ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ - ΒΑΡΛΑΑΜ - Α (ΣΤΑΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΕΩΡΩΝ)

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Π. ΛΕΚΚΟΣ | Από τα ακμαιότερα μοναστήρια της πέτρινης πολιτείας των Μετεώρων είναι η Μονή των Αγίων Πάντων ή του Βαρλαάμ, όπως επικράτησε να λέγεται, προς τιμήν του πρώτου οικιστού του ύψους 373 μέτρων βράχου. Ο οποίος, ποιος ξέρει με πόσους κόπους, κατάφερε να αναρριχηθεί στο βράχο, στα μέσα του 14ου αιώνος. Έκτισε μικρή εκκλησία των Τριών Ιεραρχών, κοντά στο σπήλαιο που ασκήτευε, και κατόπιν μικρή δεξαμενή νερού και το κελλί του. «Άοικος τη πολυετία και έρημος παντελώς, ως οικόπεδον» ήταν ο βράχος μετά την οσιακή κοίμηση του Βαρλαάμ, αφού κανένας δεν τόλμησε να ασκητεύσει πάνω στο βράχο, επί διακόσια περίπου χρόνια. Στην κατάσταση αυτή βρήκαν την κορυφή του βράχου οι δύο επίσημοι κτίτορες της Μονής Θεοφάνης και Νεκτάριος, αδέλφια και γόνοι της μεγάλης και πλούσιας οικογένειας των Ψαράδων από τα Ιωάννινα. Αφού ασκήθηκαν πνευματικά και εν υπακοή, για δέκα χρόνια, κοντά στον Γέροντα Σάββα (Ιωάννινα), έλαβαν το μοναχικό σχήμα και το υπούργημα της ιερωσύνης και μετά την κοίμηση του Γέροντός τους πήγαν στο Άγιον Όρος, όπου έγιναν δεκτοί από τον πατριάρχη Νήφωνα, που την περίοδο εκείνη μόναζε στη Μονή Διονυσίου. Επανήλθαν στο ασκητήριό τους σ το νησί των Ιωαννίνων, το βρήκαν κατειλημμένο και ανήγειραν σε κατάλληλο για ησυχία σημείο του νησιού Μοναστήρι και κελλιά. Εξαιτίας αντιδράσεων των τοπικών αρχόντων, το 1511 έφυγαν και ήρθαν στα Μετέωρα. Με την ευλογία του ηγουμένου του Μεγ. Μετεώρου εγκαταστάθηκαν αρχικά στο βράχο το λεγόμενο «Στύλο του Τιμίου Προδρόμου», όπου ασκήτευσαν επί επτά χρόνια και το 1518 πραγματοποίησαν την ανάβαση στην «πέτρα του Βαρλαάμ».
Έχοντας τη βοήθεια και των υποτακτικών τους Βενεδίκτου και Παχωμίου, στα ερείπια του ναΐσκου του Βαρλαάμ ανήγειραν νέο ναό των Τριών Ιεραρχών και τα απαραίτητα για τη μόνιμη διαμονή τους κτίσματα. Το 1542 συγκεντρώθηκαν πάνω στο βράχο τριάντα περίπου μοναχοί και με τη βοήθεια και χάρη του Θεού έκτισαν τον μεγαλοπρεπή ναό των Αγίων Πάντων (1542-1544), που αποτελεί και το σημερινό καθολικό της Μονής. Χωρίς να παραμελούν τα μοναχικά τους καθήκοντα, οι μοναχοί πρόσθεσαν σταδιακά και τα άλλα απαραίτητα κτίσματα, όπως νοσοκομείο για τους ασθενείς αδελφούς, γηροκομείο, «πύργο» για τη λειτουργία του ιδιότυπου ανελκυστήρα (δίχτυ), ενώ η καλλιέργεια των κήπων και των αγρών και η περιποίηση οικόσιτων ζώων, εξασφάλιζαν στη μοναστική αδελφότητα τα προς το ζειν. Στις 17 Μαΐου 1544 κοιμήθηκε εν Κυρίω ο Θεοφάνης και έξι χρόνια αργότερα (7 Απριλίου του 1550) ο αδελφός του Νεκτάριος, οι μακάριοι κτίτορες της μονής Βαρλαάμ. Η μνήμη τους τιμάται από κοινού στις 17 Μαΐου. Στη διαθήκη των οσίων αυτών πατέρων, πλην των άλλων παραγγελιών, περιέχονται σοφές υποθήκες προς τους μοναχούς. Κλίμακα κατασκευασμένη το 1922 μας ανεβάζει, με τις 160 βαθμίδες της, στο βράχο όπου τα κτίσματα της μονής Βαρλαάμ. Το καθολικό της, των Αγίων Πάντων, περιβάλλουν το παλαιό νοσοκομείο, ο «πύργος» με το κρεμαστό δίχτυ, το ναΐδιο των Αγίων Αναργύρων, η τραπεζαρία, το μουσείο-κειμηλιοφυλάκιο, ο ξενώνας, η πτέρυγα των κελλιών κ.ά. Σύμφωνα με τις σωζόμενες πληροφορίες ο κεντρικός ναός κτίσθηκε σε διάστημα μόλις είκοσι ημερών, αφού όμως χρειάσθηκαν 22 χρόνια για να συγκεντρωθούν και να μεταφερθούν επάνω στο βράχο τα απαραίτητα υλικά. Στην αυτοβιογραφία τους οι δύο αυτάδελφοι Θεοφάνης και Νεκτάριος γράφουν: «Μετά σπουδής και προθυμίας πάντες οι περί ημάς αδελφοί πλείστα κεκοπιακότες συν ημίν ολοψύχως τον μέγαν τουτονί ναόν πεποιήκαμεν, τιμηθέντα επ' ονόματι των Αγίων Πάντων. Έκτισται δε και τετέλεσται κατά το ΖΝ' (= 1542) έτος, δΓ ημερών είκοσι όσον τάχος εκ βάθρων». Για τους κτίτορες μαρτυρούν δύο επιγραφές. Μία σε πλάκα, στο εξωτερικό μέρος του Βήματος: «ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΙ ΚΑΙ ΚΤΙΤΟΡΕΣ ΕΞ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΟΙ ΑΨΑΡΑΔΕΣ ΕΤΟΥΣ ΖΝ' (= 1542) - IN. ΙΕ' ΚΑΤ' ΑΡΧΑΣ ΖΚ'». Η άλλη πάνω απ' το παράθυρο της κόγχης του ιερού Βήματος: «ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΙ ΚΑΙ ΚΤΙΤΟΡΕΣ ΕΞ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΟΙ ΑΨΑΡΑΔΕΣ ΕΤΟΥΣ ΖΝ' - ΙΝΤΕ». Για την αγιογράφησή του άλλη επιγραφή, στη νότια πλευρά του κυρίως ναού, αναφέρει ότι «...ανιστορήθη ο θείος και πάνσεπτος ναός... παρά των οσιοτήτων εν ιερομονάχοις και αυταδέλφων κυρού Νεκταρίου και κυρού Θεοφάνους, έτει αφμη' (= 1548) ανεκαινίσθη αψπ'» (=1780). Ο κυρίως ναός είναι βυζαντινού ρυθμού, σταυροειδής δικιόνιος με ένα τρούλλο στον κυρίως ναό κι ένα στο νάρθηκα. Είναι κατάγραφος από τοιχογραφίες των μέσων του 16ου αιώνος (1548) έργον του φημισμένου αγιογράφου Φράγκου Κατελάνου, που ήταν λίγο μεταγενέστερος του Θεοφάνους του Κρητός, στην τεχνοτροπία του οποίου προαθετεί στοιχεία της ιταλικής σχολής, χωρίς να ξεφεύγει από την ορθόδοξη αγιογραφική παράδοση. «Το έργον του, σημειώνει ο Α. Ξυγγόπουλος, θα ηδύνατο να χαρακτηρισθεί ως μία αντίδρασις εις τον γενικόν θαυμασμόν και την, κατά τινα τρόπον, υποδούλωσιν εις την τέχνην του μεγάλου Κρητός καλλιτέχνου Θεοφάνους» Πολύ γνωστές είναι αρκετές από τις τοιχογραφικές ή φορητές απεικονίσεις του ναού, όπως για παράδειγμα η Πλατυτέρα, η λειτουργία των Αγγέλων, 0 Εσταυρωμένος, ο Παντοκράτωρ του τρούλλου, σκηνές από τη ζωή, τα πάθη και τη δράση του Ιησού Χριστού, τα μαρτύρια των Αγίων, Το τέμπλο και τα προσκυνητάρια είναι ξυλόγλυπτα και φέρουν ποικίλες παραστάσεις από το φυτικό και το ζωικό βασίλειο. Ο νάρθηκας, ευρύχωρος και με τρούλλο, είναι πλήρως αγιογραφημένος, διά χειρός των Θηβαίων αδελφών Γεωργίου ιερέως και Φράγκου Κονταρή, και με δαπάνη του επισκόπου Βελλάς Αντωνίου Αψαρά. Ξεχωρίζουν οι παραστάσεις του Κυρίου «εν δόξη» στον τρούλλο, της μελλούσης Κρίσεως, του μαρτυρίου του αγίου Παντελεήμονος, σκηνών από τη ζωή του τίμιου Προδρόμου κ.λπ. Στη νοτιοανατολική γωνία του νάρθηκα υπάρχει ο τάφος των οσίων κτιτόρων, ενώ ιδιαίτερη αίσθηση και αφορμή φιλοσοφήσεως του βίου προκαλεί η εντυπωσιακή παράσταση του οσίου πατρός ημών Σισώη, ο οποίος θρηνεί μπροστά στο σκελετό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπως μαρτυρεί η σωζόμενη επιγραφή: «Ορών ο μέγας εν ασκηταίς άταφον του Βασιλέως Αλεξάνδρου το σώμα, του πάλαι λάμψαντος εν δόξη, φρίττει και διά το άστατον του καιρού και της δόξης των πρόσκαιρων πεισθείς, ιδού κλαίει: Αι, αι θάνατε, τίς δύναται φυγείν σε;». Στο ιερό Βήμα του ναού των Αγίων Πάντων φυλάσσονται ως πολύτιμος θησαυρός πολλά λείψανα Αγίων, που ευωδιάζουν και ευφραίνουν τους πιστούς: Οι κάρες των οσίων κτιτόρων και του νεομάρτυρος Νικολάου του εκ Μετσόβου (κάηκε από τους Τούρκους ζωντανός στην πλατεία των Τρικάλων επειδή δεν αρνήθηκε την ορθόδοξη πίστη του), τεμάχια λειψάνων του ιερού Χρυσοστόμου, του τίμιου Προδρόμου, των αγίων Παντελεήμονος, Ιωάννου του εξ Ιωαννίνων, Προκοπίου, Νέστορος, Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας, Σέργιου και Βάκχου, Παρασκευής, Χαραλάμπους, Μερκούριού, Τρύφωνος, Βαρβάρας κ.ά. Η παλαιό τράπεζα της Μονής έχει μετατραπεί σε Σκευοφυλάκιο (μουσείο). Πολύτιμα κειμήλια, ιερά σκεύη, χειρόγραφες και έντυπες παλαιές εκδόσεις, ευαγγέλια σε μεμβράνη με αξεπέραστες μικρογραφίες, χρυσοκέντητοι επιτάφιοι (έργα του χρυσοκεντητού του 16ου-17ου αιώνος μοναχού Αρσενίου, 1583-1620), βαρύτιμα άμφια, επάργυροι, επίχρυσοι, σμαλτωμένοι ή ξυλόγλυπτοι σταυροί με πολύτιμες πέτρες ή μαργαριτάρια, φορητές εικόνες αξίας, αποτελούν τον πολυτίμητο θησαυρό του παλαίφατου Μοναστηριού. Ανάμεσα στα κειμήλια ξεχωριστή θέση κατέχει το χειρόγραφο ευαγγέλιο του αυτοκράτορος του Βυζαντίου Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου (912-959), με την ιδιόχειρη υπογραφή του. Στη νοτιοδυτική άκρη του βράχου βρίσκεται ο ναΐσκος των Τριών Ιεραρχών, που πρωτόκτισε ο Βαρλαάμ και ανακαίνισαν, διακόσια περίπου χρόνια αργότερα, εκ βάθρων, οι αυτάδελφοι Θεοφάνης και Νεκτάριος. Πρόκειται για μονόκλιτη βασιλική, με απλό ξύλινο χρυσοβαμμένο τέμπλο, που ανακαινίσθηκε το έτος 1627, όπως μαρτυρεί σημείωση σε κεραμίδι εντοιχισμένο εξωτερικώς στην κόγχη του Βήματος: «1 ΕΤΟΥΣ ΖΡΛΕ'» (= 1627). Παρά την ταπεινή εξωτερική εμφάνιση, εσωτερικά η αγιογράφηση είναι αξιόλογη. Η Βρεφοκρατούσα, η λειτουργία των Αγγέλων, οι 24 Οίκοι των Χαιρετισμών, οι κτίτορες, ο νεομάρτυς Νικόλαος ο εκ Μετσόβου κ.ά. Ενδιαφέρον, από αρχιτεκτονική άποψη, παρουσιάζουν η παλαιό εστία, δηλ. το μαγειρείο, της Μονής που είναι κυβική με ημισφαιρική στέγη και τρούλλο, καθώς και το νοσοκομείο της, που διατηρούνται ως σήμερα (όχι, φυσικά, σε λειτουργία). Η εστία διασκευάστηκε και χρησιμοποιείται ως εκθετήριο ενθυμίων. Η συμβολή της Μονής Βαρλαάμ στους εθνικούς αγώνες είναι αναγνωρισμένη. Την περίοδο της τουρκοκρατίας το Μοναστήρι και πολλούς μοναχούς είχε και πλούτο διέθετε. Έτσι, ήταν σε θέση να ενισχύει ηθικά και οικονομικά τους αγωνιστές. Να συνδράμει στην ίδρυση και λειτουργία σχολείων. Να σπουδάζει νέους. Να συμπαρίσταται σε νοσοκομεία, συντεχνίες και κοινότητες. Να καλλιεργεί τα γράμματα. Να εκδίδει βιβλία εκκλησιαστικού περιεχομένου. την περίοδο της γερμανοϊταλικής Κατοχής η Μονή υπέστη αρκετές αρπαγές και καταστροφές. Τη δήωση αυτή ολοκλήρωσαν προσφυγικές οικογένειες που εγκαταστάθηκαν προσωρινά στο Μοναστήρι μετά την εκδίωξη των κατακτητών. Πολλοί εκκλησιαστικοί θησαυροί συλλήθηκαν. Η Μονή επανδρώθηκε και λειτούργησε εκ νέου το 1961 και ανακαινίσθηκε πλήρως. Σήμερα αποτελεί κέντρο μοναστικής ζωής και συνδυάζει την άσκηση με την ευαγγελική και φιλανθρωπική δράση της: Με δαπάνη της κτίσθηκε στην Καλαμπάκα «Πνευματική Εστία» (η «Βαρλαάμειος Αίθουσα»), όπου γίνονται κατηχητικά σχολεία και άλλες συγκεντρώσεις, ενώ και άλλα ιδρύματα της Μητροπόλεως δέχονται την οικονομική ενίσχυση της Μονής.

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Π. ΛΕΚΚΟΣ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ ΑΘΗΝΑ 1995


from ανεμουριον https://ift.tt/2N447cN
via IFTTT
Από το Blogger.