Header Ads

«ΤΟ…ΤΣΑΛΑΦΟΥΤΙ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


     Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Χρυσό κριάρια.Κάθε τόπος έχει τα δικά του.Εκειδά στο Βόιο κοντά Κοζάνη μεριά φτιάχνουν  το «Ανεβατό»,στα Χανιά το «Πηχτόγαλο»,στη Σητεία το «Σίγαλα»,στη Μυτιλήνη το «Λαδοτύρι», στην Ανδρο την «Αρμεξιά» και τη «Γαλατιά», και στον Δομοκό το «Κατίκι».Ψηλά στα Αγραφα, άκρη του κόσμου,περιμένουν να έρθει ο Αύγουστος ν’αρμέξουν τα πρόβατα και να φτιάξουν Τσαλαφούτι.(Παρακαλώ μόνο από αιγοπρόβειο Αυγουστιάτικο γάλα-έτσι λέει η συνταγή!).Τι είναι όμως το τσαλαφούτι; Γαλακτοκομικό προιόν με γλειώδη, κρεμώδη ,όξινη γεύση ,αλειφώδες και πεντανόστιμο είναι το  τσαλαφούτι.

   Απ’το μασγάλι έβλεπε τον κόσμο ο Δημητράκης ο Μπακογιώργος ο κατά υποκοριστικόν …Τσόνιας.Αγραφα.Στο χωριό σκληρός ο τόπος,μαύρος-κατάμαυρος .Σαράντα οικογένειες,οι 39 τσοπαναραίοι.Αγρίμι ο Δημητράκης,όλη μέρα στο βουνό,στη στρούγκα με τα στέρφα και τα γαλάρια,τις αρμεξιές,τα λεβέτια με ίσκιο κάτι πυτιές αρνίσιες κρεμασμένες να στεγνώσουν.Ετρωγε το πισκίρι,τη μαμαλίγκα,καμιά κούτλα ξυνόγαλο,άιντε και καμιά γαλατόπιτα που του’στελνε η μάνα του τυλιγμένη σ’εκείνη την περιβόητη πετσέτα την καρώ και φοβόταν το γέρο του,τον έτρεμε.

   Κι έλεγε ο γέρος του:

-Ωρέ τι θα κάμου μι τούτου του πιδί;Τζαναμπέτς και διάουλους αντάμα.Δεν ακούει,δεν  σιώνει,δεν στεριώνει,δε στέκετι π’θινά.

   Και πορεύονταν ο Δημητράκης,πέρναγε ο καιρός ,έπαιρνε τις προσταγές απ’τον πατέρα του «μην τλμήισ’ς και κάνς’σακάτ κατά του σπίτ’ στου χουριό θα σ’αφαλουκόψου».Το νούσ’ στου γάλα,να πήιζ’ς του τυρί να φκιάν’ς βουστίνα και τσαλαφούτ’ να φιλέψουμι κι κανένα διιυθυντή στον Καρδίτσα.Ακούς ουρέ ζουντόβουλου;

-Ακούω ρε πατέρα.

 Και ζορίζονταν,αλλά πειθαρχούσε ο Δημητράκης ,15 χρονών πιά  ,άραζε τη νύχτα σε μια δραγασιά-κονάκι,είχε  για φύλαξη και  συντροφιά και τρία ζόρικα τσοπανόσκυλα ,νύχτωνε,ξημέρωνε ,άρπαζε και μια σφεντόνα φτιαγμένη από ξύρο κουτσουπιάς με λάστιχα και πίσω πετσί ξεγυρισμένο  και πλακώνονταν όλη την ημέρα ,όπου πατούσε κι’όπου βρίσκονταν ,να κυνηγάει πουλιά,ιδιαίτερα  σπούργιτους.Το σπουργίτι εκεί το λένε τσόνι.Τό’ξερε αυτό το χωριό.Από ‘κεί του βγήκε και το παράνομα:Δημητράκης ο… Τσόνιας.

  Παραδοσιακά  η στρούγκα των τσελιγκάδων είναι ένα μικρό τυροκομείο.Κι’ο μικρός έπηζε το τυρί,έβγαζε το ανθοτύρι, το ξυνόγαλα ,το βοστίνα,τη μυζήθρα ,αλλά εκεί που ήταν σπουδαίος ,ήταν στο τσαλαφούτι.Δεξιοτέχνης ,χέρια και συνταγή μαγική,πραγματικός μάστορας.

    Εφθασε τα 19 ο Μήτσος,κατέβηκε στο χωριό  και για πρώτη φορά στην Καρδίσα και στα Φάρσαλα.Χάζευε από,δώ ,χάζευε από κεί,κάτι χαλβάδες ,κατι ξερολούκουμα,κάτι στραγαλάδικα,αλλά και κορίτσια-πολλά κορίτσια.Αλλος κόσμος.

  Σε φάση νιρβάνας οι στρατολόγοι,δεν έδωσαν και μεγάλη σημασία,απλά είδαν κάποια κενά,τράβηξαν μια γραμμή και έγραψαν : Δημήτριος Μπακογιώργος του Χρήστου,οφείλει να παρουσιαστεί εις την   111 Πτέρυγα Μάχης εις Αγχίαλον Μαγνησίας.Εφθασε το χαρτί κι’ο Δημητράκης του…βουνού από βοσκός,αεροπόρος.Σοφή …επιλογή και…τρία πουλάκια κάθονταν!.(Ε ρε τι πλάκα φορές-φορές αυτή η πολιτεία! Με τις επιλογές της ).

  Πέρασαν κάτι μέρες ,ήρθε η στιγμή να φύγει για κατάταξη ο Δημητράκης,εκλαψε στην αυλόπορτα η μάνα του ,τον σταύρωσε τρείς φορές,ήρθε κι’ο πατέρας του.

- «Αντε ρε ήρθε η στιγμή να γίνεις άντρας!.Αει στο καλό και νάχεις το νού σου!».

   Και έσκασε στη σμηναρχία ο Δημητράκης ,σμηνίτης υπερήφανος εις την υπηρεσία της μητρός πατρίδος.

   Ηταν Κυριακή,σχόλη,ντάλα ο ήλιος ,είχε αράξει κάτω από ένα υπόστεγο να γλυτώσει την κάψα  και κάτι μασουλούσε,όταν τον πλησίασε ένας συνάδελφος.

-Μέρα μεσημέρι,τι είναι αυτό που τρώς;Βούτυρο με ψωμί τρώς ρε φιλαράκι;

-Όχι ρε συνάδελφε,δεν είναι βούτυρο,τσαλαφούτι είναι.Το φτιάχνουμε στο χωριό και είναι νοστιμότατο,θέλεις λίγο;

-Ξέρω εγώ;Αντε δώσε μου λίγο να δώ.Αλλά να σου συστηθώ: Γιώργης Γκλιτσάνης από την Ελασσόνα.

-Δημήτρης Μπακογιώργος από τα’Αγραφα.Στο χωριό με λένε και…Τσόνια,γιατί δεν άφηνα σπουργίτι για σπουργίτι,τα κυνηγούσα,τα είχα εξαφανίσει.Εκεί το σπουργίτι το λένε  τσόνι.Ρε σύ είμαστε και κοντοπατριώτες.Ακου απ’την Ελασσόνα;Δεν μας τά’πες αυτά.Αντε πάρε τώρα μισή φέτα να κολατσίσεις και να μου πείς τα υπόλοιπα.

   Και δάγκωσε δυό μπουκιές ο Γιώργης και τρελλάθηκε.

-Ρε σύ ,πα..πα..πα…τι πράμα είναι αυτό, τι νόστιμο,θεικό ρε είναι .Δεν έχω ξαναφάει.Αυτό ρε είναι το τσαλαφούτι που λένε;

-Αυτό.Και να ξέρεις στο χωριό μόνο εγώ έφτιαχνα το καλλίτερο γιατί είχαμε κοπάδι πρόβατα,γίδες και κατσίκια.

-Μπράβο ρε μάγκα ,τι μου λές;

    Κολλητά φιλαράκια έγιναν ο Μήτσος με τον Γιώργη κι’όταν έπαιρναν εξόδου,τράβαγαν τις βόλτες ,τα σουλάτσα τους,πήγαιναν συχνά και στα…κορίτσια να ξεχαρμανιάσουν ,έτρωγαν χαλβά και σάμαλι,γέλαγαν με το μαλλί της γριάς,περνούσε ο καιρός,ώσπου λίγες μέρες πριν απολυθούν εστρωσαν συζήτηση.Και είπε ο Γιώργης:

-Αδελφέ σε λίγες μέρες απολυόμαστε.Τί κάνουμε; Τι θα κάνουμε; Σκέφτεσαι κάτι;

-Ξέρω ‘γω ρε φίλε ,εγώ μόνο από τυροκομικά ξέρω,σκέφτομαι να κατέβω στην Αθήνα ,να πιάσω καμμιά σχετική δουλειά, να κάνω σερμαγιά μπάς και πιο ύστερα,αργότερα ,ανοίξω και καμιά δική μου δουλειά και στεριώσω.

-Μέσα ρε,εγώ μαζί σου.Δεν ξέρω βέβαια τη δουλειά ,αλλά φού την ξέρεις εσύ φθάνει.Να συνεννοηθούμε ν’ανοίξουμε μαγαζί με τυροκομικά ρε που έχουν πέραση.Λεφτά χρειάζονται ελάχιστα.Θα τα γυρέψω απ’το γέρο μου και ,είμαι βέβαιος,θα μου τα δώσει.

    Εφθασε και η μέρα του απολυτήριου,κατέβηκαν οι δυό τους ,αργιάνισαν τον Περαία και βρήκαν ένα γωνιακό μικρομάγαζο.Εστησαν ένα ψυγείο και το γέμισαν με τυροκομικά ,από ένα συγγενή ,θείο του Δημήτρη ,μεγαλέμπορο.

-Μη σε νοιάζει ανηψιέ,πάρε ότι θέλεις,τα λεφτά θα μου τα δίνεις σιγά σιγά μέχρι να στεριώσεις.Αντε και καλές δουλειές.Εδώ είμαι εγώ.

Και έγραφε η ταμπέλλα στο μαγαζί: «ΑΓΡΑΦΑ-ΕΛΑΣΣΟΝΑ-ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΤΥΡΟΚΟΜΙΑ».

-Και περνούσαν ημέρες ,στην αρχή δέκα πελάτες,ύστερα 20 κι’ύστερα …δώσε κι’εμένα μπάρμπα!.Κόσμος πολύς,πελατεία στο φούλ .Και έλεγαν κάτι κυρίες:

-Μα τι φέτα πιπεράτη και νόστιμη  και τι κασσέρι είναι αυτό που έχετε κύριε Δημήτρη; Αμ εκείνη η γραβιέρα σας,γλύκισμα.(Πού να’ξερε ότι τα περισσότερα ήταν διαλογής!).

 Στην τρελλή χαρά τα φιλαράκια,ρεφάρησαν και επέστερεψαν τα χρωστούμενα στον μπάρμπα του Δημήτρη,αλλά και τον πατέρα του Γιάννη σήκωσαν περηφάνεια και μπόι,στην αγορά χρωστούμενα μηδέν,αλλά ο μπεζαχτάς τους…γκαστρωμένος,τίγκα στο χαρτί.

-Ωσπου ο Δημήτρης όταν είχε καιρό,γουστάριζε και έφτιαχνε από καιρού εις καιρόν και τσαλαφούτι που το χάριζε στους πελάτες.

  Όλα πρίμα ,έκοψαν και από κανα –δυύ κουστούμια τα φιλαράκια ,επιασαν από μια κάμαρα,άρχισαν να βγαίνουν ,ήδη ο Γιώργης είχε τακιμιάσει και με μια πιτσιρίκα απ’τα Πετράλωνα και πέρναγε φίνα.Ο Δημητράκης όμως;

   Είναι τώρα απόγευμα και μπαίνει στο μαγαζί μια πελάτισσα.

-Κύριε Δημήτρη ,τι νόστιμα και αγνά τα τυροκομικά σας;

-Ισα με 25-28 η μικρή,τη βλέπει ο Μήτσος και αρχίζει η καρδιάτου να παίζει από κιθάρα μέχρι… ταμπούρλο.

--Μα κυρία Αννούλα ,σας είπα είναι όλα παραδοσιακά κα γνήσια,αλλά περιμένετε να σας δώσω να δοκιμάσετε και κάτι ιδιαίτερο που το φτιάχνω εγώ με τα χέρια μου,μόνος μου.Είμαι σίγουρος,δεν έχετε ξαναφάει τέτοιο τυροκομικό.

   Και πήρε μιά φέτα ψωμί,την άλειψε με τσαλαφούτι και της την έδωσε.

--Κύριε Δημήτρη ,τι νοστιμιά είναι αυτή;Τι φτιάχνετε ,μάγος είστε;

   Δεν ήταν μάγος ο Μήτσος,άντρας ήταν.

--Να έρχεσθε όποτε γουστάρετε να σας δίνω απ’αυτό το τσαλαφούτι,άλλωστε η νοστιμιά του σας ταιριάζει.Είστε κι’εσείς νόστιμή,πολύ νοστιμη.

    Γουστάριζε,πως δεν γουστάριζε η Ανούλα.Και τον Μήτσο ,αλλά σκέφτονταν με τόση πελατεία τι χαρτί θα είχε στον αναφακά του,στην απομέσα.

   Και μέρα ,παρα μέρα ,ολοένα ,πάρτην στο μαγαζί και πάλι στη φέτα με το τσαλαφούτι.Μιά,δυό,τρείς φορές και την είπε ο Μήτσος την κουβέντα:

-Τώρα που γνωριστήκαμε ,τι θα λέγατε να σας κεράσω παραόξω μια παστούλα ,μια μπυρίτσα,ό,τι τέλος πάντων τραβάει η όρεξή σας .

-Αμί,γιατί όχι.Οποτε θέλετε.

     Και βγήκαν παραόξω,μια δυό,τρείς και έδεσε το γλυκό.Μπόσικος,βλαχάκος  και άμαθος από γυναίκες ο Μητσάρας,η παστούλα έγινε φουστανάκι,έγινε κομπινεζά και τα υπόλοιπα και ό,τι γουστάριζε το Αννάκι.Πανευτυχής ο Δημητράκης, της τά ριχνε για το ηλεκτρικό,για το νοίκι,για κομμωτήρια και άλλα τινά γυναικείας περιποίησης ,αλλά και σε ρευστό ,διότι με τέτοια ανεργία που να βρεί δουλειά η Αννα που ήταν κορίτσι μόνο του και απροστάτευτο.Το άρμεγμα κανονικό.

   Και έγερνε παθιάρικα στον ώμο του η Ανούλα.

-Μίμη μου εγώ έξω απ’τον αδερφό μου μόνο εσένα έχω να βασίζομαι και να αγαπώ και να το ξέρεις.

   Πέρασαν δυό τρείς μήνες.Κυριακή μεσημέρι στου Αρτέμη,με τον Γιάννη στα τσίπουρα,όταν μπαίνει ένα ζευγάρι.αγκαλιασμένο,στα φιλιά και στα χάδια.Το βλέπει ο Δημήτρης και τού’ρχεται μπούρμουλας..ντουβρουντζάς.Ρε σύ, η Αννα,η Αννούλα με…τζέ.Υπολογίζει τον άλλο σαν μισή μερίδα ,του τραβάει δυό κατραπακιές ,πάρτον κάτω .Πιάνει την άλλη από το μαλλί την τραβάει όξω απ το μαγαζί την  πλακώνει σε κάτι σφάλιαρους που είδε τον ουρανό σφοντύλι.

-Μωρή τσούλα μωρή βρωμιάρα,εγώ σε ντύνω,σε ταίζω και σε ποτίζω κι’εσύ μου πουλάς αγάπες και μπαλαμούτι;Φύγε εξαφανίσου μωρή σκρόφα και να μην σε ξαναδώ στα μάτια μου.Τσακίσου.

 Τρόμαξε να του ξεφύγει η Αννα, πήρε δρόμο και χάθηκε.

  Την άλλη μέρα στο μαγαζί ,μούρντζουφλος,σκυφτός και γιομάτος τσαντίλα ο Δημητράκης,όταν μπαίνει η κυρία Ευτέρπη,μια πελάτισσα ευπρεπής και σεβαστή.

-Κύριε Δημήτρη,ένα κιλό φέτα ,μισό κιλό κεφαλογραβιέρα και ,σας παρακαλώ,δώστε μου και λίγο από έκείνο,πως το λέτε,το τσαλαφούτι ,που πολύ του αρέσει του ανδρός μου;

-Κυρία Ευτέρπη να η φέτα ,να η κεφαλογραβιέρα.Οσο για τσαλαφούτι τέλος.Το μαγαζί δεν ξανάχει.Τσαλαφούτι δεν ξαναφτιάχνω.Την ξέχασα τη συνταγή.Δεν ξαναφτιάχνω ποτέ.Ακούσατε; Ποτέ.

«ΤΟ…ΤΣΑΛΑΦΟΥΤΙ…!»

Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.