Γεννήθηκε το 1947 στο Βόλο. Σπούδασε νομικά. Έχει εκδώσει α) τις ποιητικές συλλογές «Ο κ. Ίβο» (1970), «Ιδιωτικό αεροπλάνο» (1971 - β΄ κοινή έκδοση 1978) και «Ντικ ο χλομός» (1976), β) το πεζογράφημα «Η κατηγορία Α₁» (1979). Έχει δημοσιεύσει επίσης κριτικά σημειώματα σε εφημερίδες και περιοδικά. Ποιήματα του έχουν μεταφραστεί αγγλικά και ιταλικά.
Για την ποίησή του έχουν γράψει και οι Ευ. Αρανίτσης, Αλεξ. Αργυρίου, Ανδρέας Καραντώνης, Βασίλης Λαμπρόπουλος, Στέφανος Μπεκατώρος, Θανάσης Θ. Νιάρχος, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Τάκης Σινόπουλος, Κώστας Σταματίου, Νατάσα Χατζιδάκι.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις κρίσεις για το έργο του:
Ο γιατρός
Ο γιατρός άνοιξε την τσάντα / έβγαλε ένα παράξενο μικρό εργαλείο / πάνω στο τραπέζι τα ξεκοιλιασμένα ποιήματα έβγαζαν / χλωροφόρμιο / «Κάνω εγχειρήσεις στ’ άρρωστα ποιήματα» μού είπε, «κάτι / σώζεται / κάποτε γράφω κι εγώ, βλέπεις, εδώ είναι όλα πιθανά. / Ύστερα αφού ’ρχονται όλα ξαφνικά, δικάζεσαι για φόνο». / Τότε άρχισα να μικραίνω / στο τέλος έγινα ένα μικρό μπουκάλι με αντισηπτικά. / Ο γιατρός πλησίασε το τραυματισμένο ακουστικό, κι εγώ / επανέλαβα. / «Πέρασα ένα ευχάριστο απόγευμα ανασαίνοντας δύσκολα / όπως το τρένο σε κάποιο παλιό ποίημα του γιατρού / είμαι υπέροχος εξ αιτίας της απόγνωσης / έκανα τα αισθήματά μου διαφήμιση / και κατέθεσα την αγάπη μου στο ταμείο παρακαταθηκών και / δανείων». / Αυτό είναι ένα καλό ποίημα, μού είπε / και τ’ άλλα βέβαια ήταν καλά / αλλά είχα απαυδήσει από ισορροπία / αυτή είναι η γνώμη μου ως αρχιτέκτονος.
Βενιαμίν
Χ / Η γεύση από την περασμένη μέρα θα ξανάρθει στο σχολείο / με τα βλακώδη ανέκδοτα. Νυστάζω και νυστάζεις / σκέφτομαι ο Βενιαμίν θα κοιμηθεί. / Ο καινούργιος φίλος μου ο Βενιαμίν είναι αριστούργημα / νοικιάζει ένα ποδήλατο τρία τάληρα την ώρα / πηγαίνει μόνος του στη λίμνη όπου έβαψαν κόκκινο τον κύκνο / ύστερα ο κύκνος ξέβαψε / πέρασαν πάνω του τα λεωφορεία / οι νέες πινακίδες τώρα γράφουν «Εγνατία οδός». / Η Τζένη περνάει λοξά τον ίδιο δρόμο / μοίρασε τα μαθήματα σε δυό μεγάλες πολιτείες / μιά βορεινή μιά νότια / εγώ όπως ξέρετε / κήρυξα πόλεμο με τ’ αμφιθέατρα κι ήρθα εδώ. / Ο φίλος μου ο Βενιαμίν παράτησε τη γωνιά του στο / πανεπιστήμιο / καβάλισε ένα θερμόμετρο με υδράργυρο / κι ανέβηκε όπως ο πυρετός στο ρετιρέ / έπεσε ο πυρετός κι εκείνος σκοτώθηκε. / Τώρα είναι ήσυχος / μες στο θάνατο κι απύρετος / η παρουσία του ανεβαίνει σταθερά / το πρόσωπό του διαβαθμίζεται / σημειώνει επιτυχία.
Ψ
Η θεία Λητώ, / η γυναίκα του επιμελητή των σκοτεινών ειδήσεων / έφυγε στο νησί για παραθέρισμα. / Στο σπίτι στα παράθυρα πήρε και κάρφωσε στολές / περούκες εξαρτήματα από πουλιά, μαύρα κατά προτίμησιν. / Κανείς δεν πίστευε, πως θα φυτρώναν τέτοια δέντρα / στον κήπο σ’ ένα εικοσιτετράωρο / ανάμεσα στα κυπαρίσσια / και την εκκλησία των αγίων Ταξιαρχών / ο ταξιάρχης Μιχαήλ / κι ο ταξιάρχης Γαβριήλ / δυό τύψεις ενοχής αλλοιωμένες από μουρουνέλαιο / στην ίδια συσκευή του βάθους. / Φαντάσου εδώ μια σύνοψη των παιδικών σου ονείρων / σε χρόνο παρόντα σε τετελεσμένο μέλλοντα / τότε που τυραννούσες τα βιβλία σα νάταν ζωντανά πουλιά / και φώναζε η θεία Λητώ «καταραμένε». / Βιβλία κι αναγνωστικά τελειώνουν δεν τελειώνουν. / Πρωί πρωί θα ’ρθούνε θα με βρούνε στα σκαλιά / να φτιάχνω κάτι απ’ το παλιό τραγούδι. / Άλλες φορές δεν ήταν το ίδιο / δοκίμαζα να διασκεδάσω με τσιγάρα ή με το μαγνητόφωνο.
Ω
Το απόγευμα θα υπάρχουν / τρία ή τέσσερα αμφιθέατρα μες στο βλέμμα μας / είδωλα της μοντέρνας οπτικής μεθόδου / που αρχίζουν συνήθως από την ανάποδη. / Φέρ’ ειπείν / ο μέγας υαλουργός με τους αντικατοπτρισμούς / εχτές που περπατούσαμε μαζί κι είχες ξεφύγει πάλι από / θέμα / ο μέγας αρχιτέκτων με τα παλιά και τα καινούργια επίπεδα / ότι το πρόσωπό σου —όπως και το δικό μου άλλωστε— / είναι ένα πρόβλημα γωνίας και φωτισμών / ο Μέγας στρατηγός Αλέξανδρος. / Η θεία Λητώ δοκίμασε να ερωτευθεί / με δεκαπέντε τρόπους και συστήματα / το μαύρο άγαλμα στη μέση της πλατείας. / Ο Βενιαμίν εγκατέλειψε τρία ποιήματα / πάνω σε προγράμματα κινηματογράφων. / Γι’ αυτό είπαμε πάλι το γνωστό ανέκδοτο / με τη βίδα και το κατσαβίδι. / Έβλεπα έναν παλιό ερωτευμένο άγγελο / να κατεβαίνει καθέτως προς τη λεωφόρο Νίκης. / Ο Βενιαμίν ένοχος αθώων ή νοερών επιγραφών / ο Βενιαμίν κατασκευαστής παραδείσων / ο παλιός άγγελος απών / η απουσία που δυναμώνει με το διακόπτη / τα εγκαταλειμμένα ποιήματα.
(«Ο κ. Ίβο»)
Το συγκρότημα ή το τελευταίο και δυνατότερο
Φτωχέ μου κόκορα δολοφονημένε. Ήταν η αγάπη μου / μικρή και σακατεύτηκε όχι από λουλούδια. Έαρινή / σα γκόμενα την πήρε η νύχτα. Πολύ αργότερα ονειρεύτηκα / ότι κοιμάμαι αγκαλιά μ’ ένα μαύρο σόλεξ κι ακόμα έξω από τη / νύχτα / ένας μεγάλος κόσμος ηλιοτρόπια. Έρωτας ήταν πιθανόν / μες στα κυπαρίσσια πέρα από την άσφαλτο. Έφευγα για / το δάσος. / Το δάσος ήταν άλλο πράμα. Ανέβηκε / ήσυχα ο πατέρας μου με το γραμμόφωνο. Γιατί γράφεις πάλι, / μού έλεγε· είπες θα σταματήσεις. με ξεγέλασες. / Εγώ τελείωνα. Γύρω μου σαλιγκάρια, χώματα / και τενεκέδες από το άλλο οικόπεδο, υγρά / κι απόκοσμα. Κάποτε η Μαρία, φωτεινή, φιλέρημη, / φτερό, φυσικά χορεύοντας. Και κατάλαβα πως έβγαινα / απ’ το ποίημα, γινόμουν η ιστορία του γίγαντα / Νεμρώδ και της αγαπημένης του. / Ένα άλλο απόγευμα ήρθε ο περίφημος Βενιαμίν, πείσμωνε / του σκασμού που ήτανε κρίμα κι άδικο, τέτοιο παιδί. / Του έλεγα ψέματα ότι μοίραζα λουλούδια κοροϊδεύοντας την / αρραβωνιαστικιά μου / στην ίδια πόλη σε περαστικούς εις μνήμην της. / Δεν είναι λουλούδια, μού είπε. Έφυγε θυμωμένος / μέσα από τα συγκροτήματα σφυρίζοντας, / αλλιώτικος από το βιβλίο μου.
Ξενοδοχείο των λύκων
Τή βρήκα πάλι στο δωμάτιο πίσω από το οικοτροφείο / με τα κωλόπαιδα, είμαι η σύζυγος του Έντ, μού είπε, / θ’ άκουσες βέβαια τον πυροβολισμό, πελαγώνω στα χώματα, / θα πεθάνω στα υψώματα εκεί δίπλα στην αντένα του / ραδιοφωνικού / σταθμού. Τότε την έσφιξα περισσότερο πάνω στο έπιπλο / γιατί η ψυχή μου φεύγει από το σπίτι κι ύστερα / σκοτεινιάζει δώδεκα η ώρα και τα σφιγμένα δάχτυλα / των αρχαγγέλων τρίβονται πάνω στα παλιά ποδήλατα.
Το μαχαίρι και το κυριότερο
Το έβλεπα μέσα απ’ το περίπτερο να πέφτει προς το όργανο / του σώματός μου που είναι και το κυριότερο, ύστερα / κοιμήθηκα. Ένας / από τους δύο Φλέμινγκ μού έκανε την επέμβαση. Το μαχαίρι / λάσπωσε τη λάσπη, μού σημάδεψε το πρόσωπο κι όλα τα / υπόλοιπα, / ήμουν ο ίδιος και ο ίδιος το απόγευμα στο τουφεκίδι με τις / δεσποινίδες. Τα λοιπά μου μέλη και τα δόκανα της άπιστης / βρέθηκαν από τους αρμόδιους ενώ το φως έβγαζε τούλια / και καμπάνες. Το έλεγα στον πατέρα μου και στον ξάδερφο που / δούλευε, / τον μεγάλο ξάδερφο μού έδωσε χρήματα και τιμαλφή, από / τότε / το χάος, εμπορεύομαι τα κάλλη μου και αγόρασα ένα σπίτι / με λουλούδια για την τυχερή.
Η αθλητική ζωή
Πώς πρωτογνώρισα τη φιλενάδα με την άκρη του ματιού / στη Μύκονο ξέροντας από ποδόσφαιρο. / Προβληματίζομαι πάνω στο ξυράφι για να κόψω τις ποιητικές / μου φλέβες. Μοιάζω με παπαγάλο, με τον Κόλιν Μπελ / της Μάτσεστερ, όταν υπολογίζω τις εκφράσεις μου, τις / προσευχές / που ξέρναγα πριν από χρόνια και πολύ στο βάθος, κι ύστερα / ω ξείν άγγελειν, άντε να βρίσκεις τον πατέρα μου, θα σου πει / για την αισχύνη του, ωραίος τύπος. Ενώ εγώ είμαι καλό / παιδί, φροντίζω πάντα να μη μείνεις έγκυος.
Μπαρμπαρέλλα
Η αγάπη μας στην τηλεόραση, θα περνούσε στο σαλόνι / με πενήντα συνουσίες σε γυμνά κρεβάτια. Εδώ χάλασα / τη μηχανή μου για το μέγα έλεος. Στον εναέριο χώρο / τα χερούλια σου, όπως το αεροπλάνο του Τζέφερσον, εκεί / ψηλά όλοι αγαπάνε. / Γιατί δεν πέφτεις με αλεξίπτωτο, χάνω τον τύπο μου / γίνομαι τοξικομανής με τα ραδίκια.
(«Το ιδιωτικό αεροπλάνο»)
from anemourion https://ift.tt/EwvBROI
via IFTTT