Η Μονή της Ζερμπίτσης έλαβε την προσωνυμία αυτή από τον κτήτορα Ζερμπό, τον Κωνσταντινοπολίτη άρχοντα, ο οποίος στις αρχές του 17ου αιώνος κρυβόταν στον Ταΰγετο, όντας φυγάς, άγνωστο για ποιους λόγους. Από το κρησφύγετο του -κατά την παράδοση- έβλεπε μυστηριώδες φως κάθε βράδυ, στο σημείο όπου τώρα βρίσκεται η Μονή. Αφού ενημέρωσε τον επιχώριο επίσκοπο προέβη σε ανασκαφή και την τρίτη ημέρα η προσπάθεια «απέδωκε το ποθούμενον, την θείαν και ιεράν εικόνα της Θεομήτορος, ευρεθείσαν εντός ξηρού φρέατος». Το θαυμαστό γεγονός υπήρξε αφορμή δύο χωρικοί να γίνουν μοναχοί και να κτίσουν προσκυνητάριο για την εικόνα και ταπεινά κελλιά για τη διαμονή τους, ενώ ο Ζερμπός, επανελθών στην Κωνσταντινούπολη, χρηματοδότησε την ανέγερση του βυζαντινού ναού της Παναγίας, που σώζεται ως σήμερα, μέσα στον οποίο φυλάσσεται, ως πολυτίμητος θησαυρός, η θαυματουργός εικόνα, «ενθρονισμένη εις το αριστερόν προσκυνητάριον». Δεν αποκλείεται, βέβαια, η ονομασία Ζερμπίτσα, να προέρχεται από παραφθορά της λέξεως «Σερβίτσα», δηλαδή μικρή Σερβία, δεδομένου ότι στην περιοχή κατοικούσαν την περίοδο εκείνη αρκετοί Σλάβοι. Κατά την επιγραφή στο υπέρθυρο της βασιλικής πύλης του καθολικού ο ναός «ανηγέρθη εκ βάθρου της γης» το 1639 και «ανιστορήθη και εκαλλωπίσθη ηγουμενεύοντος του πανοσιοτάτου... κυρ Παρθενίου... εν έτει σωτηρίου πάθους 1669, μηνί Αυγούστω 16». Η ανέγερση του ναού έγινε πάνω στα ερείπια παλαιότερου χριστιανικού ναού του 12ου αιώνος, που κι αυτός βασιζόταν σε λείψανα ειδωλολατρικού ναού, κτίσματος του 3ου π.Χ. αιώνος, όπως αποδεικνύεται από μαρμάρινα ευρήματα της περιόδου εκείνης, αποκείμενα στο μουσείο της Μονής. Αν και η Ζερμπίτσης είναι αρχαιότερη του έτους 1639, δεν διασώθηκαν, δυστυχώς, στοιχεία για την ιστορία της περιόδου εκείνης, πλην ελάχιστων, από τα οποία πληροφορούμεθα ότι: Το 1639 οι Παπα-Καλλίνικος και Παπα-Γεράσιμος, «φόρου υποτελείς χριστιανοί» ζήτησαν άδεια από τον Τούρκο ιεροδικαστή στο Μυστρά, «να ανακαινίσωσι και επισκευάσωσι υπό τον παλαιόν αυτής τύπον και διαστάσεις» τον ιερό ναό της Μονής, γεγονός που μαρτυρεί την προΰπαρξη της, τουλάχιστον από τον 12ο αιώνα. Σε έγγραφα, εξάλλου, των αρχών του 17ου αιώνος, αναφέρεται το μετόχιό της «Μαύρου Μώλου», ενώ σε χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Γ' Παλαιολόγου (του 1301) μνημονεύεται και το μετόχιο Κούμαρη ή Κούμπαρη. Στα νεότερα χρόνια υπάγονταν στην Ζερμπίτσης και τα μετόχια του Ιέρακος και της Γόλας, που εξελίχθηκαν σε αυτοτελείς Μονές. Το καθολικό είναι ευρύχωρο κτίσμα, με λιτή, κυρίως ναό και τρίκογχο Άγιο Βήμα. Βυζαντινού ρυθμού, τετρακιόνιο με δύο χορούς, κατά τον αθωνικό τύπο. Στο β' όροφο του ναού, το 1970, διαμορφώθηκαν τρία παρεκκλήσια - προσκυνητάρια: της αγίας Τριάδος, του τίμιου Προδρόμου και του αγίου Νεκταρίου. Στην τοιχοδομία του καθολικού χρησιμοποιήθηκαν και υλικά από τον παλαιό ναό, «όπως μαρμάρινα έγγλυφα βυζαντινά ανθέμια, τμήματα από κιονόκρανα, κρινάνθεμα, ενώ στον τρούλλο, στα γείσα και στις περισσότερες κόγχες υπάρχουν παρένθετα κεραμίδια σαν οδόντες ή γεισίποδες. Στην έξω δυτική πλευρά... δύο ωραία μαρμάρινα γλυπτά αετόπουλα να τρώνε από ένα δενδράκι...». Εσωτερικά είναι τοιχογραφημένος, με τεχνοτροπία βυζαντινή, κρητικομακεδονική κυρίως, αλλά και με στοιχεία αναγεννησιακά. Δεν είναι γνωστοί οι αγιογράφοι. «Τα ζωηρά χρώματα λείπουν. Το μαύρο φόντο εκφράζει τη λυπημένη ψυχή της τουρκοκρατίας». Το τέμπλο είναι του 1842 «δια χειρός Βαλέτα Κρητός, επί ηγουμένου Κυρίλλου Κύρου». Στη διάρκεια της οκτώ αιώνων ζωής της Μονής η προσφορά της υπήρξε πολύτιμη για τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής, ο δε μοναχός της Γαβριήλ έδωσε και το αίμα του, πιστός εις το πατριωτικό του χρέος, κατά την Επανάσταση του 1821. Και από πλευράς υλικής στάθηκε συμπαραστάτρια στους χριστιανούς, για το λόγο ότι ήταν κάτοχος αξιόλογης περιουσίας, που είχε αποκτηθεί και υποστηριχθεί «με κόπους και αγώνες, ακόμη και δικαστικούς, όπως φαίνεται από διάφορα τουρκικά και ελληνικά δικαστικά έγγραφα». Στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων «σώζεται χειρόγραφον της Μονής Ζερμπίτσης, κατάδηλον του πλούτου εις εκκλησιαστικά είδη και άμφια», ενώ στα νεότερα χρόνια αρκετοί από τους αδελφούς της διακρίθηκαν στον εκκλησιαστικό στίβο. Το 1962 η Μονή χαρακτηρίσθηκε με υπουργική απόφαση ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο και το επόμενο έτος ιδρύθηκε το Μουσείο της για την προστασία των κειμηλίων της, μερικά από τα οποία είναι ανεκτίμητα: Χρυσοκέντητος επιτάφιος του 1539. Η «έκφρασις του προσώπου του Κυρίου δείχνει τον Θεό που κοιμάται και όχι την αλύτρωτη αγωνία πινάκων της Αναγεννήσεως». Χρυσοκέντητη εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, έργο του 1707 (διαστάσεων 0,78x0,70), «δια συνδρομής και εξόδου του πανοσιωτάτου και αιδεσιμωτάτου Κυρίου Κυρ Ιωακείμ το επίκλη ο Τρίπονας». Χρυσοκέντητος «αέρας» από ερυθρό ατλάζι με τον Πανάγιο Τάφο και τα σύμβολα του Πάθους, αφιερωμένος «δια μνημόσυνον Εμμανουήλ και των γονέων αυτού», έτους 1677. Χρυσοκέντητο ωμοφόριο του 16ου αιώνος. Και επίσης καλύμματα και άμφια, σταυροί ευλογίας, ιερά σκεύη, ευαγγέλια, φορητές εικόνες, αυτοκρατορικά και πατριαρχικά έγγραφα, παλαίτυπα λειτουργικά βιβλία, μουσικά χειρόγραφα, τουρκικά έγγραφα (το αρχαιότερο είναι του 1608) και μαρμάρινα ευρήματα από τον προχριστιανικό ή τον παλαιοχριστιανικό ναό (του 12ου αιώνος). Πολυτιμότερος, βέβαια, θησαυρός της Μονής είναι τα τίμια λείψανα των Αγίων: Μεγαλομάρτυρος Νυμφοδώρας (δεξιό χέρι), Μερκούριού, Νεομάρτυρος Ιωάννου εκ Γουβών Μονεμβασίας (τιμία κάρα), Αγάπης, Λεοντίου Μυροβλήτου και άλλων. Στο κτιριακό της συγκρότημα υπάρχουν τα παρεκκλήσια των Αγίων: Δημητρίου, Μηνά και Φανουρίου, τα προσκυνητάρια - παρεκκλήσια της Αγίας Τριάδος, του Τίμιου Προδρόμου και Αγίου Νεκταρίου, της οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας. Επίσης, τα εξωκκλήσια των Αγίων Πάντων (κοιμητηριακό), των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και του προφήτου Ηλιού, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, και του αγίου Νίκωνος. Η ανδρική αυτή Μονή το 1945 επί μητροπολίτου Διονυσίου Δάφνου μετετράπη σε γυναικεία, αλλά το 1962 απεχώρησε η αδελφότης —αφού καλλώπισε και «νοικοκύρεψε» το μοναστήρι— και ξανάγινε ανδρική με ηγούμενο τον λόγιο και συγγραφέα αρχιμανδρίτη Θεόφιλο Σιμόπουλο, ιδρυτή του Μουσείου της. Τέλος, το 1966, έγινε εκ νέου μετατροπή της Μονής σε γυναικεία. Η πολυμελής αδελφότης έδωσε νέα πνοή στον παλαίφατο αυτό παρθενώνα. Τα πάντα ανακαινίσθηκαν. Οι μοναχές βοήθησαν στην αναδιοργάνωση των Κατηχητικών Σχολείων, ασχολούνται με την απόδοση στη νεοελληνική αγιοπατερικών κειμένων, τη μελισσοκομία, την κτηνοτροφία, την υφαντική, το κέντημα, την αγιογραφία, την ιερορραπτική, πιστές στο παράγγελμα: «Καρδία νήφε δια να σωθής, χειρ εργάζου δια να τραφής». Στα παλαιό κτίσματα, που ανακαινίσθηκε, προστέθηκε αξιόλογο τετραόροφο κτήριο, για τη στέγαση μαγειρείου, τραπέζης, παρεκκλησίων (Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, Τριών Ιεραρχών, Εμμελείας - Νόνας - Ανθούσης), συνοδικού και του πύργου (με το παρεκκλήσιο της Μεταμορφώσεως). Ακόμη κτίσθηκαν διώροφος ξενώνας, αίθουσα υποδοχής (αρχονταρίκι) κ.λπ. Η αδελφότης, υπό την πνευματική επιστασία του μητροπολίτου Μονεμβασίας και Σπάρτης Ευσταθίου Σπηλιώτη και τη χειραγωγία της ηγουμένης Παρθενίας συνεχίζει με ένθεο ζήλο μία ένδοξη και μακραίωνη μοναστική πορεία, με τη χάρη της θαυματουργού εικόνος Παναγίας της Ζερμπίτσης. Λειτουργεί ξενώνας μόνο για γυναίκες.
Ευάγγελος Π. Λέκκος
Τα ελληνικά μοναστήρια
Ιχνηλάτης
1995
from ανεμουριον https://ift.tt/2XATIKC
via IFTTT
