Περιδιαβαίνοντας την Ελλάδα

Ήταν μια καλή τύχη η γνωριμία η πρώτη με το φωτογράφο, τον Σπύρο Μελετζή. Κι ήταν σημαδιακό το πρώτο ρεπορτάζ, που μαζί του αποτολμήσαμε το 1945 στον Πειραιά που τότε μας έμπλεξε με τα κυνηγητά της Αστυνομίας, καθώς θελήσαμε να παραβιάσουμε τα άδυτα και τα άβατα, να μιλήσουμε με νέα παιδιά που δούλευαν με σκληρές συνθήκες στο Ναύσταθμο. Έτσι, μαζί του πιάστηκε μια μακρινή γνωριμία που βάσταξε και βαστάει. Είναι αυτή που μας έφερε αμέτρητες φορές σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Δημοσιογραφικές αποστολές, που τα γραφτά του δημοσιογράφου είχαν την προνομιακή τύχη να 'χουν τη στήριξη μιας πλούσιας φωτογραφικής δουλειάς και εμπειρίας από τον Σπύρο τον Μελετζή. Μαζί, λοιπόν, δύο ολόκληρους μήνες στην Κρήτη. Μαζί του στην Πελοπόννησο. Χωρίς ημερολόγιο και ρολόγι. Ψηλά στ' Άγραφα, στις στάνες και τα τσιγρέκια της Καράβας. Ξανά παρόντες στην Κεφαλλονιά, με τις φοβερές καταστροφές του 1953, στον Αμβρακικό και τα Ζαγοροχώρια. Περιπέτειες θαλασσινές σ' ερημονήσια του Αιγαίου. Δεν ήταν μόνο η βαθιά γνώση, η σκληρή επιμονή, αυτή που μας βοήθησε σ' αυτές τις διαδρομές. Ο Σπύρος Μελετζής έφερνε στην ψυχή του κάτι άλλο, επίσης ακριβό και πολύτιμο. Αγαπούσε τη γη, ένιωθε βαθιά το γόνιμο ρόλο της. Ηξερε τι θα πει ιδρώτας πάνω στο χώμα της. Και ακριβώς ο φακός του μάζεψε όλη αυτή την αγωνία, έδωσε όλη αυτή τη λαχτάρα για να μείνουν ίσως μοναδικά φωτογραφικά ντοκουμέντα μιας σκληρής ζωής που μαζί της η Ελλάδα πορεύτηκε πολλά πολλά χρόνια. Φέρνω στο νου μου ένα αυγουστιάτικο απομεσήμερο στα Κρέστενα της Ολυμπίας. Ενας γερο-ξωμάχος στο ησιόδειο ακόμη αλώνι προσπαθούσε να τρίψει τη σταφίδα του, τη «μαύρη ρόγα», που είχε ψήσει ο ήλιος.
ΤΟ «ΜΠΕΝΟΝΙΑΣΜΑ», ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΑ ΚΑΠΝΟΧΩΡΑΦΑ | ΑΓΡΙΝΙΟ 1950/1955
Ο φακός αποτύπωνε εκείνο το βαθιά σκαμμένο πρόσωπο, το κυρτωμένο κορμί, καθώς προσπαθούσε να μαζέψει και τη στερνή ρόγα του αλωνιού. Φωτογραφικές μοναδικές καταγραφές μιας δύσκολης, πολύπαθης καλλιέργειας, που έδωσε και το χρυσάφι, αλλά και δάκρυ, πόνο, που έθρεψε γενιές και που Ίσως σε μερικά χρόνια να τη βλέπουν τα παιδιά μας στις προθήκες του μουσείου, μόνο στις φωτογραφίες. Φέρνω στο νου μου εκείνα τα πέτρινα αλώνια που συναντήσαμε στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά (στη Σκύρο), όπου αλογάκια ή γαϊδουράκια προσπαθούσαν να «χτυπήσουν» το λιγοστό στάρι και το κριθάρι του σπιτικού. Ενας ολόκληρος κόσμος ολόγυρα, σε τελετουργική διαδικασία για να εξασφαλίσει στο σπιτικό το ψωμάκι του. Αυτό που έσπειρε στα φτωχά, θεόφτωχα χωραφάκια. Έπειτα, όλες εκείνες οι εικόνες γύρω και μέσα από την Πρέβεζα. Ενας φωτογραφικός ζωγραφικός πίνακας του λιμανιού και ο κόσμος του Καρυωτάκη. Ολόκληρος εκείνος ο Αμβρακικός με τις ομορφιές του αλλά και με τον πλούτο του, μια φωτογραφική ολοζώντανη απεικόνιση ενός ολόκληρου κόσμου που ζούσε με του Αμβρακικού τον πλούτο. Οι ψαράδες του, τα δελφίνια του, τα θαλασσινά του, που πλούσια έβγαιναν και που έδιναν ζωή και ψωμί στην πόλη του. Φωτογραφίες -ρεπορτάζ ενός χαμένου πλουτοπαραγωγικού θησαυρού που κι αυτός πια έχει περάσει στα μουσειακά θέματα.
ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ | 1938
Ποιος μπορεί να πιστέψει πως ο κόλπος αυτός έχασε όλο αυτό τον πλούτο του; Λίγο πιο κάτω, στον κάμπο του Αγρινίου, ο φακός του Μελετζή θα σταματήσει πολλές φορές στα καπνοχώραφα, την ώρα που μαζεύουν τον καπνό. Και θα βρεθεί επίσης μαζί τους στις ισκιάδες των σπιτιών τους, όταν ολόκληρες οι φαμελιές αρμαθιάζουν τα φύλλα. Εικόνες και κουβέντες, ζωές ολόκληρες αφιερωμένες στον καπνό, στα βάσανα που τελειωμό δεν έχουν. Τα ίδια βάσανα στην Πιερία, στα χώματα της Μακεδονίας. Δύσκολος ο ρόλος του φωτογράφου και του δημοσιογράφου εκείνα τα χρόνια, που γύρευε να πλησιάσει τον κόσμο του κάμπου. Που ήθελε να μιλήσει μαζί του για τα δικά του πάθη, για τα βάσανα της γης του και πάνω από όλα για το ψωμί του. Συχνά ο φακός, που συνόδευε, ήταν αποτρεπτικός. Κι όχι για λόγους ντροπής, αλλά γιατί σε τούτο τον τόπο ο φόβος -τότε- με τα κυνηγητά, βασίλευε η σιωπή που έφραζε το στόμα και περιόριζε ασφυκτικά όλη την κουβέντα σ' ένα ξερό μονάχα καλημέρα. Κι εδώ στάθηκε ο φωτογράφος, φίλος και συνοδοιπόρος μας, πολύτιμος βοηθός. Ήταν αυτός που μαστορικά άνοιγε τα στόματα, ζέσταινε την κουβέντα και δημιουργούσε εμπιστοσύνη, άνοιγε τη συζήτηση και συχνά βρισκόμασταν προσκαλεσμένοι στο σπιτικό, γύρω από το φιλικό τραπέζι, όπου το ρεπορτάζ είχε την αλήθεια που ζήταγε. Είχε ο Μελετζής το «κλειδί» για ν' ανοίγει την κουβέντα κι ήξερε του κάμπου πολλά μυστικά και πολλές αγωνίες. Τα 'χε σπουδάσει, παιδί ακόμη, πάνω στα χώματα του νησιού του. Το 1960 (19 χρόνια ύστερα από τη μάχη της Κρήτης), βδομάδες ολόκληρες κεντούσαμε χωριό με χωριό την Κρήτη. Από τα Χανιά στα Σφακιά, στην Αγια Ρούμελη, στο Ρέθυμνο, στο Αρκάδι. Ύστερα στο Ηράκλειο κι έπειτα στο Λασίθι.
ΑΛΩΝΙΣΜΑ | ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ | 1952
Πλούσια και μοναδική εκείνη η φωτογραφική «σοδειά» που μας έδωσε τότε η Κρήτη. Πρώτα πρώτα η ζωή της, αλλιώτικη τότε με τα πλούτη της, παραδοσιακή σε όλες τις μορφές της. Μπροστά μας ακόμα το νησί με νωπά τα αίματα, με τα κόκαλα των αγωνιστών της Μάχης σκόρπια, με τα λουλούδια στα κενοτάφια, με τους τοίχους των σπιτιών τους γιομάτους λεβέντες, νιους και γέρους και γερόντισσες. Ο φωτογραφικός φακός θα καταγράψει της Κρήτης αυτό το μήνυμα, που σε τίποτε δεν παραλλάσσει με το δικό της αιώνιο μέλημα μέσα στους αιώνες. Στο Φαράγγι της Σαμαριάς (είχαμε αποκλειστεί εκεί από δυνατούς νοτιάδες ολόκληρη βδομάδα) είχαμε στα μάτια και στα αυτιά εικόνες και διηγήσεις για όσα έζησαν οι Σφακιανοί Ακρίτες της Αγίας Ρούμελης, καθώς η κυβερνητική συνοδεία -με το Γεώργιο τον Β' και τον τότε πρωθυπουργό Εμ. Τσουδερό- φτάνανε μέσα στο το Φαράγγι, στο ακρότατο αυτό σημείο της Ελλάδος, για να διαφύγουν με το υποβρύχιο που θα έφθανε εκεί, νυχτιάτικα στην Αίγυπτο. Αξέχαστη η στιγμή καθώς ο γερο-Σφακιανός με τον εγγονό του σφιγμένο στο στήθος με τα μάτια του στυλωμένα στη νέα ζωή, που, αψηφώντας τα αίματα και τις θυσίες, προβάλλει στο Φαράγγι, προσφέρει το μοναδικό θέμα στο φωτογράφο για τη σειρά εκείνη της Κρήτης. Η ζωή του Φαραγγιού με τα αγρίμια του, με τους ανθρώπους του χωρίς πια εισβολείς και χωρίς ακόμα τις τουριστικές αξιοποιήσεις του σήμερα. Γύρω στα 1960, όταν στον ορίζοντα πρώτα ακούγονταν σαν αίτημα «Σύνταξη στους αγρότες». Βδομάδες οργώσαμε μεγάλες περιοχές της Ελλάδας για να μεταφέρουμε σε εικόνες και ρεπορτάζ το μεγάλο αυτό αίτημα που έφτανε από τους κάμπους και που φαινόταν, τότε, σε πολλούς κάτι σαν παράξενο, υπερβολικό και παράλογο. Ο φακός του Μελετζή έφερνε πρωτοσέλιδα, αυτές τις μορφές της βασανισμένες της ελληνικής υπαίθρου, που αναζητούσαν τη σύνταξη για να βρούνε αποκούμπι στα γεράματα, στα σκληρά χρόνια της ζωής.
Ο ΣΑΛΑΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΣΤΑΝΗ | ΑΓΡΑΦΑ | 1944
Στα σταροχώραφα, οι αγρότες αποτύπωναν το καθολικό αίτημα των ανθρώπων του κάμπου για την καθιέρωση της αγροτικής σύνταξης. Ο φωτογράφος είχε γράψει με το φακό του μια ενδιαφέρουσα σελίδα σε ένα κεφάλαιο τόσο σημαντικό για τους αγρότες της χώρας μας. Αντάμα με το φωτογράφο στις πλαγιές του Παρνασσού, στο ξακουστό πανηγύρι της Αράχωβας, εκεί στου Αη-Γιώργη τα ξάγναντα. Μοναδικός φωτογραφικός πλούτος, με υλικά μαζεμένα από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Τα Φίκια από τα Ζαγοροχώρια, μεγαλοβδομάδα από το Γηρομέρι της Θεσπρωτίας, από δεκάδες μοναστήρια της χώρας που σε αυτά σκαρφάλωσε ο Σπ. Μελετζής. Πολλές και πολυήμερες οι διαδρομές στους επιβλητικούς ορεινούς όγκους της Ελλάδας, μέσα στα μονοπάτια και τις χαράδρες της Πίνδου. Μια μακρινή και άγνωστη Ελλάδα στο φωτογραφικό υλικό που μάζεψε η δουλειά και η συνεχής αναζήτηση. Φωτογραφίες για μορφές και τρόπους ζωής που θέλουν εξηγήσεις καθώς έφυγαν πια. Μαζί επίσης και χωριά που, κάποτε πολυάνθρωπα, σήμερα μόλις κρατάνε κάποια ζωή. Αν κάτι σκέφτομαι σήμερα, ύστερα από σαράντα τόσα χρόνια, είναι όλο αυτό το φωτογραφικό υλικό, τεράστιο σε όγκο αλλά και συχνά μοναδικό, όλα αυτά τα ντοκουμέντα που μαζεύτηκαν με τέτοια ευαισθησία αλλά και με τόσες προσπάθειες. Είναι σε πολλά μια Ελλάδα που έσβησε και ολοένα σβήνει. Οι δημιουργοί έχουν πάντα όνειρα. Και λογαριάζουν πως έχουν πολύ χρόνο να τα πλάσουν με τα δικά τους χέρια. Συχνά πέφτουν έξω, ξεγελιούνται και δεν τα προλαβαίνουν. Όλα αυτά τα σκέφτομαι και τα ξανασκέφτομαι, όταν πολύ καλά ξέρω ποιος είναι ο όγκος της δουλειάς που έχει καταγράψει ο φωτογράφος της Εθνικής Αντίστασης. Ενας ακούραστος άνθρωπος. Που ποτέ δεν μέτρησε ώρες, μέρες. Ποτέ δεν είπε όχι. Ενας έφηβος που ξανά σχεδιάζει μια ακόμη ανάβαση στις κορφές του Ολύμπου.


ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΑΝΤΗΝΟΥ Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΜΕΛΕΤΖΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ 1994


from ανεμουριον https://ift.tt/2GR66ih
via IFTTT
Από το Blogger.