ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΛΥΜΠΙΩΤΙΣΣΗΣ - Α (ΕΛΑΣΣΩΝΟΣ)

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Π. ΛΕΚΚΟΣ | Μεταξύ των παλαιοτέρων της Θεσσαλίας συγκαταλέγεται η Μονή Παναγίας της Ολυμπιωτίσσης, κοντά στην Ελασσόνα, κτισμένη πριν από το έτος 1342 σε απότομο λόφο, που ορίζεται από δύο χειμάρρους. Το παλαιότερο σωζόμενο κτίσμα της Μονής είναι το καθολικό. Εξωτερικός —κατά τον Γ.Α. Σωτηρίου— παρουσιάζει αρχιτεκτονικό τύπο όμοιο με ναόν της Θεσσαλονίκης της ίδιας εποχής, εσωτερικός όμως διαφέρει. Ιδιαίτερα καλαίσθητη σε γραμμές, κεραμική διακόσμηση και εμφάνιση είναι η ανατολική όψη του καθολικού. Το οικοδόμημα «στεφανώνεται από ένα υψηλόν και ραδινόν τρούλλον, που είναι κατεσκευασμένος ολόκληρος από λευκά και ερυθρά κεραμίδια». Πλούσιος και σύγχρονος με την ανοικοδόμηση του ναού ήταν και ο τοιχογραφικός διάκοσμος του καθολικού, που επισκευάσθηκε το 1634, σύμφωνα με μη

σωζόμενη πλέον επιγραφή. Δυστυχώς δεν διατηρήθηκαν οι τοιχογραφίες αυτές, εκτός από ελάχιστες, ζωγραφισμένς «με περισσήν τέχνην, από ιστορητήν έμπειρον εις το σχέδιον, το χρώμα και την συνολικήν έκφρασιν», όπως δε υποστηρίζει ο Ουσπένσκυ ήταν έργο του Πανσελήνου. Κατά την ανέγερση’του καθολικού χρησιμοποιήθηκαν και υλικά από προχρισριανικούς ή προγενέστερους χριστιανικούς ναούς της περιοχής. Θαυμάσιο είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο, έργο του 1840, εξαιρετικό δείγμα της μετσοβίτικης τέχνης, με πλουσιότατη διακόσμηση (άνθη, φυτά, πτηνά, ζώα, δράκοντες, άνθρωποι), αληθινό δε βυζαντινό κειμήλιο ξυλογλυπτικής είναι η δυτική θύρα, αν και κάπως φθαρμένη από το χρόνο και τις «διορθωτικές» επεμβάσεις, κατά πολύ αρχαιότερη του τέμπλου.

Η νότια θύρα είναι του έτους 1840. Αρχικά η Μονή ήταν αφιερωμένη στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, άγνωστο όμως από πότε συνεορταζόταν και η Κοίμηση της Θεοτόκου, καθώς αναφέρεται —μόνον αυτή— στο χρυσόβουλλο έτους 1336 του Ανδρόνικου Γ' Παλαιολόγου. Η αλλαγή οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι στη Μονή έφεραν από την Κάρυά του Ολυμπου εικόνα της Παναγίας (διαστάσεων 11x7 εκατ., ζωγραφισμένη επί ξύλου), χωρίς το βρέφος Ιησούς, «με τας χείρας εσταυρωμένος, εις στάσιν προσευχής». Είναι παλαιότατη και αξιόλογη και «αποπνέει λιτότητα και αρχαϊκότητα». Μεταγενέστερα πλαισιώθηκε η εικόνα αυτή με άλλο εικονογραφημένο σανίδι, κατόπιν με άλλο μεγαλύτερο και επαργυρώθηκε (τώρα έχει διάσταση 66x58 εκατ.). Το κωδωνοστάσιο είναι νεότερο κτίσμα (του περασμένου αιώνος). Η καμπάνα του ήχησε για πρώτη φορά το 1847, μετά από άδεια των Τούρκων, οι οποίοι, όπως είναι γνωστό, δεν επέτρεπαν τις κωδωνοκρουσίες. Το πρόβλημα υδρεύσεως της Μονής, ψηλά στον απότομο λόφο που ήταν κτισμένη, έγινε απόπειρα να λυθεί με τη μεταφορά νερού για πρώτη φορά στα μέσα του 18ου αιώνος, αλλά το υδραγωγείο έγινε πρόχειρα και χρειάστηκε να ανακατασκευασθεί το 1780, να επιδιορθωθεί το 1841 και να λυθεί το πρόβλημα οριστικά το 1956, οπότε συνδέθηκε με το υδρευτικό δίκτυο της πόλεως και το νερό αντλείται με ηλεκτροκίνητα μέσα. Από τα πολλά και αξίας ιερά σκεύη και άμφια, ελάχιστα διέφυγαν τις αρπαγές ή τις ενεχυριάσεις, όταν η Μονή αναγκαζόταν να δανειστεί από Έλληνες ή Τούρκους.

Δύο φορές λεηλατήθηκαν από τουρκαλβανούς ληστές και ενίοτε κακοί διαχειριστές ηγούμενοι ή μοναχοί τα σφετερίζονταν. Παρά ταύτα αρκετά διασώθηκαν κι ανάμεσά τους: Ένα ολοκέντητο βήλο Ωραίας Πύλης εξαιρετικής τέχνης, ένας κεντητός επιτάφιος του 1752, έργο του Χριστοφόρου Ζεφάρ ή Ζεφάροβιτς από τη Δοϊράνη, πέντε σταυροί αγιασμού ξυλόγλυπτοι με αργυρή επένδυση, δύο ευαγγέλια με πεποικιλμένα καλύμματα, λειψανοθήκες, λειτουργικοί δίσκοι, πόρπες, επιτραχήλια, επιγονάτια, καλύμματα αγίου ποτηριού κ.ά. Από την μακρά ιστορία της Ολυμπιωτίσσης επισημαίνονται τα σημαντικότερα συμβάντα: Έχοντας ανθηρά οικονομικά, όπως εξάγεται από το χρυσόβουλλο του αυτοκράτορος Ανδρόνικου Γ' Παλαιολόγου (1336), ήταν εκτεθειμένη στην αυθαιρεσία και τις πιέσεις των εκάστοτε ισχυρών δυναστών της περιοχής, παρά και το από 1342 σιγίλλιο του οικουμενικού πατριάρχου Ιωάννου, που την κατοχυρώνει έναντι των πολιτικών αρχόντων και εκκλησιαστικών προσώπων. Μετά το 1396 (σουλτάνος Βαγιατζήτ Α') και μάλιστα το 1420 (οριστική κατάληψη της Θεσσαλίας από τους Τούρκους), και η Ολυμπιώτισσα «ευρέθη υπό την στεγνήν καταπίεσιν αλλοθρήσκου κατακτητού, ο οποίος... σπανίως ημπόδισε την βιαιοπραγίαν, τας αυθαιρεσίας και τον φανατισμόν των τοπαρχών...» (Ευάγ. Σκουβα-ράς), ως το 1912, οπότε η Μονή ελευθερώθηκε από τον οθωμανικό ζυγό. Στα μέσα του 16ου αιώνος, όπως μαρτυ-ρείται από αχρονολόγητο γράμμα του πατριάρχου Διονυσίου Β', η Ολυμπιώτισσα έχει ανάγκη ενισχύσεως χρηματικής, για να μπορέσει να αποκαταστήσει τις από την πολυκαιρία φθορές των κτισμάτων της, που συμπληρώθηκαν και από ισχυρό σεισμό. Στις επισκευές αντέδρασαν αρχικά οι τοπικές τουρκικές αρχές, οι οποίες όμως, αφού επέβαλαν βαρύτατο πρόστιμο, έδωσαν την έγκρισή τους... Κατά το β' ήμισυ του 16ου αιώνος η Μονή αναλαμβάνει οικονομικώς, έχει αρκετούς μοναχούς, περιουσία.

Αναδεικνύεται σε σημαντικό μοναστικό κέντρο της περιοχής, χωρίς να λείπουν εσωτερικές προστριβές και εξωτερικές επιβουλές, γεγονός που έφθειρε το κύρος της κι ανάγκασε τον πατριάρχη Μητροφάνη (1570) με σιγίλλιό του να δώσει εντολές για διόρθωση της καταστάσεως. Στο θέμα επανήλθε και ο ΚΠόλεως Τιμόθεος (1592) με νέο σιγίλλιό γράμμα του. Στο τέλος του αιώνος αυτού παιδιά χριστιανών της περιοχής συχνάζουν στη Μονή «δια να μάθουν γράμματα», ενώ στα μετέπειτα χρόνια, λόγω του ότι η Ολυμπιώτισσα βρισκόταν μακριά από την Ήπειρο και τη λοιπή Θεσσαλία δεν δεινοπάθησε, όταν στις αρχές του 17ου αιώνος έγιναν οι δύο εξεγέρσεις του Λαρίσης Διονυσίου (του «Σκυλοσόφου»). Στα 1634 ανακαινίσθηκαν οι τοιχογραφίες του καθολικού, αλλά στο τέλος του αιώνος σημειώνεται παρακμή της Μονής, η οποία πέφτει σε μαρασμό. Η εικόνα χειροτερεύει όσο περνούν τα χρόνια, κτίσματα καταρρέουν, οι πόροι μειώνονται, οι δανειστές πιέζουν και οδηγούν τους μοναχούς στα δικαστήρια, οι οποίοι καταφεύγουν στις «ζητείες», ενώ η Ολυμπιώτισσα «μαστίζεται και από οξυτάτας εσωτερικός διαταραχάς και αντιθέσεις». Ανάπαυλα στη γενική αυτή παρακμή σημειώθηκε επί ημερών των ηγουμένων παπα-Διονυσίου (1*1763) και Ανθίμου Ολυμπιώτη (11794), ενώ το 1798 ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε' εξέδωσε σιγίλλιό για τη Μονή, με το οποίο επικυρωνόταν το σταυροπηγιακό προνόμιό της. Κατά τον 19ο αιώνα σημειώθηκαν αρκετές επιδρομές κατά της Μονής εκ μέρους Ελλήνων προεστών και του βόιβοντα της Ελασσώνος Ταχήρ αγά, όπως και του Βελή πασά, που απαιτούσαν «παράλογα δοσίματα» εκ μέρους της. Το θέμα διευθετήθηκε με μετάβαση του ηγουμένου στην ΚΠολη, αλλά η διένεξη ζημίωσε τη Μονή ηθικώς και υλικώς. Οι ενοχλήσεις εκ μέρους των Τούρκων επιτάθηκαν μετά την κήρυξη της Επαναστάσεως του 1821, οι μοναχοί ζούσαν εκτεθειμένοι στην εκδικητικότητα και μισαλλοδοξία εντοπίων και περαστικών μωαμεθανών, η περιοχή άρχισε να ερημώνεται, έως ότου ιδρύθηκε το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος και η κατάσταση ηρέμησε και για τη Μονή. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ως το 1912, τίποτε αξιόλογο δεν συνέβη στη Μονή, η οποία εξακολουθεί τη λειτουργία της και εισφέρει για τα ευαγή καταστήματα της Ελασσώνος. Μετά το 1928 (τόμος του Αυτο-κεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος) συγ-χωνεύθηκαν με την Ολυμπιώτισσα (έτος 1932) τα μοναστήρια Σπαρμού, Αγίου Αντωνίου Κοκκινογής, Αγίας Τριάδος Γιανωτάς, Σωτήρος Παλαιοκαρυάς και αναλήψεως Συκιάς. Νέα δεινά γνώρισε η Μονή στη διάρκεια της γερμανόίταλικής Κατοχής, οπότε μετε-τράπη «εις κάστρον περιφρούρητον των Γερμανών», οι δε μοναχοί περιορίστηκαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως ή φυλακές. Οι κατακτητές φρόντισαν και για την αφαίρεση αρκετών κειμηλίων... Η ανακαίνιση και αναβίωσή της άρχισαν το 1956 επί μητροπολίτου Ιακώβου Μακρυγιάννη (1). Και συνεχίζεται σήμερα η ένδοξη και μακρά ιστορία της Ολυμπιωτίσσης.

«ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ»
1995


from ανεμουριον https://ift.tt/2LNBZez
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.