Αληθινές ιστορίες


«Τούτου π’ κ’νάου να το ψήσου να του φάου…»
[Αληθινές ιστορίες]
Του Ιωάννη Βράχα
Τα περασμένα χρόνια, η ζωοκλοπή στην Ευρυτανία ήταν στις δόξες της. Όσοι μπορούσαν, κλέβανε. Παρακολου­θούσαν ποιο ήταν το καλύτερο σφαχτό στο κοπάδι, και στην κατάλληλη στιγμή, το άρπαξαν.
—Το κλεμμένο είναι νοστιμότερο, έ­λεγαν.
Το μέρος που ψήνανε τα κλεμμένα, ήταν βαθιές λαγκαδιές ή σπηλιές. Δεν έπρεπε με το ψήσιμο να δώσουν στόχο. Μα  κι  αν  καμιά  φορά πιάνανε  κανέναν, αυτό δεν ήταν ντροπή. Πολλές φο­ρές, σαν περνούσε αρκετός χρόνος, τα μαρτυρούσαν κι οι ίδιοι στην αυλή της εκκλησίας υστέρα από την λειτουργία, και γελούσαν. Κι οι γεροντότεροι, κεί­νοι που δεν μπορούσαν πια να κλέψουν, το είχαν μεγάλη χαρά να λένε ιστορίες τους για κλεψιές.
Το Κράτος λάβαινε αυστηρά μέτρα για την πάταξη της ζωοκλοπής. Χρονιά με τη χρονιά, το κακό λιγόστευε. Μερι­κοί όμως ασίκηδες ζωοκλέφτες, μείνανε. Αυτοί ήταν πανέξυπνοι. Ήξεραν και να κλέψουν και να φυλαχτούν. Σ' ένα χω­ριό —ας μην ειπούμε τα’ όνομά του— έκαναν μεγάλες επιχειρήσεις οι ζωοκλέφτες. Κλέβανε ως κι άλογα από τη Θεσ­σαλία και τα πουλάγανε στο Αγρίνιο και στα Γιάννινα και στο Μοριά. Για να μην τους πιάσουν, τα καλιγώνανε α­νάποδα. Έτσι παραπλανούσαν τις Αρχές.
Σε κείνα τα παλιά ευλογημένα χρό­νια που οι άγιοι κλέφτες —τι, δεν είναι άγιοι μπροστά στους σημερινούς πού κλέβουν με την πέννα τα εκατομμύρια, που βάνουν αντί φάρμακο νερό, και πό­σοι άλλοι τρόποι;— διαλέγανε τις στέρ­φες που γυάλιζε η τρίχα τους για το σουφλί, έκλεψε και στο χωριό μου ένας, μακαρίτης τώρα, μια βετούλα από γει­τονικό χωριό. Αυτός που την είχε, χά­λασε  τον  κόσμο να πιάσει τον κλέφτη.
    Το απόσπασμα ήταν ό φόβος κι ο τρόμος των ζωοκλεφτών. Φρόντιζαν με το καλό και με το ξύλο να βρουν τον κλέφτη κι άμα τον εύρισκαν, αλίμονο του. Καλύτερα να ‘πεφτες στα χέρια Τούρκου, παρά αποσπασματάρχη.

Ήρθε λοιπόν το απόσπασμα και στο χωριό μας, έκτακτα, χωρίς να το περιμένει κανένας. Οι στρατιώτες ζώσανε το χωριό κι ο καπετάνιος χτύπησε την καμ­πάνα. Κανένας δεν έπρεπε να φύγει απ' το χωριό.   Θα  κάνανε  έρευνα.
Η βετούλα ήταν κρεμασμένη στο κα­τώγι του Μπαρμπαθανάση. Μόνο τα κεφαλόποδα και τα μεσαρκά είχανε φάει. Ο Μπαρμπαθανάσης έλειπε στο κοπάδι του. Η θεια Θανάσαινα ήταν σπίτι. Τι συμφορά! Μόλις θα έμπαινε στρατιώ­της στο σπίτι, θα την εύρισκε. Και πού να την κρύψει; Παντού θα ψάχνανε. Δεν είχε γλυτωμό.
Η θεια Θανάσαινα όμως δεν τα ‘χασε. Σκέφτηκε, λίγο κι αμέσως σηκώθηκε. Άρπαξε την κρεμασμένη βετούλα, την τύλιξε μ' ένα σεντόνι, απ' έξω απ' το σεντόνι μ' ένα χράμι, της έδωσε ένα σχήμα μωρού και μετά με τη φασκιά (λεπτή τραγίσια τριχιά) την έδεσε ό­πως  φασκιώνουν  το  μωρό.

Το φασκιωμένο δέμα το έβαλε στη σαρμανίτσα, το σκέπασε με το σπάργα­νο κι ύστερα πήρε το σκαμνάκι της, κάθισε κοντά κι άρχισε να κουνάει και να τραγουδάει, σαν να μη συνέβαινε τί­ποτε:

Νάνι τον παιδάκι μ' νάνι
για ν' αξίν' να πάει στη στάνη,
χίλια πρόβατα να φκιάσει,
μένανε νά ξαποστάσει!
Ω!…   ω!...   ω!...   

Μπήκε κι' ο αποσπασματάρχης με τους στρατιώτες. Σαν είδαν τη γυναίκα να κουνάει το... μωρό, δεν αγρίεψαν.
—Θα κάνουμε έρευνα, είπαν. Κλέψανε απ' το γειτονικό χωριό μια βετούλα. Έχουν υποψία οι χωριανοί πως το σφα­χτό είναι δω. Ο άντρας σου κλέφτει.
—Ημείς, έχουμι δ'κά μας, καπιτάνιου μ'. Πουτέ κλιμένου δεν εβάλαμι στου στόμα μας. Να ψάξτι, να ψάξτι ουλούθι. Ημείς είμαστι άνθρωπ' τ' Θιού. Γλέπσ' που τουν έχου; (κι' έδειξε την εικόνα). Κι του καντ'λάκι νύχτα μέρα αναμένου. Ω!…   ω!...   ω!...
Και κουνούσε.
Ο αποσπασματάρχης ψάχνει, αλλά δε βρίσκει τίποτα. Έχει όμως πληροφο­ρίες ότι τη βετούλα την πήρε ο Μπαρμπαθανάσης. Γι' αυτό δε φεύγει.
—Στον άντρα σου έρριξε το μαντήλι το χωριό. Άλλος απ' αυτόν δεν την πήρε, μου λένε. Πρέπει να μας πεις που την κρύβετε! Φωνάζει κι' απειλεί ο αποσπασματάρχης.
—Καπιτάνιου μ', ούλα είνι ψέματα. Σαν έχουμι πέντι μαρτίνια παραπάν' μας φθουνάει του χωριό. Σ' ουρκίζουμι σι τουτουϊά π' κ'νάου, αν ιγώ παντέχου τίπουτα απ' αυτά π' μι κατηγουράνι να του ψήσου να του φάου.
—Στο παιδί σου ορκίζεσαι;
—Στου πιδί μ'. Σ' αυτό π' κ'νάου. Σι τι άλλου να σ' ουρκιστώ:
Το θάρρος της θειας Θανάσαινας, η πειστικότητα, η αφέλεια της, έκαναν τον αποσπασματάρχη να πιστέψει πως κά­ποιος άλλος είχε κλέψει τη βετούλα. Χαιρέτησε κι έφυγε.
Ως το βράδυ, έφυγε το απόσπασμα κι από το χωριό.
Σαν άρμεξε το κοπάδι του, κατέβηκε κι ο Μπαρμπαθανάσης. Στο δρόμο τα έμαθε όλα. Παραξενεύτηκε πως δεν βρήκανε το σφαχτό στο σπίτι του οι στρατιώτες. Κι όλο έτρεχε να φτάσει σπίτι του γρήγορα, να μάθει τα καθέ­καστα.
'Ηρθε. Η γυναίκα του τού τα είπε όλα, με το νι και με το σίγμα.
—Μπράβο σου, γυναικούλα μου, μπρά­βο σου! της είπε και τη φίλησε. Να μου ζήσεις! Μ' έσωσες με την εξυπνάδα σου. Αν βρίσκανε το σφαχτό, θα με λιώνανε στο ξύλο...
Ύστερα έβαλε τη βετούλα στο σουφλί, την ψήσανε, φάγανε, και... ούτε τον  όρκο  τους  πατήσανε!...
Πηγή: «Στερεά Ελλάς»
Επιμέλεια-Παρουσίαση: Τάκης Ευθυμίου


from Φθιωτικός Τυμφρηστός http://bit.ly/2MSKgQY
via IFTTT
Από το Blogger.