ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ (1876-1935)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΡΤΣΟΣ | Η μελέτη των δημοσίων οικονομικών συγκαταλέγεται μεταξύ των γνωστικών αντικειμένων, η επικαιρότητα των οποίων παραμένει διαρκώς έντονη. Ειδικά ο ρόλος τον οποίο οφείλει να διαδραματίζει το κράτος με στόχο τον επηρεασμό της οικονομικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια των διαφόρων φάσεων του οικονομικού κύκλου, αποτελεί, ως γνωστόν, σημείο έντονης αντιπαράθεσης ανάμεσα στις διάφορες σχολές οικονομικής σκέψης. Η αντιπαράθεση αυτή έχει προσλάβει σημαντικές διαστάσεις και εμφανίζεται στις ημέρες μας κυρίως με τη μορφή του διλήμματος κατά πόσο είναι ικανή η δημοσιονομική πολιτική να .συμβάλλει στην ανάπτυξη μιας Οικονομίας ή μήπως είναι προτιμότερη η χρήση της νομισματικής πολιτικής για τον βραχυχρόνιο ή μακροχρόνιο επηρεασμό της προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα δεν είναι απαλλαγμένη από ιδεολογική φόρτιση. Όσοι μελετητές ασπάζονται την κλασική οικονομική σκέψη, με την παραδοσιακή ή κάτω από τη σύγχρονη έκφανση της, βρίσκονται πλησιέστερα στο πρότυπο της φιλελεύθερης λειτουργίας της Οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, οι οικονομολόγοι που τάσσονται υπέρ των θέσεων της κεϋνσιανής παραδόξως σχετικά με την αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής πολιτικής θεωρούν απαραίτητη την παρέμβαση του κράτους λόγω της αδυναμίας της Οικονομίας της αγοράς να εξασφαλίζει το επιδιωκόμενο επίπεδο εισοδήματος και απασχόλησης βάσει των κατευθύνσεων που υποδεικνύει «το αόρατο χέρι» της. Η διάσταση αυτής της αντιπαλότητας στην προσέγγιση της μελέτης των δημοσιοοικονομικών έχει βοηθήσει, πάντως, ιδιαίτερα στον εντοπισμό των ορίων της συμβολής της αύξησης των δημοσίων δαπανών του και έχει επίσης καταδείξει τη σχετική σημασία που έχουν οι εναλλακτικοί τρόποι χρηματοδότησης αυτών των δαπανών. Η ρεαλιστική εκλεκτική προσέγγιση την οποία κατά βάση ακολουθούν οι κυβερνήσεις στην πλειοψηφία τόσο των οικονομικά αναπτυγμένων όσο πλέον και των αναπτυσσομένων κρατών, που δεν ασπάζονται τη μαρξιστική ιδεολογία, σχετικοποιεί τη σπουδαιότητα των ακραίων, ιδεολογικά φορτισμένων λύσεων και επιδιώκει τη χρησιμοποίηση όλων των διαθέσιμων μέσων οικονομικής πολιτικής, ώστε να εξασφαλίζεται η διαρκής αύξηση του εισοδήματος με όσο το δυνατό χαμηλότερη αύξηση του ρυθμού μεταβολής του γενικού επιπέδου των τιμών. Σε μία εποχή κατά την οποία δεν είχαν ακόμα αποκρυσταλλωθεί οι διάφορες τάσεις σχετικά με το ρόλο του κράτους στην Οικονομία και ενώ σε θεωρητικό επίπεδο η κλασική οικονομική σκέψη δεν επιδεχόταν ιδιαίτερη αμφισβήτηση σε ό,τι αφορά τις συνταγές οικονομικής πολιτικής που πρόσφερε, η διδασκαλία της αναγκαιότητας μελέτης των οικονομικών φαινομένων με έμφαση στην ανατροφοδότηση των πορισμάτων της θεωρίας από την πραγματικότητα των αποδόσεων της Οικονομίας, αποτελούσε ίσως καινοτομία. Και όσοι το τολμούσαν σίγουρα θα είχαν να αντιμετωπίζουν την υποψία περί αιρετικής προσεγγίσεως. Η συμβολή του Ανδρέα Ανδρεάδη στη διαμόρφωση της επιστημονικής καλλιέργειας των φοιτητών της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο οποίο δίδαξε από το 1902 έως το 1934, που παρακολούθησαν τις παραδόσεις του προς την κατεύθυνση της σχετικοποιήσεως των πορισμάτων της επιστημονικής έρευνας και της ανάγκης διαρκούς επαλήθευσης τους, αποτελεί κατά τη γνώμη του γράφοντος τη σημαντικότερη συνεισφορά ενός καθ' όλα πλήρους έργου. Η διάσταση αυτή δεν τονίζεται μόνο διότι είναι πλέον η κυρίαρχη τάση στη σύγχρονη επιστημολογία αλλά κυρίως διότι διαμορφώθηκε σε χρόνο και σε τόπο που δεν προδιέθετε ιδιαίτερα για την υιοθέτηση ρεαλιστικών απόψεων, απαλλαγμένων, στο βαθμό του ανθρώπινα δυνατού, από ιδεολογική φόρτιση και κυρίως από δογματισμό. Ο καθηγητής Ανδρεάδης, που γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1876, συγκεντρώνει δύο ιδιότητες οι οποίες είναι ενδεικτικές τόσο της ευρύτητας της σκέψης του όσο και του βεληνεκούς που προσέλαβε το έργο του. Κατ' αρχήν, η νομική του μόρφωση στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων, του οποίου αναγορεύτηκε διδάκτορας σε ηλικία μόλις 22 ετών (!) δεν αποτέλεσε την αφετηρία μιας νομικής πανεπιστημιακής καριέρας, αλλά τη χρήσιμη αναλυτική βάση πάνω στην οποία στήριζε τη μελέτη των οικονομικών και ιστορικών φαινομένων που τον απασχόλησαν. Η δυνατότητα προσεγγίσεως του κλάδου των δημοσίων οικονομικών κάτω από τρεις διαφορετικές αλλά έντονα διαμπλεκόμενες διαστάσεις είναι εκείνη που προσδίδει στο έργο του την ειδοποιό διαφορά. Η δεύτερη σημαντική ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει το έργο του καθηγητή Ανδρεάδη είναι το γεγονός ότι αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη των δημοσίων οικονομικών, ενώ η αρχική του μελέτη είχε εντοπιστεί ιδιαίτερα επιτυχημένα δε στην ιστορία της Τράπεζας της Αγγλίας ως φορέα άσκησης νομισματικής πολιτικής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι ίσως αυτή η πολυδιάστατη προσέγγιση των επιστημονικών προβλημάτων κατά τη διάρκεια των σπουδών του, η οποία επηρέασε καταλυτικά και τη μεθοδολογία που επέλεξε για την μετέπειτα διδασκαλία της δημοσιονομικής επιστήμης και της ιστορίας των ελληνικών δημοσίων οικονομικών. Το έμβλημα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με το Δικέφαλο Αετό, σήμα κατατεθέν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Ανδρέας Ανδρεάδης ερεύνησε σε βάθος τα οικονομικά του Βυζαντίου. Το έργο του Ανδρέα Ανδρεάδη είναι, κυρίως, γνωστό από την ιστορική του άποψη. Το γεγονός αυτό δικαιολογείται, βέβαια, λόγω της μοναδικής συμβολής του στη μελέτη και συγγραφή της ιστορίας των ελληνικών δημοσίων οικονομικών καθ' όλη τη διάρκεια της ελληνικής Ιστορίας. Θα ήταν, όμως, μονομερές αν τονιζόταν μόνον αυτή η πλευρά του έργου και εκτός βέβαια από τη μεθοδική του καθαρότητα, δεν γινόταν αναφορά και σε συγκεκριμένες επισημάνσεις οικονομικής πολιτικής στις οποίες προέβη και οι οποίες, δυστυχώς (...), διατηρούν ακέραια την επικαιρότητα τους. Διδάσκοντας σε μία περίοδο κατά την οποία η ελληνική Δημόσια Διοίκηση χαρακτηριζόταν από έντονο κομματισμό, χαμηλό βαθμό οργάνωσης και συχνά ανορθολογισμό, ο Ανδρέας Ανδρεάδης άσκησε έντονη κριτική στα αρνητικά αυτά χαρακτηριστικά κατά την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής, τα οποία δεν επέτρεπαν στο συγκεκριμένο μέσο οικονομικής πολιτικής να επιτύχει τους στόχους του. Η πρόταση του περί της αναγκαιότητας χρηματοδότησης των δημοσίων δαπανών μέσω άσκησης αποτελεσματικής φορολογικής πολιτικής, βασίστηκε στη διαπίστωση ότι η ύπαρξη ευρύτατων κατηγοριών ανταλλαγών από τη φορολογία, κύριο φαινόμενο εκείνης της εποχής με δεδομένο το ύψος των δημοσίων επενδυτικών δαπανών, οδηγούσε αναπόφευκτα σε επιβάρυνση του δημόσιου προϋπολογισμού με αρνητικές επιπτώσεις στην απόδοση των δεικτών της Οικονομίας. Ταυτόχρονα, η επισήμανση της πολυδαιδαλότητας του γραφειοκρατικού συστήματος καταδείκνυε μια άλλη πτυχή της δυσλειτουργίας των θεσμών και των πιέσεων που αυτές ασκούσαν στην εύρυθμη λειτουργία της Οικονομίας. Η αναφορά στα συγκεκριμένα προβλήματα που απαράλλακτα καταδυναστεύουν ακόμα την ελληνική Δημόσια Διοίκηση, από εκείνη ήδη την εποχή, αποτελεί ένα αδιάψευστο δείγμα του βάθους τους και ικανοποιητική αιτιολογία (όχι δικαιολόγηση!) των διαστάσεων που έχουν πλέον προσλάβει. Το συγγραφικό έργο του καθηγητή Ανδρέα Ανδρεάδη είναι αποκλειστικά σχεδόν εντοπισμένο στη μελέτη της ιστορίας της Δημόσιας Διοίκησης των Ελλήνων. Το δίτομο έργο του σχετικά με την «Ιστορία της Ελληνικής Δημόσιας Οικονομίας» που δημοσιεύθηκε το 1931, αποτελεί το επιστέγασμα μιας σειράς επιμέρους μελετών μέσω των οποίων επιχειρείται η διεξοδική ανάλυση του φαινομένου στις διάφορες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Η παρουσίαση των δημοσιονομικών της βυζαντινής περιόδου αποτελεί τη σημαντικότερη και αυθεντικότερη συμβολή του δημοσιονόμου στη συνολική ανάλυση και εκδόθηκε στη μελέτη «Περί των Οικονομικών του Βυζαντίου» το 1908. Ακολούθησαν οι μελέτες των επομένων ιστορικών υποπεριόδων και συγκεκριμένα «Η Οικονομική Διοίκηση της Τουρκοκρατίας» (1910) και «Η Οικονομική Διοίκηση της Επτανήσου επί Ενετοκρατίας» (1914). Το 1918 δημοσιεύθηκε η πρώτη έκδοση της Ιστορίας της Ελληνικής Δημόσιας Οικονομίας, η οποία περιέχει την παρουσίαση των δημοσιοοικονομικών δομών από την ομηρική περίοδο μέχρι και την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Η δεύτερη και τελευταία έκδοση της Ιστορίας της Ελληνικής Δημόσιας Οικονομίας αποτελεί ολοκλήρωση της θεματικής που αναπτύσσεται στην πρώτη έκδοση καλύπτοντας μέχρι και τη σύγχρονη του περίοδο. Η δίτομη αυτή μελέτη, που μεταφράστηκε και σε ξένες γλώσσες, αποτελεί κατά γενική εκτίμηση μια εξαιρετικά εμπεριστατωμένη και αναλυτική προσέγγιση του θέματος και διεκδικεί το χαρακτηρισμό της αυθεντικής πηγής επί αυτού. Επισημαίνεται με ιδιαίτερη έκφραση το γεγονός ότι η προσφορά του καθηγητή Ανδρέα Ανδρεάδη υπερβαίνει κατά τούτο την απλή ιστοριογραφική παρουσίαση των δημοσιοοικονομικών μηχανισμών της κάθε περιόδου, καθώς προχωρά τόσο στη θεσμική θεμελίωση των υφισταμένων θεσμών όσο και στην ανάλυση της λειτουργίας τους. Η διεπιστημονική αυτή προσέγγιση προσδίδει στο έργο, όπως ήδη έχει σημειωθεί, ένα ειδικό βάρος με βάση και τα κριτήρια της διεθνούς βιβλιογραφίας. Η αναγνώριση της συμβολής του έργου και της προσωπικότητας του καθηγητή Ανδρέα Ανδρεάδη προκύπτει από σειρά τιμητικών διακρίσεων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η αναγόρευση του ως μέλους της Ακαδημίας Αθηνών. Υπάρχουν, βέβαια, και μορφές αναγνώρισης οι οποίες επέρχονται αρκετό διάστημα μετά θάνατον και αποστασιοποιημένες από οποιαδήποτε κοινωνική σκοπιμότητα αφήνουν ανεξίτηλο στίγμα σχετικά με τη διαχρονική σπουδαιότητα του έργου. Τέτοιου είδους αναγνώριση προκύπτει κατά τη γνώμη του γράφοντος από μια λιτή φράση σε ένα άρθρο του καθηγητή Σάββα Π. Σπέντζα, που δημοσιεύτηκε φέτος, το 1992, 57 χρόνια μετά το θάνατο του Ανδρεάδη. Αναφέρεται συγκεκριμένα: «Ο μεγάλος δημοσιονόμος του αιώνα μας Ανδρέας Ανδρεάδης παρουσίασε λαμπρές εργασίες σχετικά με τη βυζαντινή οικονομία, δεν άφησε όμως ερευνητική διαδοχή προς την κατεύθυνση αυτή... Έτσι η αναζήτηση της οικονομικής πτυχής του Βυζαντίου δεν συνεχίστηκε επαγωγικά μετά τον θάνατο του». Η προσφορά του Ανδρέα Ανδρεάδη που δεν μπορεί να μετρηθεί και να αξιολογηθεί άμεσα είναι εκείνη σαν πανεπιστημιακού δασκάλου. Αν αναλογιστεί, όμως, κανείς την απόσταση που επιχείρησε να διατηρήσει από το δόγμα σε μια επιστήμη, όπως η οικονομική, στην οποία το έδαφος είναι ευεπίφορο και προβεί σε σύγκριση της προσφοράς του όχι μόνο με τους συγχρόνους του αλλά με τον μέσο διαχρονικό οικονομολόγο, είναι ίσως ευκολότερο να συνηγορήσει με το επιχείρημα για την τεράστια πολιτιστική συνεισφορά του μεγάλου οικονομολόγου και ιστορικού.

«ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ» ΕΚΔΟΣΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ»


from ανεμουριον https://ift.tt/2kBqUmk
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.