Γώργιος Α. Βλάχος (1886, Αθήνα - 1951, Αθήνα)

Γ.Α.Β. ήταν τα αρχικά με τα οποία υπέγραφε τα δημοσιογραφικά του κείμενα στην «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» και παρά τους περίεργους συνειρμούς που δημιουργούν, τον Γ. Βλάχο ακολουθούσε μία μεγάλη ανθρώπινη κοινωνία στις σκέψεις του, τις θέσεις του, τη φιλοσοφία του. Γόνος ιστορικής οικογενείας, ήταν ο ίδιος λόγιος, θεατρικός συγγραφέας και ένας από τους ελάχιστους κορυφαίους εκπροσώπους της νεοελληνικής δημοσιογραφίας. Σε ηλικία 16 ετών είχε τελειώσει το γυμνάσιο και αμέσως μετά διορίστηκε υπάλληλος στο υπουργείο Δικαιοσύνης που εγκατέλειψε το 1904 για να μπει στην υπηρεσία της Εθνικής Τραπέζης (1904-1918). Πολλοί αποδίδουν στον Γ.Α.Β. μεγάλη πανεπιστημιακή μόρφωση. «Η αλήθεια είναι», γράφει η κόρη του Ελένη Βλάχου, «ότι είχε μορφωθεί μόνος, διαβάζοντας αχόρταγα, απολαμβάνοντας τη σοφία των αρχαίων, το μεγαλείο των κλασικών, τη γοητεία των ποιητών». Τη δημοσιογραφική του καριέρα ο Γ.Α.Β. την ξεκίνησε πολύ νωρίς, από τις στήλες των αθηναϊκών εφημερίδων. Το 1916 κιόλας, γράφει το άρθρο στην εφημερίδα του Χαιρόπουλου «Ο χρόνος» με τίτλο «Μολών Λαβε» αποτεινόμενο στον Γάλλο ναύαρχο Φούρνε που την 1η Δεκεμβρίου 1916 στο πλαίσιο μιας αποστολής που του είχαν αναθέσει στην Ελλάδα, έβαλε κατά των Αθηνών. Διαβάζουμε: «Λοιπόν, τα όπλα μας δεν θα τα δώσωμεν, Ναύαρχε. Και όχι μόνον δεν θα τα δώσωμεν, αλλά και δεν θα μας τα πάρουν. Αν υπάρχουν Έλληνες έχοντες υπέρτατα συμφέροντα εις τον θάνατον της Ελλάδος και σε έπεισαν περί του εναντίου, μάθε ότι τα αγήματα σου και ο στρατός σου εις κάθε δρόμον και κάθε γωνίαν, επάνω εις τα βουνά και κάτω εις τας πόλεις, θα συναντήσουν έτοιμα να παραδοθούν θερμά, τα όπλα που εζήτησες δι' εγγράφου. Άλλοι είναι οι Έλληνες, Ναύαρχε, οι οποίοι σε έστειλαν να τα ζήτησης και άλλοι είναι εκείνοι από τους οποίους ζητείς να τα παραδώσουν...». Παράλληλα με τη δημοσιογραφία ο Γ.Α.Β. ασχολείτο και με το θέατρο γράφοντας δικά του έργα.
Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΛΑΧΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΕΛΕΝΗ ΒΛΑΧΟΥ, Η ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΑΝΕΛΑΒΕ ΤΗΝ ΗΓΕΣΙΑ ΤΗΣ «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ».
Πολλά από τα θεατρικά έργα του ανέβηκαν από τη Μαρίκα Κοτοπούλη, όπως «Η Δεσποινίς Κύκλων», «Αλεύρι μία και είκοσι η οκά», «Κόκκινα δόντια», μουσική κωμωδία με σύγχρονη αθηναϊκή πλοκή, κ.ά. Η πρώτη του όμως επικοινωνία με το θέατρο έγινε το Σεπτέμβριο του 1903 όταν ανέβηκε στο «Αθηναίο» η διασκευή, από τον ίδιο, μίας γαλλικής φάρσας, «Τα κορόιδα μας». Στο διάστημα 1914-15 είχε τη διεύθυνση του λογοτεχνικού περιοδικού «Παναθήναια» στο οποίο εισήγαγε σατιρική στήλη και γελοιογραφίες. Ο ίδιος φιλοτεχνούσε διακοσμητικά, γελοιογραφίες και τοπία, μερικά από τα οποία παρουσιάστηκαν στο περιοδικό χωρίς υπογραφή. Μπορεί ο δημοσιογράφος Γ.Α.Β. να μην είχε ποτέ «συναντηθεί» με την «Καθημερινή» εάν οι πολιτικές συνθήκες της εποχής από το 1915 και μετά δεν τον είχαν σπρώξει προς την ανάγκη να εκφράζεται μόνος του και ελεύθερα. Ο Γ.Α.Β. ήταν ένθερμος οπαδός του θεσμού της βασιλείας και τούτο δεν ήταν ό,τι καλύτερο την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1915-17). Για τη θέση του που συμπορευόταν με τη φιλοβασιλική παράταξη, να υποστηρίξει την πολιτική της ουδετερότητας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως και για τη δράση του, η βενιζελική κυβέρνηση τον συνέλαβε το 1917 και τον εξόρισε για δύο χρόνια στην Σκύρο και τη Σκόπελο.
Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΛΑΧΟΣ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΟΥ
Με την επιστροφή του προχώρησε στην έκδοση της εφημερίδος «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» στις 15 Σεπτεμβρίου 1919 και πρωτοστάτησε στον αντιβενιζελικό αγώνα. «Λίγες μέρες πριν από την έκδοση, σε στιγμή ευτυχισμένης εμπνεύσεως, αποφάσισε τον τίτλο "Καθημερινή" και ας τον θεωρούσαν οι τότε υπέρμαχοι του βασιλικού αγώνα άχρωμο και ουδέτερο. Ίσως όμως όλη η πορεία της εφημερίδας να ήταν διαφορετική και η ζωή της πιο σύντομη αν είχε κρατήσει τον βαρύγδουπο τίτλο "Βυζαντινός Αετός" που είχε αρχικά προταθεί», γράφει η Ελ. Βλάχου στο βιβλίο της «Στιγμιότυπα» (σελ. 54). Τον Ιούλιο του 1920 αναγκάστηκε και πάλι λόγω της αντιβενιζελικής πολιτικής του να πάει στην Ιταλία απ' όπου επέστρεφε μετά την ήττα του Ε. Βενιζέλου, το Νοέμβριο του ίδιου έτους. Έφυγε πάλι στο εξωτερικό όταν με την κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου και την επιβολή της Επαναστάσεως του 1929 κατηγορήθηκε πως με την αρθρογραφία του στην «Καθημερινή» και κυρίως τα άρθρα του «Οίκαδε» της 14-8-1922 και «Πομερανοί» της 17-8-1922 καλλιεργούσε πνεύμα ηττοπάθειας και εκμετάλλευσης της κόπωσης του λαού. Διαβάζοντας τα δύο παραπάνω κείμενα 70 χρόνια αργότερα διαπιστώνουμε ότι ο Γ.Α.Β. έβλεπε πολύ μακριά, τόσο όμως που δεν έβλεπαν οι άλλοι... Διαβάζουμε στο «Οίκαδε»: «Η Ελλάς οφείλει εν τάχει να προβή εις την διοικητικήν οργάνωσιν της Μικράς Ασίας, εις την παράδοσιν της χώρας εις τους γενναίους κατοίκους της, εις την σύντομον εκπαίδευσιν των ανδρών οίτινες θα αναλάβουν εν τω μέλλοντι την φύλαξίν της και εις την πρόσκλησιν των Ισχυρών, όπως παραλάβουν "τον ελευθερωθέντα από των δεσμών της δουλείας" λαόν, ένα ακριβώς από τους λαούς, περί ων εμερίμνων, όταν μαχόμενοι και έχοντες ανάγκην συμμάχων ελάλουν την γλώσσαν των ελευθεριών. Αλλά στρατόν; Ποίος θα δώση στρατόν; Οι Σύμμαχοι όμως δεν έχουν στρατών ανάγκην. Ας παραλάβουν τας σημαίας τας οποίας έστησαν εις τα πρόθυρα της Κωνσταντινουπόλεως όταν επλησίαζεν ο Ελλην ελευθερωτής και ας τας στήσουν εκεί όπου θα πλησίαση σφαγεύς ο Τούρκος. (...)». Τον Ελ. Βενιζέλο, ο Γ.Α.Β. τον στιγμάτιζε με τα κείμενα του μέχρι το θάνατο του, το 1936, αλλά και στη νεκρολογία του ο Γ.Α.Β. δεν του χαρίστηκε.
Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΛΑΧΟΣ ΜΕ ΣΤΕΝΟΥΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ (ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1950). ΔΕΞΙΑ Ο ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ, ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. ΑΡΙΣΤΕΡΑ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΛΑΧΟΥ, ΕΛΕΝΗ ΒΛΑΧΟΥ, ΚΑΘΗΜΕΝΟΙ ΟΙ ΕΠΙΤΕΛΙΚΟΙ ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΠΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΣ, ΥΠΕΓΡΑΦΕ ΩΣ «ΑΘΗΝΑΙΟΣ») ΚΑΙ ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΟΣ.
Έγραφε την Πέμπτη 19 Μαρτίου 1936 μία ημέρα μετά το θάνατο του Κρητικού πολιτικού: «Νικών, ηττώμενος εντός της Ελλάδος, εκτός αυτής, άλλοτε υπηρετών διά των προτερημάτων του την πατρίδα του, άλλοτε υπηρετών τα πάθη του δι' αυτής, υψούμενος, αιφνιδίως, τόσον πολύ ώστε να δονούνται περί τας πράξεις του οι τηλεγραφικοί δέκται του κόσμου και πίπτων έξαφνα τόσον ώστε να πρέπει να κύπτουν και των αντιπάλων του οι μικρότεροι διά να τον εύρουν, ερχόμενος επί κεφαλής στρατιών και φεύγων ουραγός, κουστωδίας, γινόμενος εναλλάξ αδιάλλακτος, διαλλακτικός, δημοκράτης, βασιλόφρων, ανώτερος παρατάξεων και κατώτερος κομμάτων, συνετός χθες και την επομένην παράφρων, έχων παμμέγιστα όπλα την ευστροφίαν, το πνεύμα, την θέλησιν, την νεανικήν ρητορείαν, και αχίλλειους πτέρνας του το μίσος, την εμπάθειαν, την κακίαν, ιστάμενος ταπεινός εμπρός εις νικητάς πολιτικούς αντιπάλους του και είρων και υβριστής εμπρός εις τους πολιτικούς του αντιπάλους, νεκρούς, ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπήρξεν, έζησεν, απέθανε και θα μείνη ως πρόβλημα, μυστήριον, μύθος, νυχτερινός εφιάλτης, τρομακτικόν κράμα μικρού και μεγάλου ανθρώπου, ο οποίος ήθελε έδρα, εκινείτο, εκίνει και δεν ησθάνετο, δεν επίστευε, δεν ανεπαύετο. Τρεις, τέσσαρες στήλαι εις τι να χρησιμεύσουν και τι ν' αποδώσουν από τη ζωή του ανδρός, εις τον οποίον από της υπάρξεως της σελίδος αυτής αφιερώθησαν χίλιαι χιλιάδες. (...) Η Ελλάς μετ' αυτόν θα προσπαθήση και θα κατορθώση ίσως να αναπαυθή...». Για τρία χρόνια ταυτόχρονα με την «Καθημερινή» ο Γ.Α.Β. διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου (1933-1936). Με το πάθος που είχε για το θέατρο, βοήθησε στην ανανέωση του δραματολογίου του και τη γενικότερη βελτίωση του. 1936: Η δικτατορία του Ι. Μεταξά εγκαταστάθηκε στην εξουσία. Ο Γ.Α.Β. τη βοήθησε απροκάλυπτα. Προσπαθώντας μάλιστα να εντάξει σ' αυτήν και τον Σοφοκλή Βενιζέλο, ενώ συνδέθηκε φιλικά με τον τότε Πρωθυπουργό. «Αξίζει να σημειωθεί ότι στην εκλαϊκευτική ιδιοφυΐα του Γ. Α.Β. οφείλεται η συμπύκνωση της απορρίψεως του ιταλικού τελεσιγράφου, τη νύχτα της 27ης προς 28ης Οκτωβρίου 1940 σε μία μόνο ιστορική έκτοτε λέξη: ΟΧΙ!» γράφει ο Τ. Λαμπρίας. Ο πόλεμος ξέσπασε. Η Ελλάδα κέρδισε τον ιταλικό πόλεμο, αλλά η πληροφορία πως η Γερμανία θα εισβάλει στη χώρα μας σύντομα είχε ήδη διαρρεύσει. Τότε ο Γ.Α.Β. με την «Ανοικτή Επιστολή (του) προς την Α.Ε. τον κ. Α. Χίτλερ, αρχικαγκελλάριο του Γερμανικού Κράτους» της 8ης Μαρτίου 1941 ανυψώθηκε σε εθνική προσωπικότητα. «Την κρατούσε ο πατέρας μου πριν αποφασίσει να τη δημοσιεύσει. Ήθελε πρώτα να τη διαβάσει στον Α. Κορυζή, τότε Πρωθυπουργό της Ελλάδος, αλλά και παλαιό στενό φίλο. Ήθελε να βεβαιωθεί ότι εκεί που είχε φτάσει ο πόλεμος, μια καθαρή γενναία φωνή δεν μπορούσε να βλάψει. Ήξερε ο Βλάχος ότι είχε γράψει άλλο ένα καλό άρθρο, αλλά δεν φανταζόταν τον αντίκτυπο που θα είχε, ούτε ότι θα ήταν το άρθρο της ζωής του, συνδεδεμένο για πάντα με την "Καθημερινή" και το όνομα του» (Ελ. Βλάχου «Στιγμιότυπα» σελ. 69). Η επιστολή τελείωνε ως εξής: «Και σεις; Σεις —λέγουν πάντοτε— θα επιχειρήσετε να εισβάλετε εις την Ελλάδα. Και ημείς, Λαός αφελής ακόμη δεν το πιστεύομεν. Δεν πιστεύομεν ότι στρατός με ιστορίαν και παράδοσιν θα θελήση να κηλιδωθή δια μιας πράξεως παναθλίας. Δεν πιστεύομεν ότι ένα κράτος πάνοπλον, ογδοήκοντα πέντε εκατομμυρίων ανθρώπων, μαχόμενον διά να δημιουργήση εις τον Κόσμον "νέαν τάξιν πραγμάτων" —τάξιν φανταζόμεθα αρετής— θα ζήτηση να πλευροκοπήση ένα Εθνος μικρόν που αγωνίζεται υπέρ της ελευθερίας του, μαχόμενον προς μίαν Αυτοκρατορίαν σαράντα πέντε εκατομμυρίων. Διότι τι θα κάμη ο στρατός αυτός, Εξοχώτατε, αν, αντί πεζικού, πυροβολικού και μεραρχιών, στείλη η Ελλάς φύλακας εις τα σύνορα της είκοσι χιλιάδας τραυματιών, χωρίς πόδια, χωρίς χέρια, με τα αίματα και τους επιδέσμους δια να τον υποδεχθούν;.. Αυτούς τους στρατιώτας φύλακας θα υπάρξη Στρατός δια να τους χτυπήση; Αλλ' όχι, δεν πρόκειται να γίνη αυτό. Ο ολίγος ή πολύς Στρατός των Ελλήνων που είναι ελεύθερος, όπως εστάθη εις την Ηπειρον, θα σταθή, αν κληθή, εις την Θράκην.
ΤΡΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ»: ΠΑΝΩ, Η «ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΙΤΛΕΡ» ΤΟΥ Γ.Α.Β.. ΣΤΗ ΜΕΣΗ, Η ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ Γ.Α.Β. ΚΑΙ ΚΑΤΩ ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ 29ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940, ΛΙΓΕΣ ΩΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
Και τι να κάμη;.. Θα πολεμήση. Και εκεί. Και θα αγωνισθή. Και εκεί. Και θ' αποθάνη. Και εκεί. Και θ' αναμείνη την εκ Βερολίνου επιστροφήν του δρομέως, ο οποίος ήλθε προ πέντε ετών και έλαβεν από την Ολυμπίαν το φως, διά να μεταβάλη εις δαυλόν την λαμπάδα και φέρη την πυρκαϊάν εις τον μικρόν την έκτασιν, αλλά μέγιστον αυτόν τόπον ο οποίος, αφού έμαθε τον κόσμον όλον να ζη, πρέπει τώρα να τον μάθη και να αποθνήσκη». Με την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα ο Γ.Α.Β. εγκατέλειψε τη διεύθυνση της «Καθημερινής» και την ανέλαβε ξανά μετά την απελευθέρωση. Εν τούτοις δεν είχε βρει εντελώς την ησυχία του. Στις 29 Δεκεμβρίου 1942 τον συνέλαβαν για μια υπόθεση που είχε σχέση με την εφημερίδα: «Που εκείνη την εποχή ούτε έβλεπε, ούτε διάβαζε, ούτε περνούσε ποτέ το κατώφλι της. Αλλά όταν έστειλαν στην εφημερίδα να δημοσιεύσει ένα άρθρο που ονόμαζε όλους τους αντιστασιακούς και το ΕΑΜ προδότες οι τότε εκδότες τηλεφώνησαν στον Βλάχο, που τους είπε να το πετάξουν στα σκουπίδια. Το πετάξανε και τον πιάσανε και τον κλείσανε στις φυλακές Αβέρωφ έως τις 22 Ιανουαρίου 1943». (Ε. Βλάχου, «Στιγμιότυπα» σελ. 77). Τη διεύθυνση της «Καθημερινής» ανέλαβε εκ νέου ο Γ.Α.Β. μετά την απελευθέρωση. Το πρώτο φύλλο κυκλοφόρησε την 1η Φεβρουαρίου 1945: «Ηταν ένα άθλιο κακοτυπωμένο μονόφυλλο με ένα πεντάστηλο άρθρο με τίτλο "Τρία χρόνια" και την υπογραφή Γ.Α.Β.» (Ε. Βλάχου, «Στιγμιότυπα» σελ. 81). Έκτοτε ο Γ.Α.Β. ήταν πάντα παρών στην εφημερίδα είτε με τα κύρια άρθρα του ή τα χρονογραφήματα, τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις, την κριτική θεάτρου κ.ά., μέχρι τις 10 Αυγούστου 1951, που πέθανε. «Πέθανε 65 χρόνων, γερασμένος στη όψη, αλλά απίθανα νέος στο πνεύμα και στη σκέψη. Και έσβησε θαυμάσια γλιστρώντας από έναν ήρεμο ύπνο σε γαλήνιο θάνατο. Η κηδεία του στη Μητρόπολη μας ξάφνιασε από το πλήθος και τη συγκίνηση. Τα πεζοδρόμια ήταν γεμάτα κόσμο... Χιλιάδες έφταναν τα τηλεγραφήματα και τα μηνύματα στην "Καθημερινή"». (Ελ. Βλάχου: «Στιγμιότυπα» σελ. 91). Ο Γ.Α.Β. ήταν αφοσιωμένος στο καθήκον του, φορέας των απόψεων μιας μερίδας της κοινής γνώμης. Υπήρξε πολέμιος κάθε βαθύτερης κοινωνικής αλλαγής που αποσκοπούσε στη διατάραξη της ισορροπίας του αστικού καθεστώτος. Έπειθε και κατακτούσε γιατί ο αναγνώστης αισθανόταν πως συνομιλούσε μαζί του. Ο λόγος του είχε πυκνότητα, αμεσότητα, ζωντάνια και χάρη. Είχε μια συγκεκριμένη φιλοσοφική και ιδεολογική τοποθέτηση από την οποία ελάχιστα μετακινήθηκε.

ΞΕΝΗ ΜΠΑΛΩΤΗ ΕΛΛΑΔΑ 20oς ΑΙΩΝΑΣ ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ


from ανεμουριον https://ift.tt/2ojxvTS
via IFTTT
Από το Blogger.