ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΛΑΦΑΣ

Μας υποδέχτηκε στην είσοδο του σπιτιού του, σ’ έναν ήσυχο δρόμο στο Χαλάνδρι. Είναι μια μονοκατοικία λιτή αλλά ξεχωριστή, ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Ο Κώστας Μπαλάφας μένει εδώ από το 1951. Μας άνοιξε την πόρτα, μας καλοδέχτηκε, και η γυναίκα του, η κυρία Ευαγγελία, μια γλυκύτατη και διακριτική οικοδέσποινα, τράταρε τον καφέ σ’ εκείνα τα λεπτοκαμωμένα πορσελάνινα φλιτζανάκια, σαν από δαντέλα. Το δωμάτιο όπου καθίσαμε είναι γεμάτο από έργα ανθρώπων. Τα δικά του και άλλων. Πήλινα, κεραμικά, κεντητά, ζωγραφική, ξυλόγλυπτα και πολλά βιβλία - απ’ όλη την Ελλάδα, απ’ όλη τη διαδρομή του. Δεσπόζουν μερικές από τις δικές του φωτογραφίες, οι πιο αγαπημένες του. Σ’ ένα τοίχο είναι ο ίδιος, νέος, στα χρόνια της μεγάλης δράσης, με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι, αποθανατισμένος από τον συνάδελφό του Τάκη Τλούπα. Είχε τέτοια βροχή εκείνη τη μέρα που είχε βραχεί και η γλώσσα μας, θυμάται. Η συζήτηση ξεκινάει εύκολα, αφού το έργο και ο δημιουργός βρίσκονται δίπλα-δίπλα, απέναντι μας. Λίγες ημέρες πριν, αυτό το έργο, 15 χιλ. αρνητικά από το 1939 ώς το 2000, το δώρισε (γιατί ο Κώστας Μπαλάφας δεν πούλησε ποτέ καμία φωτογραφία του) στο Μουσείο Μπενάκη.
Πάντα εστιάζατε στα πρόσωπα. Τι βλέπατε στα πρόσωπα των ανθρώπων;

Στο πρόσωπο του κάθε ανθρώπου είναι σκαμμένη η ζωή του. Αν είσαι άνθρωπος της βιοπάλης ή του καθημερινού μόχθου, γραφιάς ή επαγγελματίας, όλα αυτά που πέρασες εικονίζονται, άθελά σου, στο πρόσωπο. Επιδιώκω λοιπόν μια αμεσότητα με το πρόσωπο της φωτογραφίας, με το θέμα, δεν φωτογραφίζω στην τύχη. Τις φωτογραφίες τις φέρνω πρώτα στο νου και την καρδιά. Και αφού καταλάβω και συζητήσω με το μοντέλο μου και το φέρω ακριβώς στα ενδιαφέροντά του και πάρω την όψη που θέλω, τότε αρχίζω και φωτογραφίζω.

Λέγατε στους ανθρώπους πώς να στηθούν;

Καθόλου. Τότε το χάνεις. Βλέπετε αυτή τη γυναίκα; (Μας δείχνει μια γνωστή του φωτογραφία) Είχα πάει πέντε χιλιόμετρα μακριά από το σημείο που την είδα και έβλεπα το τοπίο που ταίριαζε να την φωτογραφίσω, για να πετύχω το δέσιμο της φιγούρας με το χώρο. Κανόνιζα να είναι το φόντο τέτοιο ώστε να μπορεί να προσθέσει στην έκφραση. Αυτή η ομίχλη του τοπίου ήταν και στο μυαλό της! Τι θα γίνει, θα βρει δουλειά; Πού θα μείνει; Η γυναίκα συνέχιζε να περπατάει στο δρόμο της. Ολα αυτά το 1958, όταν γινόταν το υδροηλεκτρικό φράγμα του Αχελώου...
Και με τον κινηματογράφο όμως ασχοληθήκατε.

Ξέρετε, εκεί που σταματάει η φωτογραφία αρχίζει ο κινηματογράφος. Μέσα στην εικόνα μπαίνει ο ήχος, η μουσική, δίνει μια άλλη διάσταση. Η μουσική μεγαλώνει τα αντικείμενα και το χώρο, δίνει στα ίδια πράγματα διαφορετική εντύπωση. Είναι τόσο μικρός ο ανθρώπινος βίος, που δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε πολλά πράγματα.

Εσείς λέτε ότι δεν έχετε κάνει πολλά πράγματα;

Ποτέ δεν είναι πολλά. Ξέρετε, στα στερνά του βίου δεν είναι το τι έκανα και τι επαίνους πήρα, είναι το τι δεν μπόρεσα ή δεν πρόλαβα να κάνω. Και το χρωστάω. Είναι πράγματα που τα άφησα για τη στιγμή, και τα πήρε ο χρόνος.

Τι θα θέλατε να κάνετε;

Ηθελα να φωτογραφίσω τους νέους ανθρώπους που πάλευαν για μια καλύτερη ζωή, αλλά βλέπεις, κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά... Ακολούθησαν πολιτικά μίση, εξορίες, φυλακίσεις, αυτός ο τόπος λες και γεννήθηκε για αγώνες. Ερχονται και φεύγουν οι γενιές, πληρώνοντας καθεμιά το δικό της φόρο σε αίμα και δάκρυα.

Σήμερα είναι πιο τυχερά τα νέα παιδιά; Ζουν πιο καλή ζωή;

Μπλέκονται με τα ξενόφερτα στοιχεία που μας έχουν κατακλύσει και μας κάνουν να μοιάζουμε ξένοι στον ίδιο μας τον τόπο. Και τα παιδιά είναι απληροφόρητα. Τα παιδιά έχουν τη ζωή μπροστά τους, αλλά δυστυχώς η παράδοση, που θα ήταν ένας οδηγός, ένας μπούσουλας ώστε να αγωνίζονται για αξίες, δεν υπάρχει. Γιατί ορισμένα αγαθά, πολυτιμότατα, που νομίζουμε ότι αυτοδίκαια μας ανήκουν, χρειάστηκε πολύς κόπος, μόχθος και αίμα για να κερδηθούν. Είμαστε ένας λαός με μια βαθιά ριζωμένη παράδοση. Η παράδοση δεν είναι μια κούφια λέξη στο στόμα των φραγκοδασκάλων, είναι το καταστάλαγμα της παρατήρησης αιώνων. Δεν πρόκειται να την αναβιώσουμε την παράδοση. Δεν γυρίζουν πίσω οι καιροί. Αλλά έχουμε χρέος να τη διατηρήσουμε, για να μάθουν οι νέοι και να διατηρηθούν έτσι ποιότητες, που στο πέρασμα του χρόνου θεμελίωσαν αξίες και γεφύρωσαν πολιτισμούς.

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ

Τι κάνετε; τον ρώτησαν τα παιδιά του Μουσείου Μπενάκη μπαίνοντας στο σπίτι του. Σαν τα παιδιά του κόρακα. Οσο πάω μαυρίζω, απαντάει με χιούμορ ο Κώστας Μπαλάφας. Δεν το φανταζόμουν πως θά ’ταν τόσο δύσκολα τα γεράματα...» Η συνάντηση στο σπίτι του κανονίστηκε με τους ανθρώπους του Μουσείου, που ήδη φροντίζουν το αρχείο του. Παρόντες ήταν ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος και η Γεωργία Ιμσιρίδου, από το ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ του Μουσείου. Η κουβέντα έρχεται στην εκδήλωση, όπου ανακοινώθηκε δημοσίως η δωρεά. Ηταν ωραία εκδήλωση, του λέμε. Ίσως γιατί όλοι είπαν κάτι απ’ την καρδιά τους, απαντά εκείνος. Μιλάει με θαυμασμό για τον Κώστα Καλυβιώτη. Είναι χαρισματικός άνθρωπος, έγινε επιχειρηματίας από το μηδέν μετά τις εξορίες που έζησε. Είναι σαν αδελφός των Γιαννιωτών.... Θυμάται στιγμές μεγαλείου από τα χρόνια της Αντίστασης. Την εκδήλωση για το θάνατο του Παλαμά, όταν ο αντάρτης Λέανδρος Βρανούσης (ο μετέπειτα διευθυντής του Κέντρου Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών) απήγγειλε στίχους του ποιητή. Πώς διέσωσε τον Βρανούση η Αγγελική Χατζημιχάλη... και πολλές άλλες στιγμές, μικρότερες ή μεγαλύτερες, πάντως μοναδικές για όσους τις έζησαν.
Κι εκεί που καθόμαστε, ο Κώστας Μπαλάφας αρχίζει αίφνης να απαγγέλλει Παλαμά, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Βάρναλη, δείχνοντας τη σχέοη που είχαν, σε άλλες εποχές, οι άνθρωποι με την ποίηση. Ηταν μια εποχή πολύ δυνατή. Και αυτή ακριβώς προσπάθησε να αποτυπώσει με το φωτογραφικότου φακό. Ξεκινήσαμε το 1958, μια ομάδα από εκλεκτούς νέους. Ήταν ο Σωτήρης Δάκαρης, ο Κώστας ο Μαλάμος ο ζωγράφος, ο Σπύρος Μελετζής, κι εγώ. Σχεδιάζαμε να χτενίσουμε την Ηπειρο στις αργίες μας. Να την αποτυπώσει ο καθένας με τα δικά του μέσα και να βάλει τις εντυπώσεις του στην τέχνη του. Αυτό δεν έγινε ποτέ, γιατί το μόνο που ζητούσαμε ήταν ένα αυτοκίνητο που δεν μας το έδωσαν κι έτσι δεν έγινε η περιοδεία. Αφού είδα ότι δεν γίνεται τίποτα, ξεκίνησα μόνος μου. Διαπίστωσα όμως ότι η φωτογραφία δεν μου έφτανε. Θα ’πρεπε να χρησιμοποιήσω και τον κινηματογράφο. Τραβούσα κινηματογράφο, όπως έπαιρνα φωτογραφίες. Δεν ήξερα να κάνω κινηματογραφική αφήγηση. Ένας φίλος, ο Χρήστος ο Θεοδώρου, που είχα μαζί μου τότε, μου εξήγησε: Τα πήρες αυτά. Τι θα τα κάνεις; Δεν ήξερα τι να του πω. Και τότε μου είπε με δικά του λόγια τι θα πει κινηματογράφος. Εχει τη δική του γλώσσα, τη δική του γραμματική. Οι διάρκειες του είναι τα άρθρα και οι αντωνυμίες. Πρέπει να υπολογίσεις διαφορετικά τι θέλεις να πεις. Με πολλές λέξεις, με λίγες λέξεις... Τότε, μου δόθηκε η ευκαιρία να δω και τη μεγαλοσύνη αυτού του λαού στην τέχνη. Να παίζει, για παράδειγμα, ο Χαλκιάς κλαρίνο και να είναι γύρω τα χορευτικά συγκροτήματα απ’ όλη την Ηπειρο. Ο πρώτος του χορού να χορεύει διαφορετικά, ανάλογα με τον ψυχικό του κόσμο και να δίνει με τις φιγούρες του ένα άλλο νόημα στη χορευτική έκφραση. Ήμασταν όλοι στην άκρη της λίμνης των Ιωαννίνων, ακουγόταν μόνο το κλαρίνο του Χαλκιά, και το κάθε συγκρότημα χόρευε τον ίδιο σκοπό. Αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να σκεφτώ λίγο βαθύτερα. Ότι αυτός ο λαός πάντοτε ήταν μοναδικός στις εκφράσεις του. Είχε ένα πλούτο ιδεών και πλούτο ψυχικών αισθητικών αποθεμάτων….

ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Η περίοδος της Κατοχής, της Αντίστασης και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων γυρίζει διαρκώς στην αφήγησή του. Θυμάται στιγμές μεγαλείου, στιγμές θυσίας, στιγμές πόνου, συγκινείται, μιλάει με θαυμασμό και δέος για τους ανώνυμους ήρωες. Μερικούς τους γνώρισε, τους αποθανάτισε με το φακό του από τις αρχές της δεκαετίας του ’40 ακόμα. Το 1821 και η Αντίσταση του 1940 είναι από τις κορυφαίες στιγμές του έθνους και έχουν τέτοια ομοιότητα γιατί ο λαός ξεσηκώθηκε και τις δυο φορές. Το 1940 είναι η ματωμένη γενιά, που εξαγόρασε με το αίμα της το δικαίωμα να ζει ελεύθερη».

Είστε ευχαριστημένος που τη φροντίδα για τις φωτογραφίες σας ανέλαβε το Μουσείο Μπενάκη;

Δεν είμαι εντελώς άδειος από φόβο. Για μένα αυτά τα πράγματα έχουν μια ιερότητα, δεν τραβήχτηκαν στην τύχη. Και με θυσίες φοβερές, ιδίως για το κινηματογραφικό κομμάτι, ήταν δυσβάσταχτη δαπάνη. Θά ’θελα να τα δουν με κάποια ιερότητα. Ίσως χρειαστούν κάποτε, στις επόμενες γενιές, για τους ανθρώπους που θα είναι απληροφόρητοι. Γιατί θυμάμαι τον πατέρα-Ανυπόμονο που έλεγε: Κώστα, αυτή τη φορά είπα κάτι που δεν το έχω ξαναπεί. Το σκέφτηκα πολύ αυτό, τι χρήση θα του κάνουν άραγε οι καλαμαράδες που θα πάρουν μετά την πένα και θα γράφουν φαντασιώδη πράγματα;. Αυτές οι φωτογραφίες ενδεχομένως να μην έχουν σήμερα καμιά σημασία. Ενδέχεται αύριο να χρειαστούν σαν μαρτυρία για κάτι.
Του λέμε ότι το αρχείο του είναι σε σίγουρα χέρια. Όλοι αυτό μου είπαν: Έκανες ωραία δουλειά, να το δωρίσεις στο Μουσείο Μπενάκη. Τους εκτιμώ πολύ αυτούς τους ανθρώπους, πρώτα σαν πρόσωπα. Ο Μαρίνος Γερουλάνος είναι ένας χαρισματικός άνθρωπος. Τον γνώρισα το 1962. Γινόταν το έργο του Μέγδοβα και δούλευε εκεί σαν μηχανικός. Οι ανόητοι οι δικοί μας, της ΔΕΗ, πήγαν να αρχίσουν το έργο προτού απαλλοτριώσουν τα χωράφια των ανθρώπων και την περιουσία τους. Και εκείνοι δεν είχαν πού να ζήσουν. Ξεσηκώθηκαν λοιπόν και η Ασφάλεια έκανε συλλήψεις. Ο κόσμος άρχισε απεργία, ξάπλωσαν στο οδόστρωμα για να μην μπορούν να περάσουν τροχοφόρα κι έμεινε το έργο πίσω. Οι μηχανικοί παρενέβησαν και υποσχέθηκαν ότι θα πάρουν τις αποζημιώσεις τους. Τότε ο κόσμος είπε: Να μας το πει και ο Μαρίνος! Ξέρετε, πριν από χρόνια μια εφημερίδα δτην Έδεσσα είχε γράψει, με αφορμή μια έκθεσή μου που γινόταν εκεί: Στον ναό του Κώστα Μπαλάφα να βγάζεις τα παπούτσια σου. Γιατί οι φιγούρες του είναι εξαγνισμένες από τον πόνο και τον κάματο. Ναι, είναι τέτοιος κόσμος σε αυτές τις φωτογραφίες, γι’ αυτό και έχω έναν ενδόμυχο φόβο μήπως παραπεταχτούν.

ΜΙΑ JUNIOR KODAK ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

Ο Κώστας Μπαλάφας, γιος φτωχών αγροτών, γεννήθηκε στο χωριό Χόσεπση Τζουμέρκων Άρτας, το 1920. Στην Αθήνα βρέθηκε από δέκα ετών, για να βγάλει το μεροκάματο. Πρώτος συμπαραστάτης, ένας συγχωριανός του, που είχε ταβέρνα στην Κουμουνδούρου. Εκεί έτρωγε, και ο ταβερνιάρης φρόντιζε να του βρίσκει και δουλειά. Το 1936 μπήκε στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ιταλία, επέστρεψε και διορίστηκε έκτακτος υπάλληλος στη Γαλακτοκομική Σχολή. Την πρώτη του φωτογραφική μηχανή την απόκτησε στα Γιάννενα όταν σπούδαζε, ήταν μια Τζούνιορ Κόντακ, αργότερα απέκτησε και μια Ρομπότ. Μ’ αυτήν αποθανάτισε την πορεία του στρατού προς το αλβανικό μέτωπο και τον αγώνα του ΕΛΑΣ εναντίον των κατακτητών στην Ήπειρο. Στο χάνι του Καμπέραγα, στο Ζαγόρι έγινε η πρώτη του επαφή με την Εθνική Αντίσταση και τον Λέανδρο Βρανούση. Εντάχθηκε στο 85ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, το οποίο και ακολούθησε φωτογραφίζοντας σκηνές από τη δράση του. Μερικές από εκείνες τις φωτογραφίες διασώθηκαν με μυθιστορηματικό τρόπο. Το 1951 προσελήφθη στην εταιρεία Ebasco, η οποία το 1955 πέρασε στη νεοσύστατη ΔΕΗ, απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε, ως διευθυντής του τμήματος ανατυπώσεων. Το 1958 παντρεύτηκε την Ευαγγελία Μαργαρίτου και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Γιώργο και τη Στέλλα.


ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ

2008


from ανεμουριον https://ift.tt/2oj1L1d
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.