ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΟΥΝΑΡΗΣ (1867-1922)

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΛΙΚΑΝΙΩΤΗΣ | Ο Δημήτριος Γούναρης είναι η πιο δραματική και η πιο παρεξηγημένη φυσιογνωμία της νεότερης ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Η πιο δραματική γιατί στήθηκε μπροστά σε εκτελεστικό απόσπασμα Ελλήνων στρατιωτών ως προδότης. Αυτός, που πέρα απ' όσα γράφτηκαν και ειπώθηκαν τα τελευταία εξήντα χρόνια είτε από κομματικό πάθος είτε από επιπόλαιη εποπτεία της Ιστορίας, έκανε στο ακέραιο το καθήκον του απέναντι στο χειμαζόμενο ελληνικό Έθνος κατά τη δραματική διετία 1921-1922. Και πιο παρεξηγημένη γιατί έχει μείνει στην ιστορική μνήμη των νεοελλήνων ως συντηρητικός ή και «αντιδραστικός» πολιτικός. Αυτός που πρώτος αγωνίστηκε για τη δημιουργία, στην Ελλάδα, ενός κράτους πραγματικά λαϊκού. Πρέπει, λοιπόν, να σηκωθεί κάποτε η πλάκα του τάφου που τον κάλυψε βαριά στις 15 Νοεμβρίου 1922 για μια ιστορική επανατοποθέτηση της μοναδικής αυτής προσωπικότητας, που ενόσω ζούσε, ευτύχησε να εξαρθεί στις κορυφές του πολιτικού και του ανθρώπινου ήθους και στο τέλος αξιώθηκε από την ιστορική νομοτέλεια να πέσει πάνω στο έδαφος της πατρίδας σαν μάρτυρας. Ο Δημήτριος Γούναρης γεννήθηκε στην Πάτρα το 1867. Τελείωσε το Γυμνάσιο Πατρών το 1884 και πήρε το πτυχίο της Νομικής Αθηνών το 1889.
Αν και τρία χρόνια μικρότερος πρέπει να ήταν συμφοιτητής του Ελευθέριου Βενιζέλου, που λόγω των περιπετειών της παιδικής του ηλικίας και των δισταγμών του πατέρα του, γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο καθυστερημένα. Από το 1889 μέχρι το 1892 παρακολούθησε μαθήματα Νομικής, Ιστορίας, Φιλοσοφίας και πολιτικών επιστημών στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Αγγλία. Μια κρίση στην οικονομική κατάσταση του σταφιδέμπορου πατέρα του, τον ανάγκασε να σταματήσει τις σπουδές του και να διορισθεί δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Πατρών, το 1892. Αν και μόλις είχε κλείσει τα είκοσι πέντε, ήταν κιόλας ένας ώριμος επιστήμονας και μια συγκρατημένη ανθρώπινη προσωπικότητα.  Η βαθιά επιστημονική του κατάρτιση, το εύρος των γνώσεων του και η εξαιρετική του ευγλωττία επέβαλαν αμέσως την προσωπικότητα του, όχι μόνο στη σφριγηλή από την κίνηση των ιδεών και το εργατικό κίνημα πρωτεύουσας της Πελοποννήσου, αλλά και στην Αθήνα που αγωνιζόταν, την εποχή εκείνη, να απελευθερωθεί από τα δεσμά του λογιωτατισμού. Ψηλός, ευθυτενής, με γένεια, μαλλιά καστανά, γαλανά μάτια, παράσταση σεμνή και απέριττη, απλός και μειλίχιος στους τρόπους γινόταν εύκολα συμπαθής. Ο Γούναρης άφησε εποχή στην Πάτρα, ως δικηγόρος. Η βαρύτονη, θερμή και γεμάτη παλμό φωνή του, η ευχέρεια του λόγου και η διαλεκτική του δεινότητα τον βοήθησαν να καταγάγει δικανικούς θριάμβους. Καταπλήσσοντας συνήθως με την ευρύτητα των γνώσεων του και τη λεπτολόγο ανάλυση κάθε ζητήματος, κατόρθωνε να συναρπάζει τους ακροατές του με λυρικές εξάρσεις και ορμητικές αποστροφές και να τους παρασύρει προς το μέρος των απόψεων του.
Άσκησε τη δικηγορία μέχρι το 1908, που έγινε για πρώτη φορά υπουργός. Από το 1908 μέχρι το 1915, που έγινε για πρώτη φορά πρωθυπουργός, ασχολιόταν μόνο με γνωμοδοτήσεις. Τέτοιες γνωμοδοτήσεις είναι δημοσιευμένες στη «Θέμιδα» της περιόδου εκείνης, όπου μπορεί να θαυμάσει κανείς τα μικρά νομικά εκείνα αριστουργήματα του ώριμου πια νομομαθούς Γούναρη και ιδιαίτερα τη μελέτη του για την αυτοδύναμη προστασία της νομής, που μπορεί να αποτελέσει βοήθημα ως τα σήμερα. Δύο πολύκροτες δίκες που έγιναν στο Κακουργιοδικείο Πατρών, το 1900 και το 1902, έκαναν τον Γούναρη γνωστό στο Πανελλήνιο. Ήταν η δίκη δύο μαθητών από το Αγρίνιο που σκότωσαν τον καθηγητή τους και η δίκη ενός Λευκαδίτη που κατηγορείτο ως στραγγαλιστής της γυναίκας του. Και στις δύο περιπτώσεις πέτυχε την αθώωση των κατηγορουμένων με μνημειώδεις αγορεύσεις. Ιδιαίτερα συγκλονιστική ήταν η αγόρευση στη δίκη των μαθητών, που είχαν έρθει να παρακολουθήσουν νομικοί και δημοσιογράφοι από πολλά μέρη της τότε Ελλάδος. «Ητο ωσεί ενάτη πρωινή —έγραφε ο «Νεολόγος των Πατρών» της 2 Απριλίου 1902— και το ακροατήριον του Κακουργιοδικείου, μία αίθουσα ως η αίθουσα του Παρνασσού, ήτο γεμάτη από ανθρώπους κάθε λογής. Νέοι και μειράκια, γέροντες και μεσόκοποι, κύριοι και κυρίαι, όλον το άνθος και όλα τα κατακάθια της κοινωνίας είχαν στριμωχθή εκεί διά την υπέρτατην απόλαυσιν. Είχον έλθει οι δικηγόροι διά να γίνουν σοφώτεροι νομικώς, οι ιατροί διά να ενωτισθούν την ανάπτυξιν προβλημάτων της ιατροδικαστικής, αι κυρίαι διά να συγκινηθούν, οι δημοσιογράφοι διά να κάμουν ρεπορτάζ και οι περίεργοι διά να κορέσουν την παμφάγον περιέργεια των».
Αρχές του 1902, πέθανε ο δήμαρχος της Πάτρας Θάνος Κανακάρης και τον επικήδειο εξεφώνησε ο Γούναρης. Αυτό στάθηκε αφορμή να γνωρισθεί με τον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Θεοτόκη, που παρακολούθησε την κηδεία. Ο Θεοτόκης, γοητευμένος από την προσωπικότητα του νεαρού δικηγόρου, τον παρότρυνε να πολιτευθεί. Ενώ, όμως, πλησίαζαν οι εκλογές του Νοεμβρίου 1902 και ο Γούναρης δεν είχε ακόμη αποφασίσει, πολλοί από τους πιο έγκριτους πολίτες της Πάτρας, τον κάλεσαν σε μια συγκέντρωση που έγινε στο σπίτι του Κ. Φιλόπουλου (παππού από μητέρα του Κωστή Στεφανόπουλου) και ζήτησαν την υποψηφιότητα του, σαν απαίτηση των κατοίκων της επαρχίας. Ο Γούναρης εκτέθηκε πράγματι σαν ανεξάρτητος και ήρθε πρώτος. Οκτώ μέρες προ των εκλογών, ο υποψήφιος Γούναρης παρεχώρησε στην «Ακρόπολι» του Βλάση Γαβριηλίδη μια βαρυσήμαντη πολιτική συνέντευξη. Στη συνέντευξη αυτή, διεκτραγωδώντας την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας των αρχών του εικοστού αιώνα, υπέδειξε λύσεις, όχι μόνο ριζοσπαστικές, όσο κανείς πριν απ' αυτόν δεν είχε αποτολμήσει, αλλά και εμβάθυνε στα γενικότερα προβλήματα της κοινωνικά αδιαμόρφωτης ακόμα χώρας, με την ακράδαντη πίστη ότι μόνο γενναία μέτρα που θα αποσκοπούσαν στην προστασία των πενεστερων τάξεων, στην απάμβλυνση των ανισοτήτων του πλούτου και στην ουσιοδέστερη και πολυσχιδέστερη συμμετοχή του λαού στη διακυβέρνηση του τόπου, μπορούσαν να αποτρέψουν μελλοντικούς επικίνδυνους κοινωνικούς και πολιτικούς κλυδωνισμούς. Ζήτησε την αναμόρφωση της Δικαιοσύνης, της δημόσιας ασφάλειας και της Παιδείας. Ζήτησε την ανάπτυξη των υλικών πόρων του τόπου, τη δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος, τη συντριβή της εκμεταλλεύσεως των εργαζομένων τάξεων από την «προνομιούχον ολιγαρχίαν». Ιδιαίτερα ζήτησε την κατοχύρωση και προστασία των εργατικών δικαιωμάτων που ήταν άγνωστα, τότε, στην Ελλάδα. Ζήτησε την εφαρμογή των κοινωνικών ασφαλίσεων, τη λήψη μέτρων κοινωνικής πρόνοιας και την εισαγωγή του θεσμού των επιδομάτων. Η εντύπωση που προκάλεσε η συνέντευξη εκείνη, ήταν τέτοια ώστε ο Γ. Θεοτόκης αποκάλεσε την εμφάνιση του Γούναρη στην πολιτική σκηνή «ευτύχημα διά το έθνος». Η πρώτη βουλευτική θητεία του (1902-1905) υπήρξε επιτυχής. Αλλά μια συκοφαντική εκστρατεία που εξαπολύθηκε εναντίον του στην επαρχία Πατρών κατά την προεκλογική περίοδο του 1905, του στοίχισε την επανεκλογή του. Ο Γούναρης απάντησε στην αποτυχία εκείνη με μια δήλωση ενδεικτική του πολιτικού του ήθους:
«Δεν ζηλεύω τον θρίαμβον των στηριζόμενων επί του ψεύδους. Μου προξενεί αηδίαν. Ομολογώ ότι προτιμώ την πικρίαν του ηττημένου αγωνιστού της αληθείας, από την αηδίαν την οποίαν κατ' ανάγκην θα αισθάνεται το νικηφόρον όργανον του ψεύδους αν έχη συνείδησιν. Ο πολιτευόμενος αγωνιζόμενος διά την επικράτησιν των ιδεών του και ουχί διά να γίνεται αρεστός εις τους πολλούς, πρέπει να έχη υπόψιν του ότι κατά πάσαν στιγμήν διακινδυνεύει την δημοτικότητα του, όπως ο στρατιώτης την ζωήν του, αλλά δεν επιτρέπεται να πτοήται, όπως δεν πρέπει ο στρατιώτης να υποχωρή». Η επανεκλογή του Γούναρη, το επόμενο έτος 1906, ήταν θριαμβευτική. Στις εκλογές εκείνες αναδείχθηκε πρωθυπουργός ο Γεώργιος Θεοτόκης και η βουλευτική περίοδος παρατάθηκε μέχρι το 1910, υπήρξε δηλαδή, μια από τις μακροβιότερες της πεντηκονταετίας 1863-1913. Η μεταρρυθμιστική δράση του Γούναρη αρχίζει με την έναρξη των εργασιών της πρώτης συνόδου. Εισηγείται το νόμο για την αναδιοργάνωση των αρχών ασφαλείας (νόμος ΓΡΞΕ/1906) με τον οποίο ιδρύθηκαν οι σχολές της Χωροφυλακής, η Εγκληματολογική Υπηρεσία και το Γενικό Χημείο του Κράτους. Σε μακρά αγόρευση, του στις 22 Μαΐου 1906, κατακεραυνώνει τις κρατούσες τότε πολιτικές σχέσεις και τονίζει την ανάγκη της δημιουργίας κομμάτων αρχών, της πάταξης της πολιτικής συναλλαγής και της επιρροής των κομματαρχών. Εισηγείται τη στένευση της εκλογικής περιφέρειας κατά το αγγλικό πρότυπο και την εφαρμογή του εκλογικού συστήματος του «ενιαίου της ψήφου», αυτό που θα λέγαμε σήμερα απλή αναλογική. Στις 3 Ιουνίου 1906, ιδρύει το κόμμα των «Ιαπώνων». Με στελέχη έξι βουλευτές, οι περισσότεροι από τους οποίους διακρίθηκαν αργότερα, επιχειρεί την πρώτη ιδεολογική επανάσταση που σημειώθηκε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση. Μια επανάσταση με όργανο το απαράμιλλο πολιτικό ήθος των φορέων της και με πρόγραμμα την εθνική αναγέννηση, την ανακαίνιση της κρατικής μηχανής, την ανύψωση του κοινοβουλευτισμού σε επίπεδο περιοπής, την πραγματική ανόρθωση της χώρας. Ως ηγέτης των «Ιαπώνων», ο Γούναρης υπήρξε πραγματικός καταπέλτης του σάπιου πολιτικού συστήματος της εποχής εκείνης, αληθινός οδοστρωτήρας στον κοινοβουλευτικό του έλεγχο, στις αποκαλύψεις του, στα τσαλαπατήματα των ψευδονομοσχεδίων της συναλλαγής, των κουτοεπαγγελιών και των μωροσοβαροτήτων με τις οποίες κυβερνιόταν τότε η Ελλάδα. Στις 23 Απριλίου 1907, κραύγαζε μέσα στη Βουλή: «...Πρέπει κάποτε να ψάλωμεν τον επικήδειον της παλαιάς σχολής του κυβερνητικού κομπογιαννιτισμού, της πολιτικής των ξυλοσχιστών του Συντάγματος, των τύπων και των λέξεων. Τι ερείπια κράτους, τι σκελετός πολιτικός, τι τυμπανιαίος οργανισμός αυτό το λεγόμενον ελληνικόν κράτος του οποίου την καταστρεπτικότητα φεύγουν οι Ελληνες αγρόται και αστοί. Ενα παμπάλαιον γέλασμα νόμων, ένας μεσαιωνικός πύργος ερειπωμένος, με πνεύμα κυβερνητικόν πρωτογονικόν, με μεθόδους βίου δανεισμένας από ό,τι στάσιμον, οπισθοδρομικόν και βάρβαρον υπάρχει εις τον κόσμον του πολιτισμού. Δικαιοσύνη και ασφάλεια δεν γνωρίζει το κράτος αυτό, την πρόοδον και τους δρόμους της δεν ηξεύρει. Αλλά διά την αποστράγγισιν του ιδρώτος και του αίματος των πενεστερων τάξεων, είναι ιδανικόν...». Και σε μια δραματική αποστροφή του, κραύγασε: «...Αλλά αν τοιούτον είναι το ελληνικόν κράτος, τότε ερρέτω το κράτος αυτό! Τοιούτο κράτος είναι εμπαιγμός της Ιστορίας».
Η αντιπολίτευση του Γούναρη και της ομάδας του προς την κυβέρνηση Θεοτόκη είχε ως αποτέλεσμα την πτώση δύο διαδοχικών υπουργών της, από τους πιο σημαντικούς: του Ανάργυρου Σιμόπουλου και του Νικόλαου Καλογερόπουλου. Ηταν και οι δύο υπουργοί των Οικονομικών, του σπουδαιότερου υπουργείου την εποχή εκείνη, που είχε αρμοδιότητες πολύ πιο εκτεταμένες από το σημερινό. Τότε ο Θεοτόκης πρόσφερε το υπουργείο του Γούναρη, προκειμένου να εφαρμόσει το δικό του δημοσιονομικό πρόγραμμα. Πολλοί τον κατέκριναν επειδή δέχθηκε την προσφορά εκείνη. Αλλά έχουν άδικο. Ο Γούναρης πίστευε ότι δεν μπορούσε να περιορίζεται συνεχώς στο ρόλο του επικριτή και του ελεγκτή, αλλά είχε υποχρέωση να εφαρμόσει το πρόγραμμα του, αφού του δινόταν η ευκαιρία. Το θεωρούσε ηθικό του χρέος, παρά το γεγονός ότι απογοήτευσε η στάση του αυτή μερικούς από τους αδιάλλακτους φίλους του, που τον ήθελαν από τότε Πρωθυπουργό. Τον Οκτώβριο του 1908, ο υπουργός Οικονομικών Δ. Γούναρης κατέθεσε στη Βουλή οκτώ νομοσχέδια, αποκλειστικός στόχος των οποίων ήταν η φορολογική ελάφρυνση των κατωτέρων εισοδημάτων τάξεων και η φορολόγηση του κεφαλαίου. Με το νομοσχέδιο για την πάταξη της λαθρεμπορίας, ο Γούναρης θέλησε να συντρίψει τις συντεχνίες των λαθρεμπόρων που ζούσαν παρασιτικά εις βάρος των λαϊκών τάξεων και του Προϋπολογισμού. Με το νομοσχέδιο για την αναθεώρηση του δασμολογίου, επιδίωξε να μεταρρυθμίσει τα «κατ' είδη τέλη», προκειμένου «να πριτανεύσωσιν εν τω δασμολογίω αι αρχαί της δικαιοσύνης και του λαϊκού συμφέροντος». Με το νομοσχέδιο για τη φορολογία εισοδήματος, προσπάθησε να θεσπίσει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τη φορολογική υποχρέωση των ανώνυμων εταιρειών, που ήταν τότε απαλλαγμένες από κάθε φορολογία. Και με το νέο Οργανισμό του υπουργείου των Οικονομικών θέλησε να οργανώσει, για πρώτη φορά, συστηματικά και επιστημονικά μια δημόσια υπηρεσία. Μετά την κατάθεση όμως των νομοσχεδίων αυτών, τα ποικίλα συμφέροντα (κεφαλαιούχοι κ.λπ.) που έπλησσαν οι αυστηρές φορολογικές του διατάξεις εξεγέρθηκαν. Η αντίδραση κατέστησε διστακτικό τον Θεοτόκη στην πρόταξη των νομοσχεδίων, όπως είχε ζητήσει ο Γούναρης και στην ψήφιση τους. Ετσι ο Γούναρης παραιτήθηκε. Αλλά με μια ιστορική αγόρευση του στη Βουλή, στις 15 Φεβρουαρίου 1909, υπερασπίστηκε όλη τη μέχρι τότε πολιτική του: «...Αποκρουσθέντος του λαϊκού μου προγράμματος, οφείλω να αντιπολιτευθώ την κυβέρνησιν, εις ουδέν κόμμα να εισέλθω αλλά να ταχθώ με το μέρος του λαού... Πρέπει να προσθέσω ότι δεν ονειρεύομαι ταχέως μεταβολήν των πραγμάτων, αλλά και δεν θέλω υπό την σκιάν του ανεύθυνου να παχύνονται αι επιχειρηματικοί κλίκαι και αι πολιτικαί συμμορίαι, ο δε λαός να πεινά, να δουλεύη, να δέρνεται από τους αξιωματικούς και τους αστυνόμους, να ληστεύεται από τους εισπράκτορας, τους φυγόδικους, τους ειρηνοδίκας και τους αποσπασματάρχας. Ονειρεύομαι δημοκρατίαν όπου όλοι είναι απέναντι της δικαιοσύνης ίσοι και όπου ουδείς εφαντάσθη ότι διότι φορεί τον θυρεόν εις τον πίλον του, δύναται να προσβάλη ή να επιτεθή εναντίον αόπλου πολίτου...».
Στις 15 Αυγούστου 1909, έγινε το στρατιωτικό κίνημα. Ο Γούναρης από τη φύση του αντίθετος προς κάθε ανάμιξη των στρατιωτικών στην πολιτική, τήρησε επιφυλακτική στάση. Μπορούσε να τεθεί επικεφαλής του στρατιωτικού Συνδέσμου και να καταλάβει την Αρχή, αλλά δεν το έπραξε. Προσδοκούσε πάντοτε την ανάδειξη του από το λαό, απεχθανόταν να σερβιρισθεί από τους στρατιωτικούς στο λαό ως ηγέτης. Η ηθική αυτή ευπάθεια του ματαίωσε τότε την επικράτηση του. Την άρνηση του Γούναρη να συνεργασθεί με τον Σύνδεσμο, επισημαίνει με πικρία και ο συνταγματάρχης Ζορμπάς, στα απομνημονεύματα του. Ηταν μια άρνηση που την υπαγόρευσαν οι πολιτικές αρχές του, από τις οποίες δεν παρέκκλινε ποτέ. Γι' αυτό και αντιστάθηκε ηθικά και στους χειρισμούς του Ελευθερίου Βενιζέλου όταν αυτός, στηριζόμενος στους στρατιωτικούς, πήρε την κατάσταση στα χέρια του το 1910. Τη στάση, όμως, αυτή του Γούναρη πρέπει να υπαγόρευσε και κάποια πικρία. Θεωρούσε ότι οι ανανεωτικοί αγώνες που είχε κάμει από το 1902, του παρείχαν τίτλους ισχυρότερους από τους τίτλους του Βενιζέλου, ώστε να ηγηθεί αυτός της ανορθωτικής προσπάθειας αλλά η εξέλιξη της καταστάσεως τον εστέρησε απ' αυτή την ανταμοιβή. Από τότε οι δρόμοι των δύο αυτών γιγάντων της ελληνικής ιστορίας χωρίζουν. Ο Βενιζέλος ιδρύει το κόμμα των Φιλελευθέρων, ένα κόμμα-εκφραστή του αστικού φιλελευθερισμού και της αστικής τάξεως που αρχίζει την εποχή αυτή, να ακμάζει. Ο Γούναρης και πάλι βουλευτής από τον Φεβρουάριο του 1912, αρχίζει να οργανώνει ένα κόμμα-εκπρόσωπο των λαϊκών στρωμάτων, των εργατών, αγροτών και μικροαστών. Την ολοκλήρωση της ιδεολογικής του ταυτότητας το κόμμα αυτό θα βρει το 1920, με τον λόγο που εξεφώνησε ο Γούναρης στην Πάτρα στις 12 Οκτωβρίου αυτού του χρόνου, όπως θα δούμε παρακάτω. Η επίσημη εμφάνιση του κόμματος αυτού με την επωνυμία «λαϊκό κόμμα» επρόκειτο να γίνει το 1915. Αλλά την ομαλή εξέλιξη της πολιτικής ζωής της Ελλάδος όπως αυτή διαγραφόταν με την εμφάνιση δύο κομμάτων διαφορετικής ιδεολογικής κετευθύνσεως που θα εναλλάσσονταν στην αρχή, επρόλαβαν εξωτερικά δραματικά γεγονότα. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο Βενιζέλος διαφώνησαν πάνω στη στάση που θα τηρούσε η Ελλάδα στον Παγκόμιο Πόλεμο. Οι Ελληνες χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα, το ένα γύρω από τον Βενιζέλο, που ήθελε την άμεση έξοδο στο πλευρό των Αγγλογάλλων και το άλλο γύρω από τον βασιλιά που ήθελε ουδετερότητα. Αλλά και όσοι φάνηκαν ότι στάθηκαν στο πλευρό των ουδετεροφίλων δεν εμπνέονταν όλοι από την ίδια νοοοτροπία. Αλλοι, οι Γερμανόφιλοι, ήθελαν οπωσδήποτε την ουδετερότητα. Αλλοι, όπως ο Γούναρης την έξοδο υπό όρους και εγγυήσεις. Ο Βενιζέλος ήθελε την άμεση έξοδο, χωρίς συζήτηση.
Κατηγορήθηκε τότε ότι ακολουθεί την πολιτική των Δυνάμεων και δεν χαράζει ανεξάρτητη πολιτική, σύμφωνα με τα εθνικά συμφέροντα. Η πτώση του Βενιζέλου τον Φεβρουάριο του 1915 έφερε στην αρχή τον Γούναρη. Στον εκλογικό αγώνα, που ήταν σκληρός, τα δύο κόμματα ήσαν υποχρεωμένα να δώσουν τον αγώνα σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής. Αυτό ανάγκασε τον Γούναρη να αναστείλει, προσωρινά, τις ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές επιδιώξεις του κόμματος του και να το εμφανίσει ως υπέρμαχο της πάνω απ' όλα υπερασπίσεως των εθνικών συμφερόντων στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Ετσι, το εμφάνισε την εποχή εκείνη με τον προσωρινό τίτλο «Κόμμα των Εθνικοφρόνων» σε μια εποχή που η λέξη αυτή δεν είχε ακόμα υποστεί την παραποίηση που έπαθε από ορισμένους αργότερα. Η νίκη του Βενιζέλου στις εκλογές της 31 Μαΐου 1915 δεν έφερε την ομαλοποίηση των πραγμάτων. Ο βασιλιάς εμεθόδευσε νέες εκλογές από τις οποίες ο Βενιζέλος απέσχε. Στην μονόπλευρη Βουλή, εκυριάρχησε, όπως ήταν φυσικό, ο Γούναρης. Η στάση του Γούναρη στο Διχασμό έχει παρεξηγηθεί. Ούτε γερμανόφιλος ήταν ούτε βασιλόφρων περισσότερο από ό,τι ήταν ο ίδιος ο Βενιζέλος. Και οι δύο ξεκινούσαν από την ίδια αφετηρία, την έξοδο στο πλευρό των Αγγλογάλλων αλλά διαφωνούσαν στις μεθοδεύσεις. Ο Βενιζέλος ήθελε να μην τεθεί θέμα εγγυήσεως και αμοιβών απέναντι των συμμάχων, ο Γούναρης δεν εννοούσε έξοδο χωρίς εγγυήσεις. Στην αρχή της μεγάλης διαφωνίας δεν είχε καμιά σχέση με το γερμανόφιλο στενό περιβάλλον του βασιλιά, τον Στρέιτ, τον Μεταξά, τον Δούσμανη. Οταν ανέλαβε την Πρωθυπουργία το 1915 έκαμε ειλικρινείς διαπραγματεύσεις με τους συμμάχους για να βγει, μαζί τους στον πόλεμο. Οι σύμμαχοι πιστεύοντας κακώς, ότι ο Γούναρης έκανε παρελκυστικές διαπραγματεύσεις και ότι στο βάθος εξέφραζε την βασιλική πολιτική, δεν θέλησαν να δώσουν τις εγγυήσεις που ζητούσε. Πίστευαν, άλλωστε, στην εκλογική νίκη του Βενιζέλου, με τον οποίον μπορούσαν ανετότερα να συνομιλούν.
Κατά την πρώτη σύνοδο της μονόπλευρης Βουλής του 1916, το κόμμα των Φιλελευθέρων επαναστάτησε. Βέβαια, ο εκτροχιασμός του πολιτεύματος είχε προηγηθεί, όταν ο βασιλιάς διέλυσε τη Βουλή της 31ης Μαΐου. Αλλά η επανάσταση της Θεσσαλονίκης έφερε το γενικό ξέσχισμα. Ο Βενιζέλος για να επικρατήσει επικαλέστηκε την βοήθεια των ξένων. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε γιγαντιαίες αντιδράσεις ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι απώτερος σκοπός του ήταν βέβαια η εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων. Παλαιοί του συνεργάτες, όπως ο Ζαβιτσιάνος, ο Στράτος, ο Δημητρακόπουλος τον εγκατέλειψαν και εντάχθηκαν στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο. Δεν ανέχονταν κι αυτοί την ξενοκρατία όταν η Γαλλία έφθασε να διορίσει και ύπατο αρμοστή στην Ελλάδα, προκειμένου να διευρύνει την εξωτερική της πολιτική και να ετοιμάσει την επάνοδο του Βενιζέλου. Τότε επήλθε η σύγχυση. Όσοι διαφωνούσαν με τις μεθοδεύσεις του Βενιζέλου, δηλαδή την έξοδο χωρίς εγγυήσεις και την επιβολή της ξενοκρατίας ανακατεύθηκαν μοιραία με το περιβάλλον του βασιλιά, που εχθρευόταν τον Βενιζέλο από διαφορετικές αφετηρίες. Αυτό το ανακάτεμα περιέλαβε και τον Γούναρη που θεωρήθηκε κι αυτός «βασιλικός ανήρ» χωρίς να είναι. Και το ιδιαίτερο προσωπικό του κύρος, τον έφερε στην κορυφή της αντι-βενιζελικής πυραμίδας. Η επικράτηση του Βενιζέλου με τη βοήθεια των Γάλλων, τον Ιούνιο του 1917, οδήγησε τον Γούναρη μαζί με άλλους ηγέτες του αντιβενιζελισμού, στην εξορία, στην Κορσική. Εκεί έμεινε ενάμιση περίπου χρόνο και τον Δεκέμβριο του 1918 εδραπέτευσε και κατέφυγε στο Κάλιαρι της Σαρδηνίας όπου έζησε και έλαβε την προστασία της ιταλικής κυβερνήσεως ως πολιτικός φυγάς. Μετά ολιγόμηνη παραμονή στο Κάλιαρι, εγκαταστάθηκε στη Σιένα και κατόπιν στην Πίζα, όπου τον βρήκε και η προκήρυξη των εκλογών του 1920. Οι ακρότητες του καθεστώτος που επέβαλαν οι Φιλελεύθεροι την τριετία 1917-20 οδήγησαν την πλειοψηφία των Ελλήνων στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο παρά τις μεγάλες εθνικές επιτυχίες του Βενιζέλου. Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, ο Γούναρης πήρε συντριπτική πλειοψηφία και ο Βενιζέλος δεν εκλέχτηκε ούτε βουλευτής. Επιστρέφοντας από την εξορία, είκοσι μέρες προ των εκλογών, ο Γούναρης είχε ανασυστήσει το κόμμα του με βάση τις αρχικές του θέσεις δηλαδή ως κόμμα των εργατών και των μικροαστών. Και του έδωσε την ονομασία που σκόπευε από την αρχή, δηλαδή «Λαϊκό κόμμα». Τις ιδεολογικές κατευθύνσεις του κόμματος του, εχάραξε με σαφήνεια και πληρότητα στον προεκλογικό λόγο που εξεφώνησε στην Πάτρα στις 12 Οκτωβρίου 1920. Εκήρυξε την ανάγκη της άμεσης συμμετοχής του λαού στην λήψη των κυβερνητικών αποφάσεων με δημοψηφίσματα, την πλήρη εξίσωση των δύο φύλων από πολιτική και αστική σκοπιά, τη δημιουργία ξεχωριστού αντιπροσωπευτικού σώματος των εργατών, των αγροτών και των επαγγελματιών με σκοπό να συμπράττει με την Βουλή σε ζητήματα σχετικά με τις τάξεις αυτές. Εκήρυξε την ανάγκη των κοινωνικών ασφαλίσεων, της προστασίας της μητρότητας και της πλήρους κατοχύρωσης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Στη Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου, την Γ' Εθνοσυνέλευση, ο Γούναρης υπέβαλε προτάσεις αναθεωρήσεως του Συντάγματος σύμφωνες με τις εξαγγελίες του λόγου των Πατρών. Αλλά τον επρόλαβαν τα δραματικά γεγονότα του 1922 και δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το μεταρρυθμιστικό του έργο. Όμως δυο νομοθετήματα του 1922 εχάραξαν νέες κατευθύνσεις στην κοινωνική πολιτική του ελληνικού κράτους.
Ο αγροτικός νόμος, με τον οποίο ο Γούναρης καθιέρωσε την υποχρεωτική απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και τη διανομή τους στους ακτήμονες και ο νόμος των κοινωνικών ασφαλίσεων, που ίδρυσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα ιδρύματα κοινωνικών ασφαλίσεων και ταμεία ανεργίας. Εχει επανειλημμένα κατηγορηθεί ο Γούναρης ότι προ των εκλογών του 1920 υποσχέθηκε αποστράτευση. Η κατηγορία αυτή έχει εκθρέψει μια πελώρια εθνική πλάνη, που καλλιεργήθηκε πολύ την τελευταία εξηκονταετία. Αλλά είναι ψευδής. Ποτέ ο Γούναρης δεν διαφώνησε με την αλυτρωτική πολιτική του Βενιζέλου. Αντίθετα υπήρξε σύμφωνος με τις μικρασιατικές επιχειρήσεις και συνέχισε με τόσο πάθος την πολιτική του Βενιζέλου στο σημείο αυτό, ώστε να φθάσει να κατηγορηθεί μετά θάνατον, το 1930, από τον ίδιο τον Βενιζέλο, γιατί εξακολούθησε με τόσο πείσμα τη δική του πολιτική και τις ώρες ακόμα που ήταν σίγουρο ότι η πολιτική αυτή δεν επρόκειτο να τελεσφορήσει. Παρά τις τεράστιες προσπάθειες του Γούναρη και των συνεργατών του, το Μέτωπο της Μικρασίας κάποια στιγμή μοιραία, κατέρρευσε. Τρεις συνταγματάρχες με αρχηγό τον Ν. Πλαστήρα επαναστάτησαν στην Χίο και λίγες μέρες αργότερα επεκράτησαν στην Αθήνα. Ενα από τα πρώτα μέτρα που έλαβαν ήταν η σύλληψη και παραπομπή σε δίκη των φορέων της πολιτικής που ακολουθήθηκε μετά την 1η Νοεμβρίου, που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι της ήττας. Επτά πολιτικοί και ο τελευταίος αρχιστράτηγος δικάστηκαν από έκτακτο στρατοδικείο που συνεδρίασε στην αίθουσα της παλαιάς Βουλής.
Εξι καταδικάστηκαν σε θάνατο, ο Γούναρης, ο Στράτος, ο Πρωτοπαπαδάκης, ο Μπαλτατζής, ο Θεοτόκης και ο Στρατηγός Χατζηανέστης. Λίγες μέρες μετά την έναρξη της δίκης ο Γούναρης αρρώστησε βαριά από τυφοειδή πυτερό και μεταφέρθηκε στην Κλινική Ασημακοπούλου, γωνία των οδών Σκουφά και Ασκληπιού, όπου σήμερα είναι η κλινική «Αγιος Παντελεήμων». Η δίκη συνεχίστηκε ερήμην του Γούναρη, που καταδικάστηκε αναπολόγητος. Η απόφαση εκδόθηκε το πρωί της 15ης Νοέμβρη 1922. Αμέσως στρατιωτική καμιόνια απέκλεισεν το τετράγωνο Σόλωνος-Σίνα-Αραχώβης και Ιπποκράτους για να εξασφαλισθεί η απρόσκοπτη μεταγωγή του άρρωστου Γούναρη στον τόπο της εκτελέσεως. Λίγες μέρες πριν, είχε αποκρούσει πρόταση του Ασημακοπούλου να τον φυγαδεύσει, όπως είχε κάμει άλλοτε και ο Σωκράτης. Αλλά ο Σωκράτης δικάστηκε από δικαστήριο νόμιμο... Την ώρα του αποκλεισμού της κλινικής από τον στρατό, ο Ασημακόπουλος έπαθε νευρικό κλονισμό και ο Γούναρης εδιατηρείτο στη ζωή από τις καρδιοτονωτικές ενέσεις που του έκανε ο συγγενής του γιατρός Βλάχος. Κοντά του τις ώρες της μεταγωγής βρισκόταν η αδελφή του Αμαλία Κανελλοπούλου και ο σύζυγος της Κανέλλος Κανελλόπουλος, γονείς του Πρωθυπουργού Παναγιώτη Κανελλόπουλου, η αδελφή του Ιουλία Σαγιά και τα παιδιά της Βασίλης Σαγιάς και Μαρία Τυπάλδου. Λίγο πριν μεταχθεί, συνέταξε τη διαθήκη του και καθιστούσε γενικό κληρονόμο την ανιψιά του Μαρία, αδελφή του Προέδρου Παναγιώτη Κανελλόπουλου, σήμερα κυρία Ζήση. Μη μπορώντας από την εξάντληση της αρρώστιας να ανεβεί στο στρατιωτικό μεταγωγικό, τοποθετήθηκε σε φορείο.
Οταν το φορείο περνούσε μπροστά του οι αδελφές του γονάτισαν και προσκύνησαν τον μελλοθάνατο. Τον μετέφεραν στις φυλακές Αβέρωφ όπου είχαν συγκεντρωθεί και οι άλλοι κατάδικοι. Στις δέκα και μισή της ίδιας μέρας οι έξι μελλοθάνατοι οδηγήθηκαν στον τόπο της εκτέλεσης στο Γουδί. Στις έντεκα τους κατέβασαν από τα καμιόνια. Οταν ο Γούναρης κατέβηκε, αισθάνθηκε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν και κινδύνεψε να πέσει. Τότε απευθυνόμενος στον ομότυχό του Νικόλαο Στράτο, είπε την ιστορική φράση: «Νίκο, κράτησε με, πρέπει οπωσδήποτε να σταθώ όρθιος». Τέτοιο ήταν το δραματικό τέλος του Δημητρίου Γούναρη, του πολιτικού στον οποίο τόσα χρωστά η Νεώτερη Ελλάδα, και που εξήντα χρόνια μέσα στον τάφο περιμένει την δικαίωση του. Ο Γούναρης παρέμεινε άγαμος. Την εποχή των σπουδών του στην Γερμανία υπήρξε ένας συναισθηματικός δεσμός με Γερμανίδα συμφοιτήτριά του. Αυτός ήταν ο Δημήτρης Γούναρης. Μια φύση, ήρεμη, σχεδόν βιβλική, με καταπληκτική εμβρίθεια και διαύγεια πνεύματος, μορφή επιβλητική και ευχάριστη, με εκλεπτυσμένη εμφάνιση Αχαιού ευπατρίδη, με τον καστανόλευκο πώγωνα που ετόνωσε την αίσθηση της ζωτικότητας του προσώπου του με ακοίμητο νου πίσω από φωτισμένο μέτωπο, με μάτια ικανά να εισδύουν και να αιχμαλωτίζουν, θεληματικός, εργατικός μέχρις εξαντλήσεως ασκητικός, γοητευτικός συνομιλητής εγνώριζε να προσελκύει εκείνους που δεν ήσαν αποφασισμένοι να μην πεισθούν. Αυτή την ευγενική μορφή έπληξαν όπλα Ελλήνων στρατιωτών μέσα στα πάθη του μεγάλου εθνικού διχασμού.

«ΕΛΛΑΔΑ 20ΟΣ ΑΙΩΝΑΣ»
ΕΚΔΟΣΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ« ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ»
ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/2nuR5wn
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.