Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΝΗΣ

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΔΑΦΝΗΣ | Το απόγευμα της 24ης Ιουλίου 1923, εις την μεγάλην αίθουσαν του Πανεπιστημίου της ελβετικής πόλεως Λωζάννη, το πλέον συγκλονιστικόν επεισόδιον του Α' Παγκοσμίου Πολέμου εύρισκε την λύσιν του. Η πέμπτη συνθήκη ειρήνης υπεγράφετο. Ήτο η μόνη που οι σύμμαχοι της «Εγκαρδίου Συνεννοήσεως» υπέγραφαν ως ηττημένοι. Αλλ' από τριετίας η «Εγκάρδιος Συνεννόησις» είχε μεταβληθή εις «εγκάρδιον διένεξιν». Ο Κεμάλ επωφελήθη και υπηγόρευσε τους όρους του, αφού προηγουμένως του εδόθη η ευκαιρία να εμφανισθή ως νικητής του ελληνικού στρατού. Δύο μήνας αργότερα, τα συμμαχικά στρατεύματα, που είχον εισέλθει νικηφόρα εις την βασιλίδα των πόλεων, απεχώρουν κρυφίως. Το πρωί της 3ης Οκτωβρίου 1923, αι εφημερίδες της Κωνσταντινουπόλεως ανήγγελλον ότι εις την πόλιν των δεν υπήρχε πλέον ούτε ένας
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο Σαν Ρέμο.
ξένος στρατιώτης και, εφεξής, η παλαιά πρωτεύουσα των Σουλτάνων θα απετέλει αναπόσπαστον μέρος της Νέας Τουρκίας που είχεν ιδρύσει ο Κεμάλ πασάς. Εις την θέσιν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που είχε διαλύσει η Συνθήκη των Σεβρών, εδημιουργήθη ένα νέον ισχυρόν και ανεξάρτητον μουσουλμανικόν κράτος που διετήρει προγεφύρωμα επί της Ευρώπης. Οι εταίροι της πρώην «Εγκαρδίου Συνεννοήσεως» δεν ημπορούσαν να είναι πολύ ευχαριστημένοι, διότι το γόητρόν των είχε μειωθή, αλλ' ούτε και πολύ δυσηρεστημένοι. Το μεγαλύτερον μέρος των θυσιών το είχεν υποστή η Ελλάς. Παρά ταύτα, η Συνθήκη της Λωζάννης προσέφερε έντιμον και επωφελή ειρήνην εις την Ελλάδα. Εννέα μηνών συζητήσεις είχον αποβή επ' αγαθώ της χώρας μας. Η διάσκεψις της Λωζάννης ήρχισε την 8/21 Νοεμβρίου 1922. Της εναρκτήριου συνεδριάσεως προήδρευσε, τιμής ένεκεν, ο Πρόεδρος της Ελβετικής Συνομοσπονδίας. Παρίσταντο ο Πουανκαρέ, επί κεφαλής της γαλλικής αντιπροσωπείας, εκπρόσωπος της μεγαλύτερος τότε στρατιωτικής δυνάμεως του κόσμου, ο λόρδος Κώρζον, επί κεφαλής της αγγλικής, ο Μουσσολίνι, από τριών εβδομάδων μόλις πρωθυπουργός, της ιταλικής. Την Ελλάδα αντιπροσώπευσεν ο Ελ. Βενιζέλος. Ο πολιτικός που είχεν υπογράψει την συνθήκην των Σεβρών εκαλείτο, τώρα, να σώση ό,τι ημπορούσε να σωθή ύστερα από την καταστροφήν του έργου του, διά την οποίαν δεν ήτο υπεύθυνος. Εχρειάζοντο τα ατσαλένια νεύρα του Κρητός και η ακατάβλητος μαχητικότης του διά να υπομείνη παρομοίαν μεταστροφήν της μοίρας. Και έσωσε πολύ περισσότερα από όσα και οι πλέον αισιόδοξοι επίστευαν ότι ήτο εφικτόν να σωθούν. Αι διαθέσεις και των Γάλλων και των Αγγλων και των Ιταλών απέναντι της Ελλάδος ήσαν κάθε άλλο παρά ευνοϊκαί. Οπως γράφει ο ιστορικός σύμβουλος της ελληνικής αντιπροσωπείας, στρατηγός Αλ. Μαζαράκης, εις τα Απομνημονεύματα του: «Η ατμόσφαιρα εκεί ήτο γενικώς ευνοϊκή διά τους Τούρκους. Οι αντιπρόσωποι των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, των νικητριών, εφέροντο με ταπεινότητα και διαρκώς υπεχώρουν προ των αγέρωχων πολλάκις τρόπων και αξιώσεων των Τούρκων. Ο Ισμέτ πασάς ήτο ο άνθρωπος της ημέρας».  Οι Τούρκοι ενεφανίσθησαν εις την διάσκεψιν της Λωζάννης ως νικηταί και εζήτουν να υπαγορεύσουν τους όρους της ειρήνης. Δεν εδέχοντο συζήτησιν και δεν υπεχώρουν εις καμμίαν αξίωσίν των. Βάσει των αιτημάτων των θα έπρεπε να πληρώσωμεν αποζημίωσιν πολλών εκατομμυρίων χρυσών λιρών, να παραχωρήσωμεν εδάφη και επί της δυτικής όχθης του Εβρου, να δεχθώμεν εκδίωξιν του Οικουμενικού Πατριαρχείου από την Κωνσταντινούπολις, να παραιτηθώμεν της ιδέας διατηρήσεως στόλου και άλλα ανάλογα. Επίσης δεν εδέχοντο συζήτησιν περί επιστροφής εις Μ. Ασίαν και Αν. Θράκην των ελληνικών πληθυσμών που είχον αναχωρήσει. Αντιθέτως, διετύπωναν την αξίωσιν να φύγουν και οι εναπομείναντες. (Οι Ελληνες που δεν είχον φύγει, ήσαν οι 100.000 περίπου της Κωνσταντινουπόλεως, ευρισκομένης υπό διεθνή κατοχήν και περί τους 150.000 που ευρίσκοντο εγκατεστημένοι εις διάφορα σημεία της Μ. Ασίας, κυρίως εις τα βόρεια παράλια της). Τόση ήτο η λύσσα των Τούρκων εναντίον των Ελλήνων της Τουρκίας, ώστε μέλος της τουρκικής αντιπροσωπείας, εις μίαν συνεδρίασιν της Διασκέψεως, όταν ένας εκ των συμμάχων αντιπροσώπων παρετήρησεν ότι η Τουρκία θα ζημιωθή από την αναχώρησιν των Ελλήνων, απήντησε: «Και 30% και 50% αν πρόκειται να ζημιωθούμε το προτιμούμε, παρά να έχουμε μέσα εις τον τόπον μας ξένους και εχθρούς». Η ιταμότης των Τούρκων ήτο τοιαύτη, όχι μόνον απέναντι της Ελλάδος, αλλά και απέναντι των συμμάχων, ώστε ο Βενιζέλος, ολίγας ημέρας μετά την έναρξιν της Διασκέψεως, ετηλεγράφει εις Αθήνας:
Η ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάννη. Καθήμενοι (εξ' αριστερών): Δ. Κακλαμάνος, Ε. Βενιζέλος, Α. Μιχαλακόπουλος, Α. Μαζαράκης.
«Λύσις τρομερού προβλήματος εξαρτάται από κατάστασιν στρατού μας. Δύναται ούτος εντός μιας εβδομάδος εξορμών να φθάση όχι Βόσπορον τουλάχιστον εις Τσατάλτζαν; Θρασύτης Τούρκων Συνδιασκέψει είναι τοιαύτη, ώστε Σύμμαχοι, αν δεν διαρρήξωσι διαπραγματεύσεις μετ' αυτών εν περιπτώσει συνεχίσεως ελληνοτουρκικού πολέμου, θα μείνωσιν ουδέτεροι και θα προΐδωσι μάλλον ευμενώς προς ενδεχομένην νίκην μας, ουδέ θα θελήσωσι να στερήσωσιν ημάς καρπών αυτής. Οπως δυνηθώ να έχω αμεσωτέραν αντίληψιν καταστάσεως στρατού, διέταξα στρατηγόν Μαζαράκην απέλθη σήμερον διά Δεδεαγάτς και έλθη επαφήν μετά σωματαρχών στρατού, μοι ανακοίνωση δε αντιλήψεις των. Ξένοι στρατιωτικοί ανησυχούν εν τούτοις αποχώρησιν στρατηγού Νίδερ (Ο Νίδερ ήτο διοικητής του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος εις Ουκρανίαν, όπου είχε γνωρισθή με ξένους στρατιωτικούς, οι οποίοι απέκτησαν εμπιστοσύνην προς τας στρατιωτικάς ικανότητας του) και είμαι βέβαιος ότι, αν ούτος παραβλέπων κατάστασιν υγείας αναλάβη πάλιν αρχιστρατηγίαν, σύμμαχοι θα αποβλέπουν μεγαλυτέραν εμπιστοσύνην στρατόν μας. Αι υπερφίαλοι αξιώσεις των Τούρκων, τόσον απέναντι της Ελλάδος, όσον και απέναντι των Συμμάχων, (ζήτημα Μοσσούλης, Αλεξανδρέττας κ.λπ.), διηυκόλυνον το διπλωματικόν έργον του Βενιζέλου, ο οποίος, εφ' όσον θα επετύγχανεν υποστήριξιν ή ανοχήν των συμμάχων, δεν θα ήτο αντίθετος προς την διακοπήν των διαπραγματεύσεων και την επανάληψιν των εχθροπραξιών. Αλλά διά να επαναληφθούν αι εχθροπραξίαι, με βεβαιότητα νικηφόρου εκβάσεως διά την Ελλάδα, έπρεπε:
Να εξασφαλισθή το αξιόμαχον του στρατού. 
Να επιτραπή ο είσπλους του ελληνικού στόλου εις την Προποντίδα, ώστε να παρεμποδισθή η μεταφορά του κυρίου όγκου του τουρκικού στρατού εις Θράκην. 
Να επιτευχθή η συνεργασία και υποστήριξις της Γιουγκοσλαβίας, ώστε να αποτραπή ενδεχομένη επίθεσις των Βουλγάρων εναντίον μας. 
Ο Κεμάλ Ατατούρκ και ο Ιομέτ Ινονού μετά τη Διάσκεψη της Λωζάννης.
Πλην του πρώτου, που η πραγματοποίησίς του εξηρτάτο αποκλειστικώς από ελληνικήν ενέργειαν, αι δύο άλλαι προϋποθέσεις δεν θα υφίσταντο χωρίς σιωπηράν, τουλάχιστον, συγκατάθεσιν των τριών μεγάλων Δυνάμεων και ιδίως της Αγγλίας και της Γαλλίας. Η Ιταλία δεν θα είχεν αντίρρησιν επαναλήψεως των εχθροπραξιών, διότι ήλπιζεν ότι, έτσι, θα της εδίδετο η ευκαιρία κάτι να κερδίση, είτε εις βάρος της Τουρκίας, είτε εις βάρος της Ελλάδος. Τον Ιούνιον 1923 όταν ο υπουργός των Εξωτερικών Απ. Αλεξανδρής μετέβη εις Ρώμην, κατόπιν προσκλήσεως του Μουσσολίνι, ο τελευταίος του είπεν: «Αι αποφάσεις της Λωζάννης είναι άδικοι διά την Ελλάδα. Η Αν. Θράκη έπρεπε να σας δοθή. Την Ιταλίαν, εις κάθε ιδικήν σας δράσιν και στρατιωτικήν, ειδικώς στρατιωτικήν, προς διεκδίκησιν των εθνικών σας αυτών δικαίων, θα την εύρετε εις το πλευρόν σας, είτε τώρα αμέσως, είτε εις το μέλλον. Αυτό, είναι επίσημος δήλωσίς μου». Την αξίαν της δηλώσεως αυτής του Μουσσολίνι την εκατάλαβεν ο Βενιζέλος, όταν του την μετέδωσεν ο Αλεξανδρής: «Τον μπερμπάντη, είπεν. Ηθελε να μας ξαναμπλέξη σε ανόητες περιπέτειες για να ψαρέψη σε θολά νερά και όχι απίθανον εις βάρος μας». Ο Βενιζέλος υπολογίζει εις την τουρκικήν ιταμότητα. Αλλά γνωρίζει και την κατάστασιν των αγγλογαλλικών σχέσεων. Φοβάται, ιδίως, ότι αν οι Τούρκοι φανούν υποχωρητικοί εις τα ζητήματα που ενδιαφέρουν τους δύο Μεγάλους, η λύσις της ελληνοτουρκικής διαφοράς θα είναι εις βάρος μας. Επίσης γνωρίζει τας διαθέσεις των Αγγλων και των Γάλλων απέναντι μας.
Πρόσφυγες από τον Πόντο μεταφέρονται στην Πελοπόννησο.
Οι Αγγλοι μετά την μικρασιατικήν κατάρρευσιν και την αποχώρησιν του Λόυδ Τζωρτζ από την προεδρίαν της κυβερνήσεως, είχον κάθε λόγον να κολακεύουν τους Τούρκους, λόγω των πολλαπλών συμφερόντων των εις την Εγγύς και Μέσην Ανατολήν, ως και του πολυπληθούς μουσουλμανικού στοιχείου που περιελάμβανεν η Βρετανική Αυτοκρατορία. Αλλά δεν ήσαν μόνον λόγοι συμφέροντος που έφερον την κυβέρνησιν Μπόναρ Λω προς την τουρκικήν πλευράν. Ητο και η προσωπική τοποθέτησις του Αγγλου υπουργού των Εξωτερικών λόρδου Κώρζον, ο οποίος μετά την εκτέλεσιν των Εξ, ησθάνετο ένα είδος τύψεως επειδή η ασκηθείσα υπό των μετανοεμβριανών ελληνικών κυβερνήσεων πολιτική εις την Μικράν Ασίαν, είχε τύχει της απολύτου εγκρίσεως του. Ο Ελ. Βενιζέλος αντελήφθη τας διαθέσεις των πρώην συμμάχων, που έδειχναν αποφασισμένοι να δεχθούν τας αξιώσεις των Τούρκων. Εξάλλου, δεν επίστευεν ότι η Επανάστασις θοι ημπορούσε να παρουσιάσει αξιόμαχον στρατόν. (Ομιλών προς την Βουλήν,, την 31ην Μαρτίου 1932, ο Βενιζέλος απεκάλυψεν ότι η Επανάστασις επέτυχε να «δώση εις τους αντιπροσώπους της Ελλάδος εις την Συνδιάσκεψιν της Λωζάννης διπλασίας μεραρχίας από όσας εγώ επίστευα μακρόθεν ότι ήτο δυνατόν να συγκροτήσωμεν και εγώ εζήτησα να συγκροτηθούν»). Υπό τοιούτους όρους έβλεπεν ότι μόνον συνεργασία με την Γιουγκοσλαβίαν θα μας επέτρεπε να επαναλάβωμεν εχθροπραξίας, τας οποίας εθεώρει ως την δυνατήν απομένουσαν λύσιν. Δι' αυτό, την 18ην Δεκεμβρίου 1922 ετηλεγράφησε προς την Επανάστασιν: «Μετά βαθείαν μελέτην ζητήματος και αναλαμβάνων όλην την ιστορικήν ευθύνην, συμβουλεύω όπως Γιουγκοσλαβία απευθυνθή Γαλλίαν και Αγγλίαν, δηλούσα ότι διαθέτει 4 μεραρχίας, όπως μετά 8 ελληνικών και 4 αγγλογαλλικών επιτεθώμεν της Τουρκίας. Εις αντάλλαγμα δέον να παραχωρήσωμεν τη Σερβία Φλώριναν». (Εκ του αρχείου Γόνατα). Η πρότασις του Βενιζέλου εύρεν απροετοίμαστον την Επανάστασιν. Οι Πλαστήρας και Γονατάς ηρνούντο να την δεχθούν. Εξάλλου κυβέρνησις και επανάστασις δεν επίστευαν ότι η Γιουγκοσλαβία θα έστεργεν εις αποστολήν μεραρχιών. Αλλά το κύρος του Βενιζέλου ήτο μεγάλο. Είχεν ήδη κάμει σχετικόν υπαινιγμόν εις τον αντιπρόσωπον της Γιουγκοσλαβίας εις την Διάσκεψιν. Δι' αυτό έπειτα από πολλούς δισταγμούς και μακράς συζητήσεις του ετηλεγραφήθη: «Κυβέρνησις και Επανάστασις εξουσιοδοτούν υμάς προβήτε αμέσως διαπραγματεύσεις επί βάσει παραχωρήσεων καθοριζομένων υμέτερον τηλεγράφημα». Συγχρόνως, ο Αλεξανδρής υπέβαλε την πρότασιν Βενιζέλου και εις τον εν Αθήναις Γιουγκοσλάβον πρεσβευτήν Μπαλούχτσιτς. Ούτος ανέλαβε να την διαβίβαση εις την κυβέρνησιν του, αλλά εξέφρασεν αμφιβολίας, αν θα εγίνετο δεκτή, επειδή η Γιουγκοσλαβία δεν ήθελε να αναμιχθή εις εχθροπραξίας, φοβούμενη επίθεσιν της Ουγγαρίας. Μετά δύο ημέρας δε επληροφόρει τον Αλεξανδρήν ότι η απάντησις της κυβερνήσεως του ήτο αρνητική... Η αποτυχία εξασφαλίσεως της υποστηρίξεως της Σερβίας εξαναγκάζει τον Βενιζέλο να αποστείλη τηλεγράφημα προσωπικώς εις τον Πλαστήραν, διά του οποίου έλεγεν ότι άνευ της Σερβίας, προέλασις προς Τσατάλτζαν θα ήτο ως να παίξωμεν την τύχην της Ελλάδος εις τα χαρτιά και «εγώ, τουλάχιστον, δεν δύναμαι να μετάσχω τοιαύτης ευθύνης, παραιτούμενος δε αντιπροσωπείας, θα περιορισθώ εις ευχάς υπέρ επιτυχίας παράτολμου επιχειρήσεως, ήτις δύναται να οδήγηση εις πλήρη καταστροφήν Ελλάδος». Εν τω μεταξύ, ο πρωθυπουργός Γονατάς, είχεν αποστείλει επιστολήν εις τον Βενιζέλον, δια της οποίας του έγραφεν ότι παρά τον ενθουσιασμόν του Πλαστήρα και την αισιοδοξίαν του Πάγκαλου, μονομερής ενέργεια προς ανακατάληψιν της Αν. Θράκης δεν έπρεπε να αναληφθή. Κατά τον Γονατά, αι αντενδείξεις διά μίαν τοιαύτην επιχείρησιν ήσαν α) η έλλειψις υποστηρίξεως εκ μέρους των συμμάχων, β) η στάσις των ομόρων κρατών, γ) ενδεχομένη ανάμιξης της Ρωσίας, ο) η οικονομική δυσπραγία, ε) ο ψυχικός κάματος του στρατού, ζ) η κόπωσις του λαού εκ της μακράς επιστρατεύσεως. Την σύμβασιν περί ανταλλαγής των πληθυσμών εξηναγκάσθη να δεχθή η ελληνική αντιπροσωπεία, κατόπιν της διατυπωθείσης, την 16ην Ιανουαρίου, οριστικής εκ μέρους των Τούρκων αρνήσεως να δεχθούν τον επαναπατρισμόν των αναχωρησάντων εκ Τουρκίας Ελλήνων. Η συμφωνία περί ανταλλαγής επραγματοποιήθη κατόπιν προτάσεως του δόκτορος Νάνσεν (του διασήμου Νορβηγού εξερευνητού, που είχε σταλή από την Κοινωνίαν των Εθνών εις την Εγγύς Ανατολήν δια να μελετήση το θέμα των προσφύγων). Δια της υπογραφείσης συμβάσεως προεβλέπετο ότι θα αντηλλάσσοντο οι Ελληνες το γένος Τούρκοι υπήκοοι και οι Μουσουλμάνοι (πλην των Αλβανών, κατόπιν ιταλικής προτάσεως) Ελληνες υπήκοοι.
Ο Πρωθυπουργός Στ. Γονατάς με τον υπουργό Εξωτερικών Α. Αλεξανδρή
Εξηρούντο της ανταλλαγής οι Ελληνες το γένος οι εγκατεστημένοι εις Κωνσταντινούπολη, προ του τέλους του 1918 και οι Μουσουλμάνοι της Δ. Θράκης. Εις την πραγματικότητα, δια της συμβάσεως αυτής, που απετέλεσε σταθμόν εις την Ιστορίαν των Εθνών, διότι δια πρώτη ν φοράν συνεφωνήθη ανταλλαγή πληθυσμών, αντηλλάσσοντο 150.000 περίπου, Ελληνες, εναπομένοντες μετά την καταστροφήν εις Μ. Ασίαν, με 388.000 Τούρκους που ευρίσκοντο εις την Ελλάδα. Αι εν λόγω δύο συμβάσεις, καίτοι υπεγράφησαν προηγουμένως, προσηρτήθησαν εις την τελικήν Συνθήκην ειρήνης της Λωζάννης.
Η διακοπή της διασκέψεως
Τας αρχάς Ιανουαρίου 1923, ο Ελ. Βενιζέλος εκάλεσε τον Πλαστήραν να μεταβή εις Λωζάννην. Ηθελε να έχη μιαν προσωπικήν επαφήν με τον Αρχηγόν της Επαναστάσεως, αφ' ενός μεν δια να λάβη πληροφορίας περί της εν Ελλάδι καταστάσεως και αφ' ετέρου δια να του εκθέση και προφορικώς τας δυσχέρειας εναντίον των οποίων είχε να αντιπαλαίση η Ελλάς. Ο Πλαστήρας έφθασεν εις την Λωζάννην την ημέραν που υπεγράφετο η συμφωνία δια την ανταλλαγήν των πληθυσμών. Την ιδίαν ημέραν εξεδηλώθη και οξεία αγγλογαλλική διάστασις που είχεν ως αποτέλεσμα να εντείνη την τουρκικήν αδιαλλαξίαν. Ο Βενιζέλος έπεισε τον Αρχηγόν της Επαναστάσεως να προβή εις δηλώσεις προς τους ξένους δημοσιογράφους, δια των οποίων υπεγράμμιζε τα φιλειρηνικός διαθέσεις της Ελλάδος, την προθυμίαν του ελληνικού λαού να ζήση εν ειρήνη και με τους Τούρκους και την επιθυμίαν της Επαναστατικής Κυβερνήσεως όπως συμμαχήση με την Μικράν Αντάντ. Αι δηλώσεις κατέληγον με την διαβεβαίωσιν ότι εάν επανελαμβάνετο ο πόλεμος, την ευθύνην της επαναλήψεως θα είχον άλλοι, η Ελλάς θα έκαμνε το καθήκον της εν σύμπνοια προς τους Μεγάλους Συμμάχους της και την Μικράν Αντάντ. Συγχρόνως, ο Πλαστήρας συνεφώνησε με τον Βενιζέλον εις το ζήτημα της παραχωρήσεως των νήσων Ιμβρου και Τενέδου. Οπως επίσης συνεφώνησεν ότι η Ελλάς εν ουδεμία περιπτώσει, θα εδέχετο να πλήρωση αποζημίωσιν. Ευθύς μετά την αναχώρησιν του Πλαστήρα από την Λωζάννην, όπου παρέμεινε μόνον δύο ημέρας, κατέστη φανερόν ότι, παρά την ελληνικήν υποχωρητικότητα, η Συνθήκη ειρήνης δεν θα ήτο εύκολον να υπογραφή. Την 22αν Ιανουαρίου/4ην Φεβρουαρίου, ημέραν Κυριακήν, η Τουρκική αντιπροσωπεία ανεκοίνωσεν ότι ηρνείτο να αποδεχθή: Οπως παραιτηθούν αμοιβαίως η Ελλάς και η Τουρκία του δικαιώματος αποζημιώσεως, της Τουρκίας εμμενούσης εις την αξίωσίν της όπως είσπραξη πολεμικήν αποζημίωσιν από την Ελλάδα. Οπως το ζήτημα της Μοσσούλης παραπεμφθή εις την διαιτησίαν της Κ.τ.Ε. Η τουρκική αντιπροσωπεία εζήτει όπως το θέμα τούτο ρυθμισθή δι' απ' ευθείας διαπραγματεύσεων μεταξύ Τουρκίας και Μεγάλης Βρεταννίας. Η τουρκική πρότασις περί διμερών διαπραγματεύσεων δια το ζήτημα της Μοσσούλης εξηγρίωσε τους Βρεταννούς. Η βρεταννική αντιπροσωπεία, την ιδίαν εσπέραν, ανεχώρει εκ Λωζάννης και η ελληνική αντιπροσωπεία ετηλεγράφει εις Αθήνα: «Συνεπεία διαφωνίας επί των οικονομικών και δημοσιονομικών ζητημάτων επήλθε ρήξις της Διασκέψεως. Οι Τούρκοι απέρριψαν το συμμαχικόν σχέδιον περί των υπό της Τουρκίας οφειλομένων επανορθώσεων. Την Τρίτην απέρχεται η Ελληνική αντιπροσωπεία και μία των συμμαχικών (η ιταλική). Ημετέρα αντιπροσωπεία μεταβαίνει εις Παρισίους. Δεν εγνώσθη τι θα κάμη η γαλλική αντιπροσωπεία». Την επαύριον ο Βενιζέλος εδήλωνεν ότι η Διάσκεψις διέκοψε τας εργασίας της λόγω διαφωνίας επί ζητημάτων ενδιαφερόντων τους Μεγάλους Συμμάχους.
Ο Νικ. Πλαστήρας με δημοσιογράφους της εποχής του 1922—1923.
Η Διάσκεψις επανελήφθη την 23ην Απριλίου 1923, κατόπιν της από 31ης Μαρτίου διακοινώσεως την οποίαν απηύθυναν προς την Τουρκίαν, η Μεγάλη Βρεταννία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ιαπωνία. Δια της διακοινώσεως ταύτης οι τέσσαρες Μεγάλοι εδέχοντο να επανασυζητηθούν τα οικονομικά θέματα. Η υποχωρητικότης των Μεγάλων ωφείλετο εις το γεγονός ότι την 11ην Μαρτίου η Τουρκική Εθνοσυνέλευσις είχεν εγκρίνει σύμβασιν δια της οποίας παρεχωρείτο εις αμερικανικόν όμιλον κεφαλαιούχων το προνόμιον της κατασκευής σίδηροδρομικών γραμμών, κατασκευής λιμένων και ανοικοδομήσεως τουρκικών πόλεων...
Η αντικατάσταση του Βενιζέλου
Η παράτασις των εργασιών της Διασκέψεως της Λωζάννης είχε προκαλέσει εκνευρισμόν εις Αθήνας. Οταν δε, μετά την επανάληψιν των εργασιών της, εφάνη ότι το ελληνικόν ζήτημα δεν επρόκειτο να συζητηθή μεταξύ των πρώτων, οι στρατιωτικοί εδυσφόρησαν μέχρι τοιούτου σημείου ώστε εζήτησαν από την Επανάστασιν να αντικαταστήση τον Ελ. Βενιζέλον. Την αντικατάστασιν ταύτην ηξίωσαν, μετ' επιμονής, ιδίως οι αρχηγοί του στόλου και του στρατού Αλέξ. Χατζηκυριάκος και θ. Πάγκαλος. Κατόπιν τούτου, εις τας 7 Μαΐου 1923 συνεκροτήθη σύσκεψις, εις την οποίαν μετέσχον ο Αρχηγός της Επαναστάσεως Πλαστήρας, ο Πρωθυπουργός Γονατάς, οι υπουργοί Εξωτερικών Απ. Αλεξανδρής, Στρατιωτικών Π. Μαυρομιχάλης, Συγκοινωνίας Α. Σακελλαρόπουλος (ως διατελέσας μέλος της Επαναστατικής Επιτροπής), ο αρχηγός της Στρατιάς Εβρου θ. Πάγκαλος και ο αρχηγός του Στόλου Αλ. Χατζηκυριάκος. Κατ' αυτήν απεφασίσθη όπως ο υπουργός των Εξωτερικών μεταβή εις Λωζάννην και αναλάβη την ηγεσίαν της αντιπροσωπείας, αντικαθισταμένου του Βενιζέλου. Ο Αλεξανδρής, μεταβαίνων εις Λωζάννην, θα είχε υπ' όψιν του:
Οτι αι στρατιωτικαί μας δυνάμεις ήσαν εις θέσιν να αναλάβουν, χωρίς καμίαν εξωτερικήν βοήθειαν, τας επιχειρήσεις μέχρι Βοσπόρου. 
Οτι διαπραγματεύσεις προς σύναψιν χωριστής ειρήνης με την Τουρκίαν απεκλείοντο και αν είχον αρχίσει θα έπρεπε να εγκαταλειφθούν. 
Οτι έπρεπε να εξασφαλισθή η συνεργασία μιας Μεγάλης Δυνάμεως ή η απόλυτος ουδετερότης όλων.
Οτι η ανακωχή των Μουδανιών θα έπρεπε να καταγγελθή εντός δεκαπενθημέρου, δηλαδή μέχρι 22 Μαΐου, αλλ' η προθεσμία αυτή ηδύνατο να παραταθή αν αι διαπραγματεύσεις με τους Μεγάλους δι' εξασφάλισιν συνεργασίας ή ουδετερότητος απήτουν ωρισμένον χρόνον ακόμη.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπάλντουιν και ο υπουργός Εξωτερικών Κώρζον.
Το βράδυ της ιδίας ημέρας, το υπουργικόν συμβούλιον ενέκρινεν τας αποφάσεις αυτάς και την επομένην εδημοσιεύετο το διάταγμα της αντικαταστάσεως του Ελ. Βενιζέλου δια του Απ. Αλεξανδρή. Οταν ο Αλεξανδρής έφθασεν εις Λωζάννην, συνηντήθη αμέσως με τον Βενιζέλον, τον οποίον παρεκάλεσε να του έκθεση την πορείαν των διαπραγματεύσεων. Ο Βενιζέλος, με ηρεμίαν, αλλά και προφανή πικρίαν, τον ηρώτησεν: «Υπό ποίαν ιδιότητα πρέπει να πράξω τούτο; Ως ιδιαίτερος σου φίλος, ως σύμβουλος της αντιπροσωπείας ή ως αντιπρόσωπος;». Ο Αλεξανδρής του απήντησεν ότι δεν θα ανελάμβανε την αρχηγίαν της αντιπροσωπείας, εάν ο Βενιζέλος συνεφώνει προς τας απόψεις των Αθηνών. Ο Βενιζέλος τας εχαρακτήρισεν ως άκρως πολεμικάς και, ακολούθως, εξήγησεν ότι εστερούμεθα της συμπαθείας των Δυνάμεων, αι οποίαι επίστευον ότι ήμεθα αδιάλλακτοι και ότι επιζητούσαμεν τον πόλεμον. Επίσης του είπεν ότι οι Τούρκοι είναι τόσον εκτεθειμένοι, ώστε χωρίς κανένα αντάλλαγμα η υποχώρησίς των θα ήτο δυσχερής, εφ' όσον οι Μεγάλοι είχον υποχωρήσει εις όλα. Και κατέληξε: «Κατ' αρχήν είμαι σύμφωνος μαζί σας, ότι τίποτε δεν πρέπει να δώσωμεν. Ας προχωρήσωμεν μαζί όσον είμεθα σύμφωνοι και όταν διαφωνήσωμεν ο καθένας θα τραβήξη τον δρόμον του, συμφώνως με τας εθνικάς του πεποιθήσεις». Ο Βενιζέλος, ύστερα από αυτά τα λόγια, είπεν εις τον Αλεξανδρήν ότι εσκόπευε να συναντηθή με τον Ισμέτ, διά να γνωρίση τας σκέψεις του. Εις την συνάντησιν αυτήν, εφ' όσον επραγματοποιείτο, ο Βενιζέλος θα ωμίλει εξ ιδίου ονόματος και όχι ως εκπρόσωπος της κυβερνήσεως. Ο Ισμέτ, εν τω μεταξύ, είχε συναντηθή με τον Σέρβον αντιπρόσωπον, τον οποίον ηρώτησε τι θα πράξη η Γιουγκοσλαβία εις περίπτωσιν επαναλήψεως των εχθροπραξιών Ελλάδος και Τουρκίας.
Πλαστήρας, Γονατάς και Σακελλαρόπουλος.
«Κατά πάσαν πιθανότητα, του απήντησεν ο Γιοβάνοβιτς, θα τηρήση ουδετερότητα, αλλ' αν η Βουλγαρία κινηθή, είναι αδύνατον να μείνη αμέτοχος εις τον αγώνα». Εις νέαν συνάντησιν των, ο Γιοβάνοβιτς εζήτησεν από τον Ισμέτ να φανή διαλλακτικός. Ο Τούρκος αντιπρόσωπος του απήντησε: «Θα με λιθοβολήσουν εις Αγκυραν αν υπογράψω άνευ ουδενός ανταλλάγματος». Η συνάντησις Βενιζέλου—Ισμέτ επραγματοποιήθη και η συνομιλία των υπήρξε μακρά. Ο Ισμέτ, όμως, επέμεινεν εις την άποψιν περί αποζημιώσεως και ως εκ τούτου δεν επήλθε συμφωνία. Παραλλήλως, ο Τούρκος αντιπρόσωπος συνηντάτο με τους αντιπροσώπους της Γαλλίας και της Αγγλίας. Ο τελευταίος του διαβίβασε πρότασιν του Βενιζέλου όπως αντί αποζημιώσεως δοθή εις την Τουρκίαν το Καραγάτς, που, κατά την γνώμην των στρατιωτικών, δεν θα ημπορούσε να κρατηθή εις περίπτωσιν πολέμου. Συγχρόνως του εζήτησεν όπως τερματισθή η εκκρεμότης εντός μίας εβδομάδος. Η εβδομάς παρήλθε και καμμία πρόοδος δεν εσημειώθη. Ο Αλεξανδρής κατέληξε τότε εις το συμπέρασμα ότι έπρεπε να καταγγελθή η ανακωχή και να αποσυρθώμεν της διασκέψεως.
Το ιταλικόν Θωρηκτόν San Marco, ναυπηγήσεως 1908. Ητο αδελφόν πλοίον του San Giorgio, με μόνην διαφοράν ότι είχεν εκτόπισμα κατά 800 τόννους περισσότερον. Μετέσχεν εις την επιχείρησιν Κερκύρας.
Υπό τοιούτον πνεύμα ετηλεγράφησεν εις Αθήνας, την 22αν Μαΐου, προσθέσας ότι θα αναμείνη μέχρι της 26ης, οπότε, αν δεν επέλθη συμφωνία, θα κατήγγελλε την ανακωχήν, ώστε την πρωίαν της 27ης να ήρχιζεν η προέλασις. Εισηγείτο όπως ο στόλος απεπειράτο να εισέλθη εις Δαρδανέλλια το μεσονύκτιον της 26ης προς την 27ην. Συγχρόνως όμως απέστειλε και τηλεγράφημα του Βενιζέλου, διά του οποίου ούτος ετόνιζεν ότι επανάληψις εχθροπραξιών θα ήτο δυνατή μόνον αν εξησφαλίζετο βουλγαρική ουδετερότης, αν ο στρατός θα έφθανεν εις Βόσπορον και Προποντίδα πριν ή αναχαιτισθή υπό συγκεντρωθησομένου τουρκικού στρατού, αν οι σύμμαχοι δεν επέτρεπον εις τους Τούρκους ελευθέραν διάβασιν διά Βοσπόρου και Προποντίδος και αν ο στρατός διέθετεν επαρκή εφόδια διά τας επιχειρήσεις. Υπεγράμμιζεν ότι ήτο ενδεχόμενον να απαγορευθή η είσοδος του στόλου μας εις Δαρδανέλλια και προσέθετεν ότι αν δεν κατωρθώναμε να ευρεθώμεν εις Βόσπορον προ συγκεντρώσεως τουρκικού στρατού, τότε δεν θα έπρεπε να επαναληφθούν οι εχθροπραξίαι. Εις την περίπτωσιν ταύτην, ετηλεγράφει ο Βενιζέλος, οι διανοιγόμενοι διά την Ελλάδα δρόμοι ήσαν:
Να επιτύχωμεν ειρήνην προσφέροντες και άλλα εδαφικά ανταλλάγματα εις την Τουρκίαν διά να παραιτηθή της αποζημιώσεως. 
Να επιζητήσωμεν συνεννόησιν μετά της Βουλγαρίας. 
Να επιζητήσωμεν συνεννόησιν μετά της Σερβίας και της Βουλγαρίας διά την ίδρυσιν Αυτονόμου Κράτους Ανατ. Θράκης.
Να πληρώσωμεν αποζημίωσιν 5 εκατ. λιρών εις Τουρκίαν υπό τον όρον ότι αύτη θα κατεβάλλετο υπό Αγγλίας και Γαλλίας έναντι καθυστερουμένων πιστώσεων.
Το ιταλικό θωρηκτόν San Giorgio, ναυπηγήσεως 1908, εκτοπίσματος 10.200 τόννων, με κυριον οπλισμόν 4 τηλεβόλα των 10 ιντσών. Ελαβε μέρος εις την επιχείρησιν Κερκύρας.
Εις απάντησιν του τηλεγραφήματος αυτού η κυβέρνησις ετηλεγράφησεν: «Η κυβέρνησις, εξετάσασα όλας τας απόψεις και έχουσα κατηγορηματικήν την γνώμιν του Αρχηγού του Στρατού, ότι και εις την μάλλον δυσμενή περίπτωσιν, καθ' ην δεν θα επιτραπή η διέλευσις του Στόλου διά των Στενών, αι στρατιωτικαί επιχειρήσεις από ξηράς θεωρούνται εξησφαλισμέναι, απεδέχθη παμψηφεί ως μόνην διά την Ελλάδα συμφέρουσαν λύσιν την ταχυτέραν ανάληψιν της επιθέσεως κατά των Τούρκων. Ο στρατός έχει εφόδια επαρκή και ο στόλος άφθονους γαιάνθρακας. Εχομεν πλήρη συνείδησιν του μεγέθους της λαμβανομένης σήμερον αποφάσεως και παρασκευάσαντες ταύτην στρατιωτικούς, όσον ήτο ανθρωπίνως δυνατόν καλύτερον, υπό τας συνθήκας υφ' ας ευρέθημεν, αποδυόμεθα εις τον αγώνα πλήρεις ελπίδος. Είθε ο συνδυασμός των στρατιωτικών και διπλωματικών επιτυχιών να αποδώση τους καλυτέρους διά την τόσον ταλαιπωρηθείσαν πατρίδα μας καρπούς. Παρακαλεί, είδησις προς καταγγελίαν ανακωχής παρ' ημών να γίνη όσο το δυνατόν εγκαιρότερον και όσον πάσα παρέλευσις χρόνου είναι επ' ωφελεία του εχθρού». Συγχρόνως με την αποστολήν του τηλεγραφήματος, εδίδετο η εντολή εις τον αρχιστράτηγον όπως ο στρατός είναι έτοιμος προς εξόρμησιν την πρωίαν της 27ης Μαΐου, ο δε Γονατάς ανήρχετο εις τα Ανάκτορα διά να αναφέρη εις τον Βασιλέα επί της ληφθείσης αποφάσεως. Ο Βασιλεύς, αφού ήκουσε την έκθεσιν του πρωθυπουργού, του είπε: «Ως συνταγματικός Βασιλεύς αισθάνομαι την υποχρέωσιν να σας ερωτήσω εάν η Επανάστασις πιστεύει ότι έχει την έγκρισιν του Εθνους διά την επανάληψιν των εχθροπραξιών».
ΓΟΝΑΤΑΣ: «Η Επανάστασις αναλαμβάνει πλήρη την ευθύνην διά την απόφασιν αλλά πιστεύει ότι ο λαός συμφωνεί μαζί της». (Αφήγησις Γόνατα προς τον γράφοντα).
Υπό τοιούτους όρους η επανάληψις του πολέμου εθεωρείτο βεβαία. Την τελευταίαν, όμως, στιγμήν, η Τουρκία υπεχώρησε και η σύρραξις απεσοβήθη.
Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ
Δέκα το πρωί της 26ης Μαΐου 1923. Η συνεδρίασις της ολομελείας της Διασκέψεως αρχίζει. Ο Ελ. Βενιζέλος εζήτησε να λάβη τον λόγον πρώτος. Παρεμβαίνει ο Αγγλος αντιπρόσωπος Ρέμπολντ. «Μη βιάζεσθε, του είπε. Αφήσατε να ομιλήση πρώτος ο Ισμέτ. Ισως σας διευκολύνη και δεν χρειασθή να μακρηγορήσετε». Ο Βενιζέλος συνεφώνησεν. Ο λόγος εδόθη εις τον αρχηγόν της τουρκικής αντιπροσωπείας Ισμέτ πασά, ο οποίος, εν μέσω βαθύτατης σιγής, ανεκοίνωσεν ότι η Τουρκία παραιτείται της αξιώσεως αποζημιώσεως, εφ' όσον η Ελλάς αναγνώριση ότι έπρεπε να επανόρθωση τας ζημίας τας γενομένας υπό του στρατού της εις την Μικράν Ασίαν. Εν συνεχεία εζήτησεν όπως παραχωρηθή εις την Τουρκίαν το Καραγάτς μετά των προαστίων του και όπως αποδοθούν αμοιβαίως υπό της Ελλάδος και της Τουρκίας τα πλοία, που κατεσχέθησαν μετά την ανακωχήν εις Μούδρον, το 1918. Ο Ισμέτ εκάθησε. Τον λόγον έλαβεν ο Βενιζέλος. Με δύο λέξεις εδήλωσεν ότι αποδέχεται τας τουρκικός προτάσεις. Η ελληνοτουρκική διαφορά είχε διευθετηθή. Η συνεδρίασις ελύθη. Ο Βενιζέλος, γεμάτος χαρά γυρίζει εις το ξενοδοχείον Ρουαγιάλ, όπου έμενεν η ελληνική αντιπροσωπεία και ασπάζεται τον Αλεξανδρή. Εκείνος, συγκινημένος, σκύβει και του φιλεί το χέρι και εκφράζει εν ονόματι της Ελλάδος, την εθνική ευγνωμοσύνην.
Η έντιμος ειρήνη
Ο Ελ. Βενιζέλος την 5.10 μ.μ. της 24ης Ιουλίου 1923, ετηλεγράφει προς τον πρωθυπουργόν Γονατάν και τον Αρχηγόν της Επαναστάσεως Πλαστήραν: «Ευχαρίστως αγγέλλων υμίν ότι σήμερον μεταμεσημβρίαν, εις την μεγάλην αίθουσαν του Πανεπιστημίου Λωζάννης, υπεγράφη η Συνθήκη της ειρήνης μετά πασών των σχετικών συμβάσεων, δηλώσεων και πρωτοκόλλων. Η συνθήκη αύτη, συναφθείσα μετά την Μικρασιατικήν Καταστροφήν, δεν σημαίνει ατυχώς ελληνικόν θρίαμβον. Αλλά η Επανάστασις δύναται να είναι υπερήφανος ότι αναδιοργανώσασα εθνικόν στρατόν έδωκε τα μέσα εις την αντιπροσωπείαν της να επιτυχή την συνομολόγησιν εντίμου ειρήνης, ήτις επιτρέπει εις την Ελλάδα να επιστρέψη εις τα έργα της ειρήνης και να αφοσιωθή εις το έργον της εσωτερικής της περισυλλογής. Εάν διά της προσεχούς διεξαγωγής ελευθέρων εκλογών τερματισθή οριστικώς ο εμφύλιος πόλεμος, επανέλθη η κανονική λειτουργία του πολιτεύματος και λυθή προσφυγικόν ζήτημα δι' οριστικής εγκαταστάσεως προσφύγων, η Ελλάς δύναται να αποβλέπη μετά εμπιστοσύνης εις καλύτερον μέλλον. Εγώ προσωπικώς αισθάνομαι την ανάγκην να ευχαριστήσω την βασιλικήν κυβέρνησιν και την Επανάστασιν, διότι με περιέβαλον εν πλήρει εμπιστοσύνη, ήτις μοι επέτρεψε να ανταποκριθώ εις το ανατεθέν μοι δυσχερές έργον». Οι κώδωνες των εκκλησιών δεν ήχησαν χαρμοσύνως επί τω αγγέλματι της υπογραφής της ειρήνης ούτε το γεγονός επανηγυρίσθη, όπως συνέβη μετά την υπογραφήν την συνθήκης των Σεβρών. Αλλά όλοι οι Ελληνες ησθάνθησαν ανακούφισιν, διότι ετελείωσεν ο πόλεμος, διότι οι επιστρατευμένοι θα γύριζαν εις τα σπίτια των, διότι η αγωνία έπαυε να πιέζη τας ψυχάς, διότι θα επανήρχοντο εις τα ειρηνικά των έργα, ύστερα από ένδεκα χρόνια πολέμων και ταλαιπωριών. Επί πλέον, ησθάνθησαν ικανοποίησιν, διότι η υπογραφείσα ειρήνη ήτο ιδιαιτέρως έντιμος διά μίαν χωράν ηττημένη ν. Η σκέψις όλων και αυτών των αντιπάλων του ακόμη, εστράφη προς τον Βενιζέλον, πρωτεργάτην του έργου. Ολίγοι, όμως, εγνώριζον ότι η Ελλάς ώφειλεν ευγνωμοσύνην προς τον Κρήτα πολιτικόν, όχι μόνον διά το περιεχόμενον της συνθήκης ειρήνης, αλλά και διά την επίσπευσιν της υπογραφής της.
Η Συνθήκη
H Συνθήκη της Λωζάννης, ως ορθώς εχαρακτηρίσθη, ήτο πραγματική συνθήκη ειρήνης και όχι ανακωχή, όπως ήσαν αι άλλαι συνθήκαι που έκλεισαν τον Α' Παγκόσμιον Πόλεμον. Διά της συνθήκης αυτής ετίθετο ουσιαστικόν τέρμα εις τον μακραίωνα αγώνα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων και εδημιουργούντο αι προϋποθέσεις διά την ειρηνικήν συνεργασίαν των δύο λαών. θα εχρειάζετο, φυσικά, μετά την ειρήνην, έντονος προσπάθεια διά να δημιουργηθή το ψυχικόν κλίμα της συνεργασίας.
Αλλ' εκεί εις την μικράν ελοετικήν πόλιν, εδημιουργήθησαν αι αντικειμενικοί προϋποθέσεις της προσεγγίσεως. Ο Ελ. Βενιζέλος είδεν, εις την Μικρασιατικήν Καταστροφήν ότι αι δυνάμεις του Ελληνισμού ήσαν περιωρισμέναι. Με οδηγόν την διαπίστωσιν αυτήν εχειρίσθη το ελληνικόν θέμα κατά την διάσκεψιν της ειρήνης. Η αδιαλλαξία των Αθηνών και οι οπτασιασμοί περί νέας εξορμήσεως τον άφηναν ασυγκίνητο. Διότι εγνώριζεν ότι εις τον Εβρον ο Ελληνισμός είχεν επανεύρει τα όρια αντοχής του. Δι' αυτό πρέπει να θεωρήσωμεν ως βέβαιον ότι ο Βενιζέλος μόνον ως διαπραγματευτικόν όπλον ήθελε τον στρατόν του Έβρου και όχι ως δύναμιν νέας εξορμήσεως. Η Συνθήκη της Λωζάννης εξυπηρέτησε την ελληνικήν υπόθεσιν πολλαπλώς. Προσεγείωσε τους Ελληνας και τους έδωσε τας διαστάσεις, εντός των οποίων ημπορούσαν επωφελώς να κινηθούν. Συνεκέντρωσε τον Ελληνισμόν και το ελληνικόν κράτος απέκτησεν εθνικήν ομοιογένειαν. Διέγραψεν από το πρόγραμμα δράσεως των Ελλήνων την τάσιν δια περιπέτειας. Η Συνθήκη της Λωζάννης ήτο η μόνη συνθήκη που είχεν ουσιαστικόν περιεχόμενον διά την Ελλάδα. Απέδιδε την πραγματικότητα.


ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/2mgxsHx
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.