του» με αμεροληψία εξέθεσε τα ελαττώματα του βασιλιά, συγχρόνως όμως διακήρυξε ότι «ποτέ μέχρι τότε η Ευρώπη δεν είχε αναδείξει άνδρα παρόμοιο με το γιο του Αμύντα Φίλιππο» (Θεόπομπος παρά Πολυβίω VIII,9,1). Ο Φίλιππος πράγματι αναδείχθηκε μεγάλος διοργανωτής στρατού, διορατικός πολιτικός και μεγαλοφυής στρατηγός. Αναδιοργάνωσε τις στρατιωτικές του μονάδες και τις εφόδιασε με νέα όπλα και νέες πολιορκητικές μηχανές. Διαίρεσε τη Μακεδονία σε δώδεκα στρατιωτικές περιφέρειες, από τις οποίες προέρχονταν οι διάφορες μονάδες του στρατού του. Οργάνωσε το ιππικό των εταίρων σε τακτικά σώματα, τις ίλες, που η καθεμία είχε δύναμη 150 ανδρών, την δε φάλαγγα των πεζεταίρων σε τάξεις (συντάγματα) δυνάμεως 1000-1500 ανδρών. 
Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ Β’, ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ. ΧΡΥΣΟ ΠΕΡΙΑΠΤΟ ΡΩΜΑΪΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ (ΠΑΡΙΣΙ, ΕΘΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ) 

Οι πεζέταιροι, αγρότες και ποιμένες κατά το πλείστον, που για πρώτη φορά αναφέ-ρονται τώρα, απέκτησαν ίσα δικαιώματα με τους ευγενείς εταίρους και απετέλεσαν την περίφημη μακεδονική φάλαγγα, που συνδύαζε τη σταθερότητα με την ευκινησία. Οι πεζέταιροι οπλίστηκαν με μακρά δόρατα, τις σάρισσες, μήκους 5,30-7 μ. (ανάλογα με το ζυγό που θα παρατάσσονταν) και με ορειχάλκινες μικρές στρογγυλές ασπίδες, τις πέλτες. Σχημάτισε επίσης ένα ελαφρό και ευκίνητο σώμα πεζικού, τους υπασπιστές (των εταίρων) που το χώρισε σε χιλιαρχίες, ως και δύο επίλεκτα τάγματα, τα αγήματα, ένα από πεζούς και ένα από ιππείς που αποτέλεσαν τη φρουρά του. Ο Φίλιππος προσάρμοσε στις ανάγκες του στρατού του τη λοξή φάλαγγα του Επαμεινώνδα, από τον οποίο διδάχθηκε πολλά, μετατρέποντας το ιππικό των εταίρων σε όπλο κρούσεως και τη φάλαγγα των πεζεταίρων σε όπλο στηρίξεως. 

Στην πολιτική και τη διπλωματία ο Φίλιππος αναδείχθηκε ανυπέρβλητος. Δεινός ψυχολόγος προσάρμοζε κάθε φορά τη στάση του ανάλογα προς τις περιστάσεις. Γνώριζε άριστα, πότε έπρεπε να παρα-καλεί και να υποχωρεί και πότε να απειλεί και να χρησιμοποιεί τη βία. Γνώριζε επίσηςτη μαγική δύναμη του χρήματος και γι' αυτό δε δίσταζε να δωροδοκεί τους πολιτικούς των ελληνικών πόλεων. Η συστηματική εκμετάλλευση των μεταλλείων του Παγγαίου του επέτρεψε να εφαρμόσει την πολιτική του αυτή και να κόψει χρυσούς στατήρες, τους «φιλιππείους», που γρήγορα επιβλήθηκαν στην ελληνική αγορά. 

Στις κατακτήσεις του ο Φίλιππος προχώρησε με μεθοδικότητα και σύνεση. Η προσπάθεια του να ενσωματώσει τις παραλιακές πόλεις στη Μακεδονία τον έφερε σε σύγκρουση με την Αθήνα που τις κατείχε, η εμπλοκή όμως της τελευταίας στο Συμμαχικό πόλεμο (357-355) τον βοήθησε να τις καταλάβει χωρίς μεγάλες δυσκολίες. Έτσι το 357 κυρίευσε την Αμφίπολη, το 356 την Πύδνα και την Ποτείδαια και το 354 τη Μεθώνη. Προχώρησε επίσης Ανατολικά μέχρι το Νέστο και στη θέση των Κρηνίδων ίδρυσε τους Φιλίππους, την πρώτη ελληνική πόλη που έφερε δυναστικό όνομα. Οι πρώτες αυτές επιτυχίες του προκάλεσαν τον συνασπισμό των Ιλλυριών, Θρακών και Παιόνων, αλλά ο Φίλιππος κατόρθωσε να τους απομονώσει και να τους νικήσει διαδοχικά, τον ένα μετά τον άλλο. Ο 3ος Ιερός πόλεμος (356-346) του προσέφερε την ευκαιρία να αναμειχθεί και στα ζητήματα της Νότιας Ελλάδας. 
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΛΥΣΩΝΑ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΚΛΕΗ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΦΘΗΚΕ ΣΤΑ ΛΕΥΚΑΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (2ο ΜΙΣΟ ΤΟΥ Γ’ ΑΙ. Π.Χ.). ΕΙΚΟΝΙΖΟΝΤΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΑΣΠΙΔΕΣ, ΠΕΡΙΚΕΦΑΛΑΙΕΣ ΚΑΙ ΞΙΦΗ.

Ύστερα από πρόσκληση των Αλευαδών της Λάρισας εισέβαλε στη Θεσσαλία, έδιωξε τους Φωκείς, που την είχαν καταλάβει, και τους υποχρέωσε να εξοφλήσουν με ετήσιες δόσεις τις οφειλές τους στο μαντείο των Δελφών. Ενσωμάτωσε τη Θεσσαλία και έγινε δεκτός στο Αμφικτυονικό Συνέδριο λαμβάνοντας τις δύο ψήφους των Φωκέων. Επειδή δε το Κοινό των Χαλκιδέων προσέφερε άσυλο στους ετεροθαλείς αδελφούς του Αριδαίο και Μενέλαο, και αρνήθηκε να τους παραδώσει, την άνοιξη του 349 εισέβαλε στα εδάφη του, κυρίευσε μερικές πόλεις του (Στάγειρα, Τορώνη, κ.ά.) και άρχισε την πολιορκία της Ολύνθου. Οι πύρινοι λόγοι του Δημοσθένη δεν πέτυχαν να πείσουν τους Αθηναίους, που ήταν τώρα σύμμαχοι των Χαλκιδέων, να σπεύσουν σε βοήθεια της πρωτεύουσας του Κοινού. Έτσι ο Φίλιππος το 348 κατέλαβε και κατέστρεψε την Όλυνθο. Η οριστική διάλυση του Χαλκιδικού Κοινού επέτρεψε στη Μακεδονία να εξελιχθεί σε αξιόλογη ναυτική δύναμη.

Η σύναψη της Φιλοκράτειας ειρήνης (346) χάρισε προσωρινή ανάπαυλα στους αντιμαχόμενους. Οι Αθηναίοι, αναγνώριζαν τις μέχρι Θερμοπυλών κατακτήσεις του Φιλίππου και ο βασιλιάς εγγυάτο την ακεραιότητα των υπολοίπων αθηναϊκών κτήσεων. Πόσο μεγάλη εντύπωση είχαν προκαλέσει στην Ελλάδα οι στρατιωτικές αυτές επιτυχίες του Φιλίππου, μαρτυρεί η «εγκύκλιος επιστολή» η οποία γράφηκε κατά το ίδιο έτος (346) και φέρει το όνομα «Φίλιππος». Συντάκτης της ήταν ο Αθηναίος ρήτορας Ισοκράτης, ο κυριότερος εκπρόσωπος της πανελλήνιας ιδέας. Σε αυτήν παρακινούσε τον βασιλιά της Μακεδονίας να ενώσει όλους τους Έλληνες και να τους οδηγήσει εναντίον της Περσίας. Πριν όμως πραγματοποιηθεί το πανελλήνιο αυτό όραμα χρειάσθηκε να χυθεί πολύ ακόμη ελληνικό αίμα! 

Στο μεταξύ ο Φίλιππος σημείωνε νέες διπλωματικές και στρατιωτικές επιτυχίες. Με τη μεσολάβηση του Αριστοτέλη συνήψε φιλία με τον ισχυρό τύραννο του Αταρνέα Ερμία, που θα εξυπηρετούσε τα μελλοντικά του σχέδια στη Μικρά Ασία. Παράλληλα εγκαθιστούσε στην Ήπειρο βασιλιά τον Αλέξανδρο, τον αδελφό της Ολυμπιάδας, εκθρόνιζε δε τον Κερσοβλέπτη, τον βασιλιά των Οδρυσών Θρακών και ενσωμάτωνε τη Θράκη μέχρι τον Έβρο ποταμό, στο βόρειο ρου του οποίου ίδρυσε την Φιλιππούπολη (341). Έτσι άρχισε να απειλεί τις αθηναϊκές κτήσεις στη Θρακική Χερσόνησο που εξασφάλιζαν στην Αθήνα την ελεύθερη διακίνηση των πλοίων. Στη συνέχεια ο Φίλιππος επιτέθηκε κατά της Περίνθου και του Βυζαντίου (340), αλλά απέτυχε να τις καταλάβει, επειδή Πέρσες και Αθηναίοι έσπευσαν να τις ενισχύσουν. Πάντως οι όροι της Φιλοκράτειας ειρήνης είχαν πλέον παραβιασθεί, γεγονός που ενίσχυε τη θέση του αντιμακεδονικού κόμματος στην Αθήνα. Όθεν με πρωτοβουλία του Δημοσθένη που έβλεπε στο πρόσωπο του Φιλίππου τον άσπονδο εχθρό της ελευθερίας και της δημοκρατίας των ελληνικών πόλεων, συνήφθη συμμαχία, στην οποία μετείχαν η Αθήνα, τα Μέγαρα, η Κόρινθος, η Εύβοια, η Αχαΐα, η Φωκίδα και λίγο αργότερα η Θήβα· η συμμαχία ενισχύθηκε με περσικά χρήματα. Στο μεταξύ είχε ξεσπάσει στη Νότιο Ελλάδα ο 4ος Ιερός Πόλεμος εναντίον των Λοκρών της Άμφισσας, τον οποίο οι Αμφικτύονες ανέθεσαν και πάλι στον Φίλιππο να διεξαγάγει. Με καταπληκτική ταχύτητα ο βασιλιάς προχώρησε στη Νότιο Ελλάδα, παρακάμπτοντας τις Θερμοπύλες, που κατέχονταν από τους Βοιωτούς, κατέλαβε την Ελάτεια της Φωκίδας (Νοέμβριος 339). Η εντύπωση που προκλήθηκε στην Αθήνα από τη συγκλονιστική είδηση περιγράφεται από τον Δημοσθένη (Περί στεφάνου, 169). 

Ο Φίλιππος κατέλαβε και τιμώρησε την Άμφισσα και τον Αύγουστο του 338 συνάντησε τους συμμάχους στη πεδιάδα του βοιωτικού Κηφισσού, κοντά στη Χαιρώνεια. Στη περίφημη μάχη της Χαιρώνειας ο βασιλιάς συνέτριψε τους συμμάχους με την βοήθεια και του γιου του, Αλέξανδρου, ο οποίος εξόντωσε τον ιερό λόχο των Θηβαίων. Αντίθετα προς τη συνήθεια του ο Φίλιππος δεν καταδίωξε τους αντιπάλους του, αλλά περιορίστηκε στην ανέγερση τροπαίων. Είναι ο μεγαλοπρεπής Λέων της Χαιρώνειας, ο οποίος συμβολίζει το τέλος της αυτονομίας της ελληνικής πόλης και τον οποίο ο Παυσανίας (IX.40.10) αναφέρει εσφαλμένα ως ομαδικό τάφο (πολυάνδριο) των πεσόντων Θηβαίων. Μακεδονικές φρουρές τοποθετήθηκαν στην Καδμεία, στον Ακροκόρινθο και στη Χαλκίδα, ενώ στην Αθήνα επιβλήθηκαν πολύ ευμενείς όροι. Ο νικητής έγινε ευμενώς δεκτός και στην Πελοπόννησο εκτός από τη Σπάρτη. Ήταν τώρα ελεύθερος ο Φίλιππος να επιδοθεί στην οργάνωση της Ελλάδας. Με πρόταση του οι ελληνικές πόλεις απέστειλαν τους αντιπροσώπους τους στην Κόρινθο, όπου συγκροτήθηκε συντακτική συνέλευση, το Συνέδριο της Κορίνθου (χειμώνας του 338). Αποφασίσθηκε η σύμπηξη Ελληνικής Ομοσπονδίας, στην οποία θα μετείχαν όλες οι πόλεις-κράτη της Κεντρικής και της Νότιας Ελλάδας, ως και των νησιών του Αιγαίου. Με την Κορινθιακή Συμμαχία, όπως ονομάστηκε η ομοσπονδία, ο βασιλιάς συνήψε συνθήκη ειρήνης, και χωριστά με κάθε ένα από τα μέλη της. Σύμφωνα με τους όρους της αρχηγός (ηγεμών) της Συμμαχίας θα ήταν ο Φίλιππος, στη διάθεση του οποίου θα έθεταν οι σύμμαχοι τις πεζικές και ναυτικές τους δυνάμεις. Το Κοινό Συνέδριο θα αποφάσιζε για την κήρυξη πολέμου και τη σύναψη ειρήνης, ενώ ο ηγεμών θα είχε την εκτελεστική εξουσία. Απαγορεύτηκαν επίσης οι πόλεμοι μεταξύ των ελληνικών κρατών και εξασφαλίστηκε η ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Ποτέ άλλοτε δεν είχε γνωρίσει η Ελλάδα παρόμοια συμμαχία. 

Στη φθινοπωρινή σύνοδο του 337 ανακοίνωσε ο Φίλιππος την απόφαση του να ηγηθεί πανελλήνια εκστρατεία εναντίον της Περσίας, στην οποία έδωσε τη μορφή ιερής σταυροφορίας διακηρύττοντας ότι απέβλεπε στην τιμωρία των Περσών για τα ανοσιουργήματα που ο Ξέρξης είχε διαπράξει στους ελληνικούς ναούς πριν από 145 χρόνια. Η διακήρυξη αυτή προκάλεσε φρενίτιδα ενθουσιασμού στην Ελλάδα (Διόδωρος XVI.89.2). Πρώτη επιδίωξη της εκστρατείας ήταν η απελευθέρωση των Ελλήνων της Μ. Ασίας. Για το σκοπό αυτό απέστειλε την άνοιξη του 336 στη Μ. Ασία 10.000 Μακεδόνες υπό τον Παρμενίωνα και τον Άτταλο, οι οποίοι απελευθέρωσαν τις ελληνικές πόλεις από την Τρωάδα μέχρι το Μαίανδρο. Λίγο αργότερα θα ακολουθούσε και ο ίδιος με τον κύριο όγκο του στρατού του, αλλά τον Αύγουστο του 336 δολοφονήθηκε στις Αιγές, ενώ τελούσε το γάμο της κόρης του Κλεοπάτρας με το βασιλιά των Μολοσσών Αλέξανδρο· ήταν τότε ο Φίλιππος 47 ετών. 

Με τη δύναμη των μακεδονικών όπλων είχε επιτύχει ο Φίλιππος τη συνένωση των Ελλήνων για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Δεν γνωρίζουμε αν σκοπός του ήταν να καταλάβει μονάχα την Πρόσω Ασία ή να καταλύσει την Περσική αυτοκρατορία. 

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (336-323) 

«Το όνομα Αλέξανδρος χαρακτηρίζει το τέλος μιας εποχής της παγκόσμιας ιστορίας και την απαρχή μιας νέας» έγραφε πριν από 160 έτη ο J. Droysen στο μνημειώδες έργο του «Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου» που απετέλεσε σταθμό για την αξιολόγηση της προσφοράς του μεγάλου κατακτητού και εκπολιτιστού. Η περίπτωση πράγματι του Μ. Αλέξανδρου δείχνει καθαρά τον καθοριστικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει μία μεγάλη προσωπικότητα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Αλέξανδρος, γιος του Φιλίππου και της Ηπειρώτισσας πριγκήπισσας Ολυμπιάδας γεννήθηκε το 356 και έτυχε επιμελημένης ανατροφής, μεταξύ δε των διδασκάλων του ευτύχησε να έχει τον Αριστοτέλη, ο οποίος τον μύησε στα νάματα της ελληνικής παιδείας και κατηύθυνε το ενδιαφέρον του προς τη μάθηση και την επιστημονική έρευνα. 

Σε ηλικία 20 ετών διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του και αφιέρωσε τα δύο πρώτα χρόνια της βασιλείας του για να κατοχυρώσει τη θέση του στη Μακεδονία έναντι των μνηστήρων του θρόνου (κύρια του Αμύντα που είχε απομακρύνει ο Φίλιππος και των υποστηρικτών του Αυγκηστών) και να καταστείλει την αναταραχή που είχε εκδηλωθεί στη Νότια Ελλάδα μετά τη δολοφονία του Φιλίππου. 

Δέχτηκε με ενθουσιασμό την ηγεσία της πανελλήνιας εκστρατείας που του ανέθεσε η Κορινθιακή Συμμαχία, πριν όμως την επιχείρηση θέλησε να εξασφαλίσει τη Μακεδονία από τους γείτονες της βαρβάρους. Όθεν την άνοιξη του 335 διέσχισε τη Θράκη, υπέταξε τους Τριβαλλούς και διαπλέοντας τον Ίστρο(Δούναβη) με πλοία που είχαν έρθει από το Βόσπορο εκφόβισε τους Γέτες- κατά την επιστροφή του κατέστειλε και την εξέγερση των Ιλλυριών. Μόλις επέστρεψε στη Μακεδονία, πληροφορήθηκε την εξέγερση της Θήβας. Μέσα σε δεκατρείς μέρες εμφανίσθηκε μπροστά στα τείχη της και με έφοδο κατέλαβε την πόλη, την οποία και κατέσκαψε ύστερα από απόφαση των συμμάχων μονάχα οι ναοί και το σπίτι του Πινδάρου διέφυγαν την καταστροφή! Η παραδειγματική τιμωρία της ιστορικής πόλης της οποίας εξανδραπόδισε τον πληθυσμό, κατέστειλε την επαναστατική αναταραχή, που είχε εκδηλωθεί με περσική υποκίνηση στην Ελλάδα. 

Διέθεσε το χειμώνα στις προετοιμασίες της εκστρατείας και την άνοιξη του 334, οπότε συμπληρώθηκαν οι εξοπλισμοί ξεκίνησε από την Πέλλα κατευθυνόμενος προς τον Ελλήσποντο. Η δύναμη του εκστρατευτικού του σώματος ήταν κατά τον Αρριανό (1,11,3) «όχι πολύ περισσότεροι από 30.000 πεζοί στρατιώτες μαζί με τους ελαφρά οπλισμένους και τους τοξότες, καθώς και πάνω από 5000 ιππείς». Οι δυνάμεις του αυτές δεν ήταν βέβαια επαρκείς για μια παρόμοια εκστρατεία, ήταν όμως εμπειροπόλεμες επειδή προέρχονταν κατά το πλείστο από παλαίμαχους του Φιλίππου. Άφησε επίσης στον Αντίπατρο, το στρατηγό της Ευρώπης, 12000 πεζούς και 1500 ιππείς για την υπεράσπιση της Μακεδονίας. 

Κατά την εποχή αυτή βασίλευε στη Περσία ο Δαρείος Γ' ο Κοδομανός (336-330), ο οποίος ήταν αγαπητός στους υπηκόους του αλλά στερούνταν των ικανοτήτων εκείνων που απαιτούσαν οι παρούσες περιστάσεις. Διέθετε βέβαια τεράστιους χρηματικούς πόρους ως και ανεξάντλητο ανθρώπινο δυναμικό, αλλά ο στρατός του ήταν ανομοιογενής, ενώ τα τεράστια έσοδα του κράτους του παρέμεναν αποθηκευμένα σε βώλους χρυσού στα βασιλικά του θησαυροφυλάκια. Η αριθμητική πάντως υπεροχή των Περσών στη ξηρά και στη θάλασσα (400 περσικά πλοία έναντι 160 ελληνικών) ήταν συντριπτική, επιπλέον δε διέθεταν οι Πέρσες και μεγάλο αριθμό εμπειροπολέμων Ελλήνων μισθοφόρων. 

Το μακεδονικό προγεφύρωμα του Ελλήσποντου επέτρεψε στον Αλέξανδρο να περάσει τα στενά χωρίς να αντιμετωπίσει περσική αντίσταση. Άμεση επιδίωξη του ήταν να απελευθερώσει τις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας. Τούτο επιτεύχθηκε εύκολα μετά τη νίκη του στο Γρανικό ποταμό (Ιούνιος του 334), κατά την οποία συνέτριψε τους 20.000 Πέρσες ιππείς και τους ισάριθμους Έλληνες μισθοφόρους, οι οποίοι είχαν παραταχθεί στην αριστερή απόκρημνη όχθη του Γρανικού. Ο Αλέξανδρος, ως ηγεμών των συνασπισμένων Ελλήνων, απέστειλε στην Αθήνα 300 περσικές πανοπλίες, αφιέρωμα στην Πολιάδα Αθηνά, και κατέλαβε χωρίς αντίσταση τη Δυτική και Νοτιοδυτική Μ. Ασία, επειδή οι Πέρσες περιορίστηκαν στην υπεράσπιση μερικών μόνο οχυρών πόλεων (Μίλητος, Αλικαρνασσός) που υποστήριζε ο περσικός στόλος υπό τον έμπειρο Ρόδιο στρατηγό Μέμνονα. 

Ο Αλέξανδρος διαχείμασε στο Γόρδιο της Φρυγίας και την άνοιξη του 333 προχωρώντας προς την Κιλικία έφτασε στη Ταρσό χωρίς να συναντήσει καμμία περσική αντίδραση. Στο μεταξύ ο Δαρείος αφού συγκέντρωσε πολυάριθμο στρατό, βάδισε κατά του Αλέξανδρου· τη δύναμη του υπολογίζουν οι αρχαίες πηγές από 500.000 (Διόδωρος) μέχρι 600.000 (Αρριανός). Οι δύο στρατοί βάδιζαν παράλληλα ο ένας προς τον άλλο επί μερικές μέρες χωρίς να το γνωρίζουν, επειδή τους κάλυπτε το Αμανόν Όρος, τελικά δε συναντήθηκαν νότια της Ισσού, κοντά στον ποταμό Πίναρο, σε μια στενή παραλιακή πεδιάδα, τελείως ακατάλληλη για την ανάπτυξη των περσικών δυνάμεων (Νοεμ. του 332). Η μάχη απέληξε σε ολοσχερή καταστροφή των Περσών, επειδή ο Δαρείος κατά τη κρίσιμη στιγμή έχασε την ψυχραιμία του, όταν δέχτηκε την επίθεση του ιππικού του Αλέξανδρου αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 100.000 πεζούς και 10.000 ιππείς. Η βασιλική οικογένεια, που συνόδευε τον Δαρείο, περιήλθε στο νικητή, ο οποίος απέρριψε την πρόταση του Δαρείου για σύναψη συμμαχίας με αντάλλαγμα την παραχώρηση σε αυτόν της μέχρι τον Ευφράτη Ασίας. 

Μπορούσε τώρα ο Αλέξανδρος να προχωρήσει στο εσωτερικό της Ασίας, προτίμησε όμως να καταλάβει πρώτα τα παράλια, γιατί ο περσικός στόλος κυριαρχούσε στη θάλασσα και απειλούσε τις επικοινωνίες του. Προχώρησε λοιπόν προς την Αίγυπτο κυριεύοντας τις παράλιες πόλεις της Συρίας και της Φοινίκης· μονάχα δε η Τύρος αρνήθηκε να υποκύψει επειδή ήταν χτισμένη πάνω σε νησί και διέθετε ισχυρό στόλο. Η άλωση της ύστερα από εφτάμηνη πολιορκία αποτελεί ένα από τα λαμπρότερα κατορθώματα του Αλέξανδρου, κατέστη δε δυνατή μόνο μετά την κατασκευή μώλου που συνέδεσε το νησί με την απέναντι ακτή και την προσχώρηση των κυπριακών και φοινικικών πλοίων. Δίμηνη αντίσταση πρόβαλε και η Γάζα. 

Η Αίγυπτος παραδόθηε χωρίς αντίσταση από το σατράπη της Μαζάκη. Ο Αλέξανδρος χαιρετίσθηκε ως ελευθερωτής από τον λαό και τους ιερείς και προσέφερε θυσίες στον Άπι, τον ιερό ταύρο των Αιγυπτίων, επιδεικνύοντας την ίδια θρησκευτική ανεκτικότητα, την οποία θα επιδείξει αργότερα και σε άλλες περιοχές. Οι ιερείς της Μέμφιδας τον έστεψαν Φαραώ με το διπλό αιγυπτιακό στέμμα. Κατά την παραμονή του στην Αίγυπτο (χειμώνας του 332/ 1) ο Αλέξανδρος ίδρυσε και τη σημαντικότερη από τις 70 πόλεις που έχτισε, την Αλεξάνδρεια τη Μεγάλη, που εξελίχθηκε στο αξιολογότερο πολιτιστικό και εμπορικό κέντρο του Ελληνισμού επί χίλια σχεδόν έτη (331 π.Χ-641 μ.Χ). Επισκέφθηκε επίσης το Αμμώνειο, στην όαση του Siwa, όπου οι ιερείς τον προσφώνησαν ως γιό του Άμμωνος Διός. 

Την άνοιξη του 331 επέστρεψε στην Ασία. Στη Βόρειο Μεσοποταμία κοντά στα Γαυγάμηλα, συνάντησε τη Μεγάλη Στρατιά του Δαρείου της οποίας τη δύναμη οι συγγραφείς υπολογίζουν από 800.000 πεζούς και 20.000 ιππείς (Διόδωρος) έως 1.000.000 πεζούς και 40.000 ιππείς (Αρριανός, Πλούταρχος). Ο Αλέξανδρος παρέταξε το στρατό του σε διπλό μέτωπο, έτσι ώστε να μπορεί να σχηματίσει τετράπλευρο σε περίπτωση κινδύνου. Την τύχη της μάχης, της μεγαλύτερης στην αρχαιότητα, έκρινε και πάλι η άκαιρη αποχώρηση του Δαρείου, όταν εμφανίσθηκε μπροστά του το μακεδονικό ιππικό με τον Αλέξανδρο. Οι περσικές απώλειες ήταν κατά τον Αρριανό (III, 15, 6) 300.000 νεκροί και ακόμη περισσότεροι αιχμάλωτοι. 

Η μάχη των Γαυγαμήλων που χρονολογείται ακριβώς (31 Οκτωβρίου του 331) εξαιτίας της ολικής έκλειψης της σελήνης σήμαινε την οριστική διάλυση της Περσικής αυτοκρατορίας. Ο Αλέξανδρος έλαβε τον τίτλο του «βασιλέως της Ασίας» και αντιμετώπισε ως ανταρσία κάθε περαιτέρω αντίσταση. Οι ένδοξες πρωτεύουσες της Ανατολής άνοιξαν τώρα τις πύλες τους στο νικητή, στον οποίο περιήλθαν επίσης οι αμύθητοι θησαυροί των Περσών βασιλέων. Στη Βαβυλώνα, όπου έγινε δεκτός ως ελευθερωτής, προσέφερε θυσίες στο Μαρδούκ και τοποθέτησε σατράπη τον Μαζαίο, τον πρώτο Πέρση που διόριζε σατράπη. Στη συνέχεια κατέλαβε τα Σούσα, την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας και αφού κυρίευσε τις Περσίδες πόλεις, κατέλαβε την Περσέπολη, την παλαιά κοιτίδα των Περσών. Κατά διαταγή του πυρπολήθηκαν τα ανάκτορα των Αχαιμενιδών, μια πράξη συμβολική για τα ανοσιουργήματα που είχε διαπράξει ο Ξέρξης στην Ελλάδα. Την άνοιξη του 330 έφθασε στα Εκβάτανα όπου και απέλυσε τους Έλληνες συμμάχους, γεγονός που σήμαινε ό,τι η πανελλήνια εκστρατεία είχε πλέον λήξει. 

Επόμενος στόχος του Αλέξανδρου ήταν η σύλληψη του Δαρείου, τον οποίο όμως δεν επρόκειτο να συλλάβει ζωντανό, γιατί στο μεταξύ τον δολοφόνησε ο Βήσσος, ο σατράπης της Βακτριανής. Η καταδίωξη του Βήσσου, που είχε ανακηρυχθεί Μέγας Βασιλεύς με το όνομα Αρταξέρξης, ως και η υποταγή της Βακτριανής και Σογδιανής όπου είχε καταφύγει, στοίχισαν στον Αλέξανδρο τριετείς σκληρούς αγώνες (330-327), επειδή ο γηγενής πληθυσμός εμφορούμενος από ισχυρό θρησκευτικό κι εθνικό αίσθημα διεξήγαγε εναντίον του άγριο ανταρτοπόλεμο. Τελικά όμως υπερίσχυσε η ακαταμάχητη υπεροχή του Αλέξανδρου, ο οποίος υποχρεώθηκε να αναδιοργανώσει το στρατό του: ο Βήσσος συνελήφθη και εκτελέστηκε, ο Σπιταμένης που συνέχισε την αντίσταση εξοντώθηκε, η Βακτριανή και Σογδιανή υπέκυψαν στον νικητή. Ο γάμος του με την ωραία Ρωξάνη, την κόρη του Οξυάρτη, επισφράγισε τη συμφιλίωση του Αλέξανδρου με τον γενναίο αυτό λαό. 

Κατά τους χρόνους τούτους συνέβη επίσης η εκτέλεση του Φιλώτα και αργότερα η σύλληψη του Καλλισθένη, που κατηγορήθηκαν για τη συμμετοχή τους σε συνωμοσίες· για λόγους ασφαλείας εκτελέσθηκε και ο Παρμενίων, ο πατέρας του Φιλώτα. Οι εκτελέσεις αυτές, ως και ο φόνος του Κλείτου κατά τη διάρκεια κάποιου συμποσίου, οφειλόταν στην αντίδραση των συντηρητικών Μακεδόνων κατά της φιλοπερσικής πολιτικής του βασιλέως τους. Για τις βίαιες αυτές πράξεις του ο Αλέξανδρος κατακρίθηκε αργότερα από τους φιλοσοφικούς κύκλους της Αθήνας. 

Από την παλαιά Περσική αυτοκρατορία μονάχα η Ινδία δεν είχε ακόμη υποταχθεί. Η χώρα ήταν χωρισμένη σε αυτόνομα βασίλεια και για το λόγο αυτό η υποταγή της δεν παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες. Ο Αλέξανδρος, αφού προηγούμενα συνήψε σύμφωνο φιλίας με τον Ταξίλη, το βασιλιά (raja) της περιοχής των Ταξίλων, εισέβαλε από την πεδιάδα της Καμπούλ στην Πενταποταμία, στη ΒΔ Ινδία. Στις όχθες του Υδάσπη συνάντησε το βασιλιά Πώρο, στην τελευταία μεγάλη μάχη που συνήψε. Αν και οι δυνάμεις του Πώρου ήταν ισχυρότερες από τις δικές του επειδή ο Ινδός βασιλιάς διέθετε επιπλέον 200 ελέφαντες και πολυάριθμα δρεπανοφόρα άρματα, ο Αλέξανδρος κατόρθωσε με κυκλωτικό ελιγμό να τον αιφνιδιάσει και να τον νικήσει. Φέρθηκε ηγεμονικά στο γενναίο αντίπαλο του και στη συνέχεια προχώρησε μέχρι τον Ύφαση. Ήταν ήδη έτοιμος να τον περάσει, αλλά οι ταλαιπωρημένοι στρατιώτες του αρνήθηκαν να τον υπακούσουν. Για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή του ο Αλέξανδρος αναγκάσθηκε να υποχωρήσει. Όθεν κατασκεύασε δώδεκα πελώριους βωμούς στους Ολύμπιους θεούς και άρχισε την πορεία της επιστροφής. Με το στόλο που ναυπήγησε έπλευσε προς τις εκβολές του Ινδού, για να εξερευνήσει τη Μεγάλη Θάλασσα (Ινδικός Ωκεανός) και τον Αύγουστο του 325 έφθασε στα Πάταλα, αφού λίγο έλειψε να σκοτωθεί μαχόμενος κατά των πολεμικών Μαλλών. Με την εξερεύνηση του αυτή η Ινδική εκστρατεία είχε λήξει. Οι Μακεδόνες επέστρεψαν χωρισμένοι σε τρία τμήματα: μέρος αυτών υπό τον Κρατερό επέστρεψαν ήδη στη Περσία από το βόρειο δρόμο διαμέσου της Αραχωσίας. Ο στόλος με το Νέαρχο θα επέστρεφε δια θαλάσσης πλέοντας από τις εκβολές του Ινδού μέχρι το μυχό του Περσικού κόλπου. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος βάδισε μέσα από την έρημο της Γεδρωσίας κάτω από φοβερές συνθήκες και με τρομακτικές απώλειες σε ανθρώπους και υποζύγια ζώα. Η κατάσταση κάπως βελτιώθηκε, όταν μετά πορεία 60 ημερών έφθασε στα Πούρα, την πρωτεύουσα της Γεδρωσίας. Όταν έφθασε στην Καρμανία (Δεκ. του 325) συναντήθηκε με τον Κρατερό και συγχρόνως πληροφορήθηκε για την αίσια άφιξη του Νεάρχου στον προορισμό του. 

Την άνοιξη του 324 έφτασε στα Σούσα, όπου τέλεσε τους γάμους του με τη Βαρσίνη, τη μεγαλύτερη κόρη του Δαρείου, και με υπόδειξη του 80 εταίροι και 10.000 στρατιώτες του παντρεύτηκαν Περσίδες. Οι ομαδικοί γάμοι των Σούσων απέβλεπαν στην επιμειξία και την «ομόνοια» των λαών. Το φιλόδοξο όμως τούτο πρόγραμμα του Αλέξανδρου για τη συμφιλίωση των λαών δεν κατανοούσαν οι στρατιώτες του, αλλ' απεναντίας έβλεπαν με οργή ότι παραγκωνίζονταν εξαιτίας της πολιτικής αυτής του βασιλιά τους. Για το λόγο αυτό, όταν λίγο αργότερο τους ανήγγειλε στην Ώπη, μικρή πόλη της Μεσοποταμίας, ΒΑ της Βαβυλώνας, την αποστράτευση 10.000 παλαιμάχων, οι άνδρες του στασίασαν. Οργισμένος τότε ο βασιλιάς τους απηύθυνε μακρό λόγο (Αρριανός VIII, 9-10) στον οποίο τους υπενθύμισε όσα ο πατέρας του και ο ίδιος πρόσφεραν στη Μακεδονία. Επακολούθησε η συμφιλίωση που επισφραγίσθηκε με συμπόσιο, κατά το οποίο ο Αλέξανδρος ευχήθηκε στους παρευρισκομένους 9.000 Έλληνες και βαρβάρους «τά τε άλλα αγαθά καί όμόνοιάν τε καί κοινωνίαν της αρχής Μακεδόσι τε καί Πέρσαις» (αυτ. VII, 11, 9). Η ευχή αυτή του Αλέξανδρου για «ομόνοια» των λαών άσκησε τεράστια επίδραση στην κατόπιν ελληνική φιλοσοφία, όπως δείχνει η εμφάνιση έργων, στα οποία περιγράφονται ιδανικές πολιτείες. 

Από την Ώπη ο Αλέξανδρος πήγε στα Εκβάτανα όπου τέλεσε αγώνες, κατά τη διάρκεια των οποίων απέθανε ο Ηφαιστίων, ο πιο αγαπημένος φίλος του, την άνοιξη δε του 323 έφθασε στη Βαβυλώνα, που προόριζε για νέα του πρωτεύουσα. Εκεί τον περίμεναν πρέσβεις από όλα τα μέρη του γνωστού κόσμου, ακόμη και από τη μακρινή Δύση. Στο μεταξύ συνεχίζονταν οι προετοιμασίες για τον περίπλου της Αραβίας που θα αποτελούσε το προοίμιο για τη σχεδιαζόμενη εκστρατεία του στη Δύση. Είχε ήδη ορισθεί και η ημερομηνία αναχώρησης του στόλου, όταν ξαφνικά ο Αλέξανδρος αρρώστησε ύστερα από ένα συμπόσιο και μετά από δέκα ημέρες πέθανε στις 13 Ιουνίου του 323. Οι κακουχίες της εκστρατείας, τα πολλά του τραύματα και οι τεράστιες ευθύνες της εξουσίας είχαν τόσο κλονίσει την υγεία του, ώστε ο ταλαιπωρημένος οργανισμός του δεν μπόρεσε να αντέξει ένα κοινό πυρετό! Ήταν τότε ο Αλέξανδρος 32 ετών και οκτώ μηνών, είχε δε βασιλεύσει δώδεκα χρόνια και οκτώ μήνες. 

Στο άκουσμα του θανάτου Έλληνες και βάρβαροι ξέσπασαν σε θρήνο. Το πένθος εξαπλώθηκε παντού, όταν δε η Συσίγαμβρις, η μητέρα του Δαρείου, πληροφορήθηκε τη φοβερή είδηση, αποφάσισε κατά τον Κούρτιο Ρούφο (Χ, 5,24-25) να μην ξαναβάλει τροφή στο στόμα της, μετά δε από πέντε μέρες πέθανε. Η βασιλομήτωρ που άντεξε το θάνατο του γιου της, δεν μπόρεσε να αντέξει το θάνατο εκείνου που τον νίκησε και τον κατέστρεψε! Αυτή ήταν η μεγαλύτερη ίσως νίκη του Αλέξανδρου! 

Ο Αλέξανδρος υπήρξε μεγαλοφυής στρατηγός, ρηξικέλευθος πολιτικός, διαπρεπής οικονομολόγος και μεγάλος οραματιστής-εκπολιτιστής. Ο πρόωρος θάνατος του δεν μας επιτρέπει βέβαια να εξετάσουμε διεξοδικά τη δράση του σε όλους αυτούς τους τομείς, επειδή ολοκληρωμένα επιτεύγματα έχουμε μονάχα στον στρατιωτικό τομέα. Θεωρείται ότι είναι ο μεγαλύτερος στρατηγός της αρχαιότητος ίσως δε και της παγκόσμιας ιστορίας. Γνώριζε άριστα την στρατιωτική τακτική, και τη συνδυασμένη δράση των διαφόρων όπλων. Επιβαλλόταν στους στρατιώτες και τους στρατηγούς του που ήταν άνδρες πολύ φιλόδοξοι, όπως έγινε φανερό μετά τον θάνατο του. Παρά τα περιορισμένα μέσα που είχε στη διάθεση του και τις τεράστιες δυσκολίες που παρουσίαζαν τότε οι συγκοινωνίες, κατόρθωσε μέσα σε έντεκα και μόνο χρόνια να κατακτήσει ολόκληρο το γνωστό κόσμο. 

Ως πολιτικός επέτυχε να ιδρύσει οικουμενικό κράτος με συγκεντρωτική εξουσία, η οποία έλειπε παντελώς από το Περσικό κράτος που κληρονόμησε. Την ενοποίηση αυτή επεδίωξε ο Αλέξανδρος: 1) με τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και παιδείας 2) με την ίδρυση ελληνικών πόλεων στην Ασία και ασιατικών αργότερα στην Ευρώπη 3) με τους μικτούς γάμους 4) με την ένταξη Περσών και άλλων βαρβάρων στο στρατό του 5) με το ομοιόμορφο νομισματικό του σύστημα και 6) τέλος με τη θεοποίηση του προσώπου του. Η πολιτική του Αλέξανδρου απέβλεπε στην «ομόνοια» όλων των λαών, τους οποίους θεωρούσε αδελφούς και ήθελε να αναμείξει «εν κρατήρι φιλότητος», όπως θα παρατηρήσει αργότερα ο Ερατοσθένης. 

Στον οικονομικό επίσης τομέα εμφανίζεται ο Αλέξανδρος δημιουργός μιας νέας εποχής. Έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη μιας παγκόσμιας οικονομικής συνεργασίας και ενός οικουμενικού εμπορίου, εκτεινομένου από τις Ηράκλειες στήλες (Γιβραλτάρ) μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό. Στην ανάπτυξη δε του εμπορίου συνέβαλε ο Αλέξανδρος και με την ανακάλυψη νέων εμπορικών δρόμων, ως και με τη μετατροπή των περσικών θησαυρών σε νόμισμα, το οποίο γρήγορα έγινε το κύριο μέσο συναλλαγής σε ολόκληρο το μεσογειακό και τον ασιατικό χώρο. Τέλος διαχώρισε την πολιτική από την οικονομική υπηρεσία δημιουργώντας ενιαίες φορολογικές περιφέρειες με τη συνένωση πολλών σατραπειών. 

Ως εκπολιτιστής ο Αλέξανδρος υπήρξε αντάξιος μαθητής του Αριστοτέλη και με το επιτελείο των σοφών και των τεχνικών που τον συνόδευαν εξερεύνησε τα νέα εδάφη που κατέκτησε αναζητώντας νέα πεδία ερευνών άγνωστα μέχρι τότε στην επιστήμη. Ιδιαίτερα μελετήθηκαν ο ορυκτός πλούτος ως και η χλωρίδα και η πανίδα των ασιατικών χωρών, καταβλήθηκε δε προσπάθεια να μεταφυτευτούν δένδρα της μεσογειακής χλωρίδας στην Ασία, ίσως δε και αντίστροφα. Έλληνες τεχνικοί στάλθηκαν στο Σουδάν να διερευνήσουν τα αίτια των πλημμύρων του Νείλου, τις οποίες ορθώς η αποστολή απέδωσε στις τροπικές βροχές της Αιθιοπίας. Σε επιστημονικούς και συγχρόνως εμπορικούς σκοπούς απέβλεπε και το ταξίδι του Νέαρχου από τις εκβολές του Ινδού ως τις εκβολές του Ευφράτη. Προγραμματίστηκαν επίσης η εξερεύνηση της Κασπίας και ο περίπλους της Αραβίας, που όμως δεν πραγματοποιήθηκαν εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου του. Κατ' εντολή του καταμετρήθηκαν από τους «βηματιστάς» οι αποστάσεις που διήνυσε ο στρατός του, αξιόλογο επίτευγμα που βοήθησε αργότερα τον Ερατοσθένη. Δίκαια, λοιπόν, το άνοιγμα της Ανατολής από τον Αλέξανδρο παραβάλλεται με την ανακάλυψη της Αμερικής από το Χριστόφορο Κολόμβο. 

Την τεράστια εντύπωση που προξένησε στους λαούς η καταπληκτική προσωπικότητα του Αλέξανδρου μαρτυρεί η διάδοση του λεγόμενου «Μυθιστορήματος του Αλεξάνδρου», το οποίο μεταφράστηκε σε 24 διαφορετικές γλώσσες και σώζεται σε 80 παραλλαγές. Έχει ως πρότυπο του ένα ελληνικό έργο του Γ' μ.Χ. αι., το οποίο ανακριβώς αποδόθηκε στον Καλλισθένη για το λόγο δε αυτόν αναφέρεται ως ψευδο-Καλλισθένης. Το μυθιστόρημα αυτό άσκησε τεράστια επίδραση στις φιλολογίες των λαών εκείνων που είχαν αποξενωθεί από την ελληνική παράδοση και συνετέλεσε στο να διατηρηθεί ζωντανή στη φαντασία των λαών της Ανατολής και της Δύσης η ανάμνηση του Αλεξάνδρου επί 2220 έτη, μέχρις όταν κατά τις αρχές του 19ου αιώνα η νεώτερη έρευνα αναζήτησε την αληθινή μορφή του μεγάλου εκπολιτιστή και κατακτητή. Γιατί χωρίς τον Αλέξανδρο δεν θα ήταν δυνατή ούτε η διάδοση του ελληνικού πολιτισμού ούτε η ίδρυση της Ρωμαϊκής και στη συνέχεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά ούτε και αυτή ακόμη η θριαμβευτική πορεία του Χριστανισμού. 
Η αρχαία Όλυνθος 
Ρωμαϊκό αντίγραφο προτομής του Ισοκράτη (Νεάπολη, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)
Αντίγραφο αγάλματος του Δημοσθένη που είχε κατασκευάσει ο Πολύευκτος (Μουσείο Βατικανού)
Το κράτος του Φιλίππου Β' μετά το συνέδριο της Κορίνθου (336 π.Χ.) 
Η ερμαϊκή στήλη Αζάρα που διασώζει τα βασικά χαρακτηριστικά του περίφημου ανδριάντα του Αλέξανδρου που κατασκεύασε ο Λύσιππος (Παρίσι, Μοτσείο Λούβρου)
Η εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην χερσόνησο του Αίμου.
Ο μαρμάρινος Λέων της Χαιρωνείας.
Η εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ασία.
Η μάχη του Γρανικού.
Το περίφημο ψηφιδωτό της Πομπηίας που εικονίζει την πιο κρίσιμη στιγμή της μάχης του Ισσού. Ρωμαϊκό αντίγραφο ζωγραφικού έργου του Φιλόξενου της Ερέτρειας (Νεάπολη, Εθνικό Μουσείο)
Πολιορκία και άλωση της Τύρου.
Μάχη των Γαυγαμήλων (φάση 1). 
Μάχη των Γαυγαμήλων (φάση 2).
Η μάχη στον Υδάσπη. Η παράταξη των αντιπάλων και οι δύο φάσεις της μάχης. 
Η μάχη στον Υδάσπη. Η παράταξη των αντιπάλων και οι δύο φάσεις της μάχης.
Η εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου στην Ινδία.
Ο χώρος μάχης της Ιψού. 
Χάλκινο αγαλματίδιο του Δημητρίου του Πολιορκητού (Νεάπολη, Εθνικό Μουσείο). 

Γ 

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ 

ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΟΧΩΝ (323-281) 

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ 

Επειδή ο Μ. Αλέξανδρος δεν όρισε διάδοχο του, επακολούθησε σκληρός αγώνας των στρατηγών για τη διαδοχή. Το στέμμα στην αρχή δόθηκε στο Φίλιππο Γ' τον Αρριδαίο, ετεροθαλή αδελφό του Αλέξανδρου, την εξουσία όμως, ασκούσαν στην Ασία ο Περδίκκας και στη Μακεδονία ο Αντίπατρος που διεμοίρασαν τις σατραπείες στους επιφανέστερους στρατηγούς: Ο Πτολεμαίος έλαβε την Αίγυπτο, ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος τη Μεγάλη Φρυγία, την Παμφυλία και Λυκία, ο Λυσίμαχος τη Θράκη, ο Ευμενής την Παφλαγονία και Καππαδοκία, ο Λεοννάτος την Ελλησποντιακή Φρυγία και ο Σέλευκος τη Βαβυλώνα. 

Η απολυταρχική εξουσία του Περδίκκα προκάλεσε την δολοφονία του (321) και τότε ο Αντίπατρος ορίσθηκε επιμελητής των βασιλέων, δηλ. του Αριδαίου και του Αλεξάνδρου Δ', γιου του Μ. Αλεξάνδρου που γεννήθηκε στο μεταξύ από τη Ρωξάνη (διάταξη του Τριπαραδείσου). Ο Αντίπατρος φέρνει τους βασιλείς στη Μακεδονία, που γίνεται έτσι επίκεντρο της αυτοκρατορίας, διατηρεί δε την ενότητα της ως τον θάνατο του (319). 

Τους βασιλείς υποστηρίζουν στην Ευρώπη ο Πολυπέρχων, που όρισε διάδοχο του ο Αντίπατρος, και στην Ασία ο Ευμενής ο Καρδιανός, εναντίον των οποίων συνασπίζονται όλοι οι άλλοι στρατηγοί. Ο Κάσσανδρος, ο γιος του Αντίπατρου, γίνεται κύριος της Μακεδονίας, από την οποία εκδιώκει τον Πολυπέρχοντα. Κατά τη σύγκρουση φονεύονται ο Αρριδαίος, η γυναίκα του Ευριδίκη και η Ολυμπιάδα, εγκλείονται δε στο φρούριο της Αμφίπολης ο Αλέξανδρος Δ' και η Ρωξάνη από τον Κάσσανδρο (316). Τον ίδιο δε χρόνο ιδρύει τη Θεσσαλονίκη και την Κασσανδρεία και ξανάχτισε τη Θήβα. Η υπόθεση των βασιλέων χάνεται οριστικά, επειδή και στην Ασία ο Ευμενής, ο θερμότερος υποστηρικτής τους, σκοτώθηκε μαχόμενος κατά του Αντίγονου του Μονόφθαλμου (316). Ισχυρότερος όλων είναι τώρα ο Αντίγονος και ο γιος του Δημήτριος, εναντίον των οποίων συνασπίζονται ο Κάσσανδρος, ο Πτολεμαίος και ο Λυσίμαχος. Οι αντίπαλοι είναι σχεδόν ισοδύναμοι και γι' αυτό ο αγώνας τους συνεχίζεται αμφίρροπος μέχρι το 301 στην Ασία και στην Ευρώπη. Ο Πτολεμαίος νικά τον Δημήτριο στη Γάζα (312) οπότε και επαναφέρει το Σέλευκο στην Βαβυλώνα από την οποία τον είχε εκδιώξει ο Αντίγονος. Το έτος δε αυτό λαμβάνεται ως αφετηρία της χρονολογίας των Σελευκιδών. Το 306 όμως ο Δημήτριος καταναυμαχεί έξω από την Σαλαμίνα της Κύπρου τον πτολεμαϊκό στόλο· αυτός και ο πατέρας του λαμβάνουν το βασιλικό τίτλο, οπότε τους μιμούνται και οι άλλοι στρατηγοί, επειδή στο μεταξύ ο Κάσσανδρος είχε εκτελέσει τη Ρωξάνη και τον 12ετή γιο της Αλέξανδρο Δ' (310). Στη συνέχεια ο Δημήτριος πολιορκεί τη Ρόδο. Αν και δεν κατόρθωσε να την καταλάβει, έλαβε όμως την επωνυμία του πολιορκητή λόγω του πλήθους των μηχανικών μέσων που χρησιμοποίησε. Κατόπιν έρχεται στην Ελλάδα, από την οποία εκδιώκει τον Κάσσανδρο και επανιδρύει την Κορινθιακή συμμαχία (302) της οποίας η οργάνωση μας είναι γνωστή από επιγραφή της Επιδαύρου (1G, IV2, Ι, 68).Η κατάσταση όμως στην Ασία τον υποχρεώνει να επιστρέψει κοντά στον πατέρα του τον Αντίγονο για να αντιμετωπίσουν μαζί τους συνασπισμένους αντιπάλους τους, Λυσίμαχο, Σέλευκο και Κάσσανδρο. Οι ισοδύναμοι σχεδόν στρατοί τους συναντώνται κοντά στην Ιψό της Φρυγίας (301), κερδίζουν δε τη νίκη οι σύμμαχοι χάρη στους 500 ελέφαντες που έφερε από την Ινδία ο Σέλευκος, παραδίδοντας στον Chandragupta (Σανδρόκοττο) τις ινδικές του επαρχίες. Κατά τη μάχη ο 81ετής Αντίγονος σκοτώθηκε, ενώ ο Δημήτριος κατέφυγε στο στόλο του. Οι νικητές διαμοίρασαν μεταξύ τους τις κτήσεις του Αντίγονου: ο Λυσίμαχος έλαβε τη Μ. Ασία και ο Σέλευκος τις υπόλοιπες ασιατικές κτήσεις του Αντίγονου, ενώ ο Κάσσανδρος αναγνωριζόταν βασιλιάς της Μακεδονίας. Ο Πτολεμαίος, ο οποίος δεν είχε πάρει μέρος στη μάχη, δεν έλαβε τίποτε, κράτησε όμως την Κοίλη Συρία, την οποία είχε στο μεταξύ καταλάβει γεγονός που θα γίνει αφορμή συνεχών διενέξεων μεταξύ των διαδόχων τους. Με το θάνατο του Αντίγονου στην Ιψό ενταφιάσθηκε και η ιδέα του ενιαίου κράτους, κανένας δε από τους στρατηγούς δεν θα επιδιώξει πλέον στο μέλλον την ανασύσταση της αυτοκρατορίας του Αλέξανδρου. 

Ο Δημήτριος κατέφυγε στην Ελλάδα. Κατείχε ακόμη πολλές παράλιες πόλεις στην Ιωνία, την Καριά, την Φοινίκη και την Κύπρο, στα νησιά του Αιγαίου και στην Ελλάδα τα Μέγαρα και την Κόρινθο. Ανακατέλαβε ύστερα από πολιορκία την Αθήνα και όταν το θέρος του 298 πέθανε ο Κάσσανδρος, κατόρθωσε να ανακηρυχτεί βασιλιάς της Μακεδονίας (294-288), εκμεταλλευόμενος τις δυναστικές έριδες των τριών γιων του. Ίδρυσε τη Δημητριάδα, την οποία οχύρωσε με τείχος μήκους επτά χιλιομέτρων και την έκαμε πρωτεύουσα του. Διέθετε μεγάλη δραστηριότητα και δύναμη, ήταν δε ικανός στρατηγός όχι όμως και πολιτικός. Στερέωσε τη θέση του στην Ελλάδα επιβάλλοντας φρουρές, με ορμητήριο δε την Μακεδονία επιχείρησε να ανασυστήσει το κράτος του πατέρα του, γεγονός που οδήγησε στη σύμπραξη του Λυσίμαχου και Πύρρου, οι οποίοι εύκολα τον έδιωξαν από τη χώρα του επειδή δεν ήταν αγαπητός στους Μακεδόνες. 

Κατέφυγε και πάλι στο στόλο του και στράφηκε εναντίον του Λυσίμαχου στη Μ. Ασία, αλλά νικήθηκε από τον Αγαθοκλή, τον γιο του Λυσιμάχου, οπότε πέρασε τον Ταύρο και επιτέθηκε κατά του Σέλευκου. Αρρώστησε όμως ξαφνικά, εγκαταλείφτηκε από τους στρατιώτες του και παραδόθηκε τελικά στον Σέλευκο (285), στην αυλή του οποίου και πέθανε αιχμάλωτος μετά από δύο χρόνια. Αυτό το τραγικό τέλος είχε ο ικανότερος από τους στρατηγούς του Αλέξανδρου. Τον ίδιο χρόνο (283) πέθανε στην Αίγυπτο και ο Πτολεμαίος, αφήνοντας ως διάδοχο το γιο του Πτολεμαίου το Φιλάδελφο, ώστε από τους στρατηγούς του Αλέξανδρου, ζούσαν μονάχα ο Λυσίμαχος και ο Σέλευκος, από τους οποίους, ο πρώτος κατείχε τη Θράκη και τη Μ. Ασία και ο δεύτερος τις υπόλοιπες χώρες της Ασίας. Η μεταξύ τους αντίθεση οδηγεί στη σύγκρουση. Στο Κούρου Πεδίο της Λυδίας το Φεβρουάριο του 281 συνήφθη η τελευταία μεγάλη μάχη των διαδόχων, στην οποία σκοτώθηκε ο Λυσίμαχος. Προσωρινά ο Σέλευκος πετυχαίνει τη συνένωση της αυτοκρατορίας, αλλά το 280 δολοφονείται στη Λυσιμάχεια, ενώ μετέβαινε, ύστερα από 54 έτη, 
Ελλάς και Ελληνιστική Ανατολή το 240 π.Χ. 
Τα ελληνικά κράτη κατά τον Β' Μακεδονικό Πόλεμο. 
Αιτωλική & Αχαϊκή Συμπολιτεία. 
Η Δημητριάδα που ίδρυσε ο Δημήτριος ο Πολιορκητής στη θέση των Παγασών, στο μυχό του Παγασητικού Κόλπου. 
Τα βασίλεια των Διαδόχων. 
στην πολυαγαπημένη του πατρίδα Μακεδόνα, από τον Πτολεμαίο τον Κεραυνό. Στο θρόνο τον διαδέχθηκε ο γιος του Αντίοχος, ενώ το θρόνο της Μακεδονίας κατελάμβανε ο Πτολεμαίος ο Κεραυνός. 

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΩΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 

(ΛΑΜΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΓΑΛΑΤΙΚΗ ΕΠΙΔΡΟΜΗ)

Όταν έγινε γνωστός στην Ελλάδα ο θάνατος του Μ. Αλέξανδρου, η Αθήνα, η Αιτωλία, η Θεσσαλία, η Λοκρίδα και η Φωκίδα συμμάχησαν κατά της Μακεδονίας. Αρχηγός της ελληνικής συμμαχίας ανέλαβε ο Αθηναίος Λεωσθένης που απέκλεισε τον Αντίπατρο στη Λαμία (Λαμιακός Πόλεμος 323 - 322). Αλλά κατά τη πολιορκία της Λαμίας φονεύθηκε ο Λεωσθένης, ενώ μακεδονικές ενισχύσεις κατέφταναν στον πολιορκημένο Αντίπατρο, ο οποίος νίκησε τελικά τους συμμάχους του στον Κρανώνα. Η ελληνική συμμαχία διαλύθηκε και η Αθήνα παραδόθηκε άνευ όρων στο νικητή, επειδή στο μεταξύ νικήθηκε και ο στόλος της στην Άβιδο και στην Αμοργό, οπότε έχασε οριστικά πλέον τη θαλασσοκρατορία στο Αιγαίο που κατείχε από το 480. Μακεδονικές φρουρές εγκαταστάθηκαν στη Μουνυχία (Καστέλλα) και στο λόφο του Μουσείου (Φιλοπάππου), τιμοκρατικό δε πολίτευμα επιβλήθηκε στην Αθήνα, η οποία υποχρεώθηκε επίσης να παραδώσει τον Ωρωπό και τη Σάμο.

Κατά τα έτη που ακολούθησαν, ο Κάσσανδρος έγινε κύριος της Αθήνας, στην οποία εγκατέστησε ως «επιμελητή της πόλεως», τον Δημήτριο τον Φαληρέα που οργάνωσε τα οικονομικά της, περιστέλλοντας τις δαπάνες (317 - 307). Αλλά το 307 ο Δημήτριος ο Πολιορκητής αποκατέστησε το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας και έδιωξε τον Φαληρέα ο οποίος κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια, όπου οργάνωσε τη βιβλιοθήκη του Μουσείου.

Λίγο αργότερα η Ελλάδα κινδύνευσε από επιδρομή των Γαλατών, που εισέβαλαν στη Μακεδονία ορμώμενοι από τις παραδουνάβιες περιοχές τους. Συνέτριψαν τις δυνάμεις του Κεραυνού που σκοτώθηκε στη μάχη, και κατόπιν δια της Θεσσαλίας, εισέδυσαν στη Νότιο Ελλάδα. Αφού δε ενίκησαν στις Θερμοπύλες και τις συνασπισμένες ελληνικές δυνάμεις, επιτέθηκαν κατά του Μαντείου των Δελφών. Αλλά νικήθηκαν από τους Αιτωλούς και τους Φωκείς και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από τη Κεντρική Ελλάδα (279). Οι Γαλάτες τότε στράφηκαν στη Θράκη, όπου όμως νικήθηκαν από τον Αντίγονο Γονατά, τον γιο του Πολιορκητή (277), ο οποίος τον επόμενο χρόνο ανακυρήχθηκε από το στρατό βασιλιάς της Μακεδονίας. Τα υπολείμματα των Γαλατών πέρασαν στη Μ. Ασία λεηλατώντας τις πόλεις της, οι οποίες υποχρεώθηκαν να τους καταβάλουν τον λεγόμενο «Γαλατικό φόρο». Αλλά το 275 νικήθηκαν από τον Αντίοχο Α' στη Μάχη των Ελεφάντων, οπότε ο Σελευκίδης Βασιλιάς έλαβε τον τίτλο του Σωτήρος, αργότερα δε από τον βασιλιά της Περγάμου Άτταλο Α', ο οποίος τους υποχρέωσε να εγκατασταθούν στη Μεγάλη Φρυγία (γύρω από τη σημερινή Άγκυρα). Προς αυτούς απευθύνει τη γνωστή επιστολή του ο Απόστολος Παύλος (Προς Γαλάτας).

ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΩΝ ΕΠΙΓΟΝΩΝ

Από το 275 μπορούμε να παρακολουθήσουμε την ιστορία των τριών μεγάλων ελληνιστικών βασιλείων, τα οποία προέκυψαν από τις συνταρακτικές συγκρούσεις των διαδόχων και τα οποία επέζησαν μέχρι την υποταγή τους στη Ρώμη, είναι δε τα εξής: 
Το βασίλειο των Πτολεμαίων, το οποίο κατείχε την Αίγυπτο, την Κυρηναϊκή, την Κύπρο, ως και βάσεις στα παράλια της Μ. Ασίας και στα νησιά του Αιγαίου, είχε δε πρωτεύουσα του την Αλεξάνδρεια τη Μεγάλη. Το βασίλειο των Σελευκιδών που περιελάμβανε τις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου και τη Νότια Μ. Ασία, ήταν δε το μεγαλύτερο σε έκταση ελληνιστικό κράτος. Πρωτεύουσα του στην αρχή ήταν η Σελεύκεια η προς Τίγρητα και αργότερα η Αντιόχεια η προς Ορόντη.

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΥΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΓΟΝΙΔΕΣ
Ο ΑΝΤΙΓΟΝΟΣ Β' Ο ΓΟΝΑΤΑΣ (276-239)

Μετά την ανακήρυξη του σε βασιλέα ο Αντίγονος Γονατάς ήρθε στη Μακεδονία, η οποία είχε παραδοθεί στην αναρχία μετά την ήττα του Πτολεμαίου του Κεραυνού, από τους Γαλάτες (279). Προσωρινά ο στρατηγός Σωσθένης κατόρθωσε να αποκαταστήσει την τάξη, μετά όμως το βίαιο ίσως θάνατο του επικράτησε μεγάλη σύγχυση στη χώρα. Οι γειτονικοί λαοί είχαν αποτινάξει τη μακεδονική κυριαρχία, μνηστήρες δε του θρόνου (Πτολεμαίος, Αντίπατρος ο Ετησίας, Αρριδαίος) διεκδικούσαν την εξουσία, ενώ μερικές πόλεις όπως η Κασσάνδρεια, είχαν ανακυρηχθεί ανεξάρτητες. Ο Αντίγονος επιβλήθηκε γρήγορα στη Μακεδονία: Απομάκρυνε τους ανταπαιτητές και ανακατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της χώρας, μετά δεκάμηνη δε πολιορκία κατέλαβε και αυτή την Κασσάνδρεια όπου, κάποιος Απολλόδωρος είχε εξεγείρει τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα εναντίον των πλουσίων.

Υποχρεώθηκε όμως να διεξαγάγει σκληρούς αγώνες κατά του Πύρρου και του Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου. Το 274 ο βασιλιάς της Ηπείρου επέστρεψε από την Ιταλία και αμέσως επιτέθηκε κατά του Αντιγόνου και του απέσπασε την Άνω Μακεδονία και, για να κλονίσει τη θέση του και στη Νότιο Ελλάδα, εισέβαλε στη Πελοπόννησο, ευτυχώς όμως για τον Αντίγονο ο Πύρρος σκοτώθηκε λίγο αργότερα στο Αργός (272) και έτσι απηλλάγη από τον πιο επικίνδυνο αντίπαλο του. Η σύγκρουση του όμως με τον Πτολεμαίο διήρκεσε πολύ περισσότερο και διεξήχθηκε στη ξηρά και τη θάλασσα. Για να ενισχύσει τη θέση του στην Ελλάδα, ο Φιλάδελφος υποκίνησε την Αθήνα και τη Σπάρτη να εξεγερθούν κατά του Αντιγόνου. Ο πόλεμος που ακολούθησε ονομάσθηκε Χρεμωνίδειος (c. 267-262) από το όνομα του Αθηναίου πολιτικού Χρεμωνίδη που έκανε τη σχετική πρόταση για τη σύμπηξη της Συμμαχίας (Syll 434/5). Επειδή όμως ο Πτολεμαίος δεν βοήθησε αποτελεσματικά τους συμμάχους του, η σύγκρουση έληξε με νίκη του Αντιγόνου, ο οποίος αφού νίκησε κοντά στην Κόρινθο τον βασιλέα της Σπάρτης Αραία (265), πολιόρκησε στενά την Αθήνα και την εξανάγκασε μετά μακρά πολιορκία να παραδοθεί από πείνα (262). Μακεδονική φρουρά επιβλήθηκε στην ιστορική πόλη και το δημοκρατικό της πολίτευμα μεταβλήθηκε σε τιμοκρατικό. Από τότε η Αθήνα έχασε την πολιτική της δύναμη, παρέμεινε όμως αξιόλογο πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού, δίπλα στην Αλεξάνδρεια και την Πέργαμο. Ο Αντίγονος αποκατέστησε τη μακεδονική κυριαρχία στη Νότιο Ελλάδα επιβάλλοντας τυράννους, στις πελοποννησιακές ιδίως πόλεις, ως και μακεδονικές φρουρές σε επίκαιρες θέσεις όπως τον Πειραιά, 
Τετράδραχμο με παράσταση της κεφαλής του Περσέα.(Αθήνα, Νομισματική Συλλογή, Εθν. Αρχαιολ. Μουσείο). 
Η μάχη της Σελλασίας, όπου ο Αντίγονος ο Δώσων κατατρόπωσε τον Κλεομένη. 
Πρόσθια όψη νομίσματος της πρώτης μακεδονικής μερίδος (Αθήνα, Νομιμαστική Συλλογή Εθνικού Αρχαιολ. Μουσείου). 
Οπίσθια όψη νομίσματος της πρώτης μακεδονικής μερίδος (Αθήνα, Νομιμαστική Συλλογή Εθνικού Αρχαιολ. Μουσείου).

τον Ακροκόρινθο, τη Χαλκίδα και τη Δημητριάδα, για τους λόγους δε αυτούς δεν ήταν συμπαθής στην Κυρίως Ελλάδα. Αφού δε καταναυμάχησε και τον πτολεμαϊκό στόλο στη Κω (258) και την Άνδρο (246) απέκτησε τη θαλασσοκρατορία στο Αιγαίο και έθεσε υπό την κηδεμονία του το Κοινόν των Νησιωτών, το οποίο είχε ιδρύσει ο πάππος του Αντίγονος ο Μονόφθαλμος (315). Πέθανε το 239 σε ηλικία περίπου 90 ετών, αφού βασίλευσε 37 έτη, και αφού είδε κατά τα τέλη της βασιλείας του να εκδιώκονται οι φρουρές του στη Νότια Ελλάδα από τη συνδυασμένη δράση της Αχαϊκής και της Αιτωλικής Συμπολιτείας. 

Ο Αντίγονος αναδείχθηκε δεύτερος ιδρυτής του μακεδονικού κράτους. Το έργο που επετέλεσε υπήρξε τεράστιο. Αποκατέστησε την ακεραιότητα και την ενότητα της Μακεδονίας, αναδιοργάνωσε το στρατό της, που είχε διαλυθεί εξαιτίας της αναρχίας, και αύξησε τον πληθυσμό της χώρας του που είχε απεδεκατιστεί από τους συνεχείς πολέμους και τη μετανάστευση. Ίδρυσε νέες πόλεις, όπως τις δύο Αντιγόνειες (στην Ιλλυρία και την Παιονία) και αντιμετώπισε το οξύ δημογραφικό πρόβλημα εγκαθιστώντας στην ύπαιθρο Θράκες και άλλους βαρβάρους, όπως έπραξε αργότερα ο Φίλιππος ο Ε'. 

Ο Αντίγονος είναι ο πρώτος φιλόσοφος βασιλιάς της αρχαιότητος, ο οποίος πραγματοποίησε το παλαιό πλατωνικό ιδεώδες. Οι στωικές του πεποιθήσεις -υπήρξε μαθητής του Ζήνωνα, του ιδρυτή της Στοάς- τον έκαμαν να εκτιμά τους ανθρώπους ανάλογα με τις ατομικές τους ικανότητες και όχι από την κοινωνική ή την εθνική τους προέλευση, να προτιμά όμως τους μορφωμένους, τους μετριοπαθείς και τους σοφούς. Επειδή δε η Στοά ήταν η φιλοσοφία του καθήκοντος, είχε υψηλή αντίληψη για τα βασιλικά του καθήκοντα. Αναφέρεται ότι είπε κάποτε στον γιο του Αλκυονέα, όταν τον είδε να φέρεται με σκαιότητα στους υπηκόους του 

ουκ οίσθα, ω παι, την βασιλείαν ημών ένδοξον είναι δουλείαν; (Αιλιανού, Ποικιλ. Ιστορία II, 20). 

Ανέδειξε την πρωτεύουσα του Πέλλα σε αξιόλογο πολιτιστικό κέντρο της εποχής, συγκεντρώνοντας στην αυλή του επιφανείς φιλόσοφους όπως τον στωικό Περσαίο τον Κιτιέα, τον κυνικό Βίωνα τον Βορυσθενίτη, τον ακαδημαϊκό Μενέδημο τον Ερετριέα· αξιόλογους ποιητές, όπως τον Άρατο τον Σολέα που έγραψε τα «Φαινόμενα», τον Τίμωνα τον Φλιάσιο, το συγγραφέα των σίλλων και τον τραγικό ποιητή Αλέξανδρο τον Αιτωλό· εξέχοντες τέλος ιστορικούς, όπως τον Ιερώνυμο τον Καρδιανό, που έγραψε την «Ιστορία των Διαδόχων» και τον ετεροθαλή ίσως αδελφό του Κρατερό που συνέταξε την «συναγωγή των ψηφισμάτων».

Ο Αντίγονος, εθνικός βασιλιάς μιας χώρας με παλαιές μοναρχικές παραδόσεις, είναι ο πιο ιδανικός τύπος Έλληνα βασιλέως της αρχαιότητας και ο μοναδικός μονάρχης της εποχής του που δε λατρεύτηκε από τους υπηκόους του. Μπορεί να λεχθεί γι' αυτόν ότι ως στωικός επιζητούσε την ειρήνη, αλλά οι περιστάσεις τον υποχρέωσαν να περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μαχόμενος, όπως ακριβώς και ο άλλος βασιλιάς -φιλόσοφος της αρχαιότητος- Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος. 

Η ΝΟΤΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
Η ΑΙΤΩΛΙΚΗ ΚΑΙ ΑΧΑΪΚΗ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΙΑ

Επειδή η Νότια Ελλάδα συνδεόταν στενά με τη Μακεδονία, πριν εξετάσουμε τη δράση των διαδόχων του Αντιγόνου του Γονατά, θα μας απασχολήσει η κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τους χρόνους τούτους στην κυρίως Ελλάδα. 

Κατά την Γ' π.Χ. αιώνα ιδρύθηκαν πολλά «κοινά» στην Ελλάδα, όπως των Αιτωλών, Ακαρνάνων, Αρκάδων, Αχαιών, Βοιωτών, Θεσσαλών, Κρητών, Νησιωτών και Φωκέων. Οι νέες αυτές μορφές κρατικής εξουσίας προήλθαν από την συνένωση πολλών πόλεων και στηρίζονταν στις αρχές της ισονομίας και ισοπολιτείας. Η κάθε πόλη διατηρούσε την αυτονομία της, οι πολίτες της όμως ήταν δυνάμει πολίτες και όλων των άλλων πόλεων του «κοινού», το οποίο είχε το δικό του ομοσπονδιακό σύνταγμα και τους δικούς του άρχοντες. Στο «κοινό» δεν υπήρχε «ηγεμονεύουσα» πόλη (όπως στην Αθηναϊκή και στην Πελοποννησιακή συμμαχία), η δε πόλεις προσχώρησαν σε αυτό με δική τους πρωτοβουλία, δηλαδή χωρίς να εξαναγκασθούν από κάποια ξένη δύναμη (όπως στην περίπτωση της Κορινθιακής Συμμαχίας). Ήταν η τελευταία προσπάθεια της ελληνικής πόλης να διατηρήσει την αυτονομία της! 

Από τα «κοινά» σπουδαιότερα ήταν των Αιτωλών και των Αχαιών, η Αιτωλική και η Αχαϊκή Συμπολιτεία, όπως συνήθως ονομάζονται. Η άνοδος της Αιτωλικής Συμπολιτείας αρχίζει από την θριαμβευτική νίκης της κατά των Γαλατών (279), οπότε οι Αιτωλοί επέβαλαν την κυριαρχία τους στο Μαντείο των Δελφών και σταδιακά ενσωμάτωσαν όλες τις περιοχές της Στερεάς Ελλάδος εκτός από την Αττική. Την επέκταση της Συμπολιτείας μαρτυρεί η βαθμιαία αύξηση των Αιτωλών ιερομνημόνων, οι οποίοι από δύο που ήταν στην αρχή, το 229, έφθασαν τους 14ή και 15. Η συμπολιτεία στηριζόταν σε δημοκρατικές αρχές αλλά ήταν χαλαρότερη από την Αχαϊκή. Είχε ομοσπονδιακή εκκλησία και βουλή, την εκτελεστική δε εξουσία ασκούσε ο στρατηγός, βοηθούμενος από τους 30 αποκλήτους. Στην εκκλησία, που ήταν η κύρια πηγή εξουσίας, μετείχαν όλοι οι «συμπολιτευόμενοι» που συνέρχονταν δύο φορές το χρόνο, τον Μάρτιο (Παναιτώλια) και το Σεπτέμβριο (Θερμικά). 

Η ακμή της Αχαϊκής Συμπολιτείας αρχίζει από το 251, οπότε ο νεαρός Άρατος ανέτρεψε τον τύραννο της πατρίδας του Σικυώνας και έγινε η ψυχή της συμπολιτείας στην οποία ενσωμάτωσε τις περισσότερες πελοποννησιακές πόλεις. Επιδίωξη του ήταν να εκδιώξει τις μακεδονικές φρουρές και τους τυράννους που τις υποστήριζαν. Το πολίτευμα των Αχαιών ήταν κράμα δημοκρατικών και ολιγαρχικών στοιχείων, επειδή στη Σύνοδο (συνέλευση) μετείχαν μόνον όσοι είχαν ορισμένη περιουσία. Την εκτελεστική εξουσία ασκούσε στρατηγός βοηθούμενος από τους 10 δημιουργούς, αμφισβητείται όμως αν στη Συμπολιτεία υπήρχε βουλή. Κατά κανόνα οι δύο συμπολιτείες βρίσκονταν σε εχθρικές μεταξύ τους σχέσεις, ο ανταγωνισμός δε αυτός προκάλεσε την πλήρη πολιτική παρακμή της Ελλάδας.

ΟΙ ΑΝΤΙΓΟΝΙΔΕΣ

Ο Αντίγονος Γονατάς υπήρξε αρχηγέτης μιας νέας δυναστείας, που παρέμεινε στην εξουσία μέχρι την κατάλυσή της από τη Ρώμη (168). Οι βασιλείς της δυναστείας αυτής είναι οι εξής: ο Δημήτριος Β', ο Αντίγονος Γ' ο Δώσων, ο Φίλιππος Ε' και ο Περσεύς, των οποίων στη συνέχεια θα εξετάσουμε τη δράση.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Β' (239-229)

Κληρονόμησε από τον πατέρα του Αντίγονο μια πολύ δύσκολη κατάσταση στην Ελλάδα, επειδή οι δύο συμπολιτείες είχαν συνασπισθεί εναντίον της Μακεδονίας. Ο πόλεμος που επακολούθησε ονομάζεται από τον Πολύβιο (II, 46, 1) «Δημητριακός Πόλεμος», ο οποίος όμως έληξε χωρίς να επιφέρει αποφασιστική λύση, αν και αρχικά ο Δημήτριος σημείωσε μερικές επιτυχίες. Ο πόλεμος ξεκίνησε από την Ακαρνανία, της οποίας τμήμα κατείχαν οι Ηπειρώτες. Εναντίον της επετέθηκαν οι Αιτωλοί, ενώ ο Άρατος προσέβαλλε τις μακεδονικές φρουρές στην Πελοπόννησο. Ο Δημήτριος που είχε νυμφευθεί Ηπειρώτισσα πριγκίπισσα, τη Φθία-Χρυσηίδα έσπευσε σε βοήθεια, και αφού έδιωξε τους Αιτωλούς από την Ακαρνανία, τους απέσπασε τη Βοιωτία, την ανατολική Λοκρίδα και μέρος της Φωκίδος, ενώ ο στρατηγός του Βίθυς νικούσε τον Άρατο στην Αρκαδία. Στο μεταξύ όμως την εξουσία στην Ήπειρο κατέλαβαν οι δημοκρατικοί οι οποίοι προσχώρησαν στην Αιτωλική Συμπολιτεία. Ο Δημήτριος συμμάχησε με τον Άγρωνα τον Ιλλυριό και ετοιμαζόταν να επέμβει και πάλι στην Ήπειρο, αλλά οι Δάρδανοι που είχαν εισβάλει στη Μακεδονία, τον υποχρέωσαν να στραφεί προς Βορά. Στη σύγκρουση που επακολούθησε ο Δημήτριος νικήθηκε και σκοτώθηκε (229), αφήνοντας διάδοχο του τον εννεατή γιο του Φίλιππο Ε'. 

ΑΝΤΙΓΟΝΟΣ Γ' Ο ΔΩΣΩΝ (227-221) 

Ως επίτροπος του ανήλικου Φιλίππου ανέλαβε την εξουσία ο Αντίγονος, ο γιος του Δημήτριου του Καλού, ο οποίος μετά από δύο χρόνια ανακηρύχθηκε βασιλιάς από το στρατό, λόγω των κρισίμων περιστάσεων που διήρχετο τότε η Μακεδονία, αφού όμως υποσχέθηκε ότι θα παρέδιδε (όθεν και το επίθετο Δώσων) τη βασιλεία στο νόμιμο διάδοχο, όταν θα ενηλικιωνόταν. Πρώτη φροντίδα του Δώσωνος ήταν να εκδιώξει τους Δαρδάνους από την Παιονία. Η απασχόληση του στα βόρεια σύνορα της χώρας εξηγεί ίσως την παθητική στάση που κράτησε, όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν τα ιλλυρικά παράλια (229/8), που υπάγονταν στη σφαίρα επιρροής της Μακεδονίας. Ανεξήγητη όμως παραμένει η εκστρατεία του Δώσωνος στην Καρία (227), αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η δύσκολη θέση στην οποία είχε περιέλθει τότε η Μακεδονία στη Νότια Ελλάδα, εξαιτίας της συνδυασμένης δράσης των δύο συμπολιτειών. Ο Άρατος είχε ενσωματώσει όλες τις πόλεις της Πελοποννήσου και είχε βοηθήσει τους Αθηναίους να ανακτήσουν την ελευθερία τους, αφού κατέβαλαν 150 τάλαντα στη μακεδονική φρουρά (229), ενώ οι Αιτωλοί είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας. Η μακεδονική κυριαρχία νότια του Ολύμπου είχε περιοριστεί στην οχυρή Δημητριάδα, τη νήσο Εύβοια και σε μερικά νησιά των Κυκλάδων. Οι ανακατατάξεις όμως που συνέβησαν στη Νότια Ελλάδα λίγο αργότερα, επέτρεψαν στον Αντίγονο να αποκαταστήσει τη θέση της Μακεδονίας στην περιοχή. Η επεκτατική πολιτική του Αράτου οδήγησε σε ρήξη τις σχέσεις των δύο ισχυρών συμπολιτειών, ενώ η αντίθεση Αχαϊκής Συμπολιτείας και Σπάρτης έδωσε την ευκαιρία στον Αντίγονο να επέμβει στην Πελοπόννησο. Με διπλωματική ευστροφία ο βασιλιάς εκμεταλλεύτηκε την εύνοια της τύχης. Συνήψε συμφωνία με τους Αιτωλούς, σύμφωνα με την οποία τους παραχωρούσε τη Φθιώτιδα, Θεσσαλία και ανακτούσε την υπόλοιπη, αποδέχθηκε δε πρόθυμα την πρόσκληση του Αράτου να βοηθήσει την Αχαϊκή Συμπολιτεία εναντίον του Κλεομένη, θέτοντας ως όρο την παραχώρηση του Ακροκόρινθου. Στη Σπάρτη κατά τους χρόνους τούτους είχε επικρατήσει το επαναστατικό κίνημα του βασιλιά Κλεομένη Γ' που απέβλεπε στην ενίσχυση του στρατιωτικού δυναμικού της με παραχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων στους περιοίκους και με αναδασμό της λακωνικής γης. Με τον αναδιοργανωμένο στρατό του νίκησε επανειλημμένα τον Άρατο και κατέλαβε τις πόλεις Τεγέα, Μαντίνεια, Άργος, Κόρινθο και Μεγάλη Πόλη.

Ο βασιλιάς της Μακεδονίας υπέγραψε επίσημη συνθήκη με τον Άρατο και ίδρυσε το 224 την Ελληνική Συμμαχία συνενώνοντας τους Αχαιούς, Θεσσαλούς, Ηπειρώτες, Ακαρνάνες, Βοιωτούς, Φωκείς, Λοκρούς και Ευβοείς. Πρότυπο της ήταν η Κορινθιακή Συμμαχία, που είχε ιδρύσει το 338 ο Φίλιππος Β' με τη διαφορά ότι τα μέλη της τώρα δεν ήταν μεμονωμένες πόλεις, όπως τότε, αλλά συμπολιτείες. Πρόεδρος της συμμαχίας και αρχιστράτηγος του συμμαχικού στρατού ήταν ο Αντίγονος. Έτσι για τρίτη ήδη φορά στην ιστορία της Ελλάδας ιδρυόταν, με μακεδονική πρωτοβουλία, ισχυρή ελληνική ομοσπονδία. Ο Αντίγονος επικεφαλής της συμμαχίας ανέκτησε τις πόλεις που είχε καταλάβει ο Κλεομένης. Ο πόλεμος κρίθηκε τελικά στη μάχη της Σελλασίας (καλοκαίρι του 222), κατά την οποία νικήθηκε ο Κλεομένης και ο στρατός του υπέστη τρομακτικές απώλειες. Ο Κλεομένης, που διέφυγε με λίγους ιππείς του, ήρθε στο Γύθειο και από εκεί κατέφυγε στην Αίγυπτο, ενώ ο Αντίγονος εισήρχετο στη Σπάρτη, η οποία για πρώτη φορά κατά τη μακραίωνη ιστορία της κατελαμβανόταν από εχθρικό στρατό. Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεομένη καταργήθηκαν και η Σπάρτη έγινε μέλος της Ελληνικής Συμμαχίας. Λίγους μήνες αργότερα ο Αντίγονος τραυματίσθηκε μαχόμενος κατά των Ιλλυριών και μετά από λίγο πέθανε σε ηλικία 42 ετών (221). Υπήρξε ικανός βασιλιάς• αποκατέστησε τη μακεδονική κυριαρχία στην Κυρίως Ελλάδα και παρέδωσε στο διάδοχο του Φίλιππο Ε' κράτος ισχυρό και μεγάλο. 

ΦΙΛΙΠΠΟΣ Ε' (221-179) 
Η ΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ
Α' ΚΑΙ Β' ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Ο Πολύβιος αρχίζει την ιστορία του με την άνοδο στο θρόνο τριών βασιλέων, του Αντίοχου Γ' του Μεγάλου στην Ασία (223), του Πτολεμαίου Δ' του Φιλοπάτορος στην Αίγυπτο (221) και του Φιλίππου Ε' στη Μακεδονία (221). Η άνοδος στο θρόνο του δεκαεπταετούς Φιλίππου ήγειρε πολλές ελπίδες στους Έλληνες, που τον αγαπούσαν τότε ως «κοινόν τίνα ερώμενον» (Πολύβιον, VII, 11, 8). Ο παράφορος χαρακτήρας του, που επρόκειτο να προξενήσει πολλές συμφορές στην Ελλάδα, αποκαλύφθηκε αργότερα. Ο Φίλιππος αφιέρωσε τα πρώτα έτη της βασιλείας του μαχόμενος κατά των Αιτωλών επικεφαλής της Ελληνικής Συμμαχίας. Ο πόλεμος αυτός που ονομάζεται Συμμαχικός (220 - 217) έληξε με τη συνθήκη της Ναυπάκτου, κατά την οποία ο αντιπρόσωπος των Αιτωλών Αγέλαος υπέδειξε στον βασιλιά της Μακεδονίας και στους συνέδρους να σταματήσουν τον αδελφοκτόνο αγώνα, για να αντιμετωπίσουν ενωμένοι «τα προφαινόμενα από της εσπέρας νέφη» (αυτόθι V, 104, 10). Σημασία δε έχει ότι η διακήρυξη αυτή προερχόταν από έναν Αιτωλό που τον επόμενο χρόνο εξελέγη στρατηγός της Συμπολιτείας. Αφετέρου οι Έλληνες της Συμμαχίας έτρεφαν θερμή αγάπη προς τον Φίλιππο, με τον οποίο είχαν πρόσφατα συμπολεμήσει.

Η φαινομενική αυτή σύμπνοια έδινε τη δυνατότητα στο Φίλιππο να αναλάβει δράση στην Ιλλυρία, για να εκδιώξει τους Ρωμαίους από τις πόλεις της περιοχής, τις οποίες είχαν καταλάβει πριν από λίγα χρόνια, εφόσον μάλιστα η Ρώμη ήταν τότε απασχολημένη με τον διεξαγόμενο στην Ιταλία Αννιβαϊκό Πόλεμο. Λίγο αργότερα ο Φίλιππος πληροφορείται τις πρώτες νίκες του Αννίβα και παρακινούμενος από το Δημήτριο τον Φάριο αποφασίζει να συμμαχήσει με τον Αννίβα (αυτόθι VII, 9) γεγονός που οδηγεί στην κήρυξη του Α' Μακεδονικού πολέμου (215 - 205). Η ρωμαϊκή διπλωματία δρα στην Ελλάδα και συνενώνει τους εχθρούς του Φιλίππου (Σπάρτη, Μεσσήνη, Ήλις). Ο Φίλιππος καταφθάνει στην Πελοπόννησο και στην Ιθώμη συναντάται με τον Άρατο, με τον οποίο φιλονικεί για την κατοχή του οχυρού τούτου φρουρίου. Από τότε χρονολογείται η μεταβολή στο χαρακτήρα του βασιλιά (Πολύβιος, VII, 13, 7), ο οποίος από μειράκιον σώφρον μεταβάλλεται σε μισητό τύραννο. Όσο ηύξανε η εναντίον του αντίδραση των Ελλήνων, τόσο και η συμπεριφορά του βασιλιά απέναντί τους χειροτέρευε. Ο Φίλιππος ναυπηγεί στόλο και πλέει στα ιλλυρικά παράλια, αλλά καταφθάνει ο Ρωμαϊκός στόλος, ο οποίος βοηθούμενος και από τον Περγαμηνό παρεμποδίζει το βασιλιά να αποσπάσει από τους Ρωμαίους τις πόλεις που κατείχαν. Στη ξηρά όμως ο Φίλιππος σημειώνει επιτυχίες: ανακτά την Ατιντανία και δρα με επιτυχία κατά των εχθρών του στη Νότια Ελλάδα. Αλλά το 212 η ρωμαϊκή διπλωματία κατορθώνει να παρασύσει με το μέρος της τους Αιτωλούς, οι οποίοι πρώτοι από τους Έλληνες συνάπτουν συνθήκη φιλίας με τη Ρώμη (Λίβιος, XXVI, 24). Έτσι από το 211 Ρωμαίοι και Αιτωλοί δρουν από κοινού και καταλαμβάνουν πόλεις που διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τον Φίλιππο (Αντίκυρα, Δύμη, Αίγινα, Ωρεός) των οποίων εξανδραποδίζουν τους πληθυσμούς. Ο Φίλιππος αντιδρά, νικά επανειλημμένα τους Αιτωλούς και τους υποχρεώνει να ζητήσουν ειρήνη (206), επειδή η Ρώμη απασχολημένη στο ιταλικό μέτωπο τους άφησε στην τύχη τους. Ο πόλεμος λήγει οριστικά με τη συνθήκη της Φοινίκης (205), την τελευταία ίσως «κοινή ειρήνη» που έγινε στην Ελλάδα. Ο Φίλιππος κρατά την Ατιντανία, οι Ρωμαίοι όμως διατηρούν βάσεις στην Ιλλυρία, που θα τους βοηθήσουν στις μελλοντικές επιχειρήσεις τους. 

Στη συνέχεια ο Φίλιππος ναυπηγεί στόλο, συμμαχεί με τον Αντίοχο Γ' τον Μέγα και στρέφεται προς την Προποντίδα, όπου κυριεύει τη Λυσιμάχεια, τη Χαλκιδόνα και την Κίο. Επιτίθεται όμως αδιάκριτα κατά των εμπορικών πλοίων και σε πολλές περιπτώσεις εξανδραποδίζει τις πόλεις που κυριεύει, γεγονός που εξεγείρει εναντίον του την κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Κατευθύνεται κατόπιν στο Αιγαίο απειλώντας έτσι τα συμφέροντα της Ρόδου και της Περγάμου, των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής. Μπροστά στον κίνδυνο Ρόδιοι και Άτταλος Α' συμμαχούν και αντιμετωπίζουν τον Φίλιππο στα στενά της Χίου. Η ναυμαχία ήταν αμφίρροπη, επειδή όμως οι επιχειρήσεις συνεχίζονταν, η Ρόδος και η Πέργαμος ζητούν την επέμβαση της Ρώμης, η οποία μόλις είχε τερματίσει τον Αννιβαϊκό πόλεμο με νίκη της στη Ζάμα (202). Οι Ρωμαίοι φοβούμενοι συνδυασμένη επίθεση του Φιλίππου και του Αντίοχου εναντίον της Ιταλίας αποδέχονται την πρόσκληση. Έτσι αρχίζει ο Β' Μακεδονικός πόλεμος (200 - 197). Ρωμαϊκές δυνάμεις αποβιβάζονται στην Ιλλυρία, αλλά κατά τα δύο πρώτα έτη σημειώνουν ασήμαντες επιτυχίες, αν και στην Ελλάδα υποστηρίζονται από πολλούς συμμάχους (Αθηναίους, Αιτωλούς, Ρόδιους και Περγαμηνούς), ενώ ο Φίλιππος μηδαμινή βοήθεια λαμβάνει από την Ελληνική Συμμαχία. 

Τα πράγματα όμως λαμβάνουν άλλη τροπή με την άφιξη στην Ιλλυρία, του νεαρού ανθύπατου Τίτου Κοϊνυκτίου Φλαμινίνου, ο οποίος αφού ανέτρεψε τις οχυρές θέσεις των Μακεδόνων στον Αώο, καταφθάνει μέσω Θεσσαλίας στην Κεντρική Ελλάδα. Με διπλωματική ευστροφία και χρησιμοποιώντας το κήρυγμα του φιλελληνισμού παρουσιάζει τη ρωμαϊκή επέμβαση ως ανιδιοτελή και ως αποβλέπουσα δήθεν στην απελευθέρωση της Ελλάδας από την ηγεμονία του Φιλίππου. Με το κήρυγμα πάντως αυτό παρασύρει τους συμμάχους του βασιλιά στην Κεντρική Ελλάδα και στη συνέχεια απευθύνεται προς τους Αχαιούς. Επακολουθεί θυελλώδης συζήτηση τριών ημερών στη σύνοδο των Αχαιών, κατά την οποία εξαναγκάζεται η Συμπολιτεία, εξαιτίας και της παρουσίας του ρωμαϊκού στόλου στα λιμάνια της, να προσχωρήσει στον Φλαμινίνο. Ενισχυμένος και από δυνάμεις των συμμάχων του ο ανθύπατος επιστρέφει στη Θεσσαλία και στα υψώματα των Κυνός Κεφαλών, κοντά στη Σκοτούσσα, και συνάπτει την αποφασιστική μάχη (197). Παρά την αρχική επιτυχία του Φιλίππου, που έτρεψε σε φυγή την αριστερή παράταξη των Ρωμαίων, υπερισχύουν τελικά οι ευκίνητες ρωμαϊκές λεγεώνες, επειδή το έδαφος ήταν τελείως ακατάλληλο για την ανάπτυξη της δυσκίνητης μακεδονικής φάλαγγας.

Οι Κυνός Κεφαλές υπήρξε η Ιένα της Μακεδονίας. Έκπληκτη η Ελλάδα πληροφορήθηκε ότι η αήττητη μακεδονική φάλαγγα νικήθηκε για πρώτη φορά στο πεδίο της μάχης. Ο Φίλιππος υποχρεώνεται να αποσύρει τις φρουρές του από την Κυρίως Ελλάδα, τη Θεσσαλία, τη Μ. Ασία και τη Θράκη, να διαλύσει το στόλο του και να πληρώσει 1000 τάλαντα ως πολεμική αποζημίωση (197) (Πολύβιος, XVIII, 44). Επειδή όμως δεν είχε αποφασίσει ακόμη η Ρώμη να ενσωματώσει ελληνικά εδάφη, απέσυρε τις δυνάμεις της από την Ελλάδα και κατά την τέλεση των Ισθμίων (θέρος του 196) διακήρυξε επίσημα δια του Φλαμινίνου την ελευθερία των ελληνικών πόλεων, τις οποίες άφησε αφρούρητες και αφορολόγητες. Η διακήρυξη αυτή έγινε δεκτή με μεγάλο ενθουσιασμό από τους παρευρισκομένους στους αγώνες Έλληνες (Πλουτάρχου, Φλαμ. 10).

Κατά τον Αντιοχικό Πόλεμο, που ακολούθησε (192 - 189) ο Φίλιππος τάχθηκε με τη Ρώμη. Ήταν φανερό ότι ο βασιλιάς της Μακεδονίας ήταν πολύ χολωμένος εξαιτίας της καιροσκοπικής στάσης που επέδειξε ο πρώην σύμμαχος του κατά τον πρόσφατο πόλεμο. Όθεν υποστηρίζει τους νέους συμμάχους του εναντίον του Αντίοχου Γ' και κατά την πρώτη φάση του πολέμου, οπότε τους βοήθησε στρατιωτικώς, και κατά τη δεύτερη, οπότε και διευκόλυνε τη διέλευση του ρωμαϊκού στρατού από τη Μακεδονία, για να πλήξει στη Μ. Ασία τον Σελευκίδη βασιλιά (μάχη της Μαγνησίας 179/180).

Παρ' όλ' αυτά μετά τη λήξη του πολέμου, η Ρώμη υποχρέωσε τον Φίλιππο να αποσυρθεί από τις περιοχές που είχε καταλάβει εκτός της Δημητριάδας. Όθεν από το 188 (συνθήκη της Απαμείας) παύει πλέον η συνεργασία του Φιλίππου και των Ρωμαίων και εγείρονται αμφισβητήσεις για την αποχώρηση του βασιλιά από ορισμένες περιοχές ιδίως της Θράκης (Αίνος, Μαρώνεια). Η συμπεριφορά αυτή της Ρώμης υποδεικνύει στον Φίλιππο ότι ήταν αναπόφευκτη μια νέα αναμέτρηση μαζί της. Όθεν αποφασίζει να προετοιμασθεί για τον επικείμενο αγώνα, για τον οποίο είχε ανάγκη από άνδρες και χρήματα. Την αύξηση του πληθυσμού της χώρας του επεδίωξε ο βασιλιάς με την υποστήριξη των πολυμελών οικογενειών, με την εισαγωγή Θρακών στη Μακεδονία, με την αθρόα πολιτογράφηση μετοίκων και τη μεταφορά των παραλίων πληθυσμών στα βόρεια σύνορα της χώρας του, ως και την ίδρυση νέων πόλεων (όπως της Περσηίδας). Αφετέρου την οικονομική ανάπτυξη της Μακεδονίας πέτυχε ο Φίλιππος με τη συστηματικότερη εκμετάλλευση των πλουσίων μεταλλείων της, με την επιβολή βαρύτερης φορολογίας, με την υποστήριξη του εμπορίου και της γεωργικής παραγωγής, ως και με την κοπή υγιών και άφθονων νομισμάτων. Τις προετοιμασίες δε αυτές διενεργούσε ο Φίλιππος κρυφά και στο εσωτερικό της χώρας του επειδή οι όροι της συνθήκης του τις απαγόρευαν.

Η ανασυγκρότηση πάντως απέφερε τους καρπούς της. Η λειψανδρία που μάστιζε άλλοτε τη Μακεδονία είχε εκλείψει και η χώρα αποκαταστάθηκε στην παλιά οικονομική της ευημερία. Με τον αναδιοργανωμένο στρατό του ο Φίλιππος κατέλαβε και ενσωμάτωσε τη μέχρι του Αίμου περιοχή της Θράκης. Η εκστρατεία απέβλεπε και στην αναζήτηση νέων εδαφών αλλά και στην εξάσκηση των ανδρών του που ήταν απαραίτητη, για τον επικείμενο αγώνα του κατά της Ρώμης. Δεν πρόλαβε όμως να τον διεξαγάγει, γιατί τον πρόλαβε ο θάνατος (179). Πέθανε σε ηλικία 58 χρόνων μετά από βασιλεία 42 ετών που είναι η πιο μακρά, αλλά και η πιο ταραχώδης της ελληνιστικής Μακεδονίας. Αποτελεί ίσως ειρωνεία της τύχης ότι ο βασιλιάς, που αγωνίσθηκε όσο κανένας άλλος Έλληνας βασιλιάς κατά της Ρώμης κατέλαβε τη θέση του στην παγκόσμια ιστορία όχι για τα στρατιωτικά του επιτεύγματα ούτε για τα φιλόδοξα κατακτητικά του σχέδια, αλλά γιατί έγινε, χωρίς ίσως ο ίδιος να το γνωρίζει, το ακούσιο όργανο που κατέστησε δυνατή την εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού στη Δύση δια των ρωμαϊκών λεγεώνων, τις οποίες πρώτος έφερε στην Ελλάδα.

ΠΕΡΣΕΥΣ (179-168) 
Γ' ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Τις πολεμικές προπαρασκευές του Φιλίππου συνέχισε με τον ίδιο ζήλο ο γιος του Περσεύς που τον διαδέχθηκε σε ηλικία 33 ετών στο θρόνο. Ο Γ' Μακεδονικός πόλεμος διαιρεί τη βασιλεία του σε δύο περιόδους: α) στην προ του πολέμου περίοδο (179-171) και β) στην πολεμική περίοδο (171-168). Πρώτη ενέργεια του νέου βασιλιά ήταν να ανανεώσει τη συνθήκη φιλίας που είχε συνάψει με τη Ρώμη ο πατέρας του, επειδή προφανώς ήθελε να αποφύγει την άμεση σύγκρουση μαζί της. Συγχρόνως επεδίωξε να κερδίσει την κοινή γνώμη της Ελλάδας με το μέρος του και να ανακουφίσει τους βαριά φορολογούμενους Μακεδόνες, έλαβε δε προς τούτο ριζικά μέτρα: αποφυλάκισε τους χρεοφειλέτες, ανακάλεσε τους εξόριστους, στους οποίους μάλιστα επέστρεψε και τις δημευθείσες περιουσίες τους. Τα μέτρα αυτά είχαν σοβαρό αντίκτυπο στην κυρίως Ελλάδα, ιδίως στην Αιτωλία και Θεσσαλία, όπου υπέβοσκε μεγάλος κοινωνικός αναβρασμός εξαιτίας των χρεών και των διώξεων. Για πρώτη φορά βασιλιάς της Μακεδονίας εμφανίζεται εμπνεόμενος από τόσο φιλελεύθερες αρχές. Στις ελληνικές πόλεις σχηματίζονται φιλομακεδονικά κόμματα που υποστηρίζονται από τους δημοκρατικούς, ενώ οι ολιγαρχικοί τάσσονται με τη Ρώμη. Οι Βοιωτοί συμμαχούν μαζί του, ενώ οι Δελφοί του παραχωρούν τις αμφικτυονικές ψήφους που κατείχε παλαιότερα η Μακεδονία (6 επί συνόλου 24). Ενισχύει τη θέση του στην Ανατολή: πάντρεψε την αδελφή του με τον βασιλιά της Βιθυνίας Προυσία Β', ο ίδιος δε νυμφεύθηκε την Λαοδίκη, κόρη του Σέλευκου Δ' της Συρίας, ροδιακά δε πλοία συνόδευσαν την πριγκίπισσα μέχρι τη Μακεδονία. Με τις επιγαμίές αυτές επιδιώκει να απομονώσει τον Ευμενή Β' της Περγάμου, που είναι το κυριότερο στήριγμα της Ρώμης στην Ασία. Επιτυχίες σημειώνει ο Περσεύς και στη Θράκη, όπου βοηθούμενος από το σύμμαχο του βασιλιά των Οδρυσών Κότον εκδιώκει τον Αβρούπολη, τον βασιλιά των Σαπαίων, που είχε φθάσει μέχρι την Αμφίπολη.

Οι διπλωματικές αυτές επιτυχίες του βασιλιά της Μακεδονίας ανησυχούν τη Σύγκλητο, η οποία αποστέλλει συνεχώς πρεσβείες της στην Ελλάδα, για να εξετάσουν τις κατηγορίες που εκτοξεύουν εναντίον του οι εχθροί της Μακεδονίας. Η κατάσταση δε επιδεινώνεται, όταν ο βασιλιάς Ευμενής παρουσιάζεται αυτοπροσώπως στη Σύγκλητο και της παρουσιάζει την πολεμική ετοιμότητα του Μακεδόνα βασιλιά «έχει αποθηκεύσει σίτο για τη συντήρηση 30000 πεζών και 5000 ιππέων... έχει δε συγκεντρώσει τόσα πολλά χρήματα , ώστε να μπορεί επί δέκα χρόνια να συντηρεί δύναμη 10000 μισθοφόρων... και έχει αποθηκεύσει τόσα όπλα, ώστε να εξοπλίσει τριπλάσιο αριθμό ανδρών. Έχει δε υποτάξει τη Θράκη από την οποία μπορεί, ως από αέναη πηγή να αντλεί ενισχύσεις, αν κάποτε εξαντληθεί η δύναμη της ίδιας της Μακεδονίας» (Τίτος Λίβιος XLI12, 8-10.).

Ο υπολογισμός του Ευμένη υποδεικνύει στη Σύγκλητο ότι όφειλε να επισπεύσει την κήρυξη του πολέμου, όταν δε λίγο αργότερα επιχειρήθηκε στους Δελφούς δολοφονική απόπειρα κατά του Ευμένη, ενώ επέστρεφε στη χώρα του , η Ρώμη κατηγορεί ευθέως τον Περσέα ως ηθικό αυτουργό. Ο πόλεμος κηρύσσεται κατά τα τέλη του 172, την άνοιξη δε του 171 ρωμαϊκός στρατός αποβιβάζεται στην Ιλλυρία, ενώ Ρωμαίοι πρέσβεις αποστέλλονται στην Ελλάδα και κατορθώνουν με ραδιουργίες και απειλές να αποσπάσουν πολλούς από τους συμμάχους του Περσέα. Ο ρωμαϊκός στρατός δεν επιχειρεί να εισβάλει από την Ιλλυρία στη Μακεδονία, αλλά σπεύδει προς τη Θεσσαλία, όπου βρισκόταν ήδη ο βασιλιάς οχυρωμένος στα Τέμπη, για να παρεμποδίσει ενδεχόμενη απόπειρα των Ρωμαίων να εισβάλουν από τα Τέμπη στη χώρα του. 

Ο Περσεύς, αν και διαθέτει αξιόμαχες δυνάμεις περιορίζεται σε αψιμαχίες, κατά τις οποίες οι Μακεδόνες αναδεικνύονται πολλές φορές (όπως στη μάχη του Συκουρίου) νικητές. Ο βασιλιάς όμως αντί να εκμεταλλευτεί τις επιτυχίες του αυτές για να τους επιφέρει βαρύτερα πλήγματα, αναβάλλει τη σύναψη της αποφασιστικής μάχης και επιζητεί συνεχώς να έρθει σε διαπραγματεύσεις μαζί τους. Μια αιτία της εφεκτικής αυτής τακτικής του ήταν ίσως ότι οι δυνάμεις του παρέμεναν διασπασμένες, επειδή ήταν υποχρεωμένος να πολεμά σε πολλά ταυτόχρονα μέτωπα: στο Βορά εναντίον των Δαρδάνων, στην Ανατολή εναντίον του Ευμένη και στο Νότο εναντίον του ρωμαϊκού στόλου, ο οποίος βοηθούμενος και από περγαμηνά, ως και ροδιακά πλοία επιτίθεται κατά των παραλίων πόλεων του, δηλαδή της Δημητριάδας, της Θεσσαλονίκης και της Κασσανδρείας, ως και εκείνων που δεν είχαν ακόμη προσχωρήσει στη Ρώμη. 

Αποτέλεσμα της τακτικής του αυτής είναι η παράταση του πολέμου που επιτυγχάνεται χάρη στην ισχύ του μακεδονικού στρατού, ο οποίος κατορθώνει μέχρι την άνοιξη του 169 να κρατήσει καθηλωμένους τους Ρωμαίους στις υπώρειες του Ολύμπου. Ο νέος όμως ύπατος Κόιντος Μάρκιος Φίλιππος επιτυγχάνει να εισβάλει στη Μακεδονία από την παραλιακή οδό, παρακάμπτοντας τα στενά των Τεμπών, και να προχωρήσει μέχρι τον Άσκορδο, παραπόταμο του Αλιάκμονα, υποχρεώνοντας τον Περσέα να αποσύρει τη φρουρά του από το Δίο και να μετακινήσει το στρατόπεδο του από τα Τέμπη. Οι δυσκολίες όμως του ανεφοδιασμού υποχρέωσαν τον ύπατο να επιστρέψει στο στρατόπεδο του στη Φίλα, στην αριστερή όχθη του Πηνειού, οπότε ο βασιλιάς ανακατέλαβε το Δίο και στρατοπέδευσε νότια της πόλεως αυτής, στις απόκρημνες όχθες του ποταμού Ελπειού. Η αποτυχία του υπάτου, αλλά και η συμπεριφορά των Ρωμαίων απέναντι στους Έλληνες συμμάχους τους, συντελούν στο να μεταστραφεί και πάλι η κοινή γνώμη της Ελλάδος υπέρ του Περσέα, στον οποίο προσχωρούν τώρα οι Ηπειρώτες και ο βασιλιάς των Ιλλυριών Γένθιος. Αλλά το 168 καταφθάνει στο ρωμαϊκό στρατόπεδο της Φίλας ο γηραιός ύπατος Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος με νέες ενισχύσεις που ανεβάζουν την συνολική δύναμη που κινητοποίησε η Ρώμη εναντίον του Περσέα σε 100.000 και πλέον άνδρες! Οι δυνάμεις του βασιλιά είναι τώρα πολύ ασθενέστερες. Ενώ δε ο ρωμαϊκός στρατός υπό τον πραίτορα Λεύκιο Ανίκιο συνέτριβε τον σύμμαχο του Περσέα Γένθιο, ο Αιμίλιος μετακινούσε το στρατόπεδο του από τη Φίλα προς τον Ελπειό ποταμό, όπου και στρατοπέδευσε. Επειδή δε επίθεση κατά των οχυρών θέσεων του βασιλιά του φαινόταν πολύ επικίνδυνη, επιχείρησε από τη δυτική πλευρά του Ολύμπου, να υπερφαλαγγίσει τις μακεδονικές θέσεις. Οι Ρωμαίοι αιφνιδίασαν τις φρουρές του Περσέα στο Πύθιο και την Πέτρα και έφθασαν στα μετώπισθεν του βασιλιά, γεγονός που τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει τον Ελπειό και να υποχωρήσει προς την πεδιάδα της Πύδνας, όπου και στρατοπέδευσε και όπου σε λίγο κατέφθασε ο ρωμαϊκός στρατός υπό τον ύπατο. 

Η περίφημη μάχη της Πύδνας, η τελευταία μεγάλη αναμέτρηση των Ελλήνων με τη Ρώμη, συνήφθη στις 22 Ιουνίου -η ημερομηνία είναι ακριβώς γνωστή από την έκλειψη της σελήνης κατά την παραμονή της μάχης- και μολονότι η μακεδονική φάλαγγα σάρωσε στην αρχή τις ρωμαϊκές προφυλακές, απέληξε σε ολοσχερή συντριβή των Μακεδόνων. Ο ίδιος ο Αιμίλιος αφηγείτο αργότερα ότι κατελήφθη από φόβο, όταν είδε να επέρχεται εναντίον του το τείχος των σαρισσοφόρων, επειδή, όπως έλεγε, ποτέ πριν δεν είχε αντικρύσει «θέαμα φοβερώτερον» (αυτόθι, 19). Επειδή μας διαφεύγουν ορισμένες λεπτομέρειες, της πορείας της μάχης, δεν γνωρίζουμε, πώς ακριβώς επήλθε μεταστροφή. Φαίνεται πάντως ότι οι Μακεδόνες διέπραξαν ορισμένα σφάλματα τακτικής, τα οποία εκμεταλλεύτηκε ο έμπειρος ύπατος. Η διαμόρφωση ίσως του εδάφους αλλά και η μη ταυτόχρονη εκκίνηση των διαφόρων μακεδονικών μονάδων, δημιούργησαν κενά στη φάλαγγα, στα οποία εισέδυσαν, με υπόδειξη του Αιμίλιου, τα ευέλικτα ρωμαϊκά τάγματα διασπώντας έτσι την συνοχή της που ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για τη νίκη της. Έτσι μέσα σε μια και μόνη ώρα οι Ρωμαίοι συνέτριψαν τη μακεδονική φάλαγγα, η οποία από την εποχή του Φιλίππου και του Μ. Αλεξάνδρου διατηρούσε αδιαφιλονίκητη την υπεροχή της στα πεδία των μαχών. Στην ολοσχερή καταστροφή της συνέβαλε πάντως και η άκαιρη φυγή του βασιλιά, ο οποίος απεχώρησε με τους ιππείς του έχοντας ακόμη την απατηλή ελπίδα ότι θα ερχόταν σε διαπραγματεύσεις με τους Ρωμαίους. Κατέφυγε στην Αμφίπολη και από εκεί στη Γαληψό, απ' όπου με πλοίο πέρασε στη Σαμοθράκη, όπου και συνελήφθηκε, ενώ οι μακεδονικές πόλεις παραδίδονταν η μία μετά την άλλη στους Ρωμαίους, οι δε οπαδοί και οι φίλοι του Περσέως, έσπευδαν να δηλώσουν υποταγή. 

Η μάχη της Πύδνας αποτελεί ορόσημο της Αρχαίας Ιστορίας. Ερχόμενη κατά σειρά τέταρτη μετά τις μάχες της Ζάμας, των Κυνός Κεφαλών και της Μαγνησίας επεσφράγισε την αδιαμφισβήτητη πλέον παγκόσμια ηγεμονία της Ρώμης. Με αυτήν υπέκυπτε, οριστικά πλέον, η Μακεδονία, η τελευταία μεγάλη ελληνική δύναμη που μπορούσε ακόμη να αντιταχθεί στη ρωμαϊκή θέληση. Η σημασία της αποδεικνύεται από τούτο και μόνο, ότι στο ιστορικό έργο του Πολύβιου (111,1,9) λαμβάνεται ως χρονικό ορόσημο, στο οποίο λήγουν τα γεγονότα του «πεντήκοντα και τριετούς χρόνου» (221-168). Είναι άρα, απόλυτα δικαιολογημένη η απόγνωση του ελληνικού κόσμου, όταν πληροφορήθηκε την φοβερή είδηση της Πύδνας.

Δ

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

α

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ «ΜΕΡΙΔΩΝ»

Μετά την ήττα της Πύδνας η Μακεδονία, το ισχυρότερο βασίλειο του ελληνιστικού κόσμου, είχε ολοκληρωτικά καταρρεύσει. Δεκαμελής συγκλητική επιτροπή συνάντησε τον Αιμίλιο Παύλο στην Αμφίπολη και του ανακοίνωσε τις οδηγίες της Συγκλήτου, σύμφωνα με τις οποίες θα ρύθμιζε ο ανθύπατος τα μακεδονικά ζητήματα. Τις οδηγίες αυτές όφειλε να ακολουθήσει στις γενικές μόνο γραμμές, ενώ για τα επί μέρους ζητήματα αφήνετο πλήρης ελευθερία στον Αιμίλιο να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα. 

Με τα μέτρα αυτά επεδίωκε η Ρώμη να εκμηδενίσει στρατιωτικά, πολιτικά και οικονομικά την πρώην αντίπαλο της. Τη στρατιωτική εκμηδένιση της Μακεδονίας επεδίωξε η Ρώμη με τη διάλυση του περίφημου στρατού της, που αποτελούσε τη δόξα και το καύχημα της χώρας, με την εξόντωση της στρατιωτικής της ηγεσίας και την καταστροφή των όπλων της, από τα οποία άλλα κάηκαν στην Αμφίπολη και άλλα μεταφέρθηκαν στη Ρώμη για να κοσμήσουν το θρίαμβο του ανθύπατου. 

Την πολιτική ενότητα της Μακεδονίας προσπάθησαν να πλήξουν οι Ρωμαίοι με τη διαίρεση της χώρας σε τέσσερεις ανεξάρτητες δημοκρατίες, τις μερίδες, των οποίων τα σύνορα αντιστοιχούσαν στη γεωγραφική της διαίρεση. Από αυτές η πρώτη περιελάμβανε την μεταξύ Στρυμόνος και Νέστου περιοχή, ως και τις ανατολικά του Νέστου μακεδονικές κτήσεις εκτός από τις πόλεις Αίνο, Μαρώνεια και Άβδηρα, είχε δε πρωτεύουσα την Αμφίπολη· η δεύτερη την μεταξύ Στρυμόνος και Αξιού χώρα, ως και την Παιονία ανατολικά του Αξιού, με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη· η τρίτη την παλαιά Κάτω Μακεδονία, δηλαδή τη Βοττιαία, Πιερία, Αμφαξίτιδα και Αλμωπία, ως και δυτικά του Αξιού Παιονία και είχε για πρωτεύουσα της τη Πέλλα. Τέλος η τέταρτη περιελάμβανε ολόκληρη την Άνω Μακεδονία που περικλειόταν από τα όρη Βόρα και Βέρμιο και ήταν η πιό εκτεταμένη από τις τέσσερεις περιοχές, είχε δε πρωτεύουσα της την Πελαγονία (Τίτος Λίβιος, XLV, 29). 

Στις τρεις από τις τέσσερεις μερίδες, που γειτόνευαν με τους βαρβάρους, επέτρεψαν οι Ρωμαίοι να διατηρούν ασθενείς παραμεθόριες δυνάμεις, που τελούσαν υπό χωριστούς κατά πάσα πιθανότητα στρατιωτικούς ηγήτορες. Τούτο ήταν βέβαια αντίθετο με τη ρωμαϊκή τακτική για πλήρη αφοπλισμό των αντιπάλων και απέβλεπε στην υπεράσπιση των παραμεθορίων περιοχών από τις βαρβαρικές επιδρομές. 

Στερούμεθα ασφαλών πληροφοριών σχετικών με τον τρόπο διοικήσεως των μερίδων, φαίνεται όμως ότι κυριότερο όργανο διακυβερνήσεώς των ήταν ένα αντιπροσωπευτικό σώμα, το συνέδριο, του οποίου τα αιρετά μέλη συνέρχονταν στις πρωτεύουσες των τεσσάρων δημοκρατιών. Αν από την εποχή ήδη αυτή ιδρύθηκε και κοινό συνέδριο για ολόκληρη τη Μακεδονία, παραμένει αμφίβολο, επειδή οι οδηγίες της Συγκλήτου ρητά απαγόρευαν τη δημιουργία κεντρικής εξουσίας στη Μακεδονία. Αγνοούμε επίσης αν δημιουργήθηκαν ξεχωριστές εκκλησίες του δήμου σε καθεμιά από τις τέσσερεις μερίδες, επειδή οι πηγές δεν μας επιτρέπουν να δεχθούμε αλλά ούτε και να απορρίψουμε το σχηματισμό παρομοίων εκκλησιών. 

Για να αποτρέψουν οι Ρωμαίοι τον σχηματισμό νέας μακεδονικής αριστοκρατίας, η οποία κατέχοντας ακίνητη περιουσία σε πολλές ταυτόχρονα μερίδες θα δημιουργούσε συνεκτικό δεσμό μεταξύ τους, απαγόρευσαν αυστηρά στους Μακεδόνες το δικαίωμα εγκτήσεως γης και οικίας (commercium agrorum aedi ficiorumque, αυτόθι, XLV, 29,10) έξω από τα όρια της μερίδας που κατοικούσαν. Για τον ίδιο λόγο απαγόρευσαν τη σύναψη γάμων (ius conubii) μεταξύ των κατοίκων των τεσσάρων δημοκρατιών. 


Λαμβάνοντας υπόψη οι Ρωμαίοι τη μεγάλη σημασία του οικονομικού παράγοντα, προσπάθησαν με σειρά περιοριστικών μέτρων, να ανακόψουν την οικονομική ανάπτυξη της Μακεδονίας, την οποία είχαν επιτύχει ύστερα από μεγάλες προσπάθειες οι δύο τελευταίοι βασιλείς της. Ως γνωστό, από πολύ παλιά τον κυριότερο πλούτο της χώρας αποτελούσαν τα πλούσια μεταλλεία της και τα αχανή δάση της, τα οποία τροφοδοτούσαν τις πόλεις της Κυρίως Ελλάδος με οικοδομήσιμη και ναυπηγήσιμη ξυλεία. Και των δύο απαγορεύτηκε η εκμετάλλευση, συγχρόνως δε και η εκμίσθωση των βασιλικών γαιών, οι οποίες αφού μετατράπηκαν σε ρωμαϊκές δημόσιες γαίες (uger publicus), απετέλεσαν έσοδο όχι ευκαταφρόνητο. Εξαίρεση αποτέλεσε η εκμετάλλευση των μεταλλείων σιδήρου και χαλκού, αλλά αγνοούμε τον τρόπο λειτουργίας τους. Ήταν φανερό ότι η Σύγκλητος ήθελε να αποτρέψει τη μετάβαση στη Μακεδονία των άπληστων δημοσιωνών (publicani), για τους οποίους δεν έτρεφε και μεγάλη συμπάθεια. Απαγορεύτηκε επίσης το εμπόριο του αλατιού, που ήταν βέβαια προϊόν πολύ σημαντικό για μια χώρα κτηνοτροφική, όπως ήταν η Μακεδονία. Η κάθε μερίδα όφειλε προφανώς να χρησιμοποιεί το αλάτι που παρήγαγε στις αλυκές της. Για το λόγο αυτό η τέταρτη μερίδα, που δεν ήταν παραθαλάσσια, έλαβε την άδεια να προμηθεύεται αλάτι από την τρίτη. 

Ύστερα από την επιβολή τέτοιων οικονομικών περιορισμών δεν πρέπει να θεωρηθεί ευεγερτική, όπως εκλαμβάνεται από τους αρχαίους συγγραφείς, η μείωση κατά το ήμισυ της φορολογίας που κατέβαλαν προηγουμένως οι Μακεδόνες στους βασιλείς τους. Το ποσό πράγματι των 100 ταλάντων που της επιβλήθηκε ήταν δυσβάσταχτο φορτίο για τις τέσσερεις δημοκρατίες, οι τρεις από τις οποίες όφειλαν συγχρόνως να φροντίζουν οι ίδιες και για τη στρατιωτική τους ασφάλεια, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η τέλεια εξάρθρωση της μακεδονικής οικονομίας εξαιτίας της λεηλασίας των πόλεων, της αρπαγής των βασιλικών θησαυρών, της δημεύσεως των περιουσιών των Μακεδόνων που μεταφέρθηκαν στη Ρώμη, ως και της επιβολής των περιοριστικών μέτρων που προαναφέραμε. 

Αυτή με λίγα λόγια υπήρξε η περίφημη «απελευθέρωσις» της Μακεδονίας, την οποία ανακοίνωσε κατά πολύ θεαματικό τρόπο ο Αιμίλιος Παύλος στους Μακεδόνες κατά τη σύνοδο της Αμφιπόλεως. 

Όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς εξαίρουν ομόφωνα τη γενναιοφροσύνη που επέδειξαν οι Ρωμαίοι προς τους Μακεδόνες, την πληροφορία δε αυτή αποδέχονταν και πολλοί από τους νεώτερους ιστορικούς. Στην πραγματικότητα η συνθήκη ειρήνης που τους επιβλήθηκε, περιείχε όρους βαρύτατους, τους οποίους μονάχα ο υπερβολικός φόβος της Ρώμης έναντι της ηττημένης αντιπάλου της μπορεί να εξηγήσει. Η διαίρεση της χώρας σε τέσσερεις αυτόνομες δημοκρατίες υπήρξε πράγματι σοβαρό σφάλμα της Συγκλήτου, το οποίο είχε ολέθριες συνέπειες από πολιτικής και οικονομικής κυρίως απόψεως για τους Μακεδόνες, επειδή η διαίρεση αυτή έπληττε καίρια τη μακεδόνικη ενότητα και υπερηφάνεια. Εξάλλου η στρατιωτική κατάρρευση της Μακεδονίας την εξέθετε στον κίνδυνο των βαρβαρικών επιδρομών, επειδή οι ασθενείς στρατιωτικές δυνάμεις που της επέτρεψαν να διατηρεί, ήταν οπωσδήποτε ανεπαρκείς για να προστατεύσουν τα εκτεταμένα μακεδονικά σύνορα. 

Ό, τι όμως έπληξε θανάσιμα τη χώρα, ήταν οι οικονομικοί περιορισμοί, οι οποίοι της επιβλήθηκαν και οι οποίοι προστιθέμενοι στην ολοκληρωτική εξάρθρωση της οικονομίας της παρέχουν σαφή την εικόνα της «απελευθερώσεως» όπως την φαντάστηκαν οι «ελευθερωτές» της. Ότι δεν ευχαριστήθηκε ο μακεδόνικος λαός από την «ελευθερία», δηλαδή την κατάργηση της μοναρχίας, αποτελούσε, νομίζουμε, ρωμαϊκό μύθο, επειδή πάγια πολιτική της Συγκλήτου ήταν να εμφανίζει ευεγερτική για τους λαούς την κατακτητική πολιτική της, ενώ στη πραγματικότητα παρεκινείτο από καθαρώς ιδιοτελή ελατήρια. 

Αποκλειστικός σκοπός της Συγκλήτου ήταν να επιτύχει με τα μέτρα αυτά την κατάπνιξη του εθνικού φρονήματος των Μακεδόνων, στη πραγματικότητα όμως πέτυχε με αυτά το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: ο πατριωτισμός των Μακεδόνων ουδέποτε εξαφανίστηκε, οποιοσδήποτε δε μνηστήρας του μακεδόνικου θρόνου επιχειρούσε να αναγάγει την καταγωγή του στην ανατραπείσα δυναστεία μπορούσε να είναι βέβαιος ότι θα εύρισκε υποστήριξη των κατοίκων της Μακεδονίας. Τόσο ισχυρό παρέμεινε το εθνικό φρόνημα και η ανάμνηση του ένδοξου παρελθόντος στους Μακεδόνες.

β 

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΙΣΚΟΥ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΕ ΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΑΡΧΙΑ

Η διαίρεση της Μακεδονίας σε τέσσερεις «μερίδες» υπήρξε εσφαλμένη ενέργεια της Ρώμης, όχι μόνο διότι έθιγε την εθνική υπερηφάνεια των Μακεδόνων, αλλά και τους επέβαλε δημοκρατικό και συνεδριακό σύστημα διακυβερνήσεως, που ήταν τελείως ακατάλληλο για ένα λαό που είχε συνηθίσει να κυβερνάται από βασιλείς. Για το λόγο αυτό μόλις αποχώρησε ο ρωμαϊκός στρατός, ξέσπασαν ταραχές στη Μακεδονία, για την καταστολή των οποίων κατέφθασε το 164 π.Χ. ρωμαϊκή πρεσβεία υπό τον Γναίον Οκτάβιο, αλλά δεν πέτυχε τίποτα. Οι ταραχές συνεχίστηκαν στην τρίτη ιδίως μερίδα, όπου κάποιος Δαμάσιππος κατέσφαξε όλους τους συνέδρους της περιοχής, ενώ συνεδρίαζαν στον Φακό, την ακρόπολη της Πέλλας. Το 158 π.Χ., δέκα δηλαδή χρόνια μετά τη μάχη της Πύδνας, επέτρεψαν οι Ρωμαίοι την επαναλειτουργία των μεταλλείων αργύρου και χρυσού στις τρεις από τις τέσσερεις μερίδες (εκτός της τετάρτης), ίσως δε και την εκμετάλλευση των δημοσίων γαιών. Αλλά, παρά τις παραχωρήσεις αυτές, η τάξη δεν αποκαταστάθηκε στην πολύπαθη χώρα. 

Επωφελούμενος της καταστάσεως αυτής κάποιος Ανδρίσκος από το Ανδραμύττιο, παρουσιάστηκε στη Μακεδονία ως γιος του Περσέως, Φίλιππος, που ονομάστηκε γι' αυτό Ψευδοφίλιππος. Η πρώτη απόπειρα του να καταλάβει τη χώρα απέτυχε (151 π.Χ.), οπότε ο Ανδρίσκος κατέφυγε στο βασιλιά της Συρίας Δημήτριο, ο οποίος όμως τον παρέδωσε στη Ρώμη. Ο Ανδρίσκος μεταφέρθηκε στην Ιταλία, αλλά κατόρθωσε να δραπετεύσει και να καταφύγει στη Θράκη, από όπου εισέβαλε και πάλι στη Μακεδονία, υποστηριζόμενος τη φορά αυτή από τους Θράκες και τον βασιλέα τους Τήρη. Σε μικρό χρονικό διάστημα έγινε κύριος ολόκληρης της Μακεδονίας και ανακηρύχτηκε βασιλιάς στην Πέλλα (149 π.Χ.), αφού δε νίκησε σε μάχη το ρωμαϊκό στρατό που στάλθηκε εναντίον του υπό τον πραίτωρα Γιουβέντιο, έγινε κύριος και της Θεσσαλίας. Νέα αντιρωμαϊκή κίνηση ξέσπασε τότε στη Νότια Ελλάδα, ενώ νέες ενισχύσεις κατέφθασαν από τη Θράκη και η Καρχηδόνα του υποσχέθηκε χρήματα και πλοία. Στην αρχή οι Ρωμαίοι δεν απέδωσαν μεγάλη σημασία στον Ανδρίσκο, ήταν άλλωστε απασχολημένοι με τον διεξαγόμενο τότε Γ' Καρχηδονιακό πόλεμο (149-146 π.Χ.) και δεν μπορούσαν να αποστείλουν ισχυρές δυνάμεις εναντίον του. Μόλις όμως τους το επέτρεψαν οι περιστάσεις, απέστειλαν στη Μακεδονία τον πραίτωρα Κακίλιο Μέτελλο με δύο λεγεώνες, φοβούμενοι επέκταση των ταραχών στη Νότια Ελλάδα. 

Ο Μέτελλος βοηθούμενος στη θάλασσα και από τον βασιλιά Άτταλο Β' της Περγάμου νίκησε κοντά στη Πύδνα τον Ανδρίσκο (148 π.Χ.) και τον συνέλαβε αιχμάλωτο. Ο πόλεμος αυτός ονομάζεται από μερικούς ιστορικούς και Δ' Μακεδόνικος πόλεμος. Ο Μέτελλος κατέστειλε μετά από λίγο και την εξέγερση του Ψευδαλεξάνδρου που ισχυριζόταν και αυτός ότι ήταν γιος του Περσέα. 

Οι ταραχές αυτές έδειξαν στη Σύγκλητο ότι η διάταξη του Αιμίλιου Παύλου αποδείχτηκε ανεφάρμοστη. Αποφάσισε, λοιπόν, να μετατρέψει τη Μακεδονία σε ρωμαϊκή επαρχία, την πρώτη που ιδρυόταν στην Ανατολή (148 π.Χ.). Στη νέα επαρχία προσαρτήθηκαν η Ήπειρος και η Θεσσαλία, λίγο δε αργότερα και ολόκληρη η Κυρίως Ελλάδα, ως και τμήματα της Ιλλυρίας με τις πόλεις Απολλωνία και Δυρράχιο. Πρωτεύουσα της επαρχίας και έδρα του Ρωμαίου ανθύπατου ορίστηκε η Θεσσαλονίκη. Για την εξασφάλιση της νέας επαρχίας κατασκευάστηκε μεγάλη στρατιωτική οδός, η Εγνατία (via Egnatia), η οποία ξεκινούσε από τις ιλλυρικές ακτές και διερχόμενη από την Ηράκλεια Λυγκηστική, την Έδεσσα, την Πέλλα και τη Θεσσαλονίκη κατέληγε στα Κύψελα επί του Έβρου. Είχε μήκος 535 ρωμαϊκών μιλίων (περίπου 792 χιλιόμετρα) και κατασκευάστηκε πρίν από το 118 π.Χ., εφόσον την αναφέρει ο Πολύβιος (XXXIV, 12, 2α) που πέθανε κατά το έτος τούτο.

γ 

Η ΕΠΑΡΧΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Μεταξύ των ρωμαϊκών επαρχιών εξέχουσα θέση κατείχε η επαρχία Μακεδονία και λόγω του μεγέθους και του πλούτου της και επειδή χρησίμευε ως ορμητήριο στις ρωμαϊκές λεγεώνες για την κατάκτηση και των λοιπών χωρών της Βαλκανικής, οι οποίες προσαρτήθηκαν σταδιακά στην επαρχία αυτή κατά τους χρόνους της Δημοκρατίας. Για τους λόγους τούτους η νέα επαρχία ήταν περιζήτητη στους ηγετικούς κύκλους της ρωμαϊκής αριστοκρατίας, επειδή της παρείχε την δυνατότητα νέων κατακτήσεων. Στην αίγλη της επαρχίας συνέβαλε και το γεγονός ότι σε αυτήν υπάγονταν διοικητικώς μέχρι των χρόνων του Αυγούστου και οι πόλεις της Κυρίως Ελλάδας, που υπήρξαν το λίκνο και η κοιτίδα του αρχαίου πολιτισμού. 

Αφότου η Μακεδονία έγινε ρωμαϊκή επαρχία, ετέθηκε υπό τη προστασία της Ρώμης. Τούτο προφανώς σήμανε ότι στο εξής ανελάμβανε η Ρώμη την υπεράσπιση των ελληνικών χωρών από τις επιδρομές των φιλοπόλεμων βαρβάρων του Βορά. 

Το έργο τούτο επιτελούσαν μέχρι τότε οι βασιλείς της Μακεδονίας, οι οποίοι είχαν κατορθώσει επί τόσους αιώνες να τους κρατήσουν έξω από τα μακεδόνικα σύνορα, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στους Έλληνες της Κυρίως Ελλάδας να δημιουργήσουν τον μοναδικό κλασσικό πολιτισμό τους. Για τη μεγάλη αυτή προσφορά τους προς τους λοιπούς Έλληνες, δικαίως ο Πολύβιος (IX, 35,3) αποκαλεί τους Μακεδόνες «πρόφραγμα» (προπύργιο) της Ελλάδας.

Σε αντίθεση με τους Μακεδόνες βασιλείς οι Ρωμαίοι ανθύπατοι της Μακεδονίας δεν κατόρθωσαν να ανταποκριθούν με επιτυχία στο δύσκολο έργο της υπεράσπισης των ελληνικών χωρών, γεγονός που δεν πρέπει βέβαια να μας εκπλήσσει. Η Μακεδονία προηγουμένως ήταν ανεξάρτητο βασίλειο, του οποίου η δύναμη στηριζόταν σε ένα αξιόμαχο και με μακρά παράδοση στρατό, ενώ τώρα το βασίλειο του Μ. Αλεξάνδρου, είχε μετατραπεί σε παραμεθόρια ρωμαϊκή επαρχία, την οποία διοικούσαν συνεχώς εναλασσόμενοι εκπρόσωποι μιας ξένης δυνάμεως, οι οποίοι αγνοούσαν τελείως τα προβλήματα της χώρας και χρησιμοποιούσαν την προσωρινή θέση τους για να πλουτίζουν οι ίδιοι. Επειδή δε συγχρόνως δεν διέθεταν επαρκείς στρατιωτικές δυνάμεις, ούτε τα απαιτούμενα στρατιωτικά προσόντα, δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τα εκτεταμένα μακεδόνικα σύνορα, ούτε να αναλάβουν επιτυχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των φιλοπόλεμων βαρβάρων που κατοικούσαν μεταξύ του Αιγαίου και του Ίστρου (Δουνάβεως). Για τους λόγους αυτούς, περιορίζονταν συνήθως σε ασήμαντες στρατιωτικές επιτυχίες, επαρκείς μόνο για να τους εξασφαλίσουν τον επιδιωκόμενο θρίαμβο κατά την επιστροφή τους στη Ρώμη. Υπό τις συνθήκες αυτές συνέβη, ώστε να υποστεί τα πάνδεινα η ατυχής επαρχία από τις επιδρομές των βαρβάρων γειτόνων της, να παραταθούν δε οι πολεμικές επιχειρήσεις της Ρώμης στη Βαλκανική χερσόνησο μέχρι την εποχή του Αυγούστου. 

Οι ρωμαϊκοί αγώνες παρουσιάζουν δύο φάσεις: κατά την πρώτη (148 - 77 π.Χ.) η Ρώμη τηρεί αμυντική στάση, η δε προσπάθεια των διοικητών της στη Βαλκανική περιορίζεται στην απόκρουση των βαρβάρων που επιχειρούσαν συνεχείς επιθέσεις κατά της επαρχίας. Αναφέρονται άλλοτε μόνοι και άλλοτε συνασπισμένοι διάφοροι θρακικοί λαοί, ιδίως οι Βησσοί, οι Μαίδοι, οι Οδρύσες και οι Τριβαλλοί, επιπλέον δε η ιλλυρική φυλή των Δαρδάνων και η γαλατική φυλή των Σκορδίσκων, οι οποίοι κατά την εποχή ακριβώς αυτή βρίσκονταν στη μεγάλη ακμή της δύναμης τους. Από τους λαούς που κατοικούσαν πέρα από τον Δούναβη αναφέρονται μονάχα οι Δακοί, ενώ οι Βαστάρνες είχαν στρέψει την προσοχή τους κατά τους χρόνους τούτους προς άλλες κατευθύνσεις. 

Από το έτος 92 π.Χ. επικρατεί μεγάλη αναστάτωση στη Μακεδονία, επειδή οι βάρβαροι την πιέζουν από όλα τα σημεία. Οι Σκορδίσκοι και οι Δάρδανοι επιτίθενται από το Βορά, ενώ οι Θράκες επιχειρούν σφοδρές επιθέσεις από την Ανατολή. Κατά το επόμενο έτος οι Θράκες συνασπισμένοι υπό τον βασιλιά των Σόθιμο επέρχονται κατά της Μακεδονίας και λεηλατούν τις παραμεθόριες περιοχές της. Οι επιδρομείς απομακρύνονται προσωρινά από τον διοικητή της Γάϊο Σέντιο, αλλά το 88 π.Χ. οι Θράκες επανέρχονται, κάμπτουν τη ρωμαϊκή αντίσταση, διατρέχουν τη Μακεδονία όλη και λεηλατώντας φθάνουν μέχρι την Ήπειρο, της οποίας διαρπάζουν το περίφημο μαντείο της Δωδώνης. 

Σχεδόν ταυτόχρονα αρχίζει και η επίθεση του βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη ΣΤ' του Ευπάτορα κατά των ανατολικών επαρχιών του ρωμαϊκού κράτους. Ο στρατός του βασιλιά καταλαμβάνει σχεδόν αμαχητί τη Θράκη και φθάνει στα σύνορα της Μακεδονίας, όπου αναχαιτίζεται προσωρινά από τις ασθενείς δυνάμεις του Γάϊου Σεντίου, αλλά μετά από λίγο οι στρατηγοί του Μιθριδάτη, Αριαράθης και Ταξίλης, καταλαμβάνουν ολόκληρη τη Μακεδονία, την οποία οργανώνουν σε σατραπεία (87 π.Χ.) και τη χρησιμοποιούν ως βάση εξορμήσεως και ανεφοδιασμού για την προώθηση τους προς τη Νότια Ελλάδα. 

Μετά τις νίκες του όμως στη Χαιρώνεια και τον Ορχομενό (86 π.Χ.), εκδίωξε ο Σύλλας και από τη Μακεδονία τις ποντιακές δυνάμεις και αποκατέστησε τη ρωμαϊκή κυριαρχία στην επαρχία, υποχρεώθηκε όμως να διεξαγάγει σκληρούς αγώνες για να εκδιώξει τους Σκορδίσκους, τους Δάρδανους και τους Θράκες, οι οποίοι κατά τον χειμώνα του 86/5 π.Χ. είχαν εισβάλει στη Μακεδονία ως σύμμαχοι του βασιλιά. Κατά τα αμέσως επόμενα έτη οι διοικητές της Μακεδονίας υποχρεώθηκαν να αντιμετωπίσουν και νέες επιδρομές των Θρακών, των Ιλλυριών και των Σκορδίσκων, οι οποίοι παρενοχλούσαν συνεχώς την επαρχία. 

Αλλά από το έτος 77 π.Χ., με την άφιξη στην επαρχία του ανθύπατου Αππίου Κλαυδίου Πούλχερ, η Ρώμη εγκαινιάζει νέα πολεμική τακτική. Κατά τη δεύτερη αυτή φάση του αγώνος (77 - 28 π.Χ.) οι ρωμαϊκές δυνάμεις δεν περιορίζονται πλέον σε απλή απόκρουση των βαρβαρικών επιδρομών, αλλά αναλαμβάνουν επιθέσεις εναντίον των βαρβάρων, τους οποίους μετά από σκληρούς αγώνες κατορθώνουν να υποτάξουν, τον ένα ύστερα από τον άλλο. 

Ο Κλαύδιος Πούλχερ προχωρεί νικηφόρα μέχρι τη Ροδόπη και διεξάγει επιτυχείς αγώνες κατά των Μαίδων, Οδρυσών, Δαρδάνων και Σκορδίσκων. Ο διάδοχος του Γάϊος Σκριβώνιος Κουριών (75 - 72 π.Χ.) καταλαμβάνει τη χώρα των Δαρδάνων και οδηγεί τις ρωμαϊκές δυνάμεις μέχρι τον Δούναβη, πρώτος αυτός από τους Ρωμαίους στρατηγούς, εγκαινιάζοντας έτσι τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Μοισίας. Ο Μάρκος Τερέντιος Λούκουλλος (72 - 71 π.Χ.), ο αδελφός του γνωστού από τους αγώνες του στην Ανατολή Λευκίου Λουκούλλου, ξεπερνά σε επιτεύγματα όλους τους προκατόχους του. Αναζητεί τους πολεμικούς Βησσούς στα οχυρά τους κρυσφήγετα επί του ορεινού συγκροτήματος του Αίμου, καταλαμβάνει δε τις πόλεις τους Ουσκουδάμα (Αδριανούπολη) και Καβύλη και στη συνέχεια προελαύνει μέχρι τον Δούναβη συμπληρώνοντας έτσι τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Μοισίας. Κατόπιν στρέφεται προς τις ακτές του Ευξείνου Πόντου και καθιστά φόρου υποτελείς τις παραλιακές ελληνικές πόλεις της περιοχής. 

Οι ρωμαϊκές κατακτήσεις στη Βαλκανική ανακόπτονται προσωρινά εξαιτίας της στρατιωτικής ανικανότητας του Γάϊου Αντωνίου Υβρίδου (62 - 60 π.Χ.), τον οποίο οι Δάρδανοι εκδίωξαν από τη χώρα τους και κατανίκησαν κοντά στην πόλη Ίστρο οι Βαστάρνες, οι οποίοι ως σύμμαχοι του Μιθριδάτη είχαν αρχίσει να παρενοχλούν τη Μακεδονία. Τα εδάφη που χάθηκαν ανέκτησε εν μέρει ο διοικητής Γάϊος Οκτάβιος, ο πατέρας του Οκταβιανού Αυγούστου (60 - 59 π.Χ.), ο οποίος πολέμησε με επιτυχία κατά των πολεμικών Βησσών. Λίγο όμως αργότερα η επαρχία κατακλύζεται και πάλι από τους βαρβάρους, οι οποίοι αφού νίκησαν τον ανθύπατο Λεύκιο Καλπούρνιο Πείσωνα (57 - 55 π.Χ.), εισέβαλαν από κοινού στη Μακεδονία, διήρπασαν τους αγρούς και τα κτήνη της, κατέλαβαν πολλές πόλεις της, απήγαγαν τους κατοίκους τους και έφθασαν λεηλατώντας μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Μεταξύ των βαρβάρων που εισέβαλαν αναφέρονται οι Βησσοί, οι Δάρδανοι, ακόμη δε και οι προ πολλού σύμμαχοι της Ρώμης, Δενθελήτες. 

Η τάξη αποκαταστάθηκε στην επαρχία επί των αμέσων διαδόχων του Πείσωνος, αλλά μετά από λίγο αρχίζουν οι εμφύλιοι πόλεμοι της Ρώμης (49 - 31 π.Χ.), κατά τη διάρκεια των οποίων η Μακεδονία καταλήφθηκε διαδοχικά από τον Γναίο Πομπήιο, τον Ιούλιο Καίσαρα, τον Μάρκο Ιούνιο Βρούτο, τον Μάρκο Αντώνιο και τον Οκταβιανό Αύγουστο και δοκιμάστηκε ποικιλοτρόπως, επειδή βρέθηκε στο επίκεντρο των πολεμικών επιχειρήσεων. 

Η δίνη των εμφυλίων πολέμων δεν επέτρεψε στους Ρωμαίους διοικητές της Μακεδονίας να συνεχίσουν την κατακτητική πολιτική τους στα Βαλκάνια. Για το λόγο αυτό, αλλά και επειδή πολύ λίγοι διοικητές της Μακεδονίας μας είναι γνωστοί κατά τους χρόνους τούτους, συμβαίνει να έχουμε ελλιπείς πληροφορίες για τους αγώνες της Ρώμης κατά των βαρβάρων λαών της περιοχής. Γνωρίζουμε μόνο ότι ο Μάρκος Ιούνιος Βρούτος, ως ανθύπατος της Μακεδονίας (43 - 42 π.Χ.), αγωνίστηκε με επιτυχία κατά των Βησσών, ο δε Γάϊος Ασίνιος Πωλλίων (40 - 39 π.Χ.) κατά των Παρθηνών, φύλου Ιλλυρικού. Νικηφόρο αγώνα κατά των βαρβάρων διεξήγαγε επίσης ο Λεύκιος Μάρκιος Κηνσωρίνος (42 - 40 π.Χ.), τον οποίο είχε αποστείλει στη Μακεδονία ο Μάρκος Αντώνιος. 

Μετά το τέλος των εμφυλίων πολέμων ξανάρχισαν οι πολιορκητικοί αγώνες της Ρώμης στη Βαλκανική Χερσόνησο. Τους αγώνες αυτούς διεξήγαγε ο Μάρκος Λικίνιος Κράσσος (30 - 28 π.Χ.), τον οποίο απέστειλε στη Μακεδονία ο Αύγουστος, αφού τον εφοδίασε με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις. Ο Λικίνιος υπέταξε οριστικά πλέον τους Βαστάρνες και από τους Θράκες, όσους δεν είχαν ακόμη ειρηνεύσει (Βησσοί, Οδρύσες), ανακτώντας έτσι τη Μοισία και τη Θράκη, τις οποίες και ενσωμάτωσε στη Μακεδονία. Στη συνέχεια στράφηκε προς τις παραδουνάβιες περιοχές και νίκησε επανειλημμένως τους βασιλείς των Γετών Δάπυγα και Ζύραξο και, αφού κατέλαβε το οχυρό φρούριο των Γενούκλων, ανέκτησε τις πολεμικές σημαίες του Γάϊου Αντωνίου Υβρίδου, τις οποίες είχαν αφαιρέσει οι Βαστάρνες, όταν τον νίκησαν κοντά στην πόλη Ίστρο. Αναφέρονται ακόμη πολεμικοί αγώνες του ανθύπατου και πέραν του Ίστρου κατά των πολεμικών Δάκων. 

Ύστερα από τις επιτυχίες αυτές παύουν πλέον οι πολεμικοί αγώνες των διοικητών της Μακεδονίας στη Βαλκανική, οι δε ρωμαϊκές λεγεώνες μετακινούνται τώρα από τη Μακεδονία, όπου μέχρι τότε στάθμευαν, προς τις νέες παραμεθόριες επαρχίες της Δαλματίας (9 μ.Χ.) και Μοισίας (βασιλεία Τιβερίου). Έκτοτε η πολυπόθητη Μακεδονία μεταβάλλεται πλέον σε ειρηνική συγκλητική επαρχία και τίθεται υπό την προστασία των λεγεώνων της Δαλματίας και Μοισίας, από το έτος δε 45 μ.Χ. και της Θράκης, που την προστατεύουν στο εξής από τις βαρβαρικές επιδρομές.

δ 

ΟΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΩΝ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων ο πληθυσμός της Μακεδονίας δεν υπέφερε μόνο από τις βαρβαρικές επιδρομές, αλλά και από τις καταχρήσεις των Ρωμαίων διοικητών. Επειδή δε κατά την περίοδο της Δημοκρατίας δεν ασκούσε η Σύγκλητος συστηματικό έλεγχο στις επαρχίες, εκμεταλλεύονταν ποικιλοτρόπως οι διοικητές τους ατυχείς επαρχιώτες, οι οποίοι μόνο μετά την απομάκρυνση τους από την επαρχία είχαν το δικαίωμα να διαμαρτυρηθούν στη Σύγκλητο για τις καταχρήσεις των οργάνων της. Οι τρόποι εκμεταλλεύσεως των επαρχιών σχετικά με τη Μακεδονία μας είναι γνωστοί κυρίως από τη δράση του Λευκίου Καλπουρνίου Πείσωνος. Αναφέρεται ότι ο διοικητής αυτός επέβαλε βαρύτατες χρηματικές εισφορές, τακτικές και έκτακτες, στις πόλεις της επαρχίας του, ότι προέβαινε σε επίταξη του παραγόμενου στη Μακεδονία σίτου, του οποίου αναδείχθηκε μοναδικός ρυθμιστής, ότι υποχρέωνε τους υπηκόους του να συντηρούν το στρατό του, ότι απογύμνωσε το Βυζάντιο, ως και άλλες ελληνικές πόλεις, από τους καλλιτεχνικούς τους θησαυρούς και ότι συμπεριφέρθηκε στην επαρχία του κατά τρόπο ηθικώς επίμεμπτο.

Ο Πείσων βέβαια, δεν ήταν ο μόνος ανθύπατος της Μακεδονίας που έκανε χρήση των μεθόδων αυτών, όπως δείχνουν οι συχνές διαμαρτυρίες των διοικητών τους, ως και η προσαγωγή πολλών από αυτούς στα αρμόδια δικαστήρια της Ρώμης (quaestiones perpetuae). Διοικητές δε της Μακεδονίας που κατηγορήθηκαν για παράνομη αργυρολογία και οδηγήθηκαν γι' αυτό στα δικαστήρια είναι οι εξής: ο Ιούνιος Σιλανός (141 π.Χ.), ο Πόρκιος Κάτων (114 π.Χ.), ο Κορνήλιος Δολαβέλλας (80 - 78 π.Χ.), ο Αντώνιος Υβρίδης (62 - 60 π.Χ.) και ο Καλπούρνιος Πείσων (57 - 55 π.Χ.). 

Η στράτευση αποτελούσε επίσης βαρύτατη υποχρέωση των επαρχιωτών, επειδή ήταν υποχρεωμένοι να στρατεύονται για χάρη της Ρώμης, να εγκαταλείπουν τις ειρηνικές τους ασχολίες και να καταβάλουν οι ίδιοι τα έξοδα της στρατεύσεώς τους. Παρόμοια υποχρέωση είχε επιβάλει ο Αιμίλιος Παύλος το 167 στις τρεις από τις τέσσερεις «μερίδες», που συνόρευαν με τους βαρβάρους. Τη στρατιωτική βοήθεια των Μακεδόνων επικαλέσθηκε επίσης ο ταμίας της επαρχίας Μάρκος Αννιος (170 π.Χ.) για την απόκρουση των γαλατικών επιδρομών. 

Κυρίως όμως από την εποχή των εμφυλίων πολέμων αναφέρονται Μακεδόνες να υπηρετούν ως στρατιώτες στο ρωμαϊκό στρατό. Κατά τη μάχη της Χαιρώνειας, όπου ο Σύλλας κατατρόπωσε τους στρατηγούς του Μιθριδάτη (86 π.Χ.), Μακεδόνες στρατιώτες πολέμησαν παρά το πλευρό του και αργότερα τον ακουλούθησαν στην Ιταλία, όπου τον βοήθησαν εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων. Επίσης κατά τη σύγκρουση Πομπήιου και Καίσαρος οι Μακεδόνες επιστρατεύτηκαν από τον Πομπήιο, στον οποίο είχε περιέλθει η επαρχία. Ο Πομπήιος συγκρότησε λεγεώνα, όλη από Ρωμαίους παλαίμαχους που ήταν εγκατεστημένοι στη Μακεδονία και στην Κρήτη και επιπλέον επιστράτευσε 200 γηγενείς Μακεδόνες που υπηρέτησαν στο στρατό του ως σφενδονήτες και ιππείς. Εκείνος όμως που επιστράτευσε συστηματικά τους Μακεδόνες και τους γύμνασε κατά τα ρωμαϊκά πρότυπα ήταν ο Μάρκος Ιούνιος Βρούτος, ο οποίος κατήρτισε δύο ολόκληρες λεγεώνες από γηγενείς Μακεδόνες που πολέμησαν μαζί του εναντίον των Βησσών υποχρέωσε δε επίσης τις παραλιακές μακεδόνικες πόλεις να εξοπλίσουν πλοία τους για τις πολεμικές του ανάγκες. Μετά τη μάχη των Φιλίππων (42 π.Χ.) και μέχρι τη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.) η Μακεδονία περιήλθε στον Αντώνιο, ο οποίος, για να επανδρώσει τα πλοία του, αναγκάστηκε πριν από τη ναυμαχία να επιστρατεύσει «εκ της πολλά δη κλάσης Ελλάδος οδοιπόρους, ανήλατας, θεριστάς, εφήβους» (Πλουτ. Αντώνιος 62, 1), μεταξύ των οποίων πιθανότατα ήταν και Μακεδόνες. 

Η σύληση των ελληνικών έργων τέχνης ήταν παλιά κακή συνήθεια των Ρωμαίων στρατηγών, την οποία ακολούθησαν βέβαια και οι διοικητές της Μακεδονίας. Εκτός από τον Αιμίλιο Παύλο, ο οποίος επέδειξε κατά τον περίφημο θρίαμβο του (triumphus Makedonicus) 250 αμάξια γεμάτα από ελληνικά αγάλματα και πίνακες, αναφέρονται τρεις ακόμη διοικητές της Μακεδονίας που μετέφεραν ελληνικά καλλιτεχνήματα στη Ρώμη: ο Κόϊντος Καικίλιος Μέτελλος, ο οποίος μετέφερε εκτός πολλών άλλων και το γνωστό σύμπλεγμα του Λυσίππου που παρίστανε τον Αλέξανδρο μαχόμενο στο Γρανικό. Ο Μάρκος Τερέντιος Ουάρρων, ο οποίος αφαίρεσε από την ποντιακή Απολλωνία το κολοσσιαίο άγαλμα του Απόλλωνος. Και ο Λεύκιος Καλπούρνιος Πείσων, ο οποίος απεγύμνωσε κυρίως την πόλη του Βυζαντίου από τους καλλιτεχνικούς της θησαυρούς. 

Με τα ελληνικά δε έργα τέχνης οι διοικητές των επαρχιών κοσμούσαν τα δημόσια οικοδομήματα, τα οποία οι ίδιοι ανήγειραν στη Ρώμη κατά την επιστροφή τους από την επαρχία με χρήματα προερχόμενα από λάφυρα που τους είχαν παραχωρηθεί (ex manubius). Γνωστά δε δημόσια οικοδομήματα που κατασκευάστηκαν στη Ρώμη από μακεδόνικα λάφυρα είναι τα εξής: οι ναοί του Jupiter Stator και της Juno Regina από τον Κόϊντο Καικίλιο Μέτελλο (μετά το 145 π.Χ.), η porticus Minucia από τον Μάρκο Μινούκιο Ρούφο (μετά το 106 π.Χ.)• και η πρώτη δημόσια βιβλιοθήκη της Ρώμης από τον λόγιο διοικητή της Μακεδονίας Γάϊο Ασίνιο Πολλίωνα (μετά το 39 π.Χ.). Αλλά, εκτός από τους Ρωμαίους επισήμους, τη Μακεδονία εκμεταλλεύονταν και οι πολυάριθμοι «Ρωμαίοι επιχειρηματίες» που είχαν εγκατασταθεί στην επαρχία, παρακινούμενοι από την εμπορική κίνηση των μακεδόνικων πόλεων. Επειδή δε η Μακεδονία ανήκε στις επαρχίες, των οποίων εκμισθώνονταν οι φόροι (censoria locatio), εισέρρευσαν σε αυτήν και πολλοί Ρωμαίοι δημωσιώνες (publicani) για την εκμίσθωση όχι μόνο των φόρων της επαρχίας, αλλά και των πλουσίων μεταλλείων τη ς, ως και των απέραντων βασιλικών γαιών, οι οποίες είχαν μετατραπεί τώρα σε δημόσιες γαίες (uger publicus) της Ρώμης. 

Εξαιτίας των καταπιέσεων αυτών πρόθυμα οι Μακεδόνες παρείχαν την υποστήριξη τους στους διαφόρους μνηστήρες του μακεδόνικου θρόνου, οι οποίοι επιχειρούσαν να εκδιώξουν τους Ρωμαίους ορμώμενοι συνήθως από τη Θράκη, της οποίας οι βασιλείς τους ενίσχυαν στρατιωτικώς επιδιώκοντας προφανώς να εξασθενίσουν με τον τρόπο αυτό τη ρωμαϊκή εξουσία. Οι επαναστάσεις αυτές τάραξαν την ησυχία της επαρχίας κατά τα πρώτα ιδίως έτη της ρωμαϊκής κατοχής και υποχρέωσαν τους διοικητές της Μακεδονίας να διεξάγουν διμέτωπο αγώνα κατά των βαρβάρων και συγχρόνως κατά του εγχώριου πληθυσμού. Αναφέρονται τέσσερεις παρόμοιες επαναστάσεις: κατά του Ψευδοφίλιππου (Ανδρίσκου) και του Ψευδαλέξανδρου, στις οποίες αναφερθήκαμε ήδη. Κατά του Ψευδοφιλίππου του νεώτερου που αναφέρεται και ως Ψευδοπερσεύς, τον οποίο εκδίωξε ο ταμίας της επαρχίας Λεύκιος Τριμέλλιος Σκρόφας (143/2 π.Χ.) Και τέλος κατά του νεαρού Ευφάνη, η οποία όμως κατεστάλη αμέσως από το διοικητή της επαρχίας Γάϊο Σέντιο (93 - 87π.Χ.), επειδή έγκαιρα καταγγέλθηκε στις ρωμαϊκές αρχές από τον πατέρα του Εξήκεστο, ο οποίος ανησύχησε από τα παράτολμα σχέδια του γιου του. Η θερμή πάντως συμπαράσταση του γηγενούς πληθυσμού προς τους επίδοξους αυτούς βασιλείς μαρτυρά πόσο οι υπερήφανοι Μακεδόνες διατήρησαν ζωντανή στη μνήμη τους την ανάμνηση του ενδόξου παρελθόντος της χώρας τους.

Ε

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ

ΩΣ ΕΠΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΡΩΜΑΪΚΟΠΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Κατά το έτος 27 π.Χ. ο Αύγουστος διαμοίρασε τις επαρχίες του Ρωμαϊκού κράτους με τη Σύγκλητο και αυτός μεν έλαβε τις παραμεθόριες επαρχίες, οι οποίες είχαν ανάγκη από την παρουσία ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων (αυτοκρατορικές επαρχίες), ενώ στη Σύγκλητο παρέδωσε τις ειρηνευμένες επαρχίες του εσωτερικού, στις οποίες δεν ήταν αναγκαία η παρουσία λεγεωνών (συγκλητικές επαρχίες, βλ. Δίων Κάσσας III, 12, 2-4).

Η Μακεδονία ως ειρηνική επαρχία (provincia inermis) δόθηκε στη Σύγκλητο, στην οποία παρέμεινε μέχρι το θάνατο του Αυγούστου (14 μ.Χ.). Αλλά το 15 μ.Χ. οι κάτοικοι των επαρχιών Μακεδονίας και Αχαΐας(= Κυρίως Ελλάδος) ζήτησαν από τον αυτοκράτορα Τιβέριο να τους απαλλάξει από την καταθλιπτική συγκλητική διακυβέρνηση, με αποτέλεσμα να μετατραπούν οι δύο επαρχίες σε αυτοκρατορικές και να τεθούν υπό την εξουσία του Γαίου Ποππαίου Σαβίνου, πρεσβευτού του αυτοκράτορος στη Μοισία (15-35 μ.Χ.).

Μέχρι το έτος 44 μ.Χ. η Μακεδονία παρέμεινε αυτοκρατορική επαρχία, οπότε ο αυτοκράτορας Κλαύδιος την επέστρεψε στη Σύγκλητο μαζί με την Αχαία. Ως συγκλητική δε επαρχία παρέμεινε η Μακεδονία μέχρι την εποχή του Διοκλητιανού (284 -305).

Όπως και κατά τους χρόνους της Δημοκρατίας -διοικητές της Μακεδονίας ήταν οι ανθύπατοι βοηθούμενοι στο έργο τους από τους πρεσβευτές και τους ταμίες. Τώρα όμως εμφανίζονται στη Μακεδονία και οι επίτροποι, οι οποίοι αντιπροσώπευαν τα οικονομικά συμφέροντα του αυτοκράτορος στην επαρχία, ως και οι λογιστές, οι οποίοι ανελάμβαναν τον οικονομικό έλεγχο των επαρχιακών πόλεων. Η ανθυπατία της Μακεδονίας εξακολούθησε να θεωρείται μία από τις σημαντικότερες επαρχιακές θέσεις, για το λόγο δε αυτό το αξίωμα του διοικητού της Μακεδονίας χαρακτηρίζεται ως μία από «τάς μεγίστας των άρχων» (Ζώσίμος, Ι, 9, 2).

Η Μακεδονία των αυτοκρατορικών χρόνων ήταν πολύ λιγότερο εκτεταμένη σε σύγκριση με τη Μακεδονία των χρόνων της Δημοκρατίας, επειδή όχι μόνο η Ήπειρος και η Θεσσαλία, αλλά και ολόκληρη η Κυρίως Ελλάδα αποσπάσθηκαν από αυτή κατά την αναδιοργάνωση του Αυγούστου (27 π.Χ.). Η ίδρυσις της επαρχίας Δαλματίας κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Αυγούστου και της επαρχίας Μοισίας λίγο αργότερα περιόρισαν ακόμη περισσότερο τα όρια της Μακεδονίας στο Βορά και τη Δύση. Επί Κλαυδίου οργανώθηκε σε επαρχία και η Θράκη (45/ 6), επί Τραϊανού (98-117) δε και η Ήπειρος, οι οποίες αποσπάσθηκαν από τη Μακεδονία.

Έτσι η επαρχία Μακεδονία, της οποίας τα όρια είχαν φθάσει μέχρι τον Ίστρο (Δούναβη) ύστερα από τις κατακτήσεις του Μάρκου Λικινίου Κράσσου (30-28 π.Χ.), περιορίσθηκε στα φυσικά της όρια. Επί Αντωνίνου του Ευσεβούς (138 -161) ενσωματώθηκε και πάλι στη Μακεδονία η Θεσσαλία, από τότε δε και μέχρι την μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού φαίνεται ότι τα όρια της επαρχίας παρέμειναν αναλλοίωτα.

Πρωτεύουσα της επαρχία; παρέμεινε και κατά τους χρόνους τούτους η Θεσσαλονίκη, η οποία ήταν τώρα η πολυπληθέστερη και πλουσιότερη πόλις της Μακεδονίας. Ήταν πόλις ελεύθερη (civitas libera), όπως και η Αμφίπολις, και σαν τέτοια είχε το προνόμιο να κόβει χαλκά νομίσματα και να φέρει τους τίτλος «νεωκόρος», «μητρόπολις» και «κολωνία». Από τις υπήκοες πόλεις σημαντικότερη ήταν η Βέροια, η οποία έφερε τους ίδιους τίτλους επειδή ήταν έδρα του Κοινού των Μακεδόνων.

Υπήρχαν επίσης ρωμαϊκές αποικίες στη Μακεδονία η Πέλλα, το Δίον, η Κασσάνδρεια και η σημαντικότερη από όλες, οι Φίλιπποι. Υπήρχε ακόμη μια ισοπολίτιδα πόλη, οι Στόβοι. Οι ελεύθερες πόλεις έχαιραν του λεγομένου Ιταλικού δικαίου (ius Italicum) και ήταν ένεκα τούτου απαλλαγμένες, θεωρητικά τουλάχιστο, από την άμεση φορολογία, γιατί ο ρωμαϊκός παρεμβατισμός παρείχε τη δυνατότητα στους διοικητές των επαρχιών να επιβάλουν τακτικές και έκτακτες εισφορές, σε είδος και σε χρήμα, ακόμη και στις ελεύθερες πόλεις της επαρχίας.

Για τον καθορισμό της επαρχιακής φορολογίας ο Αύγουστος κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες, για να διαμορφώσει ομοιόμορφο σύστημα επαρχιακής τιμήσεως, δηλαδή απογραφής του πληθυσμού-την οποία συστηματοποίησε αργότερα ο Βεσπασιανός. Αναφορικά με τη Μακεδονία έχουμε σημαντικές πληροφορίες από τη βασιλεία του Αδριανού (117 -138), οπότε ο υπατικός Τερέντιος Γεντιανός συνέταξε κατά υποδειγματικό τρόπο το κτηματολόγιο και την τίμηση της επαρχίας, ως και από τα τέλη του Β' μ.Χ. αι., οπότε την τίμηση της Μακεδονίας κατήρτισε ο επίτροπος Εγνατουλήιος Σαβίνος. Δυστυχώς δεν περιήλθαν σε μας στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις τιμήσεις που έγιναν τότε στη Μακεδονία- αναφέρεται δε μόνο ότι η διάταξη του Τερεντίου Γεντιανού παρέμεινε ισχύουσα 73 ολόκληρα έτη μετά την έκδοση της.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την τίμηση ήταν ο καθορισμός των ορίων των διαφόρων κοινοτήτων και η επίλυση των μεταξύ τους συνοριακών διαφορών, τις οποίες επέλυαν οι διοικητές της επαρχίας ή ειδικοί δικαστές (iudices), τους οποίους αυτοί ή οι ίδιοι ol αυτοκράτορες διόριζαν. Παρόμοιες διαφορές μεταξύ των Λολιχηνών και Ελιμιωτών επέλυσε το 102 μ.Χ. ο δικαστής Βεργίνιος Ποπλιανός και το 114 μ.Χ. ο πρεσβευτής της επαρχίας Γάιος Πρείσκος μεταξύ δύο πόλεων της Άνω Μακεδονίας. Καμιά φορά όμως και οι ίδιες οι πόλεις επέλυαν μόνες τους τις διαφορές τους, όπως π.χ. συνέβη το 102 μ.Χ. μεταξύ του Δίου και της Περραιβικής πόλεως Ολοσσόνος (Ελάσσονος).

Επειδή κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου η Μακεδονία ήταν ειρηνική επαρχία, επικουρικές μόνο δυνάμεις (auxilia) στάθμευαν στο έδαφος της για την τήρηση της τάξεως, όπως συνέβαινε και στις άλλες συγκλητικές επαρχίες. Επιγραφικές πράγματι μαρτυρίες δείχνουν ότι κατά τον Β' και Γ' μ.Χ. αι. υπήρχαν δύο ρωμαϊκά τάγματα (cohortes), στη Μακεδονία, ενώ για τον Α' μ.Χ. αι. στερούμεθα σχετικών ειδήσεων. Οι ασθενείς αυτές δυνάμεις ενισχύονταν με λεγεώνες, αν διεξάγονταν πολεμικές επιχειρήσεις στη Βαλκανική ή αν απειλούσαν οι βάρβαροι τη Μακεδονία, όπως συνέβη κατά τη βασιλεία του Αυγούστου και του Μάρκου Αυρηλίου, καθώς και κατά τις επιδρομές των Γότθων στις ελληνικές χώρες.

Επί Αυγούστου οι διοικητές της Μακεδονίας είχαν ακόμη υπό τις διαταγές τους ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, επειδή η επαρχία αυτή είχε ακόμη ανάγκη της προστασίας των ρωμαϊκών λεγεωνών, οι οποίες διεξήγαν πολεμικούς αγώνες στη Μοισία και τη Θράκη. Διοικούσαν δε οι ανθύπατοι της Μακεδονίας λεγεώνες, επειδή επί Αυγούστου είχαν διπλή ιδιότητα, δηλαδή ως διοικητές μεν της Μακεδονίας ήταν εντολοδόχοι της Συγκλήτου, ως στρατιωτικοί δε ηγήτορες ήταν υπό την εξουσία του αυτοκράτορος. Κατά τα τελευταία όμως έτη του Αυγούστου οι λεγεώνες, που μέχρι τότε διατελούσαν υπό τις διαταγές του ανθύπατου της Μακεδονίας, τέθηκαν τώρα υπό την εξουσία ενός πρεσβευτού του Αυγούστου, ο οποίος ανέλαβε την υπεράσπιση των Παραδουνάβιων περιοχών και ο οποίος-κατά πάσα πιθανότητα είναι ο πρόδρομος του αυτοκρατορικού πρεσβευτού της Μοισίας.

Επί ενάμισυ σχεδόν αιώνα παρέμεινε η Μακεδονία ειρηνική επαρχία, επί της βασιλείας όμως του Μάρκου Αυρηλίου (161 -180) τα ασθενή επικουρικά στρατεύματα της επαρχίας ενισχύθηκαν με ισχυρά στρατιωτικά αποσπάσματα. Στην αποστολή δε των ενισχύσεων αυτών προέβη ο Μάρκος Αυρήλιος, ο οποίος διεξήγε τότε τον Μαρκομανικό πόλεμο (166 -172), εξαιτίας της επιδρομής των Κοστοβώκων κατά της Μακεδονίας και της Αχαΐας.

Πολύ περισσότερες πληροφορίες έχουμε από τα μέσα του Γ' μ.Χ. αι., οπότε αρχίζουν οι Γοτθικές επιδρομές κατά των ελληνικών χωρών, που υποχρεώνουν τους Ρωμαίους αυτοκράτορες να διατηρούν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στη Μακεδονία, η οποία, αν και δεν ήταν παραμεθόρια επαρχία, κινδύνευε όμως συνεχώς από τις παρατεινόμενες επιδρομές τους. Για το λόγο προφανώς αυτό από τα μέσα του Γ' μ.Χ. αι. δεν αναλαμβάνουν πλέον τη διοίκηση της Μακεδονίας ανθύπατοι, αλλά πρεσβευτές του αυτοκράτορος, ηγεμόνες (duces) ή ακόμη και απλοί χιλίαρχοι.

Κατά την περίοδο δε της στρατιωτικής αναρχίας (235-284), η οποία συνεκλόνισε εκ θεμελίων το ρωμαϊκό κράτος, οι στρατιωτικές δυνάμεις που στάθμευαν στη Μακεδονία εμπλέκονται επανειλημμένως στις δυναστικές έριδες και σε δύο τουλάχιστο περιπτώσεις ανακηρύσσουν αυτοκράτορες τους διοικητές τους.

Τα προαναφερθέντα, λοιπόν, δείχνουν ότι κατά καιρούς στάθμευαν στη Μακεδονία ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις και ότι οι διοικητές της ποτέ δεν περιορίσθηκαν στους έξι ραβδούχους τους, όπως ανακριβώς αναφέρει ο Ιώσηπος (Ιουδ. πόλεμος II, 365).

Η στράτευση των Μακεδόνων συνεχίσθηκε και κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους, οπότε μάλιστα έλαβε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις, όπως μαρτυρούν σχετικές επιγραφές. Οι περισσότεροι βέβαια από τους Μακεδόνες στρατιώτες προέρχονταν από τις ρωμαϊκές αποικίες και τις ελεύθερες πόλεις της επαρχίας, αρκετοί όμως κατάγονται και από άλλες πόλεις ή και περιοχές της Μακεδονίας. Ιδιαιτέρως η ορεινή Άνω Μακεδονία με τον αγροτικό και εύρωστο πληθυσμό της υπήρξε πηγή αστείρευτη για τις λεγεώνες, τα επικουρικά στρατεύματα, ακόμη δε και γι' αυτή την ανακτορική φρουρά (cohortes praetoriae). Από την εποχή την προγενέστερη του Βεσπασιανού μας είναι γνωστά τα ονόματα δύο τουλάχιστον ταγμάτων, τα οποία στρατολογήθηκαν στη Μακεδονία.

Οι στρατολογούμενοι Μακεδόνες υπηρετούσαν συνήθως ως απλοί στρατιώτες ή υπαξιωματικοί, αλλά και ως αξιωματικοί, ανώτεροι ή κατώτεροι, ιδίως οι προερχόμενοι από τις ρωμαϊκές αποικίες της επαρχίας. Οι περισσότεροι από αυτούς έδρασαν κατά τον Α' και Β' μ.Χ. αι., πολύ δε λιγότεροι κατά τον Γ' μ.Χ. αι. Παρ’ όλα αυτά η «Αλεξανδρομανία» του Καρακάλλα (211-217) οδήγησε στο σχηματισμό ολόκληρης φάλαγγας από 16.000 άνδρες που αποτελέσθηκε αποκλειστικά από Μακεδόνες και είχαν οπλισθεί σύμφωνα με το παλαιό μακεδονικό σύστημα.

Η παρουσία τόσο μεγάλου αριθμού Μακεδόνων στο ρωμαϊκό στρατό μαρτυρεί την αναμφισβήτητη ζωτικότητα τους και συγχρόνως δείχνει ότι ακόμη και μετά την υποταγή τους στη Ρώμη οι Μακεδόνες διατήρησαν τις παλαιές στρατιωτικές συνήθειες και αρετές τους.

Η ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ 

Στη Μακεδονία, όπως και στις άλλες επαρχίες του Ρωμαϊκού κράτους, οι πόλεις διακρίνονταν σε τρεις κατηγορίες: α) τις υποτελείς πόλεις (civitates stipendiariae), οι οποίες αποτελούσαν τμήμα της επαρχίας και κατέβαλαν φόρο στην κυρίαρχη δύναμη. Οι πόλεις αυτές ήταν οι πολυαριθμότερες. β) Τις ελεύθερες πόλεις (civitates liberae), οι οποίες δεν υπάγονταν στην επαρχία και δεν πλήρωναν φόρο. Ελεύθερες πόλεις ήταν η Θεσσαλονίκη, η Αμφίπολη, ίσως η Σκοτούσσα, ως και όλες οι πόλεις της Άνω Μακεδονίας, η οποία για το λόγο αυτό ονομαζόταν «ελεύθερη Μακεδονία» και γ) τις ρωμαϊκές αποικίες (coloniae Romanae), ως και τις ισοπολίτιδες πόλεις (municipia), οι οποίες δεν υπάγονταν επίσης στη διοίκηση της επαρχίας και ήταν: το Δίον, η Κασσάνδρεια, η Πέλλα και οι Φίλιπποι. Ισοπολίτιδα πόλη ήταν μονάχα μία, οι Στόβοι.

Θα ασχοληθούμε με τη διοίκηση των δύο πρώτων κατηγοριών, επειδή οι ρωμαϊκές επαρχίες της Μακεδονίας δεν διέφεραν διοικητικός από τις αποικίες των λοιπών ρωμαϊκών επαρχιών.

Παρά τις συνεχείς επεμβάσεις των ρωμαϊκών αρχών οι μακεδονικές πόλεις, υποτελείς και ελεύθερες, παρέμειναν και κατά τους χρόνους τούτους αυτόνομες και διατήρησαν τους παλαιούς δημοκρατικούς θεσμούς της Ελληνικής πόλεως. Είχαν τους νόμους τους, ασκούσαν δικαστική εξουσία και διέθεταν τη δική τους βουλή, και εκκλησία του δήμου, ως και τους δικούς τους άρχοντες.

Η βουλή ήταν η σημαντικότερη αρχή των μακεδονικών πόλεων, λόγω του αριστοκρατικού χαρακτήρος διακυβερνήσεως που επέβαλε η Ρώμη στις κατακτηθείσες χώρες. Διεξάγει τις διαπραγματεύσεις με τις άλλες πόλεις, δέχεται τους ξένους πρεσβευτές και διαχειρίζεται την περιουσία της πόλεως. Εποπτεύει επίσης την αγωγή των εφήβων και διοργανώνει θρησκευτικές εορτές και αγώνες. Συγκαλείται από τους πολιτάρχες, οι οποίοι υποβάλλουν τα προβουλεύματα της βουλής στην εκκλησία του δήμου προς επικύρωση, ώστε να εκδοθούν τα ψηφίσματα ή δόγματα των δύο σωμάτων. Μέλη της βουλής ήταν οι βουλευτές, οι οποίοι προέρχονται από την τοπική αριστοκρατία και κατά πάσα πιθανότητα εκλέγονται από τις φυλές της πόλεως. Ο αριθμός τους εποίκιλλε από πόλη σε πόλη αναλόγως του πληθυσμού τους• εκτός δε από τους τακτικούς βουλευτές εξελέγοντο και άλλοι ως αναπληρωματικοί ή τιμής ένεκεν. Δεν γνωρίζομε πόσο χρόνο παρέμεναν στο αξίωμα τους οι βουλευτές, οι οποίοι πάντως, δεν ήταν ισόβιοι, εφ' όσον στις επιγραφές αναφέρεται συχνά ο χαρακτηρισμός «βουλευτής δις».

Στην εκκλησία του δήμου μετέχουν μονάχα οι άρρενες πολίτες, όχι δε οι παροικούντες (ή πάροικοι) στην πόλη για εμπορικούς κυρίως λόγους. Τα δικαιώματα της εκκλησίας ήταν πολύ περιορισμένα, εφ' όσον καμία συζήτηση δεν διεξαγόταν σε αυτήν, αλλ' απλώς η εκκλησία ενέκρινε ή απέρριπτε, πιθανόν με ανάταση της χειρός (χειροτονία) τα προβουλεύματα της βουλής, τα οποία εισήγαν οι πολιτάρχες, που συγκαλούσαν την εκκλησία και προήδρευαν των συνεδριάσεων της. Πάντως είμεθα ελλειπώς πληροφορημένοι για τον τρόπο λειτουργίας της.

Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους οι άρχοντες των μακεδονικών πόλεων είχαν πολιτικά μόνο και θρησκευτικά καθήκοντα, όχι δε και στρατιωτικά, επειδή η Μακεδονία ως υποτελής χώρα δεν διέθετε στρατό. Οι άρχοντες προέρχονταν από την τοπική αριστοκρατία, ήταν αιρετοί και παρέμεναν στην εξουσία ορισμένο χρόνο (συνήθως ένα). Αλλ' αν και τα αξιώματα δεν ήταν κληρονομικά, συχνά απαντούν μέλη της ίδιας οικογένειας να αναλαμβάνουν διάφορα αξιώματα. Ο ρόλος των αρχόντων είναι τώρα πολύ σημαντικός, επειδή αυτοί μαζί με τη βουλή ασκούν ουσιαστικά τη διοίκηση της πόλεως. Οι κυριότεροι άρχοντες των μακεδονικών πόλεων κατά τους χρόνους τούτους ήταν: οι πολιτάρχες, οι αγορανόμοι, ol ειρηνάρχες, ο ταμίας της πόλεως και οι γυμνασίαρχοι. 

Οι πολιτάρχες ήταν οι ανώτατοι άρχοντες των μακεδονικών πόλεων κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους και είχαν εκτελεστική, δικαστική και νομοθετική εξουσία. Συγκαλούσαν τη βουλή και την εκκλησία του δήμου και προήδρευαν των συνεδριάσεων τους. Απένειμαν πολιτικά δικαιώματα (πολιτεία) σε ξένους υπηκόους και ήταν οι επώνυμοι άρχοντες των πόλεων. Η εξουσία τους ήταν ενιαύσια (ενός έτους) μπορούσαν όμως και να επανεκλεγούν. Ο αριθμός τους ήταν ανάλογος με το μέγεθος της πόλεως, σχημάτιζαν δε συναρχία, επικεφαλής της οποίας ήταν ένας πρόεδρος. Οι αγορανόμοι ασκούσαν την αστυνομική εποπτεία της αγοράς ελέγχοντας την ποιότητα και τις τιμές των προσφερομένων προϊόντων, ενώ για την προμήθεια της αγοράς σε σιτάρι φρόντιζαν οι σιτώνες, οι οποίοι το αγόραζαν για λογαριασμό του δημοσίου και το μεταπωλούσαν φθηνά στο λαό σε καιρό σιτοδείας.

Οι αγορανόμοι αποτελούσαν επίσης συναρχία, επικεφαλής της οποίας ήταν ο λεγόμενος προστάτης. Λόγω της υψηλής θέσεως τους οι αγορανόμοι ανελάμβαναν και την εποπτεία των δημοσίων έργων, την οποία ασκούσαν βοηθούμενοι και από τους γραμματείς τους.

Οι ειρηνάρχες ασκούσαν αστυνομικά καθήκοντα, φρόντιζαν δηλαδή για την τήρηση της τάξεως και την ασφάλεια της πόλεως, ως και της ευρύτερης περιοχής της. Η ειρηναρχία ήταν τιμητικό αξίωμα και το ανελάμβαναν νεαρά συνήθως άτομα κατέχοντα υψηλή κοινωνική θέση. Τους ειρηνάρχες δεν εξέλεγε η πόλη, όπως τους άλλους άρχοντες, αλλά τους διόριζε ο Ρωμαίος διοικητής της επαρχίας.

Ο ταμίας της πόλεως διεχειρίξετο τα οικονομικά της, επειδή δε στις επιγραφές αναφέρεται μαζί με τους πολιτάρχες, συμπεραίνομε ότι ο ταμίας διέθετε τα δημόσια χρήματα μόνο κατόπιν εγκρίσεως τους.

Οι γυμνασίαρχοι, των οποίων η παρουσία μαρτυρείται σε δώδεκα πόλεις της Μακεδονίας, είχαν την εποπτεία του γυμνασίου, το οποίο φρόντιζαν να διατηρούν σε καλή κατάσταση και να το εφοδιάζουν με λάδι αλείμματος, δαπανώντας γι' αυτά μεγάλα χρηματικά ποσά. Ήταν, άρα, ένα πολυδάπανο αξίωμα, το οποίο μονάχα εύποροι πολίτες μπορούσαν να αναλάβουν. Κύριο όμως έργο του γυμνασιάρχου ήταν η επιμέλεια των νέων, η οποία απέβλεπε στην πνευματική τους καλλιέργεια και τη σωματική τους διάπλαση. Βοηθοί του γυμνασιάρχου ήταν ο εφήβαρχος και ο επιμελητής των εφήβων, οι οποίοι τον βοηθούσαν στην απογραφή των εφήβων και στην κατάταξη τους σε ομάδες, ως και στην απόλυση τους μετά τη συμπλήρωση της φοιτήσεως.

Αιρετοί άρχοντες ήταν και οι θρησκευτικοί, από τους οποίους σπουδαιότεροι ήταν οι αρχιερείς και οι ιερείς. Οι αρχιερείς ασκούσαν γενική εποπτεία επί της λατρείας και διακρίνονταν σε επαρχιακούς και δημοτικούς. Οι πρώτοι ήταν αρχιερείς του κοινού των Μακεδόνων και οι δεύτεροι αρχιερείς των πόλεων. Οι αρχιερείς ήταν ενιαύσιοι, είχαν όμως το δικαίωμα της επανεκλογής.

Οι ιερείς ήταν λειτουργοί μιας και μόνης θεότητος και συγχρόνως φύλακες του ναού της. Η ιερωσύνη δεν αποτελούσε προβαθμίδα της αρχιερωσύνης, εφ' όσον το ίδιο πρόσωπο μπορούσε να κατέχει και τα δύο αξιώματα. Επειδή δε οι ιερείς φρόντιζαν για τη συντήρηση του ναού και ανελάμβαναν συνήθως και την αγωνοθεσία κατά το χρόνο της ιερωσύνης τους, το αξίωμα τους ήταν πολύ δαπανηρό. Για το λόγο αυτό ιερείς εκλέγονταν μονάχα οι προερχόμενοι από τις εύπορες τάξεις της τοπικής αριστοκρατίας. Η ιερωσύνη, όπως και η αρχιερωσύνη, ήταν προσιτές και στις γυναίκες.

Ιερατικό ήταν και το αξίωμα του νεωκόρου, ο οποίος από κατώτερο προσωπικό του ναού, εξελίχθηκε κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους σε ανώτερο θρησκευτικό αξίωμα, το οποίο ανελάμβαναν εξέχοντα συνήθως πρόσωπα της πόλεως.

ΤΑ ΤΟΠΙΚΑ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ 

Τα τοπικά κοινά προήλθαν από τη συνένωση κωμών, πόλεων ή φυλών και επιγραφικώς μαρτυρούτται μόνο στην Άνω Μακεδονία και στην πέραν του Στρυμόνος Ανατολική Μακεδονία. Στην ανάπτυξη τους πιθανόν να συνέβαλε και η ρωμαϊκή διοίκηση, της οποίας το έργο οπωσδήποτε θα διευκολύνετο από την ύπαρξη μεγαλυτέρων πολιτικών ενώσεων, όπως ήταν τα ομοσπονδιακά κοινά.

Γνωστά δε κοινά της Άνω Μακεδονίας είναι των Ορεστών, των Ελιμιωτών, των Λυγκηστών, των Δερριόπων και των Δασσαρητίων, ενώ από τα κοινά της Ανατολικής Μακεδονίας εκείνο για το οποίο έχομε τις περισσότερες πληροφορίες είναι το κοινό της Πενταπόλεως.

Πρωτεύουσες των ομοσπονδιακών κοινών ήταν το κυριότερο αστικό κέντρο της περιοχής τους, όπως το Άργος το Ορεστικό, για τους Ορέστες, η Αιανή για τους Ελιμιώτες, η Ηράκλεια η Λυγκηστική για τους Λυσκηστές, η Στύβερρα (ή Δερρίοπος) για τους Δερριόπους και η Λυχνιδός για τους Δασσαρητίους. Στις πόλεις αυτές συνέρχονταν τα όργανα του κοινού, δηλαδή η ομοσπονδιακή εκκλησία του δήμου, η ομοσπονδιακή βουλή και οι άρχοντες (κυρίως οι πρόεδροι). Για την οργάνωση και τη λειτουργία των ομοσπονδιακών κοινών ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε.

Σε αντίθεση με τα τοπικά αυτά κοινά, τα οποία εκπροσωπούσαν το παλαιό τοπικιστικό πνεύμα, το κοινό των Μακεδόνων αποτελούσε συνεκτικό δεσμό μεταξύ των διαφόρων περιοχών της επαρχίας, συνεχίζοντας έτσι τη μακραίωνη παράδοση ενότητας που είχαν επιτύχει οι μεγάλοι βασιλείς της Μακεδονίας. Στο κοινό των Μακεδόνων μετείχαν όλες οι πόλεις της Μακεδονίας εκτός από τις ελεύθερες, οι οποίες, όπως αναφέραμε, δεν αποτελούσαν τμήμα της επαρχίας-

Το κοινό των Μακεδόνων ήταν η σημαντικότερη οργάνωση της επαρχίας κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους και ιδρύθηκε κατά πάσα πιθανότητα στην εποχή του Αυγούστου, αν και οι αρχαιότερες μαρτυρίες που έχομε γι' αυτό προέρχονται από το δεύτερο ήμισυ του Α' μ.Χ. αι.

Κύριο έργο του κοινού των Μακεδόνων ήταν η τέλεση της αυτοκρατορικής λατρείας και η οργάνωση των εορτών και αγώνων που συνδέονταν με αυτήν. Αλλά αν και ήταν θρησκευτική κυρίως οργάνωση και όχι πολιτική, απέκτησε ευρύτατες δικαιοδοσίες. Μπορούσε να επικοινωνεί απευθείας με τον αυτοκράτορα ή τον διοικητή της επαρχίας για ζητήματα που αφορούσαν το ίδιο το κοινό ή την επαρχία γενικότερα. Είχε το δικαίωμα να καταγγέλει στη Σύγκλητο ή στον ίδιο τον αυτοκράτορα τις καταχρήσεις των οργάνων της ρωμαϊκής διοικήσεως ή και να ανεγείρει ανδριάντες προς τιμή τους, στην περίπτωση ευδόκιμου ασκήσεως της εξουσίας. Να απονέμει στα διαπρέψαντα μέλη τους τιμητικούς τίτλους, όπως πρώτος της επαρχίας, πατήρ συνεδρίου, υιός Μακεδόνων, κ.α., ως και σε άλλους επιφανείς πολίτες της επαρχίας. Είχε επίσης φορολογικές αρμοδιότητες. Συνηγορούσε υπέρ των επαρχιωτών στη ρωμαϊκή διοίκηση για τη δίκαιη κατανομή των επαρχιακών φόρων, όντας συγχρόνως υπεύθυνο και για την τακτική και έγκαιρη καταβολή τους στο ρωμαϊκό δημόσιο. Για την αντιμετώπιση δε των οικονομικών αναγκών του είχε το δικαίωμα να κόβει με την ευκαιρία των ετησίων αγώνων χάλκινα νομίσματα με τη κεφαλή του αυτοκράτορος στη μια όψη τους, τα οποία κυκλοφορούσαν μονάχα στη Μακεδονία και του απέφεραν έσοδα όχι ευκαταφρόνητα.

Κεντρική εξουσία του κοινού ήταν το επαρχιακό συμβούλιο, το συνέδριο, του οποίου η έδρα ήταν στη Βέροια, όπου μια φορά το χρόνο συνέρχονταν οι σύνεδροι, που εκπροσωπούσαν τις πόλεις του κοινού . Δεν γνωρίζουμε τον συνολικό αριθμό των συνέδρων ως και τον τρόπο εκλογής τους ούτε τη διάρκεια της θητείας τους.

Στο συνέδριο πάντως λαμβάνονταν οι αποφάσεις του κοινού και γινόταν η εκλογή των αρχόντων του.

Πρόεδρος του κοινού ήταν ο αρχιερεύς, ο οποίος αναφέρεται συνήθως στις επιγραφές ως «αρχιερεύς των Σεβαστών και αγωνοθέτης του κοινού Μακεδόνων», επειδή αυτός ανελάμβανε την αγωνοθεσία των επαρχιακών αγώνων. Ως πρόεδρος του κοινού ο αρχιερεύς συγκαλούσε το συνέδριο και προήδρευε στις συνεδριάσεις του. Αν και δεν αναφέρεται στις μακεδονικές επιγραφές, ποιες ήταν οι αρμοδιότητες του, από τις αντίστοιχες περιπτώσεις άλλων ελληνικών κοινών, συμπεραίνουμε ότι είχε τη φροντίδα να διατηρεί σε καλή κατάσταση το ναό των Σεβαστών και να τελεί εν ονόματι της επαρχίας την αυτοκρατορική λατρεία, ως και τους συνδεόμενους με αυτή αγώνες και εορτές. Εξαιτίας των δαπανηρών αυτών υποχρεώσεων αρχιερείς εκλέγονταν μόνο οι προερχόμενοι από τις πλουσιότερες οικογένειες της επαρχίας που ήσαν κατά κανόνα και Ρωμαίοι πολίτες, όπως δείχνουν τα ρωμαϊκά τους ονόματα. Ο πρόεδρος του κοινού αποκαλείται αρχιερεύς στις μακεδονικές επιγραφές κατά τον A και Β' μ.Χ. αι.., αλλ' από τις αρχές του Γ' μ.Χ. αναφέρεται πλέον ως «μακεδονιάρχης». Από την ίδια περίπου εποχή τιμητικές επιγραφές του κοινού ανευρίσκονται και στις ελεύθερες πόλεις της επαρχίας, γεγονός που μαρτυρεί ότι από τότε μετείχαν και αυτές στη λειτουργία του. Ταυτόχρονα παρατηρείται αναβίωση του εθνικού φρονήματος των Μακεδόνων, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να εισαχθεί στο κοινό η λατρεία του Μ. Αλέξανδρου παράλληλα με εκείνη των Σεβαστών, και στα αυτόνομα χάλκινα νομίσματα του να αντικατασταθεί η κεφαλή του Ρωμαίου αυτοκράτορος με εκείνη του ενδόξου Μακεδόνος βασιλέως. 

Είναι άρα, πολύ πιθανό με την έξαρση αυτή του μακεδονικού εθνικισμού να συνδέεται και η αλλαγή του ονόματος του προέδρου του κοινού, επειδή προφανώς ο τίτλος του «αρχιερέως των Σεβαστών», υπενθύμιζε στους Μακεδόνες την υποτέλεια τους στην κραταιά Ρώμη, ενώ ο πομπώδης τίτλος «του μακεδονιάρχου» κολάκευε την εθνική τους φιλοτιμία.
Δημοσθένης.

Τα νομίσματα και οι επιγραφές της Μακεδονίας μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε τη λειτουργία του κοινού των Μακεδόνων μέχρι τα μέσα περίπου του Γ' μ.Χ. αι. Επειδή όμως από της εποχής αυτής σταμάτησε η κοπή των μακεδονικών νομισμάτων και οι μακεδονικές επιγραφές άρχισαν να γίνονται σπανιότερες, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε κατά πόσο το κοινό των Μακεδόνων συνέχισε ή όχι να υφίσταται στους χρόνους που ακολούθησαν.
©
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΑΡΙΚΑΚΗΣ
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - ΙΣΤΟΡΙΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ
ΑΘΗΝΑ
1995


from anemourion https://ift.tt/cgMu1Zk
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.
-->