Σέργιος, Μητροπολίτης Γρεβενών, «Αιμιλιανός Λαζαρίδης», στο Ελλάδα, 20ός αιώνας, ένθετο της εφημερίδας Απογευματινή, Αθήνα, χ.χ.

Υπήρξαν ιεράρχες από την ελεύθερη Ελλάδα που εμαρτύρησαν στις αλύτρωτες πατρίδες, θυσιασθέντες για την ανεξαρτησία τους. Όπως υπήρξαν και ιεράρχες από αλύτρωτες πατρίδες που εμαρτύρησαν σε άλλες αλύτρωτες, αλλά ελληνικές, πατρίδες. Μεταξύ των τελευταίων και ο καταγόμενος από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας Αιμιλιανός, κατά κόσμον Χριστόδουλος Λαζαρίδης, ο οποίος εμαρτύρησε για την ελευθερία της Μακεδονίας, σφαγιασθείς στα Γρεβενά, όπου είχε τοποθετηθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως μητροπολίτης.

Ο Αιμιλιανός γεννήθηκε το 1871 από ευσεβείς γονείς, τον Χαράλαμπο και τη Θεοφανώ, οι οποίοι μερίμνησαν με ιδιαίτερη επιμέλεια να μεταλαμπαδεύσουν τόσο στον Αιμιλιανό όσο και στα οκτώ ακόμη παιδιά τους ό,τι ήταν δυνατόν να χωρέσει στις αγνές παιδικές τους ψυχές από τον πλούτο της ελληνικής σοφίας και τα ιερά διδάγματα της χειμαζόμενης Ορθοδοξίας, μολονότι οι ίδιοι ήταν τουρκόφωνοι.

Μετά τις λαμπρές σπουδές του στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και μια κανονική σειρά ευδόκιμων υπηρεσιών στην Εκκλησία, ανήλθε στις διάφορες βαθμίδες της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Χειροτονήθηκε στην Κωνσταντινούπολη διάκονος και στη συνέχεια πρεσβύτερος. Ακολούθως προσελήφθη από τον τότε Μητροπολίτη Κυζίκου Κωνσταντίνο Αλεξανδρίδη και υπηρέτησε ως εφημέριος και κατόπιν ως πρωτοσύγκελος της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, επί Μητροπολίτου Αλεξάνδρου Β΄, του μετέπειτα Νικομηδείας.

Κατά τη διάρκεια της διακονίας του στην Αποστολική Εκκλησία των Θεσσαλονικέων προσέφερε σπουδαίες υπηρεσίες και, ως εκ τούτου, ο ευσεβής λαός «μετά καυχήσεως και δικαίας υπερηφάνειας ετίμα και εσέβετο αυτόν» (περιοδικό «Ιερός Πολύκαρπος Σμύρνης», 1911, σ. 437).
Η Εκκλησία διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στον Μακεδονικό Αγώνα των αρχών του 20ού αιώνα, συνεχίζοντας την αγωνιστική παράδοση των Ελλήνων ιεραρχών στον μακεδονικό χώρο κατά τον προηγούμενο αιώνα. Χαρακτηριστική μορφή αυτής της παράδοσης υπήρξε ο Επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος, ο οποίος το 1878 ευλόγησε τα όπλα των επαναστατών της Πιερίας. Ο Αιμιλιανός υπήρξε άξιος διάδοχος αυτών των πρώτων ιεραρχών-αγωνιστών της ελευθερίας.
Λόγω των ικανοτήτων του, το Πατριαρχείο τον κάλεσε στην Κωνσταντινούπολη και τον τοποθέτησε στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος του Πέραν, σε μία από τις πολυπληθέστερες ελληνικές κοινότητες της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου να υπηρετήσει ως εφημέριος και ιεροκήρυκας. Και σε αυτή τη θέση εργάστηκε με τέτοιο ζήλο, ώστε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα απέκτησε δικαίως τη φήμη του καλού και αγαθού ιερέως και του ευσεβούς και γλυκυφθόγγου ιεροκήρυκα.

Τα χαρίσματα του Αιμιλιανού διέκρινε ο Μητροπολίτης Πελαγονίας Ιωακείμ Φορόπουλος, του οποίου η επισκοπική έδρα βρισκόταν στο Μοναστήρι, και τον προσκάλεσε να υπηρετήσει κοντά του ως καθηγητής των Θρησκευτικών στο εκεί ελληνικό Γυμνάσιο. Στη συνέχεια προχειρίστηκε στον βαθμό του βοηθού Επισκόπου Πελαγονίας υπό τον τίτλο Πέτρας. Πρωτοστάτησε σε όλα τα εθνικά ζητήματα κατά την περίοδο της μεγάλης οξύτητας του Μακεδονικού Αγώνα.

Στις 16 Μαΐου 1910 εξελέγη Μητροπολίτης Γρεβενών και υπήρξε ο Έλληνας εκείνος ιεράρχης του οποίου τον μαρτυρικό θάνατο θρήνησε ολόκληρο το Έθνος, υπόδουλο και ελεύθερο. Ο ευθαρσής και γενναίος φρουρός και πρόμαχος των δικαιωμάτων του Γένους, επειδή αντιτάχθηκε στην τουρκική απολυταρχία και στον διά της βίας εκτουρκισμό του ποιμνίου του, έπεσε θύμα φανατικών Τούρκων, οι οποίοι τον κατακρεούργησαν περίπου ενάμιση χρόνο μετά την ενθρόνισή του στη Μητρόπολη Γρεβενών.

Την 1η Οκτωβρίου 1911, ημέρα Σάββατο, μετά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας στο μικρό χωριό Σνίχοβο —το οποίο σήμερα, προς τιμήν του, φέρει το όνομα Δεσπότης— αναχώρησε περί τη μεσημβρία για το χωριό Γκριντάδες, το σημερινό χωριό Αιμιλιανός, συνοδευόμενος από τον διάκονό του Δημήτριο και τον αγωγιάτη Αθανάσιο Φασούλα. Κατά τη διαδρομή, ενώ περνούσαν μέσα από δάσος, έπεσαν σε ενέδρα. Οι δολοφόνοι κατακρεούργησαν τον μητροπολίτη, τον διάκονο και τον αγωγιάτη.

Το χρονικό της είδησης της εξαφάνισης του Αιμιλιανού και των συνοδών του διασώζεται στα Πρακτικά της Δημογεροντίας, που φυλάσσονται στην Ιερά Μητρόπολη Γρεβενών:

«Σήμερον την 5η του μηνός Οκτωβρίου του 1911 επί τη εξαφανίσει του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου ημών κυρίου Αιμιλιανού, μετά του ιεροδιακόνου του Δημητρίου και του συνοδεύοντος αυτούς Αθανασίου εκ Σνιχόβου εν άκρα συγκινήσει και λύπη σήμερον συνελθούσα η σύνοδος (της εφοροεπιτροπής της ορθοδόξου Κοινότητος Γρεβενών) εν συνεδριάσει απεφάσισεν ομοφώνως ίνα εξέλθη ο Αρχιερατικός Επίτροπος Οικονόμος Παπα-Γεώργιος (Σερβιρής) προς αναζήτησιν και ανεύρεσιν αυτών εν συνοδεία των πολιτών και των κατοίκων των πέριξ χωρίων και προς τούτο ανετέθη αυτώ ίνα επιδώση δεκρίριον προς την Σεβ. Κυβέρνησιν προς λήψιν και της δεούσης ασφαλείας. Εφ’ ω εγένετο το παρόν».

Ακολουθούν δεκαεννέα υπογραφές δημογερόντων και του Οικονόμου Γεωργίου Παπα-Γεωργίου Σερβιρή.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη στάση της μητέρας του δολοφονηθέντος Αιμιλιανού. Υπερήφανη για τη μαρτυρική θυσία του γιου της υπέρ της Εκκλησίας και του Έθνους, τηλεγραφούσε προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄:

«Καίτοι ο φρικώδης φόνος του υιού μου Αιμιλιανού, Μητροπολίτου Γρεβενών, εβύθισεν εις άφατον πένθος την οικογένειαν ημών, ουχ ήττον εκ του γεγονότος ότι εθυσιάσθη εν τη εκτελέσει των πνευματικών αυτού καθηκόντων, παρηγορούμενη, υποβάλλω μετά κατωδύνου ψυχής τας θερμός ευχαριστίας μου επί ταις πατρικαίς υπέρ αναπαύσεως της ψυχής αυτού δεήσεσι και τη ανενδότω επιμονή Αυτής προς ανακάλυψιν και τιμωρίαν των δολοφόνων του τέκνου μου».

Τη μορφή και τη θυσία του Αιμιλιανού τίμησε και ο μετέπειτα εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος. Στον επιμνημόσυνο λόγο του για τον Αιμιλιανό διατύπωσε λόγια που προσέδωσαν στον θάνατό του τον χαρακτήρα εθνικού και εκκλησιαστικού μαρτυρίου:

«Όταν αρχιερείς καίωσιν εαυτούς ως λαμπάδας ενώπιον του ειδώλου της πατρίδος, ο δε μαρτυρικός θάνατός των γίνεται ζωής και δόξης υπόθεσις και θεμέλιον αγιωτέρου βίου, το μνημόσυνόν των δεν εναρμονίζεται με δάκρυα και θλίψιν, αλλά με υπερηφάνειαν και αγαλλίασιν. Ημίν εξ όλων εχαρίσθη όχι μόνον το εις Χριστόν ορθώς πιστεύειν, αλλά και το υπέρ Αυτού αγογγύστως πάσχειν, γενναίως μαρτυρείν και ενδόξως αποθνήσκειν».

Ο Αιμιλιανός Λαζαρίδης έμεινε έτσι στην ιστορική μνήμη ως μία από τις χαρακτηριστικότερες μορφές του αγωνιζόμενου ελληνικού κλήρου της ύστερης οθωμανικής περιόδου και ως ένας από τους τελευταίους εθνομάρτυρες ιεράρχες πριν από την απελευθέρωση των Γρεβενών και την ενσωμάτωση της περιοχής στο ελληνικό κράτος.



from anemourion https://ift.tt/OnHyd7Y
via IFTTT

Δημοσίευση σχολίου

To kaliterilamia.gr σέβεται το δικαίωμα όλων των χρηστών να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους ωστόσο διατηρεί το δικαίωμα, να μην δημοσιεύει συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια. Έτσι όποια σχόλια, περιέχουν ακατάλληλα προς το κοινό χαρακτηριστικά θα αποσύρονται από τον ιστότοπο.

Νεότερη Παλαιότερη