Το δουλεμπόριο ήταν μία από τις πιο απάνθρωπες πτυχές της πειρατείας. Οι πειρατές, στις ξαφνικές επιδρομές τους, σε ξηρά και θάλασσα, μετά τις ληστείες και τις καταστροφές, αιχμαλώτιζαν νέους, ηλικιωμένους, γυναίκες και παιδιά, τους οποίους πουλούσαν στα σκλαβοπάζαρα της εποχής. Τους πιο νέους και υγιείς τους κρατούσαν στο πλοίο για κωπηλάτες, αλυσοδεμένους, ξυλοκοπούμενους και με μοναδική τροφή μια κούπα νερό και μια γαλέτα την ημέρα.
Πριν πουλήσουν τα θύματα τους στα σκλαβοπάζαρα της Πόλης, της Σμύρνης, της Τρίπολης κ.ά., παζάρευαν με τις οικογένειες τους τα λύτρα για την απελευθέρωση τους. Τα ποσά όμως ήταν συχνά υπέρογκα για τους φτωχούς ανθρώπους, που ανήμποροι θρηνούσαν το χαμό των δικών τους. Όσον αφορά τα δεινά των σκλάβων, αποκαλυπτικές είναι οι εικόνες που δίνουν μέσα από τα κείμενα τους, διάφοροι περιηγητές της εποχής.
Ο Γάλλος περιηγητής Cassot, το 1545, περιγράφει το σκλαβοπάζαρο της Πόλης, ως εξής:
«Στα μπεζεστένια και γενικά σ' όλα τα παζάρια πουλάνε και χριστιανούς σκλάβους, νέους και γέρους, άντρες και γυναίκες, ακόμα και παιδιά τριών χρονών και λιγότερο που τα οδηγούν από το χέρι Τούρκοι, μαθημένοι σ' αυτή τη δουλειά, και φωνάζουν πόσο πουλιέται το παιδί και το δίνουν σ' εκείνον που προσφέρει τα πιο πολλά. Αν είναι κορίτσι ή γυναίκα σκεπάζουν το πρόσωπο τους μ' ένα μαντίλι Τις κοιτούν στα δόντια, εξετάζουν τα χέρια τους, ρωτούν την ηλικία, αν είναι παρθένες και άλλα παρόμοια, λες και είναι άλογα, προς μεγάλον εξευτελισμό της χριστιανοσύνης.».
Έγγραφα
Σημαντικές πληροφορίες για το δουλεμπόριο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας περιέχονται σε παλιά χειρόγραφα, από τα οποία παραθέτουμε ενδεικτικά ορισμένα αποσπάσματα.
Ένας Αξιώτης, σκλάβος σε χέρια κουρσάρων, γράφει στα μέσα του 17ου αιώνα γράμμα στους δικούς του, περιγράφοντας τα βάσανα του και ζητώντας να καταβάλουν τα λύτρα για την απελευθέρωση του:
«(…) Γράφω σου τα βάσανα και την παίδα οπού ηπέρασα, ώστε που νάρθωμε εδώ στην Τρίπολι και δε σου τάγραφα, για να μην πικραθής μα πάλε για να τα ξέρεις να ευχαρίστησης το θεό πως εγλύτωσα από τα χέρια του τυράννου που μ' έπιασε κι ήπεσα σε καλά χέρια εδώ. Θέλεις να ξέρεις, αγάπη μου, πως μισεύγοντας απ' αυτού την Τετράδι βράδυ, ξημερώνοντας η Πέφτη, τις δύο του δευτεροουλίου αλλ άλμπα ένα μίλι αλάργου από την Ικαρία ευρεθήκασι δύο γαλιότες μαυρισμένες και πιάνουσί μας και το πρώτο πράμα οπού εκάμασι, μ' έβαλαν πίμυτα κι εκρατούσασί με πέντε νομάτοι και μ' ένα στρόπο κατραμωμένο με δέρνασι γδυμένο μόνο μ' ένα βρακί, που έκαμαν τα κρήατά μου μαύρα ωσάν το κ... του τσικαλιού να μολογήσω, λέει, πού βρίσκεται η αρμάδα· ύστερα με κράζει, λέγει μου: μπρε, έχεις ν' αγοραστής; λέγω, αφέντη, φτωχός άνθρωπος είμαι και με το να μην έχω επήγαινα με το καΐκι ναύρω δέκα άσπρα να ζήσω τα παιδιά μου, μα άμε με στην Αξια μπορεί, για όνομα Θεού να με αγοράσουν. Λέγει δεν πάγω στην Αξια. Λέγω του, στην Πάρο. Λέγει, μηδέ στην Πάρο, μόνον στην Αμοργό.
»Εγύρευγέ μου πολλά. Έτσι επήγαμε στην Αμοργό και έρχονται κάτω να αγοράσουν ένα καΐκι, θαρρώ να το ακούσετε, και γυρεύγαν να Πάρου και μένα με τους συντρόφους και σιάζουσι μας 200 ρεάλια ήγου διακόσα όλους και από εκεί ο σκύλος παίρνει και 'μας και πέντε καλόγερους και πέντε λαϊκούς και τ' άσπρα και από κει μας παίρνει με τσι ξυλιές και πάγει μας στη Σαντορήνη και παίρνει και από κει· εις τόσο, για να μην πολυλογώ εκάμαμε τριάντα πέντε μέρες μες' τη γαλιότα καθημερινώς ξυλιές, κλωτσιές, πεινασμένοι και δε μας ήδονε πάρα ένα κομμάτι παξιμάδι το ταχύ, μουχλιασμένο, που δεν το 'τρώγε ο χοίρος και μία τάσα νερό βρωσμισμένο και άλλο τόσο το βράδυ και νύχτα μέρα κουβαριασμένοι από κάτω στη φιργάδα, που μάγκου δεν εμπορούσαμε να ξαπλώσωμε το ποδάρι μας μια πιθαμή και από κάτω μας λάμες τα σίδερα και κουπιά όχι άλλο τίβοτας οι ψείρες, που τσ' εξούσαμε μ' ένα κομμάτι ξύλο, όταν ήθελε μας βγάλη στη γη, που με φάγασι ζωντανό.
»Ερχόμενος εδώ στην Τρίπολι, ήρθε ο Μπαϊράμης, τζη Πιαλίδαινας ο γυιός, τση Σουλτάνας ο αδελφός και εγόρασε με και παίρνει με στον οντά του και γδύνει με και δώνει μου ρούχα και αλλάζω και κάνει μου και άλλη μια φορεσιά ρούχα και έχει με καλά να φάγω και να πιω, την ανάπαψ'ι μου που δε μου λείπει άλλο μόνο ο στειρεμός σου και παρηγοράμαι καθημερινώς, συντροφιές πολλές νύχτα μέρα, που να του τα πλήρωση ο Θεός, που να κόβγη ο Θεός τις ημέρες μου, να του τις δώνει χρόνους και αν δεν είμαι 'γω άξιος να του τ' ανταμέψω ο Θεός να του τ' ανταμέψη (…)»[2].
Όπως φαίνεται το δουλεμπόριο τότε ήταν νόμιμο. Και να γίνεται η σωματεμπορία από Τούρκους ή πειρατές είναι αναμενόμενο. Παράδοξο όμως είναι, γράφει ο ιστορικός Π. Ζερλέντης[3], να γίνεται από Έλληνες και οι σκλάβοι νάναι Τούρκοι, όπως αποδεικνύεται από διάφορα έγγραφα. Το να αναμειγνύονται όμως καλόγριες και δεσποτάδες στην αγορά η απελευθέρωση σκλάβων, είναι ακόμη πιο παράδοξο. Παράδειγμα το έγγραφο που ακολουθεί, με ημερομηνία 10 Δεκεμβρίου 1686:
«Την σήμερον παρόντος εις εμένα του υπογράφοντα και εις τους κάτωθεν μάρτυρας εδώ παρών απομένει η καλουγριά του Φρουζέτη να πάγη εις την Χίο δια την αγορά των σκλάβων της Χίος ή σκλάβες οπού 'ναι από το χωριό της Χίος Ολύμπους, να πάγη να φέρη ριάλια τετρακόσα τριάντα.
Τα τριάντα να 'ναι δια κάποιοι της άνωθε καλουγριάς και ανίσως να λάβη τα άνωθεν γρόσα καλά, όβερ και τα άνωθεν γρόσα δεν λάβη και κρατήσουν και το σκλαβάκι εκεί, να 'ναι κρατημένη η άνωθεν καλουγριά αυτήνη και τα καλά της να πληρώνη την σούμα του άνωθεν σκλαβακιού, πέρα εβγάζοντας ανίσως και τύχη θάνατος του σκλαβακιού να μην έχη να κάμη ο άνωθεν καλουγριά και αν τύχη και εις την θάλασσα ρίξιγο από κουρσάρους να μην έχη να κάμη η άνωθεν καλουγριά και δια πίστωσι του παρόντος γράφουνται και μάρτυρες.
Τζανής Καλαμαράς μαρτυρώ τα άνωθεν
παπά Γεράσιμος Βίδος μάρτυρας παρακαλετός στα άνωθεν
παπά Ησαΐας Ριανός παρακαλετός μάρτυρας
παπά Μάρκος Κορίνθιος καντζιλλιέρης
σκρέτο της καλουγριάς του Φρουζέτη»[5].
Όπως φαίνεται από το παρακάτω έγγραφο, με το δουλεμπόριο ασχολήθηκε και ο θρυλικός καπετάν Μανέτας, που η ρίμα του5 είναι γνωστή στη Μήλο και σε πολλά άλλα νησιά:
«(Τ.Σ.) εις στα 1694 Γεναρίου 19, Πάρος, καστελ. παροικίας, έχοντας ο εκλαμπρότατος αφέντης Κολονέλος καπετάν Στάθης πέντε σκλάβους Τούρκους από την Καβάλα και από τα περίχωρα της, εσυμφωνησαν την σήμερον με τον Γεώργη Ρεΐζη του Σκλαβούνο από την Αξά και τις βάνουσι εις την μέσην τωνε ο δια μετρητά ρεάλια εξακόσα ν.ρλ. 600, ανγγαλά και η αυτοί σκλάβοι νάναι αποκομμένοι με γνώμη εδικόν τως ο δια ρλ. χίλια τετρακόσια ν.ρλ. 1400 και μετρά παρευθύς αβάντι τράτο ο αυτός Γεώργη Ρεΐζης εις τα χέρια του αφέντη κολονέλου την πάρτην του τα εμισά τα ρλ. τρακόσα και γρικούντας από την σήμερον η αυτή σκλάβοι εις την μέσην των και να έχη την κράτηξιν ο αυτός Γεώργη Ρεΐζης να πηγαίνη να τοις πουλή εις τον τόπον τους ή όπου ήθελε εμπορέσι εις το πλέον καλύτερο πρέτζιο όπου να εμπορή διά το αβαντάγγιον τωνε· και ό,τι ήθελε τόνε στειλη ο αφέντης ο Θεός να το μοιράζου εις την μέσην τως· και αν ήθελεν κάμει έξοδος ο αυτός Γεωργ. Ρεΐζης απάνω εις τους σκάβους ή εδυμνησάντος και παπουτζοσύνην τως ή και σε πεσκέσι εκεί που ήθελε τοις τρέξει να γρικάται ανάμεσόν τως· ήγουν να ευγενή από τα άσπρα εθέλασι πιάσουν από τους αυτούς σκάβους όθεν διά το αληθές εγεγόνει το παρόν υπογεγραμμένον διά αξιόπιστου μαρτ. τόσο να γρικάται διάφορο και ζημία ανάμεσόν τως, το παρόν γίνεται εις δύο κρατώντας κάθε μέρος το ένα.
Κων/ντής Κοντίλης μάρτυρας παρακαλετός
Αντώνης Αλισάφης μάρτυρας.
Νικολός Χριστιανόπουλος μάρτυρας παρακαλετός
Χωρεπίσκοπος παροικίας Καρυστινός έγραψα
το παρόν με θέλησιν του άνωθεν»[6].
Τα βάσανα των ανθρώπων, που οι πειρατές έκαναν σκλάβους είχαν τέτοια απήχηση στη μνήμη των μεταγενέστερων ώστε να γίνουν τραγούδια δημοτικά που τραγουδιούνται ακόμη σε πολλά μέρη της Ελλάδας:
«Γολέτας — εταξίδευε' ς τ'ς Αττάλειας το κανάλι
είχε λεβέντες ναυτικούς και μπέη καπετάνιο
είχε και σκλάβο νιόμορφο στα σίδερα δεμένο.
Κι ο σκλάβος ανεστέναξε κ' εστάθηκ' η γολέτα.
Κι ο μπέης 'παλογήθηκε μέσ' απ' την κάμαρα του.
Ποιος ναύτης απ' τους ναύτες μου και ποιος απ' τα παιδιά μου,
ποιος είναι π' αναστέναξε κ' εστάθηκε η γολέτα;
Κι ο σκλάβος 'παλογηθηκε με το καημένο αχείλι.
— Εγώ 'μαι π' ανεστέναξα κ' εστάθηκ' η γολέτα.
— Σκλάβε μ' πεινάς, σκλάβε μ' διψάς, σκλάβε μ' ρούχα δεν έχεις;
Ούτε πεινώ, ούτε διψώ κι ούτε ρούχα δε θέλω,
τον τόπο που θυμήθηκα κ' εκεί θέλω να πάγω...»
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Κυρ. Σιμόπουλου, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, 333 μ.Χ.—1700», Αθήνα 1972.
Ν.Α. Κεφαλληνιάδη, «Πειρατεία, κουρσάροι στο Αιγαίο», β' έκδ. ΙΡΙΣ, Αθήνα 1995.
Π.Γ. Ζερλέντη, «Περί της ανά τας Κυκλάδας σωματεμπορίας επί Τουρκοκρατίας», «Παρνασσός» τομ. 12, Εν Αθήναις 1888.
Αντ. Φλ. Κατσουρού, «Κουρσάροι και σκλάβοι», Σύρος 1948.
Αντ. Φλ. Κατσουρού, «Η ρίμα του καπετάν Μανέττα», «Λαογραφία» τομ. ΙΗ' Εν Αθήναις 1959.
Π. Ζερλέντη, όπου παραπάνω.
Ν. ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΔΗΣ
ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΚΟΥΡΣΑΡΟΙ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
1997
from ανεμουριον https://ift.tt/32qpaxx
via IFTTT

