ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΟΙΜ. ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΒΟΥΛΚΑΝΟΥ - Α (ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ)

Επάνω στα ερείπια του ειδωλολατρικού ναού του Δία του Ιθωμάτα ιδρύθηκε η Μονή Βουλκάνου σε χρόνο που δεν είναι ιστορικά βεβαιωμένος. Κατά την τοπική παράδοση το γεγονός συνέβη την περίοδο βασιλείας του Λέοντος Γ' του Ισαύρου, και δη περί το 726, όταν μοναχοί κατέφυγαν εδώ κυνηγημένοι από εικονομάχους. Δεύτερη εκδοχή ανάγει την ίδρυση της στη σύζυγο του Ανδρόνικου Παλαιολόγου (13ος αιώνας), τρίτη ομιλεί για το ότι η εικόνα, από την Κορώνη όπου φυλασσόταν, εγκατέλειπε τη θέση της και ερχόταν στο όρος Ιθώμη, ώσπου δέχθηκαν οι Κορωνιώτες να μείνει η εικόνα εκεί, άγνωστον ακριβώς πότε. Τέλος, η λαϊκή ευσέβεια πιστεύει ότι η ανέγερση της Μονής εκεί οφείλεται στην εύρεση της θαυματουργού εικόνος της Παναγίας «επί δένδρου σχίνου κρεμάμενη, μετά από πυρκαϊάν των εκεί άφθονων βάτων... την οποίαν τυχαίως έθεσεν ποιμαινόπαις... και εκ της οποίας πυράς η εικών δεν εκάη...».
Η πρώτη, πάντως, ιστορική μαρτυρία είναι του έτους 1583 και προέρχεται από οιγίλλιο του οικουμενικού πατριάρχου Ιερεμίου Α'. Βέβαια, για να αναφέρεται σε οιγίλλιο το 1583 εξάγεται ότι η Μονή προϋφίσταται και βρίσκεται σε ακμή. Έτσι πιθανότερη φαίνεται η εκδοχή να είναι κτίσμα της περιόδου των Παλαιολόγων (13ος ή αρχές 14ου αιώνος). Ο ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου και λίγα κελλιά (της παλαιάς Μονής) που σώζονται επάνω στο όρος της Ιθώμης, που στα μεσαιωνικά χρόνια λεγόταν Βουλκάνο, «εστερεώθηοαν και ανεκεραμώθησαν, εν έτει 1972 φροντίδι και επιμονή του Ιεράρχου Μεσσηνίας» Χρυσοστόμου Θέμελη, εκ μέρους της Υπηρεσίας Αναστηλώσεων. Το κτιριακό συγκρότημα, μήκους 50 και πλάτους 28 μ. περίπου, παρουσιάζει ενδιαφέρον: Ο ναός είναι βασικά κτισμένος με υλικά από τον αρχαίο ειδωλολατρικό. Η βάση της αγίας Τραπέζης αποτελείται από βάση αρχαίου αγάλματος. Θραύσματα κιόνων και ογκώδεις λίθοι χρησιμοποιήθηκαν στα θεμέλια και την τοιχοποιία. Λιθόκτιστα και θολωτά είναι τα 8 κελλιά. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν, επίσης, η εστία και δύο Φωτανάματα, ενώ και οι τοιχογραφίες του καθολικού και του παρεκκλησίου του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, σώζονται —κατά το μεγαλύτερο μέρος- σε πολύ καλή κατάσταση. Είναι έργο των εκ Ναυπλίου αδελφών Δημητρίου και Γεωργίου Μόσχων, που αναφέρονται στην κτιτορική επιγραφή (έτους 1608). Στην παλαιά αυτή Μονή, την «Κορυφή» ή «Επανω-καστρίτισσα», εγκαταβίωναν οι μοναχοί μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνος. Από έλλειψη νερού και λόγω του ψύχους κατά τους χειμερινούς μήνες, αποφάσισαν να ανεγείρουν νέα Μονή στην τοποθεσία που βρίσκεται σήμερα. Στον Κώδικα της, με ημερομηνία «1625 Μαρτίου Ε'» αναγράφεται: «Μην υποφέροντες οι Πατέρες εις το Καθολικόν ηγόρασαν τοποθεσίαν υποκάτωθεν του Αγίου Βασιλείου κατά ανατολάς εις μάνα του Νερού όπου ήτον επίπεδος τόπος». Τόπος «εις ον αμιλλάται η φύσις με τα ανθρώπινα έργα της Μονής και με την πνευματικήν ζωήν των μοναχών». Τα κτίσματα της νέας Μονής Βουλκάνου οικοδομήθηκαν σταδιακά. Στην αρχή λίγα κελλιά, στο σημείο όπου προϋπήρχε υπόλειμμα διώροφου φραγκικού πύργου. Αργότερα, εκατέρωθεν του ναού, κτίσθηκαν και άλλα κελλιά, ενώ μετά τις καταστροφές που επέφερε η επιδρομή του Ιμπραήμ το 1825, έγιναν σημαντικά οικοδομικά έργα, κατά τα έτη 1838, 1842, 1858 και 1861, όπως μαρτυρούν σωζόμενα έγγραφα και εντοιχισμένες επιγραφές. Το 1849 εγκαταβίωναν στη Μονή 25 ιερομόναχοι και μοναχοί. Πρώτο κτίσμα της νέας Μονής υπήρξε ο ναός (1701), ρυθμού βυζαντινού (σταυροειδής με τρούλλο), διαστάσεων 7 Χ 10 μ. Τοιχογραφήθηκε εξολοκλήρου το 1732 «δια συνδρομής, κόπου και εξόδου του εκ Φαναριού Τρκρυλίας Δημ. Μαρατζά, πατριαρχεύοντος εν ΚΠόλει του αρχιερέως Παισίου», άγνωστο όμως από ποιον ζωγράφο. Τη διάβρωση τους από την υγρασία, τις ζημιές από σπαθισμούς στρατιωτών του Ιμπραήμ (1825), συμπλήρωσε το ασβέστωμά του «προς καλλωπισμόν του ναού» από τον ηγούμενο Δαμιανό Μιχαλόπουλο, το 1882, ο οποίος τον ανακαίνισε ριζικά. Στο ναό φυλάσσεται η θαυματουργός εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου της «Βουλκανιωτίσσης». Οι φορητές εικόνες του τέμπλου, βυζαντινής τεχνοτροπίας, φιλοτεχνήθηκαν από τον αγιογράφο Δημ. Κεντάκα, «φροντίδι μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου (Θέμελη), μηνί Αυγούστω 1977». Η τοιχογράφηση, σύγχρονη, έγινε το 1973 από τον αγιογράφο Δημ. Γιαννακόπουλο. Το παλαιό μικρό κωδωνοστάσιο αντικαταστάθηκε από μεγαλύτερο με ευρύχωρο νάρθηκα, το έτος 1952, ενώ «νέον λαμπρόν κωδωνοστάσιον» κοσμεί τη Μονή από το έτος 1976. Ως παρεκκλήσιο και συνάμα κοιμητηριακός ναός χρησιμοποιείται το του Αγίου Λαζάρου, κτίσμα χωρίς ιδιαίτερη αρχιτεκτονική αξία. Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας και του υπέρ της ανεξαρτησίας Αγώνος η Μονή Βουλκάνου πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες. Ήταν τόπος συγκεντρώσεως, διαμονής και εξορμήσεως κλεφτών και αρματολών, καταφυγής για προστασία των αμάχων. Αρκετοί από τους μοναχούς της χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες εθνικές αποστολές (ηθική και εθνική στήριξη των αγωνιστών και των χριστιανών, συλλογή εράνων, συμμετοχή σε μάχες). Η Μονή πρόσφερε 8.000 γρόσια στην Πελοποννησιακή Γερουσία (1822), συνέδραμε αργότερα στην επανάσταση της Ηπείρου και Θεσσαλίας (1854) συγκροτώντας και εξοπλίζοντας ομάδα 40 Μεσσήνιων ανδρών, με επικεφαλής τους μοναχούς Σωφρόνιο, Γερμανό και Φιλόθεο «και εισήλθε πρώτη εις την φάλαγγα των εθελοντών Μεσσηνίων, για την Θεσσαλίαν». Δεν υστέρησε και στον κοινωνικό τομέα. Εκτός από την φιλοξενία και την περίθαλψη που παρείχε στους έχοντες ανάγκη, μετά την απελευθέρωση δημιούργησε ειδική πτέρυγα στη Μονή (1838), το γνωστό «ξενοδοχείον», συνέβαλε στη σύσταση Δημοτικού Σχολείου στην Ιθώμη και το συντηρούσε από το 1853 επί σειράν ετών, εισέφερε υπέρ των ιερατικών Σχολών, ενίσχυσε σημαντικά πρόσφυγες από την Κρήτη, μετά την επανάσταση του 1866. Πολλοί πατέρες και μοναχοί της Βουλκάνου πρόσφεραν εξιδιασμένες υπηρεσίες στον εκκλησιαστικό και ποιμαντικό τομέα, ως ιεροκήρυκες, εξομολόγοι, συγγραφείς και μητροπολίτες. Παρά το γεγονός ότι η Μονή υπέστη κατά καιρούς σημαντικές ζημίες από επιδρομές (1825 από Ιμπραήμ), πυρκαγιές (ιδίως του 1898), ληστείες (1839,1840, επί γερμανοϊταλικής Κατοχής, 1964, 1980) και σεισμούς (1846,1886,1965, 1986), οι μοναχοί της κατόρθωσαν να διασώσουν αρκετά κειμήλια, που διαφυλάσσουν ως ανεκτίμητο θησαυρό: Στις τρεις Βιβλιοθήκες που κατασκευάσθηκαν σε ειδική ισόγεια αίθουσα, με τη μέριμνα του φιλίστορος μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου (1972) υπάρχουν πολλά και αξιόλογα βιβλία, ορισμένα του 16ου κι εντεύθεν αιώνος, είκοσι τρεις κώδικες, τέσσερα πατριαρχικά σιγίλλια (1583, 1640, 1769 και 1798) και διάφορα χειρόγραφα. Τίμια λείψανα είναι αποθησαυρισμένα σε ωραίες λειψανοθήκες (Ιω. Χρυσοστόμου, Ευδοκίας, Μόδεστου, Παντελεήμονος, Τρύφωνος, Υπατίου, Χαραλάμπους, Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Ευσταθίου, Δημητρίου, Ευστρατίου, Ιωάννου Μονεμβασιώτου, η κάρα του οσιομάρτυρος Ηλία του Αρδούνη εκ Καλαμάτας κ.ά.). Στο σκευοφυλάκιο υπάρχουν αρκετά άμφια και χρυσοκέντητα καλύματα. Μεταξύ αυτών, επιτραχήλιο του πατριάρχου Γρηγορίου του Ε' και άλλα επιτραχήλια, ιερατικές ζώνες του 18ου αιώνος, κεντητοί επιτάφιοι, παραπέτασμα της Ωραίας Πύλης που χρησιμοποιήθηκε το 1821 ως νικητήριος σημαία κ. ά. Αρκετοί σταυροί αγιασμού ξυλόγλυπτοι με βάση και επάργυρη επένδυση, ιερά ποτήρια, δισκάρια, τέσσερα επενδυμένα ευαγγέλια, θυμιατά, κανδήλια κ.λπ. Αλλά, το σπουδαιότερο κειμήλιο είναι η ιερά εικόνα της Παναγίας «Βουλκανιωτίσσης», αργυροεπένδυτη με την επιγραφή: Η ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ ΕΠΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΗ ΤΩ ΟΡΕΙ ΒΟΥΛΚΑΝΩ, έργο του 15ου ή 16ου αιώνος. Κατά την περίοδο της μεγάλης ακμής, στη Μονή Βουλκάνου είχαν υπαχθεί και τα μετόχια Γαρδικίου Θουρίας, Προφ. Ηλιου Καλαμάτας, «Σωτήρος» στη θέση Ηλιου της επισκοπής Ανδρούσης, «Φασουλά» Σμύρνης, «Χρυσοκελλαριάς» Κορώνης, «Γαρδικίου» Αμφείας (Τιμ. Προδρόμου). Σήμερα στη Μονή υπάγονται τα μετόχια Παναγίας «Κορυφής» (η παλαιά Βουλκάνου), Μεταμορφώσεως του Σωτήρος («Ανδρομονάστηρο»), Ζωοδ. Πηγής στη Μεσσήνη (Νησί). Από τη μεγάλη κτηματική περιουσία της η Μονή σήμερα διατηρεί μικρό τμήμα, συνεπεία απαλλοτριώσεων και καταπατήσεων.

ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Π. ΛΕΚΚΟΥ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ ΑΘΗΝΑ 1995


from ανεμουριον https://ift.tt/2qHhtnN
via IFTTT
Από το Blogger.