ΤΑ ΠΗΡΑΜΕ ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ !!!

ΚΩΣΤΑΣ ΨΑΛΤΗΡΑΣ | Ο κοινός πόλεμος των Βαλκανικών Λαών κατά της Τουρκίας άρχισε στις 5(18) Οκτωβρίου 1912. Το μικρούτσικο αλλά ανυπόμονο ηρωικό Μαυροβούνιο άρχισε πρώτο τις εχθροπραξίες. Στις 4 Οκτωβρίου, η Τουρκία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Οι δυο χώρες είχαν επιστρατευθή και συγκέντρωσαν δυνάμεις στα σύνορα τους. Από κοινού με την Ελλάδα έκαναν και διακοίνωσι προς την Υψηλή Πύλη με την οποία ζητούσαν την εξασφάλισι των ομοεθνών του Χριστιανών υποδούλων. Ήταν και η Ελλάς επιστρατευμένη και έτοιμη για πόλεμο. Η Τουρκία έσπευσε να αρχίση τις εχθροπραξίες εναντίον της Βουλγαρίας και της Σερβίας σαν μια προσπάθεια της να αποκόψη την Ελλάδα από την κοινή εναντίον της συμμαχία. Όχι μόνον δεν κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδος αλλά αμέσως φάνηκε πρόθυμη να αναγνώριση την ενσωμάτωση της Κρήτης. Εφοβείτο  κυρίως και δικαίως από τα γεγονότα που επηκολούθησαν  τον Ελληνικό στόλο. Αλλά και ήλπιζε ότι την ύστατη στιγμή η Ελλάς θα παρέμενε ουδετέρα  επειδή είχε προσχωρήσει τελευταία στην Βαλκανική Συμμαχία.
22 Φεβρουαρίου 1913: Ο αρχιστράτηγος διάδοχος Κωνσταντίνος μπαίνει θριαμβευτικά στην πρωτεύουσα της Ηπείρου, αφού ο Στρατός μας σαρώνη τα οχυρά του Μπιζανίου μετά πολιορκία 4 μηνών.
Τελικώς, η Ελλάς που είχε έλθει σε συνεννοήσεις με τις άλλες Βαλκανικές χώρες για κοινή και ταυτόχρονη πολεμική Δράσι και είχε υπογράψει και συνθήκη και αμυντικό στρατιωτικό σύμφωνο με την Βουλγαρία, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Τουρκίας στις 5 Οκτωβρίου 1912. Στην Ελλάδα ο πολεμικός ενθουσιασμός ήταν χωρίς προηγούμενο. Γενική η κινητοποίησις  Πενηντάρηδες στην ηλικία σκάρωναν πλαστά πιστοποιητικά γεννήσεως για να γίνουν δεκτοί σαν εθελοντές. Οι ομογενείς έτρεχαν στη φωνή της πατρίδος και από την μακρυνή Αμερική. Προσφορές σε χρήματα και είδη χρήσιμα στην πολεμική προσπάθεια από κάθε Έλληνα του εσωτερικού και του εξωτερικού. Χαρακτηριστικά του ενθουσιώδους πατριωτισμού των ωραίων εκείνων ημερών τα λόγια που είπε ο Βασιλεύς Γεώργιος Α’ όταν ο Ελληνικός Στόλος απέπλεε με τις ευχές μυριάδων λαού από το Φάληρο: «Δεν σας ζητούμε απλώς να πεθάνετε δια την πατρίδα, Ζητούμε κάτι περισσότερον να νικήσετε». Ο Βενιζέλος που τότε κυβερνούσε παντοδύναμος την Ελλάδα λένε πως είπε στον φίλο του βουλευτή Μαγνησίας Αλέξανδρο Κασσαβέτη  «Στο σπίτι σου, στο Πήλιο καταρτίσθηκε ουσιαστικά η Ελληνοβουλγαρική Συμμαχία και τώρα εξαρτάται από τον Διάδοχο Κωνσταντίνο και τον Ελληνικό Στρατό να πραγματοποιήσουν εκείνα που σου είπα. Τα θυμάσαι;». Ο μεγάλος και τολμηρός πολιτικός ανεφέρετο σ’ ένα αποφασιστικό γεγονός της Βαλκανικής Συμμαχίας. Στη μεσολάβηση του Άγγλου ανταποκριτή των ΤΑΪΜΣ του Λονδίνου στα Βαλκάνια για την υπογραφή της Ελληνοβουλγαρικής συνθήκης. Η μυστηριώδης αυτή παρασκηνιακή φυσιογνωμία συνέβαλε κατά πολύ στην προσέλκυσι των δυο λαών που και λίγο πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους είχαν συγκρουσθή με ανταρτικές μονάδες και ανεπίσημα αλλά και ανελέητα στα Μακεδονικά εδάφη που και οι δυο διεκδικούσαν. Υπήρχαν μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων και άλλα χάσματα όπως οι επίσης πρόσφατες σφαγές σαν της Αγχιάλου. Εθνικές διαφορές κάπως δύσκολα να γεφυρωθούν ακόμη κι εμπρός στην ανάγκη της ενωμένης ισχύος εναντίον κοινού εχθρού. Οι αντιθέσεις αυτές των δυο λαών έκαναν την Βουλγαρία να συνάψη συμμαχία μόνο με την Σερβία με την οποία μάλιστα και μοίρασε προκαταβολικά τα εδάφη που θα αποσπούσαν από την Τουρκία. Λέγεται ότι ο Μπάουτσερ που κυκλοφορούσε σαν δημοσιογράφος και σαν πράκτορας ταυτοχρόνως του Φόρεΐν Όφις  ήταν εκείνος που επληροφόρησε τον Βενιζέλο και για του όρους της υπογραφείσης τον Μάϊο του 1912, μυστικώτατης Συμμαχίας Σερβίας και Βουλγαρίας. Μόνο η Ρωσία γνώριζε το κείμενο της συνθήκης κι ευλογούσε αυτή τη σύμπραξη. Και η τόσο δραστήρια αυστριακή διπλωματία δεν είχε πάρει χαμπάρι. Ο Τσάρος, που κρατούσε και τον ρόλο του πατερούλη των Σλάβων της Βαλκανικής, είχε σ’ αυτούς επενδύση τα παμπάλαια ρωσικά όνειρα επεκτάσεως μέχρι το Αιγαίο, όταν η Αυστρία πήρε κατηγορηματική θέσι αποκρούσεως έστω και με τα όπλα κάθε ρωσικής κινήσεως εναντίον της Τουρκίας. Χαρακτηριστικά γεγονότα της διαμάχης Ρωσίας και Αυστρίας στα Βαλκάνια είναι οι ενέργειες της αυτοκρατορίας των Αψβούργων να προστατεύη ως και εθνότητες οπερέττες σαν του Μαυροβουνίου και της Ιλλυρίας, ακριβώς γιατί επεδίωκε για λογαριασμό της ακόμη και την Θεσσαλονίκη. Και σαν βήμα της πορείας της Αυστρίας προ το Αιγαίο εθεωρείτο και η οριστική προσάρτησις της Ερζεγοβίνης το 1908. Υπήρχε όμως και η Βρεταννική Αυτοκρατορία, ανέκαθεν παίκτης στο ταμπλώ του περίφημου Ανατολικού Ζητήματος, που εκάλυπτε τον χώρο από τα Στενά του Ελλησπόντου ως τον θαλάσσιο δρόμο του Σουέζ προς τις Ινδίες. Η Αγγλική διπλωματία ανέθεσε στον Μπάουτσερ να εισαγάγη στο φιλορωσικό σλαβικό γκρουπ της Βαλκανικής και την Ελλάδα με τους τόσο προσκειμένους της Βασιλέα Γεώργιο και Βενιζέλο. Ταυτοχρόνως επεδίωκε να αποσπάση την Βουλγαρία από το άρμα της Ρωσίας. Φθάνει λοιπόν στην Αθήνα ο Μπάουτσερ με ένα υπόμνημα του βουλγάρου πρωθυπουργού Γείτσες  Ήταν η απάντησι στις κατά καιρούς ελληνικές νύξεις για το αναγκαίο της συνεργασίας των δυό λαών.Ο Βενιζέλος είχε από την εποχή της Επαναστάσεως στο Γουδί προσανατολισθή προς την κατεύθυνσι αυτή αλλά ενέτεινε τις μυστικές προσπάθειες του όταν πληροφορηθεί την Βούλγαρο—Σερβική συμμαχία. Ο Μπάουτσερ του επιβεβαίωσε το τόσο σημαντικό αυτό γεγονός και ο Βενιζέλος φεύγει αμέσως για μιά εβδομάδα στο σπίτι του Κασαβέτη στο Πήλιο, δήθεν να αναπαυθή αλλά στην πραγματικότητα για να πάρη την μεγάλη απόφασι  Απόφασι ιστορική και με ευθύνες τρομερές γιατί η Βουλγαρία δεν δέχεται εκ των προτέρων διανομή εδαφών. Αφού έχη μοιράσει τη Μακεδονία με την Σερβία προσπαθεί να αποφύγη δεσμεύσεις ως προς τις αξιώσεις και του τρίτου συνεταίρου. Μαζί με τον Βενιζέλο πηγαίνει στο Πήλιο και ό Μπάουτσερ. Μένουν μαζί και συχνά απομονώνονται σε πολύωρες συζητήσεις.
Esat Paşa. Ο υπερασπιστής των Ιωαννίνων και ιπποτικός αντίπαλος του ελληνικού στρατού στον αγώνα της Ηπείρου.

Ιστορικοί θεωρούν αποφασιστική την συμβολή του δραστήριου δημοσιογράφου Μπάουτσερ στην είσοδο της Ελλάδος στη Βαλκανική Συμμαχία, διότι έκανε να ωριμάσουν τα έξης κοινά σημεία που οδηγούσαν προς την πολεμική σύμπραξι όλων των Βαλκανίων. Η ΕΛΛΑΣ δεν μπορούσε να κάνη αλλιώς παρά να δεχθή να μετάσχη χωρίς όρους στην διανομή εδαφών επειδή κατά την σύγκρουσι που θα επακολουθούσε ή θα νικούσε η Τουρκία οπότε θα εθάπτοντο τα εθνικά μας όνειρα ή θα νικούσαν Σερβία και Βουλγαρία που θα προσαρτούσαν τα εδάφη που κατοικούντο από Έλληνες. Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ, καθώς και η Σερβία, εχρειάζοντο την συμμετοχήν της Ελλάδος στον πόλεμο γιατί ο στόλος της θα παρεμπόδιζε, την μεταφορά τουρκικού στρατού από την Μικρά Ασία. Επίσης θα απασχολούσε Τουρκικές δυνάμεις στην Θεσσαλία και Ήπειρο  Όσο για τα εδάφη που θα κατελάμβανε ο μικρός σε αριθμητική σύγκρίσι με τους δικούς τους ελληνικός στρατός τα θεωρούσαν μηδαμινά. Οι Έλληνες δεν θα τα κατάφερναν όπως υπολόγιζαν να προχωρήσουν πέρα από το Σαραντάπορο και τα Ιωάννινα. Οι λογαριασμοί των ήταν πως η Ελλάς θα ήταν ενθουσιασμένη αν θα κατάφερνε να ενσωμάτωση εδάφη περί την Ελασσόνα και στην Ήπειρο  την Κρήτη και μερικά νησιά του Αιγαίου. Την μεγάλη απόφασι της προσχωρήσεως στη Βαλκανική Συμμαχία έστω και χωρίς την προκαταβολική διανομή εδαφών την πήρε ο Βενιζέλος στο Πήλιο απ’ όπου ο Μπάουτσερ ανεχώρησε κατ’ ευθείαν για τη Σόφια. Εκείνες τις ημέρες ο Βενιζέλος σε μιά στιγμή ευφορίας αφού σιγοτραγούδησε μιά κρητική μαντινάδα ατενίζοντας το Αιγαίο, είπε στον φίλο του βουλευτή Κασαβέτη: «Ελπίζω να πάνε καλά τα πράγματα. Ποιος ξέρει αν ο Κωνσταντίνος δεν είναι ο τυχερός που θα μπή στην Πόλη». Τη συνομιλία του αυτή στο μπαλκόνι ενός αρχοντικού της Ζαγοράς ξαναθυμήθηκε ο Βενιζέλος όταν ο Στρατός μας εξορμούσε προς την Μακεδονία και ο Στόλος μας έπλεε προς τις βάσεις του στο Βόρειο Αιγαίο. Το Σύμφωνο Ελλάδος — Βουλγαρίας υπεγράφη στις 16 Μαΐου 1912 και ακολούθησε και στρατιωτική συμφωνία την οποία υπέγραψε ό λοχαγός, τότε Ιωάννης Μεταξάς. Οι συμφωνίες, αυτές όπως και η Σερβοβουλγαρική συνθήκη Έμειναν μυστικές μέχρι, που εκηρύχθη ο πόλεμος στον οποίο παρέταξαν: 350.000 άνδρες και 720 πυροβόλα η Βουλγαρία, 260.000 άνδρες και 500 πυροβόλα η Σερβία, 120.000 άνδρες και 180 πυροβόλα η Ελλάς και 35.000 άνδρες τό Μαυροβούνιο. Οι κύριες δυνάμεις του ελληνικού στρατού είχαν συγκεντρωθή στην περιοχή Θεσσαλίας — Μακεδονίας όπου και το θέατρον του πολέμου». Στις 7 Οκτωβρίου κατελήφθη η Ελασσόνα, και στις 9 εξεπορθήθησαν τα Στενά του Σαραντοπόρου  Επηκολούθησε (10—13 Οκτωβρίου) η κατάληψις των Σερβίων, Κοζάνης, Γρεβενών, Βέροιας, Γρίμποβου, Φιλιππιάδος καθώς και της Κατερίνης την 15 Οκτωβρίου. Ελληνικές δυνάμεις είχαν φθάσει και σε περιοχές της Ηπείρου από την Θεσσαλία και Μακεδονία. Ο αρχιστράτηγος Διάδοχος Κωνσταντίνος θέλησε να στραφή προς την περιοχή Μοναστηρίου η κυρία επιθετική ενέργεια του στρατού μας. Ξεκινούσε με την αρχή της εξουδετερώσεως των πλέον ισχυρών εχθρικών δυνάμεων των συγκεντρωμένων στην περιοχή Μοναστηρίου. Η κίνησις αυτή θα επέτρεπε την κύκλωσι και των Ιωαννίνων από Βορρά. Ο Βενιζέλος επέμεινε να επιδιωχθή πρώτα η κατάληψις της Θεσσαλονίκης προς την οποία έσπευδαν οι Βούλγαροι. Στις συμφωνίες με του Βαλκανικούς Συμμάχους δεν περιελαμβάνετο η διανομή εδαφών και ο Βενιζέλος ορθά είχε προβλέψει ότι αποφασιστικό ατού στις συνθήκες ειρήνης θα ήταν τα κατεχόμενα εδάφη στα οποία έπρεπε να περιλαμβάνεται και η Θεσσαλονίκη. Τελικά ο Κωνσταντίνος κατόπιν μεγάλης πιέσεως του Βενιζέλου εστράφη προς Θεσσαλονίκην μετά την νίκη στα Γιαννιτσά και την κατέλαβε την 26η Οκτωβρίου 1912. Ο στρατός μας της Μακεδονίας επραγματοποίησε και άλλες νικηφόρες προελάσεις και απελευθέρωσε την Φλώρινα και την Κορυτσά καθώς και την Καστοριά. Στο Μέτωπο της Ηπείρου είχαν από την αρχή του πολέμου διατεθή ασθενείς δυνάμεις υπό τον αντιστράτηγο Σαπουντζάκη  Ήταν 8 τάγματα πεζικού και Ευζώνων, 3 μοίρες πυροβολικού, 1 ίλη ιππικού και διάφοροι βοηθητικοί σχηματισμοί συνολικής δυνάμεως 6.000 ανδρών. Παρ’ όλον ότι οι Τούρκοι διέθετον υπερδιπλάσιες δυνάμεις οι Ελληνικές μονάδες που είχαν αποστολή να τηρήσουν αμυντική στάσι ανέλαβαν επιθετικές ενέργειες με γενική κατεύθυνσι τα Ιωάννινα. Διέβησαν τόν Άραχθο που ήταν η οροθετική γραμμή και κατέλαβαν την Φιλιππιάδα στις 13 Οκτωβρίου και την Πρέβεζα στις 21 μετά την μάχη της Νικοπόλεως. Μετά την αποκοπή των Τουρκικών δυνάμεων των Ιωαννίνων από το λιμάνι εφοδιασμού των, την Πρέβεζα, οι Ελληvικές δυνάμεις εστράφησαν προς Βορράν και ύστερα από σκληρούς αγώνες έφθασαν στα Πέντε Πηγάδια στις 25 Οκτωβρίου.
Μια ιστορική στιγμή. Ο ελληνικός στρατός παρελαύνει στους δρόμους των Ιωαννίνων μετά την νίκη.

Ενισχύθηκε ο Στρατός της Ηπείρου με την II Μεραρχία του στρατηγού Καλλάρη από την Θεσσαλονίκη και ενήργησε νέες επιθέσεις. Μετά την νίκη της Αετορράχης η οποία κατελήφθη στις 29 Νοεμβρίου μαζί με τα υψώματα Πεστών και Θεριακώσου  ο ελληνικός στρατός έφθασε στα νότια της πεδιάδος των Ιωαννίνων. Δεν μπορούσε όμως να συνεχίση την προέλασι  διότι η περιοχή ήταν ισχυρό ωχυρωμένη  με πυροβόλα μεγάλου διαμετρήματος. Εν τω μεταξύ, οι άλλοι τρεις συνεμπόλεμοι, πιεζόμενοι από τις μεγάλες δυνάμεις και ιδίως από την Αυστροουγγαρία και την Ρωσία υπέγραψαν ανακωχή με την Τουρκία στις 20 Νοεμβρίου 1912 αφού κατέλαβαν διάφορες περιοχές που τους ενδιέφεραν στην Μακεδονία και στην Θράκη. Η Ελλάς όμως συνέχισε την εκστρατεία στην Ήπειρο, γιατί, δεν μπορούσε να εγκατάλειψη τα Γιάννενα. Στον τομέα γύρω από τα Ιωάννινα εξακολουθούσε η στασιμότης παρ’ όλο ότι οι εκεί ελληνικές δυνάμεις ενισχύθησαν με την 4η Μεραρχία το τρίτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου και την 6η μεραρχία τις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου. Νέες ελληνικές επιθέσεις δεν επέτυχαν να εξαρθρώσουν τις ισχυρά ωχυρωμένες Τουρκικές τοποθεσίες σε υψώματα γύρω από τα Ιωάννινα.
Ένας ποιητής νεκρός.

Το πλέον σημαντικό οχυρό ήταν το Μπιζάνι στον δρόμο προς τα Ιωάννινα από την Πρέβεζα. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν εδαφικές επιτυχίες αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να περισφίξουν περισσότερο τα Ιωάννινα. Ένας από τους νεκρούς των σκληρών μαχών των ημερών εκείνων ήταν ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης. Ήταν λοχαγός του εθελοντικού σώματος των «Ερυθροχιτώνων» του Ρώμα που πολεμούσε μαζί με το επίσης εθελοντικό σώμα του Ρ. Γαριβάλδη  Ο Μαβίλης τραυματίας του άτυχου πολέμου του 1897 και πολεμιστής στις Κρητικές Επαναστάσεις είχε εκλεγή και βουλευτής. Εζήτησε να καταταγή εθελοντής στον Ελληνικό στρατό αλλά δεν έγινε δεκτός γιατί ήταν ηλικίας 53 ετών. Κατετάγη στο σώμα του Ρώμα ο οποίος και τον έπεισε να δεχθή τον βαθμό του λοχαγού αν και ο ποιητής ζητούσε να παραμείνη απλός στρατιώτης. Έπεσε στη μάχη του Δρίσκου στις 28 Νοεμβρίου 1912.
Ο Κωνσταντίνος στην Ήπειρο.

Η Αρχηγία της Στρατιάς Ηπείρου ανετέθη στις 28 Δεκεμβρίου στον Διάδοχο Κωνσταντίνο ο οποίος έφθασε στην Ήπειρο και εγκατέστησε το στρατηγείο του στην Φιλιππιάδα στις 10 Ιανουαρίου. Αμέσως εξέδωκε την ακόλουθη διαταγή: «Πρός άπαντα τα σώματα και υπηρεσίες. Αφιχθείς σήμερον εν Φιλιππιάδα  αναλαμβάνω την διοίκησιν απάντων των στρατευμάτων άτινα θέλουσι απευθύνονται από σήμερον προς εμέ. Εν Φιλιππιάδα τη 10/1/ 13. Κωνσταντίνος Διάδοχος». Κατόπιν τούτου η Στρατιά Ηπείρου διέταξε όπως την 11η Ιανουαρίου οι διάφορες στρατιωτικές μονάδες παραμείνουν στις θέσεις των και αναμείνουν τις διαταγές του Γενικού Στρατηγείου του Κωνσταντίνου. Ο Διάδοχος έθεσε σαν πρωταρχική επιδίωξί του την εκπόρθησι του Μπιζανίου με διαταγή του της 11ης Ιανουαρίου 1913 στην οποία αναφέρετο: Ο εχθρός κατέχει διά των κυρίων αυτού δυνάμεων την οχυρωμένην τοποθεσίαν Μπιζάνι. Εχθρικά πυροβολεία υπάρχουσι προσέτι επί των θέσεων Κηστρίτσα  Κατσίκα, Αγιος Νικόλαος, Δουργούτι και Ποροβίτσα  Επίσης εχθρικαί δυνάμεις υπάρχουσι παρά την Μανωλιάσσαν. Η πρόθεσίς μου είναι όπως, κατόπιν κατάλληλου συγκεντρώσεως της στρατιάς, επιτεθώ αποφασιστικώς και εν λίαν προσεχή χρόνο, κατά της ωχυρωμένης τοποθεσίας Μπιζάνι... Το πυροβολικόν της Στρατιάς ν’ απασχόληση αύριον τον εχθρόν διά των πυρών αυτού βάλλουν μόνον εφ’ όσον παρατηρή τούτο κίνησιν επί των εχθρικών θέσεων η αν ο εχθρός βάλλη... Το φρουριακό συγκρότημα των Ιωαννίνων είχε οχυρωθή από το 1910 με σχέδια του ευρισκομένου στην υπηρεσία των Τούρκων Γερμανού στρατηγού Φον ντερ Γκόλτς  Άμυνα κυκλικής προς όλες τις κατευθύνσεις της οποίας το βασικόν οχυρόν ήτο το Μπιζάνι, ο ορεινός όγκος που κλείνει από τον νότο την πεδιάδα των Ιωαννίνων και παρεμποδίζει τις από Πρέβεζα και Πέντε Πηγάδια κατευθύνσεις προσπελάσεως. Οι βορείως του Μπιζανίου και μεταξύ τούτου και του όρους Μητσικέλι διαβάσεις εφυλάσσοντο από το οχυρό Καστρίτσας. Δυτικά των Ιωαννίνων μια γραμμή οχυρών στα υψώματα της Σαδοβίτσας και από εκεί προς νότον μέχρι το ύψωμα Δουργούτι από όπου τα πυρά συνοδεύονται με τα πυρά του Μπιζανίου. Συγκροτήματα πυροβολείων στο νησί της λίμνης και στο Πέραμα εκάλυπταν την βόρεια περιοχή. Ωχυρωμένες θέσεις υπήρχαν και στα υψώματα Τσούκας, Μανωλιάσσας και Αγίου Νικολάου. Τον Ιανουάριο οι αμυνόμενοι στα Ιωάννινα, υπό τον Εσάτ Πασά και τον Βιπ Μπέη, Τούρκοι όπως είχαν ενισχυθή με δυνάμεις που συνεπτύχθησαν από το Σερβικό μέτωπο ανήρχοντο σε 40.000 άνδρες μετά 108 πυροβόλων. Εξηκολούθησαν οι μετακινήσεις των ελληνικών δυνάμεων που ελάμβαναν θέσεις για την μεγάλη Εξόρμησι καθώς και σκληρές τοπικές συγκρούσεις με συνεχείς κανονιοβολισμούς εκατέρωθεν όταν Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος απηύθυνε προτάσεις παραδόσεως προς τον στρατηγόν Εσάτ Πασά τον διοικητή των τουρκικών δυνάμεων των Ιωαννίνων. Το κείμενο της επιστολής το παραθέτομε αυτούσιον γιατί περιέχει και ιπποτικής μορφής φιλοφρονήσεις, όπως εσυνηθίζετο τότε μεταξύ των στρατιωτικών ηγετών. Εγραψεν ο Κωνσταντίνος προς τον Εσάτ Πασά. Προς τον διοικητήν του Οθωμανικού στρατού Ιωαννίνων Εσάτ Πασάν  Εξοχώτατε! Προσφεύγον εις υμάς, εν ονόματι της ανθρωπότητας και του πολιτισμού, προ της τελικής εφόδου, όπως αποφευχθή η αιματοχυσία πολλών ηρώων και όπως περιφρουρηθή η πόλις έκ καταστροφής, ην θα φέρη μάχη εις τάς πύλας ταύτης. Ο εν Κορυτσά Στρατός μου αφαιρεί κάθε ελπίδα διαφυγής σας εκ της τελικής αιχμαλωσίας. Αφ’ ετέρου ασφαλώς γνωρίζετε, ότι η οθωμανική κυβέρνησις  από της ενάρξεως των συζητήσεων εν Λονδίνω δια την σύναψιν της ειρήνης, παρητήθη των εδαφών των περιλαμβανομένων από της Θράκης μέχρι του Αδριατικού Πελάγους και ως εκ τούτου δεν βλέπω τον λόγον δι’ επιμονήν εις άμυναν της πόλεως. Εάν πρόκειται δια την τιμήν και δόξαν των οπλων σας, είμαι έτοιμος εν περιπτώσει παραδόσεως της πόλεως εις τον Στρατόν μου προ της οριστικής εφόδου, να επιτρέψω εις τον Στρατόν Σας να εξέλθη της πόλεως με όλην την πολεμικήν τιμήν και δόξαν και με τα όπλα και στρατιωτικά του είδη και να μεταφερθή εις κατάλληλόν σημείον. Συγχρόνως εγγυώμαι ότι θα επιδειχθή σεβασμός προς θρησκείαν  ζωήν, τιμήν και περιουσίαν των Μουσουλμάνων. Είναι μάταια η επιμονή της διατηρήσεως των Ιωαννίνων μέχρι της ειρήνης, με την ελπίδα ότι αυτή θα είναι προσεχής. Κατά τας πληροφορίας μου, αι διαπραγματεύσεις διέκοψαν  τα δε τελευταία γεγονότα της Κων/λεως δεν επιτρέπουσι να υποθέσει τις και να ελπίζη, ότι η σύναψις και η υπογραφή της ειρήνης θα είναι προσεχής. Ο στρατός Σας, παρά την ανδρείαν και το θάρρος, είναι ασφαλώς καταδικασμένος εις αιχμαλωσίαν ή καταστροφήν  Η απώλεια των Ιωαννίνων δεν είναι δυνατόν να σας παράσχη ευθύνας  διότι η Κυβέρνησίς Σας έχει παραιτηθή της χώρας ταύτης, κατά πάντα τρόπον. Εγώ δ’ έχω την στερεάν απόφασιν και την επιθυμίαν να καταλάβω οπωσδήποτε τα Ιωάννινα. Εάν η Υμετέρα εξοχότης δέχεται κατ’ αρχήν τας προτάσεις μου, παρακαλώ, όπως μοί απαντήση δι’ αξιωματικού ερχομένου εις τας προφυλακάς μου διά της μεγάλης οδού. Παρακαλώ όπως δεχθήτε την έκφρασιν της εκτιμήσεως μου. Εξοχώτατε Πασά. Αρχηγός της Στρατιάς Μακεδονίας και Ηπείρου. Κωνσταντίνος, δούξ της Σπάρτης». Έλλην αξιωματικός με δυο στρατιώτες και με την λευκή σημαία του κήρυκος επλησίασαν τις τουρκικές προφυλακές του Μπιζανίου. Τούρκος αξιωματικός παρέλαβε την συντεταγμένη στη γαλλική γλώσσα επιστολή. Ο Εσάτ Πασάς προς στιγμήν εσκέφθη να ζητήση ανακωχή μέχρις ότου αποφανθή η Τουρκική Κυβέρνησις επί της προτάσεως διότι ο πολιορκούμενος στρατός του υπέφερε και από έλλειψι τροφίμων. Κάθε Τούρκος στρατιώτης ελάμβανε μερίδα 200 γραμμαρίων άρτου ημερησίως. Συνεφώνησαν μαζί του και άλλοι Τούρκοι στρατηγοί, αλλά ο διοικητής της Δυτικής Στρατιάς Αλή Ριζά Πασάς διέταξεν ότι ουδεμία συζήτησις επί των προτάσεων αυτών επιτρέπεται. Έτσι ό ΕΣΑΤ Πασάς έστειλε στον Κωνσταντίνο στις 18 Ιανουαρίου την εξής απάντησι: Προς τον Αρχηγόν του Ελλ  στρατού Δούκα της Σπάρτης Κωνσταντίνον. Υψηλότατε πρίγκιψ  Τας εν ονόματι της ανθρωπότητας και του πολιτισμού γενομένας προτάσεις της Υμετ  Υψηλότητος ανέγνωσα μετά της αυτής σοβαρότητας και λεπτότητος και μετά πλήρους Σεβασμού. Αναφέρω ότι διαθέτομε τα απαιτούμενα μέσα συν Θεώ διά την άμυναν των Ιωαννίνων κατά πάσης ενεργείας του θαρραλέου Στρατού σας. Σας ευχαριστώ ιδιαιτέρως, διότι πιστεύετε, ότι θα επιμείνω μέχρι του τελευταίου ανδρός και του τελευταίου βλήματος εις την εκτέλεσιν του καθήκοντος, όπερ επιβάλλει εις τους υπερασπιστάς ενός Φρουρίου η Στρατιωτική τιμή και το Στρατιωτικόν γόητρον. Αλλά, όπως η Υμετ  Υψηλότης, ούτω και εγώ ανέλαβον καθήκον και εχω σταθεράν απόφασιν να το εκτελέσω και το εκπληρώσω πάση θυσία. Είναι τιμή δι’ εμέ να συνεχίσω τον πόλεμον μέχρι τέλους με τον γενναίον Στρατόν σας. Διά το χυθέν και χυνόμενον αίμα ο πολιτισμός και ο ανθρωπισμός δεν θα επικρίνη Εμέ και τον Στρατόν μου. Το δίκαιον και η δικαιοσύνη θα καταλογίσωσι ταύτην είς του υπαιτίους του πολέμου. Σας ευχαριστώ διά την ευγενή σας λεπτότητα και Σας παρακαλώ να δεχθήτε την έκφρασιν του Σεβασμού μου. Αρχηγός Στρατού Ιωαννίνων ΕΣΑΤ ΠΑΣΑΣ
Ο στρατηγός-διοικητής του Ελληνικού Στρατού της Ηπείρου αντιστράτηγος Κ. Σαπουντζάκης, οι αξιωματικοί του και η γυναίκα του Γάλλου ανταποκριτού κυρία Λεν εξετάζουν ένα κανόνι των 105.

Μέχρις ότου αναλάβη την αρχηγία του στρατού της Ηπείρου ο Κωνσταντίνος οι ελληνικές επιθέσεις είχαν κέντρο βάρους το δεξιό της Ελληνικής παρατάξεως. Ο τομέας αυτός εξυπηρετείτο καλύτερα από τις συγκοινωνίες εκ του Νότου και συνεδέετο διά του Μετσόβου με το κύριο θέατρο των επιχειρήσεων κατά των Τούρκων. Από το αριστερό δεν εγένοντο σοβαρές επιθετικές ενέργειες διότι το έδαφος ήτο πολύ δύσβατο και επειδή σε περίπτωσι αποτυχίας θα εκινδύνευαν οι συγκοινωνίες από τον Νότο. Ο Κωνσταντίνος από την πρώτη ημέρα που έφθασε στην Ήπειρο προσανατολίσθηκε στην εγκατάλειψι αυτής της τακτικής. Οι επιθετικές ενέργειες αναγνωρίσεως που διέταξε απέδειξαν ακριβώς ότι στον τομέα αυτόν η Τουρκική άμυνα ήτο ασθενής. Διεπιστώθη επίσης ότι οι συγκοινωνιακές δυσκολίες δια την συγκέντρωσιν εφοδίων στο αριστερό της Ελληνικής παρατάξεως δεν ήταν ανυπέρβλητες. Κατεστρώθη σχέδιον βάσει της στρατηγικής αρχής του κτυπήματος του ασθενούς σημείου εκ του ισχυρού. Η κυρία επιθετική ενέργεια θα γινόταν από το αριστερό της παρατάςεώς μας. Ό Κωνσταντίνος εξέδωσε τις απαραίτητες διαταγές για την εφαρμογή του γενικού σχεδίου που προέβλεπε σε γενικές γραμμές:
Τα γαλλικής κατασκευής ελληνικά δίπλανα FARMAN στο πρόχειρο αεροδρόμιο της Νικοπόλεως.

Επιδεικτική κίνησι για την καθήλωσι του εχθρού στο δεξιό. Αποφασιστική επιθετική ενέργεια από τό αριστερό. Συγχρόνως η ιδέα αυτή ενεργείας θα επλαισιούτο από δευτερεύουσες επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα με επιθέσεις από Μέτσοβο προς Δρίσκο, από Φούρκα προς από Μεσογέφυρα και από επιδεικτική απόπειρα αποβάσεως στους Αγίους Σαράντα. Οι διάφορες μονάδες πήραν την εξής διάταξι για την εφαρμογή του σχεδίου: Η 3η και η 6η μεραρχίες καθώς και το απόσπασμα Μπαμπακιάζει υπό των αντιστράτηγον Κ. Συμπαντικών θα ενεργούσε ανατολικά της οδού Πρεβέζης Ιωαννίνων με αντικειμενικό σκοπό να καθήλωση τον εχθρό και να τον απασχολήση ώστε να μη μεταφέρη ενισχύσεις στον τομέα της κυρίας επιθέσεως. Το Β' τμήμα της Στρατιάς υπό τον αντιστράτηγο Μοσχόπουλο θα ενεργούσε επίθεσι δυτικώς της οδού προς τα Ιωάννινα. Διέθετε 23 τάγματα πεζικού καί 24 πυροβόλα. Θα προσέβαλε αιφνιδιαστικά τα υψώματα Τσούκας και Αγίου Νικολάου. Η 2α μεραρχία ιππαστί επί της οδού Πρεβέζης Ιωαννίνων θα εξασφάλιζε την σύνδεσι μεταξύ των δύο τμημάτων της Στρατιάς. Την 19 Φεβρουαρίου έγιναν προπαρασκευαστικές βολές πυροβολικού και μετακινήσεις δευτερευουσών βοηθητικών μονάδων και την 20 Φεβρουαρίου εξεδηλώθη η μεγάλη επίθεσις κάτω από σφοδρότατο κανονιοβολισμό. Τις δυό μέρες ερρίφθησαν 10.000 οβίδες από τα ελληνικά πυροβόλα του Δυτικού τομέως  Τρεις φάλαγγες ώρμησαν προς Τσούκα και Αγιον Νικόλαον και στο τέλος της ημέρας πλήρης ήταν η επιτυχία. Η πρώτη φάλαγξ προχώρησε Δυτικά του Μπιζανίου η τρίτη φάλαγξ προς Βορράν των υψωμάτων Δουρούτι  και στη Ραψίστα η δευτέρα φάλαγξ που μια προκεχωρημένη αιχμή της υπό του ταγματάρχου Βελισσαρίου είχε προωθηθή μέχρι τις παρυφές της πόλεως των Ιωαννίνων. Έχει φθάσει στον Αγιο Ιωάννη Μπουνίλα ένα χιλιόμετρο από την πόλι  Μετά την κατ' αυτόν τον τρόπον διάσπασιν της αμυντικής γραμμής καΙ κύκλωσι του βασικού οχυρού Μπιζανίου ο Εσάτ Πασάς έκρινεν ότι κάθε άμυνα δεν θα ήτο παρά άσκοπη αιματοχυσία. Συναντά τον μητροπολίτη Ιωαννίνων Γερβάσιον και συζητεί τον τρόπο που θα γίνη γνωστό στο Ελληνικό Στρατηγείο η παράδοσις του Τούρκικου στρατούΈλληνες. Στις 10 το βράδυ ένα αυτοκίνητο με πολλά φώτα κατευθύνεται προς την προκεχωρημένη μονάδα. Οι ελληνικές προφυλακές αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται περί πρεσβείας και δεν πυροβολούν. Αλτ φωνάζουν οι Έλληνες στρατιώτες και ο επιβαίνων του αυτοκινήτου πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων εξηγεί. Έχει μαζί του δυο Τούρκους αξιωματικούς που κομίζουν το έγγραφο της παραδόσεως της φρουράς των Ιωαννίνων. Ο ταγματάρχης Βελισσαρίου τους παραλαμβάνει και με το αυτοκίνητο των τους οδηγεί στο στρατηγείο. Δεν αργεί να εκδοθή — και διαβιβασθή αμέσως τηλεφωνικώς η ιστορική διαταγή: «Χάνι Εμίν Αγά 21 Φεβρ  1913, ώρα 5,30 πρωίας, προς απάσας τας Μεραρχίας και 1ον και 2ον τμήματα Στρατιάς. Ο Τουρκικός στρατός παρεδόθη αιχμάλωτος πολέμου άνευ όρων. Τα τμήματα τα εχθρικά θα υψώσωσι λευκήν σημαίαν. Αι Μεραρχίαι θα λάβωσι τας εκδιδομένας διαταγάς αμέσως. Κωνσταντίνος Διάδοχος». Με άλλη διαταγή που εξεδόθη αμέσως καθωρίζοντο τα της συναθροίσεως των αιχμαλώτων και ότι μόνον το Σύνταγμα ιππικού  καμμιά άλλη μονάδα, θα εισέλθη στα Ιωάννινα. Το κανονίδι που είχε αρχίσει πάλι με σφοδρότητα την 5ην πρωινήν κατέπαυσε την 5,30'. Ο σφοδρός αγώνας γύρω από το θρυλικό Μπιζάνι όπου εκυμάτιζαν πλέον οι λευκές σημαίες της άνευ όρων παραδόσεως, είχε τελειώσει. Οι Έλληνες των Ιωαννίνων απεδέχθησαν με δάκρυα χαράς τους Ευζώνους. Το Σύνταγμα ιππικού του Πιερράκου Μαυρομιχάλη εισήλθε στην πόλι την 11ην πρωϊνήν ώραν της 21 Φεβρουαρίου 1913, μαζί με τον πρώτον Έλληνα στρατιωτικό διοικητή της πόλεως τον υποστράτηγο Σούτσο, τον τελευταίο Έλληνα πρόξενο, Άγγελο Φορέστη  Ύψωσαν στο Διοικητήριο την Ελληνική σημαία που ευλόγησε ο μητροπολίτης Γερβάσιος. Πυκνές περιπολίες ιππέων περιέτρεχαν την πόλι αλλά κανένα επεισόδιο δεν σημειωθεί με τους Τούρκους πού όλοι εδέχθησαν την διαταγή της παραδόσεως. Υπεγράφη και το πρωτόκολλο της παραδόσεως με τον Τούρκο διοικητή της οχυράς θέσεως. Εκ μέρους του Ελληνικού στρατηγείου υπέγραψαν δυο λοχαγοί ένας από τους οποίους ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς. Οι παραδοθέντες Τούρκοι ήσαν 33.000 άνδρες εκ των οποίων 1.000 περίπου αξιωματικοί. Ανάμεσα στο πολεμικό υλικό που παρεδόθη στην κατάστασι που ευρίσκετο σύμφωνα με το πρωτόκολλο περιελαμβάνοντο και 108 πυροβόλα. Οι Ελληνικές απώλειες κατά την τελευταία αυτή αποφασιστική επίθεσι ήσαν σχετικά μικρές. Περίπου 300 άνδρες εκτός μάχης. Μεταξύ των φονευθέντων και δυό κατώτεροι αξιωματικοί, ένας μόνιμος και ένας έφεδρος. Υπήρχαν όμως και απώλειες κατά την πεντάμηνο πολιορκία των Ιωαννίνων. Πίνακας των απωλειών κατά τις μάχες στην Ήπειρο γύρω από την 13 Ιανουαρίου αναφέρει 212 νεκρούς και 1.499 τραυματίες. Οι απώλειες των Τούρκων ήσαν κατά πολύ μεγαλύτερες. Αναφορά του Εσάτ Πασά σημείωσε ότι μεταξύ 7-15 Ιανουαρίου. Οι απώλειες των Τούρκων ανήλθαν σε 200 αξιωματικούς νεκρούς και τραυματίες και 6.000 οπλίτες και οι αγνοούμενοι (αιχμάλωτοι και λιποτάκτες) σε 3.000. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος εισήλθε θριαμβευτικά στα 'Ιωάννινα που εκπόρθησε, συνοδευόμενος από το στρατηγείο του, στις 22 Φεβρουαρίου. Εξέδωσε την εξής πανηγυρική διαταγή: «Γενικόν Στρατηγείον  Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώται  Η άλωσις του φρουρίου των Ιωαννίνων προσέθεσεν ακόμη μίαν περίλαμπρον νίκην εις τα ένδοξα κατορθώματα σας. Αφού διεσχίσατε την Μακεδονίαν ολόκληρον  ηλώσατε προς επισφράγισιν των κατορθωμάτων σας τούτων και φρούριο  όπερ εθεωρείτο απόρθητον  Αι μεγάλαι στερήσεις και κακουχίαι τας οποίας μετά τοσαύτης καρτερίας υπέστητε  αμιλλώντα προς την ανδρείαν σας. Εις τα μακεδονικά σας τρόπαια προσθέσατε νέα τοιαύτα. Πλέον των 100 πυροβόλων και μία ακόμη στρατιά με τους στρατηγούς της και το Επιτελείον της, τας σημαίας, και όλα τα εφόδιά της ευρίσκονται αιχμάλωτοι υπό την κυριαρχίαν σας. Αι σημαίαι σας εκκολαπτόσουν με νέαν δόξαν. Ολόκληρον το έθνος θαυμάζει το κατόρθωμα σας εγώ δέ, υπερήφανος, διότι ηγούμαι τοιούτου στρατού  σας εκφράζω την πλήρη ευαρέσκειάν μου. Κωνσταντίνος Διάδοχος». Με την κατάληψι των Ιωαννίνων έληξε ουσιαστικά και κατά τον πλέον θριαμβευτικό τρόπο ο πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος.

ΚΩΣΤΑΣ ΨΑΛΤΗΡΑΣ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΣΑΣ
ΑΘΗΝΑ
1971


from ανεμουριον https://ift.tt/2nyJahi
via IFTTT
Από το Blogger.