Η προσπάθεια των ανταρτών του ΔΣΕ να εισβάλουν στον Δομοκό τη νύχτα της 14ης Οκτωβρίου 1948, με τη βοήθεια του συνεργού τους, έφεδρου ανθυπολοχαγού του Ελληνικού Στρατού Χαράλαμπου Γεωργακόπουλου, αν και αρχικά είχε εξελιχθεί με επιτυχία, σύντομα πήρε διαφορετική τροπή. Οι πυροβολισμοί του σκοπού στο φυλάκιο της θέσης Κοτρώνι έβαλαν τέλος στον αιφνιδιασμό και σήμαναν συναγερμό σε ολόκληρη την κωμόπολη.
Η μάχη που ακολούθησε ήταν σφοδρή, με τα πυρά να ανταλλάσσονται αδιάκοπα μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Οι επιτιθέμενοι, παρά τις προσπάθειές τους να εισέλθουν στην κωμόπολη, δεν κατάφεραν να κάμψουν τους υπερασπιστές της. Η οργανωμένη άμυνα της φρουράς, σε συνδυασμό με την υπεροχή της σε δύναμη πυρός και τις καλύτερες οχυρωματικές θέσεις που κατείχε, τους ανάγκασε τελικά να εγκαταλείψουν την προσπάθεια κατάληψης του Δομοκού, η οποία έληξε άδοξα.
Κατά την υποχώρησή τους, οι αντάρτες του ΔΣΕ δεν έφυγαν με άδεια χέρια, καθώς πήραν μαζί τους όσα όπλα και πυρομαχικά είχαν βρει στα περιφερειακά φυλάκια που είχαν καταλάβει. Όσο για τους στρατιώτες και τους εθνοφύλακες που είχαν αιχμαλωτίσει εκεί, σύμφωνα με την αριστερή ιστοριογραφία, αφέθηκαν όλοι ελεύθεροι. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όσο κι αν κάποιοι, με την επιλεκτική τους μνήμη, επιχειρούν να τους αγιοποιήσουν. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική, καθώς έξι από τους αιχμαλώτους όχι μόνο δεν αφέθηκαν ελεύθεροι, αλλά εξαναγκάστηκαν να ακολουθήσουν τους αντάρτες, με αποτέλεσμα να παραμένουν μέχρι και σήμερα αγνοούμενοι.
Οι αιχμάλωτοι ήταν οι εξής:
Ο Δεκανέας Δημήτριος Παπάς του Αθανασίου, γεννημένος το 1915, από την Παραπρασταίνη Καρδίτσας.
Ο Στρατιώτης Πέτρος Μπαλαούρας του Σπυρίδωνος, γεννημένος το 1922, από την Αράχοβα Φιλιατών Θεσπρωτίας.
Ο Στρατιώτης Σπυρίδων Σαρανταυγάς του Γεωργίου, γεννημένος το 1925, από τον Φενεό Κορινθίας.
Ο Στρατιώτης Θεόδωρος Φωτόπουλος του Γεωργίου, γεννημένος το 1924, από τη Δάφνη Αχαΐας.
Ο Εθνοφύλακας Γεώργιος Φείδας του Φωτίου, γεννημένος το 1901, από τους Βελεσιώτες Δομοκού Φθιώτιδας.
Ο Εθνοφύλακας Χρήστος Μπαϊράμης του Ηλία, γεννημένος το 1915, από το Φλωρέσιο Καρδίτσας, κάτοικος Νέου Μοναστηρίου.
Οι παραπάνω άνδρες δεν συνελήφθησαν τυχαία, αλλά κατόπιν υπόδειξης του έφεδρου ανθυπολοχαγού Χαράλαμπου Γεωργακόπουλου, με την κατηγορία ότι ήταν αντικομμουνιστές. Ο ίδιος μάλιστα, ακολούθησε τους αντάρτες, αυτομολώντας στις τάξεις του ΔΣΕ μαζί με τους δύο στρατιώτες του φυλακίου του που είχαν συνεργαστεί μαζί του, τον Αργύρη Λαμπρόπουλο και τον Κωνσταντίνο Λευθεριώτη.
Τα τμήματα των ανταρτών, αποχωρώντας από τον Δομοκό, συμπτύχθηκαν προς τα Λουτρά Σμοκόβου, παίρνοντας μαζί τους και τους αιχμαλώτους. Οι οικογένειες, οι συγγενείς και οι φίλοι των αιχμαλώτων κίνησαν γη και ουρανό για να μάθουν κάτι περισσότερο για την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων, αλλά βρήκαν όλα τα στόματα κλειστά, από φόβο για πιθανά αντίποινα.
Το μόνο που έμαθαν, έπειτα από πολλά χρόνια, ήταν η διαδρομή που ακολούθησαν οι αιχμάλωτοι. Αυτό έγινε όταν ο γιος ενός από τους αγνοουμένους κατάφερε να εντοπίσει έναν από τους δεσμοφύλακες των αιχμαλώτων, ο οποίος του περιέγραψε την πορεία τους μέχρι τα Λουτρά Σμοκόβου, όπου έφτασαν την τρίτη ημέρα και διανυκτέρευσαν στο υπόγειο ενός ξενοδοχείου. Τη διανυκτέρευση των αιχμαλώτων στο υπόγειο του ξενοδοχείου επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο ξενοδόχος, όταν τον επισκέφθηκε ο γιος του αγνοουμένου αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του δεσμοφύλακα, η πορεία των αιχμαλώτων συνεχίστηκε με κατεύθυνση το βουνό «Βουλγάρα», στα σύνορα Καρδίτσας και Ευρυτανίας, το οποίο αποτελούσε τόπο συγκέντρωσης αντιφρονούντων, με σκοπό να τους παραδώσουν στους αντάρτες της Ι Μεραρχίας του καπετάν Γιώτη.
Από εκείνο το σημείο και μετά, τα ίχνη τους χάνονται και η τύχη τους παραμένει άγνωστη μέχρι σήμερα. Οι αγαπημένοι τους δεν έμαθαν ποτέ τι απέγιναν. Πέρασαν ολόκληρη τη ζωή τους μέσα στην αγωνία και την αβεβαιότητα, χωρίς να προλάβουν να τους αποχαιρετήσουν, χωρίς να έχουν έναν τάφο ή έστω ένα σημείο όπου θα μπορούσαν να ανάψουν ένα κερί στη μνήμη τους.
Ο Χαράλαμπος Γεωργακόπουλος, ο εμπνευστής και συνδιοργανωτής της επιχείρησης, που είχε υποδείξει τους έξι άτυχους αιχμάλωτους στους αντάρτες, είχε διαφορετική τύχη. Μετά την αυτομόλησή του από τον Ελληνικό Στρατό ανέλαβε διοικητής τάγματος στη II Μεραρχία του ΔΣΕ (Ρούμελης), υπό τη διοίκηση του καπετάν «Διαμαντή». Με τον θάνατο του καπετάνιου του, στις 21 Ιουνίου 1949 στα Μάρμαρα Φθιώτιδας, και τη διάλυση της Μεραρχίας, ο Γεωργακόπουλος, μαζί με τους εναπομείναντες αντάρτες της, βρέθηκε να καταδιώκεται ανελέητα στα ορεινά των Αγράφων από τον Ελληνικό Στρατό και τις δυνάμεις της Χωροφυλακής, καταλήγοντας τελικά στη σύλληψή του τον Ιούλιο του 1949.
Έτσι, πέφτοντας στα χέρια των πρώην συναδέλφων του, ο Γεωργακόπουλος είδε να φτάνει η ώρα του λογαριασμού. Με την προδοσία του να βρίσκεται ακόμη νωπή στη μνήμη των στρατιωτικών αρχών, αποφασίστηκε να μη δικαστεί στη Λαμία, έδρα του Έκτακτου Στρατοδικείου Λαμίας (ΕΣΛ), όπου δικάζονταν κομμουνιστές και αντάρτες, αλλά να μεταφερθεί η δίκη του στον Δομοκό, στον ίδιο τόπο όπου είχε συνδιοργανώσει την εισβολή. Με αυτόν τον τρόπο, η τιμωρία του θα αποτελούσε, έστω και συμβολικά, απάντηση στην προσβολή που είχε προκαλέσει στο κύρος του Ελληνικού Στρατού, έχοντας αθετήσει τον όρκο του και προδώσει τη στολή που φορούσε.
Στις 23 Ιουλίου 1949, στην αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου Δομοκού, ξεκίνησε η δίκη του, παρουσία πλήθους κόσμου, ανάμεσα στον οποίο βρισκόταν και ο πατέρας του. Οι καταθέσεις στρατιωτών και συγγενών των αγνοουμένων έφεραν ξανά στο προσκήνιο τα γεγονότα της εισβολής, την αιχμαλωσία και την εξαφάνιση των έξι ανδρών, για τους οποίους οι οικογένειές τους ζητούσαν να μάθουν τι απέγιναν οι δικοί τους άνθρωποι. Ο Γεωργακόπουλος, κατά την απολογία του, προτίμησε τη σιωπή απέναντι σε όλα όσα του καταλογίζονταν, χωρίς να αποκαλύψει ούτε την τύχη των έξι αιχμαλώτων ούτε τον δικό του ρόλο στη μεθοδευμένη επίθεση κατά του Δομοκού. Έτσι, οι οικογένειες των αγνοουμένων έμειναν χωρίς απαντήσεις, ενώ κρίσιμα ερωτήματα, όπως το ενδεχόμενο εμπλοκής και άλλων προσώπων στην υπόθεση, δεν διαλευκάνθηκαν ποτέ. Η ακροαματική διαδικασία διήρκεσε τέσσερις ημέρες και ολοκληρώθηκε με την απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου: «Θάνατος και στρατιωτική καθαίρεση για λιποταξία».
Το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας, στις 28 Ιουλίου 1949, ο Χαράλαμπος Γεωργακόπουλος επέστρεψε στο Στρογγυλόκαστρο, όχι πλέον ως έφεδρος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και επικεφαλής του φυλακίου, αλλά ως καταδικασμένος λιποτάκτης, έχοντας αθετήσει τον όρκο του και προδώσει τη στολή που φορούσε. Λίγο αργότερα, τα πυρά του εκτελεστικού αποσπάσματος έβαλαν τέλος στη ζωή του, επισφραγίζοντας την τραγική κατάληξη της προδοσίας του. Πριν από την εκτέλεσή του, είχε εξεταστεί το ενδεχόμενο να ανοίξει ο ίδιος τον τάφο του και να ταφεί επί τόπου. Η σκέψη αυτή, όμως, εγκαταλείφθηκε, καθώς οι τοπικές αρχές έκριναν ότι η ταφή του στο συγκεκριμένο σημείο θα αποτελούσε προσβολή για την ιστορική σημασία του χώρου. Έτσι, μετά την εκτέλεσή του, η σορός του μεταφέρθηκε στο τοπικό κοιμητήριο του Δομοκού.
Σε ό,τι αφορά τους δύο στρατιώτες που συνεργάστηκαν με τον Γεωργακόπουλο στην επίθεση, κανείς τους δεν φαίνεται να λογοδότησε τελικά για τις πράξεις τους.
Ο Κωνσταντίνος Λευθεριώτης συνελήφθη αργότερα από τον Ελληνικό Στρατό και στις 23 Φεβρουαρίου 1950 καταδικάστηκε σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας (ΕΣΛ). Ωστόσο, η ποινή του έμεινε ανεκτέλεστη, αφού μετά τις 15 Φεβρουαρίου 1949, όταν έγινε και η τελευταία εκτέλεση, καμία θανατική καταδίκη δεν εκτελούνταν πλέον. Λίγο αργότερα, στις 16 Ιουνίου 1950, το ΕΣΛ καταργήθηκε.
Σε αντίθεση με τον Λευθεριώτη, τα ίχνη του Αργύρη Λαμπρόπουλου χάνονται, καθώς δεν φαίνεται να έχει καταγραφεί ούτε ως συλληφθείς ούτε ως καταδικασμένος. Αυτό δείχνει ότι είτε σκοτώθηκε σε κάποια μάχη με τον Ελληνικό Στρατό είτε διέφυγε, μετά τον Αύγουστο του 1949, σε χώρες του «παραπετάσματος».
Με αυτόν τον τρόπο έπεσε η αυλαία στην τραγική αυτή υπόθεση, που αποτέλεσε ένα ακόμη σκοτεινό κεφάλαιο της περιόδου της κομμουνιστικής ανταρσίας, αφήνοντας πίσω της βαρύ φόρο αίματος, ανθρώπινο πόνο και πληγές που ο χρόνος δεν στάθηκε ικανός να επουλώσει.
ΠΗΓΕΣ & ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
1. Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ).
2. Αριστείδης Β. Θεοχάρης: Στη Στερεά Ελλάδα με το Δημοκρατικό Στρατό 1945-1949.
3. Ηλίας Γεωργίου Μόκας: Δομοκός: Μια ματιά στις δεκαετίες '30 και '40 – Από αφηγήσεις, διηγήσεις και έρευνα.
4. Γεώργιος Μ. Τζουβάλας (Αντιστράτηγος ε.α.): Μνήμη Θυσιασθέντων υπέρ Πατρίδος, Τόμος Β΄, Εκδόσεις Πελασγός (Ιωάννης Χρ. Γιαννάκενας).
5. Εφημερίδα «Το Βήμα της Αιγιαλείας», θεματική ενότητα: Ιστορία, Περίοδος 1946-1949 (δημοσίευση: 22 Μαΐου 2020).
6. Προφορικές μαρτυρίες και τεκμήρια: Από τις οικογένειες και τους συγγενείς των αγνοουμένων.
7. Ιστορική έρευνα & συγγραφή: Δημήτριος Τ. Φαράντος.
Η ιστορική αφήγηση Α΄μέρος…
ΘΕΜΑ:
ΕΚΤΟΣ ΛΑΜΙΑΣ
