Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΚΙΛΛΟ ΤΟΥ ΚΟΧ

ΛΙΟΝΕΛ ΡΙΣΑΡ | Τη νύχτα της 12ης προς τη 13η Αυγούστου 1917, κατά τις 4 το πρωί, ο Κάφκα ξύπνησε από υπερβολική έκκριση σάλιου στο στόμα του. Ταράζεται, φτύνει, ανάβει τη λάμπα του και κοιτάζει: ένας τεράστιος θρόμβος αίματος. Περπατάει πάνω-κάτω στο δωμάτιό του, κατευθύνεται προς το παράθυρο, ρίχνει μια ματιά έξω, το αίμα συνεχίζει να αναβλύζει από το λαιμό του. Η αιμορραγία θα διαρκέσει 10 λεπτά. Ύστερα σαν απελευθερωμένος, ο Κάφκα γυρνάει στο κρεβάτι του και αποκοιμιέται ήσυχα. Τέτοιον ύπνο δεν είχε κάνει εδώ και καιρό.
Την επομένη, ο πρώτος γιατρός που επισκέφθηκε διέγνωσε μια οξεία βρογχίτιδα. Τίποτα το σοβαρό. Του έδωσε να πάρει τρία μπουκάλια φάρμακο. Όμως, τη νύχτα, οι αιμοπτύσεις ξαναρχίζουν. Πηγαίνει πάλι στον ίδιο γιατρό, που του εξηγεί ότι έχει απλώς κρυώσει. Αύγουστο μήνα; Το λιγότερο παράξενο! Θορυβημένος, το λέει στο φίλο του Μαξ Μπροντ ο οποίος επιμένει να συμβουλευτεί ένα γνωστό του ειδικό. Πηγαίνει παρά τη θέλησή του. Ακτινογραφίες, αναλύσεις των πτυέλων.
Διάγνωση: Πνευμονική φυματίωση. Έχουν προσβληθεί και οι δύο πνεύμονες.
Είναι 34 χρονώ. Εδώ και 10 χρόνια είναι καθημερινά ακινητοποιημένος στα γραφεία μιας ασφαλιστικής εταιρίας. Επιπλέον είναι μπλεγμένος σε μια ερωτική σχέση που, από διακοπή σε ανανέωση των αρραβώνων, καταλήγει να διαιωνίζεται· θα παντρευτεί, ναι ή όχι τη Φελίσε Πουάρ... και ήδη, εδώ και 20 χρόνια, θέλει να γράψει, να επιβληθεί ως συγγραφέας. Από μαθητής γυμνασίου ακόμα, αυτή είναι η μοναδική φιλοδοξία που του φανερώθηκε και που προσπαθεί να πραγματοποιήσει. Ενάντια στον πατέρα του, ενάντια στην εξαντλητική δουλειά του καλού υπαλλήλου, ενάντια στη ζωή και τις απολαύσεις της. Τι θα τον κάνει τον λίγο, το μετρημένο χρόνο που του απομένει;...
Η αποκάλυψη της αρρώστιας του είναι γι’ αυτόν η διαπίστωση αυτής της κατάστασης. Λίγο τον ενδιαφέρει το ότι στην Πράγα η φυματίωση δεν είναι καθόλου σπάνια και ότι το 30% των θανάτων οφείλονται σ’ αυτή. Κι όταν ο πατέρας του θεωρεί υπεύθυνη γι’ αυτό την πρόσφατη απόφασή του να κατοικήσει στο παλάτι Σένμπερν, σε μια υγρή κάμαρα, που μυρίζει άσχημα, γεμάτη μούχλα, σηκώνει απλά τους ώμους. Αν άρχισε να φτύνει αίμα κι ύστερα να βήχει, την άμεση αιτία τη βρήκε ο ίδιος, αμέσως: το τραύμα των πνευμόνων του δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της ηθικής του ασθένειας. Όπως έγραψε στη μικρότερη αδελφή του Ότλα, τη μοναδική που αληθινά εμπιστευόταν, έχει πειστεί ότι τα χρόνια της έντασης, των συνεχών αϋπνιών που είχε περάσει, είναι η αιτία της φυματίωσής του.
Από κει πηγάζει και η εντύπωσή του για χαλάρωση και για καινούριο ξεκίνημα. Κοιμάται καλύτερα. Δεν έχει πια πονοκεφάλους. Τουλάχιστον προσωρινά. Καταθέτει μια αίτηση συνταξιοδότησης στην ασφαλιστική εταιρία. Αίτηση την οποία με λύπη του βλέπει να μετατρέπεται σε άδεια μακράς διάρκειας. Πληροφορεί τη Φελίσε Πουάρ γι’ αυτό που του συμβαίνει και συνεπώς για την αδυναμία του να την παντρευτεί. Επιμένει όχι μόνο να διαλύσει απλώς τους αρραβώνες, αλλά να διακόψει τις σχέσεις του μ’ ένα παρελθόν εξαρτήσεων.
Συνέπεια, κατά τη γνώμη του, μιας εσωτερικής σύγκρουσης, μιας πάλης, η φυματίωσή του, του φαίνεται δισυπόστατη: είναι η αναγγελία ότι του απομένει λίγος χρόνος για να ζήσει, αλλά και ότι στο εξής θα πρέπει να διαθέτει μια σχετική ελευθερία για να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία. Σύμφωνα με πληροφορίες του Μαξ Μπροντ, ίσως γι’ αυτό υπομένει τους πόνους του με μια στωική γαλήνη. Από τη στιγμή που κατάλαβε πόσο σοβαρή είναι η κατάστασή του, δεν μοιάζει να τρέφει αυταπάτες.
Δεν είχε άλλωστε μεγάλη εμπιστοσύνη στην ιατρική επιστήμη. Αντί να δεχτεί να πάει σε σανατόριο, προτιμά να διαλέξει μια καλή θεραπεία με καθαρό αέρα στην εξοχή, στο Τσιράου, στο αγρόκτημα, με το οποίο ασχολείται η αδελφή του, Ότλα. Μετά, από χρόνο σε χρόνο, στο Σέλεζεν, στο Μέρανο, στο Μάτλιαρι κάθε φορά που είναι χάλια, καταφεύγει μόνο σε ιδρύματα που δεν είναι ειδικευμένα σε πνευμονικές παθήσεις.
Τα πραγματικά θεραπευτήρια είναι για το έσχατο τέλος. Διά της βίας. Έπρεπε να βρεθεί ο Μαξ Μπροντ για να τον μεταφέρει ετοιμοθάνατο, το Μάρτιο του 1924, από το Βερολίνο στην Πράγα.
Παρ’ όλη την προοδευτική εξασθένηση που νιώθει, τρέφει με ελπίδες τη σύντομη ελευθερία που έχει μπροστά του. Καινούριες ελπίδες γάμου, κατά παράξενο τρόπο. Με τη Γιουλί Βόρνζεκ, με την Τσέχα δημοσιογράφο Μίλενα Γιέσενσκα και με τη σύντροφο των τελευταίων ωρών, την Ντόρα Ντυμόντ. Σαν να θέλει να ξεπλυθεί από το λάθος του να έχει ζήσει μέχρι τότε σαν μια απάνθρωπη, απομονωμένη ύπαρξη, αμάρτημα για το οποίο πληρώνει με την ίδια του την αρρώστια: «Ήθελα γράφει μετανιωμένος στο Ημερολόγιό του τον Οκτώβριο του 1921, να μείνω στο περιθώριο κάθε διασκέδασης, στο περιθώριο της χαράς να ζεις σαν υγιής και χρήσιμος άνθρωπος». Και μετά για να δώσει στον εαυτό του ένα ελατήριο επιβίωσης, σχεδιάζει να φύγει για την Παλαιστίνη. Τέλος διαβάζει, γράφει, δημοσιεύει. Τη Δευτέρα 2 Ιουνίου 1924, παραμονή του θανάτου του, τού διόρθωνε ακόμα, διηγείται ο Μαξ Μπροντ τα τυπογραφικά δοκίμια της συλλογής του «Ο πρωταθλητής της νηστείας» και κατηγορούσε τον εκδότη του, επειδή δεν έλαβε υπόψη του τις παρατηρήσεις του.
Δεν είχε παραιτηθεί από τη ζωή, ευχόταν να δει τη ζωή του να παρατείνεται. Το βεβαιώνουν οι πιο στενοί του φίλοι. Σκεφτόταν το έργο του. Ήθελε να παντρευτεί την Ντάρα Ντυμόντ. Μέσα απ' την αγάπη αυτής της γυναίκας που αγρυπνούσε συνεχώς, δίπλα του, ίσως να είχε την εντύπωση ότι η σωτηρία του ήταν ακόμα δυνατή. Όπως κι αν έχει το πράγμα, το Ημερολόγιό του, με σημειώσεις όλο και πιο αραιές από το 1921 ως τα 1923, δεν ψάλλει καθόλου το θάνατο σαν λύτρωση που πλησιάζει. Η ανάγνωσή του εντοπίζεται στο πυρετό του, στην αυξανόμενη αδυναμία του ν’ ασχοληθεί με οτιδήποτε, στην πίεση που τον εμποδίζει ν' αναπνέει.
Στη νεκρολογία που του αφιέρωσε στις 6 Ιουνίου 1924, η Μίλενα Γιέσενσκα παραδέχεται ότι ήταν πρόθυμος να φροντίσει τη φυματίωσή του, όμως ταυτόχρονα την «έτρεφε εν γνώσει του». Κατά τη γνώμη της, επέρριπτε στην αρρώστια τη δική του απόρριψη της ζωής. Μ’ άλλα λόγια αυτή η αρρώστια ήταν συνδεδεμένη με όλη του την προσωπικότητα. Ήταν ο φαύλος κύκλος απ5 τον οποίο δεν μπορούσε να βγει, κάτι σαν εσωτερικό πεπρωμένο. Απ’ τη μια, εκεί οδηγούσε η απομόνωσή του, τόσο που την αντιλαμβανόταν σαν σφάλμα απέναντι στην κοινότητα των ανθρώπων. Κι απ’ την άλλη, είχε ανάγκη την αρρώστια του για να δικαιολογήσει την άρνησή του να ζήσει όπως όλοι οι άνθρωποι. Γιατί, πριν απ’ όλα, ήθελε να γράφει.
Μέσα απ' τη σχέση του με την αρρώστια η πρωτοτυπία του Κάφκα είναι παραδειγματική. Κατά βάθος το να γράφει κανείς δεν είναι μια αρρώστια και μάλιστα θανατηφόρα; Ο Κάφκα είναι η μυθική ενσάρκωση του απόλυτου συγγραφέα. Θυσιάζει τη ζωή του στην ανάγκη να γράφει, με μια δισυπόστατη ύπαρξη· γραφειοκράτης τη μέρα και συγγραφέας τη νύχτα. Μέχρι την εξάντληση, τον πυρετό, τους αδιάκοπους πονοκεφάλους. Έτσι που η πρώτη αρρώστια, η αρρώστια της γραφής, που είχε κυριεύσει την ψυχή του, κατέληξε επίσης να καταβροχθίσει το σώμα του.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΒΑΖΩ
ΑΡ. 281
19.2.92


from ανεμουριον https://ift.tt/2pbwQnM
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.