Header Ads

«ΑΓΑΠΑΤΕ ΤΑ…ΖΩΑ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


       Σκυλοβαριόταν,μπαίλντισε …μιρέλιασε στο καθισιό,στην αφραγκία και τη μιζέρια  ο Τεό,κατά το ελληνικόν Θεόδωρος Κακλέας από την Μέσα Μάνη  και έβαλε μπροστά το  …τσερβέλο του  να κατεβάσει ιδέες.

        Μέχρι Τρίτη Δημοτικού είχε πάει ο Θόδωρος,τι να κάνει,να κυνηγάει τσίχλες,   συκοφάους και δεκαοχτούρες στο χωριό;Αγρίμι πραγματικό,έφθασε τα 20, τον…  έσφιξαν και τα… γάλατα και είπε:

-Φεύγω.

     Στο χωριό ερημιά,μονάχα πέτρες και κάτι πύργοι μυστήριοι με πολεμίστρες μι  σογκρεμισμένοι και εγκαταλειμμένοι από την εποχή των Μαυρομιχαλαίων!.

     Τι να φάει,τι να πιεί,πώς να τη …βγάλει ο Θοδωρής;Ηταν και άντρας,στο χωριό ούτε… γάτα θηλυκιά ,που και πώς να…ξηγηθεί και να…πορευθεί;

      Είπε φεύγω και έφυγε.Παράτησε τα πετρόστρωτα και τα καλντερίμια και πάτη  σε ..άσφαλτο.Πότε από ‘δω ,πότε από ‘κει,κάποιες  μισοδουλειές του ποδαριού,   κάτι μικρομεροκάματα στην ξέρα-μπαλώματα δηλαδή-και ψιλοπορεύονταν.

      Εφτασε να πάει και στον στρατό,μία έτσι,μία αλλιώς,πουλώντας ..παραμύθι  στέκονταν τις νύχτες σαν πελεκάνος στο ένα πόδι με τις ώρες,τον έβλεπαν τα    άλλα φαντάρια (ρε σύ,αυτός έχει σαλέψει!).Ωσπου ξημέρωσε μια ημέρα,πλάκωσε στις …μπουνιές τον μάγειρα,πήρε το τρελλόχαρτο κι’από ‘δώ πάνε  οι άλλοι.

       Και κατέβηκε στο λιμάνι,γνώρισε και κάτι…καλά παιδιά,έκανε και κάποιους   κολλητούς,σαν τον Στράτο να’ούμε και η ζωή πότε …κατήφορη,πότε…ανήφορη.

       Τα πράγματα…σφιγμένα!.Και κάθονταν τώρα οι δυό τους σαν τους Χιώτες  με τον Στράτο κι’αγνάντευαν τα καράβια ,κάτω στο Παλατάκι,στον προλιμένα.               

–Στράτο αδερφέ μου.Ρε σύ να βρίσκονταν και καμιά δουλειά;                                 
-Ασε μας ρε Θόδωρα,πλάκα μου κάνεις;                                                                 
-Και γιατί ρε;.Οι άλλοι πως την βολεύουνε;Δεν μας έκανε μάνα εμάς; (Ολες οι μα  νάδες προσδοκούν ο γιός τους να βγεί…Αλαιν Ντελόν,μα τούτος…στράβωσε και  βγήκε…άλλα,αντ’άλων!.Βρε τι σου είναι η…ρουφιάνα η φύση;!).

       Είπανε κι’άλλα,βαρεθήκανε και την πέταξε την κουβέντα του ο Στράτος:

-Δουλειές είπες;Υπάρχουνε ρε δουλειές.Εδώ που καθόμαστε …μουχλιάσαμε  και θα μας…φτύξει η μύγα!.Δεν βλέπεις ρε που από την πείνα    καταντήσαμε ,ρε συ, σαν σκουράντζοι;

-Και τι να κάνω αδερφέ;

-Να ρε  κοίτα ,βλέπεις τη θάλασσα;

-Και λοιπόν;

-Να ρε,να μπαρκάρεις. Τόσοι και τόσοι μπαρκάρουνε.

     Το σκέπτονταν όλη νύκτα την κουβέντα του Στράτου ο Θόδωρας και…ντάλα πρωί-πρωί, πλατεία Καραισκάκη ,γραμμή στου Βεντούρη.

-Καλημέρα σας,λέγομαι έτσι κι’έτσι και ψάχνω για δουλειά.

-Μάλιστα.Αφήστε τα στοιχεία σας και θα σας ειδοποιήσουμε.

     Και τον ειδοποίησαν.

      Πρώτο μπάρκο σε φορτηγό,σε έναν…σκυλοπνίχτη,αλλά έκανε υπομονή μονο  λογώντας:

-Ρε μάγκα, «με κοντά κορδόνια στέκουν τα παπούτσια;».Όχι δεν στέκουν.Ας αράξω τώρα εδώ προσωρινά κι΄όλο και κάτι καλλίτερο θα βρώ.

       Πολλά άλλα μπάρκα,μέχρι που βρέθηκε στη Μασσαλία.Είχε ακουστά για τα..  ωραία και τα…πονηρά της πόλης είπε μέσα του (τι θέλω,τι γυρεύω εγώ στα σα   πιοκάραβα,θα με φάει δηλαδή η…λαμαρινίλα;) και την κοπάνησε.

       Είχε…καβαντζώσει και κάτι φράγκα (τότε τα βαπόρια πλήρωναν,σήμερα δεν   πληρώνουν!) και άρχισε τα…σουλάτσα και το …ψαξιμο.Ξηγιότανε τις βόλτες του,   κανένα  πιοτό,κάτι…άλλα πιοτά…περίεργα,κάτι ξενύχτια…χαζά,αηδίες,μέχρι  που  γνώρισε την Μαρί.

     Σε ένα μπάρ δούλευε η Μαρί (Μαρία ήταν το όνομά της,αλλά οι Γάλλοι,βαριού  νται να γράφουν μακρόσυρτα τα ονόματα,τα…κόβουν,τα τονίζουν στη λήγουσα και …καθαρίζουν!).

      Λαθραίος για δυό χρόνια στη Μασσαλία,τακίμιασε με την Μαρί,όσα εκείνη έβγαζε τά’τρωγαν μαζί.Καψούρα η Μαρί με τον Θόδωρο.

-Είσαι όλη η  ζωή μου Τεό!.(Τεό τον έλεγε και τού’μεινε.Ακου ..ξεφτίλα ένας Θό  δωρος και μάλιστα από την Μέσα Μάνη και να τον φωνάζουνε Τεό;).

       Πέρασε λίγος καιρός,βαρέθηκε ο Θοδωρής,είπε μια ημέρα στην Μαρί,πάω  για τσιγάρα και βρέθηκε στον Πειραιά.

       Αραχτός τώρα στο «Blue Café”» στη Φρεαττύδα,έπινε το..στρέντο του και   αναπολούσε.(Ετσι είναι ο Ελληνας.Μιά βόλτα να κάνει στο εξωτερικό και του… φτάνει από τον «βαρύ και όχι» να το ρίξει στα..στρέντα ,τα …φρέντα! και τα… καπουτσίνα!.(Οχι παίζουμε!.Τί είμαστε δηλαδή; Απολειφάδια είμαστε;).

       Στο διπλανό τραπέζι κάποιες κυρίες με κάτι μικροσκοπικά σκυλάκια απ’αυτά που γαυγίζουν συνέχεια,κάνουν τον…παλληκαρά,σου δαγκώνουν τα παντζάκια ,  γαυγίζουν  συνέχεια ,στη …βαράνε,σε εκνευρίζουν ,σε τρελλάίνουν κι’ας είναι μια …σταλιά σαν …μιμίδια!.

       Και κουβέντα στην κουβέντα γνωρίστηκε καλά-πολύ καλά  με τις κυρίες ο Θοδωρής,έμαθε τα πάντα για τα κανίς,τα γκριφόν,τα πεκινουά,μυστικά-πολλά μυστικά ,για τα γούστα ,τα περίεργα και άλλες…σκυλοσυνήθειές τους.

 Γνώριζε κι’από παλιότερα ένα φιλαράκι του τον Αντώνη που είχε ένα  Pet Shop  στη Γλυφάδα,κατάστημα με ταμπέλα και από κάτω μια τεράστια φωτεινή επιγρα  φή: «Αγαπάτε τα ζώα!».

       Και έπαιρνε απ’αυτόν ο Θοδωρής κάτι μυστήρια μπισκότα (γι’αυτά τα σκυλιά  …τρελλάινονται),πήγαινε-παραφύλαγε σε κάτι σπίτια  ευκατάστατων,έπαιζαν στο  γκαζόν κάτι μικροσκοπικά πανέμορφα σκυλάκια,σαλτάριζε στη μάντρα,τους έδινε τα μπισκότα,τα…γλύκαινε,τα..σίμωνε κι’ εκεί τα άρπαζε κι’από ‘δώ πάνε οι άλλοι.

       Και έλεγε ο Αντώνης:

-Πού ήσουνα ρε αδερφέ,χρόνια και ζαμάνια,που νταραβερίζεσαι,με τι ασχολείσαι

τώρα;

-Να,έχω ένα εκτροφείο σκύλων ράτσας στο Κορωπί.

-Καλά σκυλιά ρε;

-Καλά,τα καλλίτερα!

-Να μου φέρνεις ρε φίλε.

-Θα σου φέρνω

     Και του έφερνε σκυλιά ο Θοδωρής του Αντώνη κi’.εκείνος  τα είχε έκθεση,μό

στρα στην  βιτρίνα του pet-shop και τα πούλαγε.

     Είχε βρεί τη φόρμουλα ο Θόδωρας ,κονόμαγε και η δουλειά πήγαινε πρίμα.

     Σπάει τώρα το ποδάρι του ο διάολος και ένα πρωινό Σαββάτου μπαίνει στο μαγαζί του Αντώνη ένα ζευγάρι.

-Καλημέρα σας.

-Καλημέρα σας.

-Ενδιαφερόμαστε για ένα κανίς,γιατί το δικό μας χάθηκε πριν λίγες ημέρες.Εχετε;

-Πως δεν έχω ,δεν βλέπετε;

       Κοιτάει τώρα το ζευγάρι στην βιτρίνα και ξεχωρίζουνε ένα πανέμορφο παιχνι  διάρικο κανίς.

-Πολύ ωραίο,μπορούμε να το δούμε αυτό;

-Και βέβαια,μπορείτε.

       Παίρνουν το σκυλάκι στα χέρια τους,ζωρό,χαρούμενο και λέει η κυρία:

-Καλέ,αυτός είναι ίδιος ο Μπούμπης μας!.

       Το ψαύει –ψάχνει πίσω από το αυτί  και βλέπει το τσίπ.Το μαρκάρει στο κινητό και…τρελλαίνεται.Στη φωτογραφία ολόιδιος κι’απαράλλαχτος ο Μπού  μπης.Και όνομα και τηλέφωνο και στοιχεία κατόχου κ.λ.π.

       Ετυχε-λέω ,έτυχε,να είναι τώρα στο ΣΔΟΕ ο άντρας της και ρωτά τον Αντώ νη:

-Ωραία σκυλιά,είναι υγιή,έχετε παραστατικά,από πού τα παίρνετε;

-Να,από ένα φίλο που έχει εκτροφείο στο Κορωπί,εκεί κι’εκεί,έτσι κι’έτσι.

      Βαράει τώρα το κουδούνι η Πρόεδρος και λέει:Αρχή ακροαματικής διαδι  κασίας.Ουρλιάζει παραδίπλα από το ακροατήριο μια κυρία του φιλοζωικού:

-Οι κλέφτες,οι απατεώνες,οι αλήτες που δεν ντρέπονται να παζαρεύουν τα   σκυλάκια,τις ψυχούλες!.

     Και λέει η πρόεδρος:

-Εις τον κ.Θεόδωρον Κακλέα 3ετής φυλάκισις και πρόστιμον 20.000 ευρώ  επί κλοπή και παράνομον εμπορία ζώων.Εις τον κ.Αντώνιον Βάκην φυλάκισις 2   ετών επί κλεπταποδοχή.

        Πισωκάγγελος τώρα ο Θόδωρος,θυμάται ,πότε το χωριό,πότε την Μαρί και  πότε το μαγαζί του Αντώνη  στη Γλυφάδα.Και δεν λέει να φύγει ο νούς του  από    εκείνη τη…ρημάδα την επιγραφή κάτω από την ταμπέλα που έγραφε: «Αγαπάτε  τα ζώα!». �� ��

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.