Ο πόλεμος, η κατοχή και ο εμφύλιος επηρέασαν αρνητικά τις εξελίξεις στον τομέα της οικονομίας, ενώ ταυτόχρονα συνετέλεσαν σε νέες συνθέσεις και σημαντικές αναγεννήσεις του έθνους στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο. Ενδιαφέροντα θέματα της οικονομικής και κοινωνικής φιλολογίας, που συνδέονται με τις εξελίξεις της δεκαετίας του’ 40, και ιδίως της πενταετίας 1940 - 1945, είναι η αντιμετώπιση των πολεμικών δαπανών - καθώς η οικονομία μεταλλάσσεται σε εμπόλεμη-, το επισιτιστικό πρόβλημα, ο πολεμικός πληθωρισμός της περιόδου 1941 - 1944 και η προσπάθεια ανασυγκρότησης της οικονομίας την επαύριο της απελευθέρωσης.
Από την περίοδο ήδη της ουδετερότητας, η ελληνική οικονομία βλέπει τις διεθνείς συναλλαγές και τους άδηλους πόρους της να μειώνονται, ενώ εντείνεται η πολιτική της οικονομικής αυτάρκειας. Οι δαπάνες του Αλβανικού πολέμου μπορούσαν να καλυφθούν είτε μέσω της φορολογίας, είτε με προσφυγή σε ξένο δανεισμό, είτε, τέλος, με την έκδοση χρήματος.
Οι οικονομολόγοι χωρίσθηκαν σε δύο παρατάξεις: σε εκείνους που εισηγούνταν τη λύση του δανεισμού και της φορολογίας - και απέθεταν τις ελπίδες τους για την απορρόφηση των κοινωνικών ανισοτήτων και του πληθωρισμού στην αυτόματη λειτουργία των μηχανισμών της αγοράς - και στους υποστηρικτές του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, οι οποίοι εισηγούνταν την επιβολή μονεταριστικών λύσεων, ενώ για τον μετριασμό των κοινωνικών παρενεργειών πρότειναν την κρατική παρέμβαση και το σύστημα των ελέγχων και των αγορανομικών διατάξεων. Τελικά, επελέγη ένας συνδυασμός του ξένου δανεισμού με τη μέτρια χρήση της εκδοτικής μηχανής.
Κάτω από τις συνθήκες αυτές, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου απέτυχε να αποκαταστήσει την κοινωνική δικαιοσύνη. Η επιλογή του αυτή και η αποτυχία της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία δεν ήταν άσχετες από το ειδικό βάρος της παραοικονομίας και τη διολίσθηση προς τη μαύρη αγορά, που θα κάνει αισθητή την παρουσία της από τις πρώτες μέρες της Κατοχής.
Η αυξημένη προσφορά χρήματος και η μειωμένη προσφορά (παραγωγή) αγαθών, εξαιτίας του Αλβανικού πολέμου, παρήγαγαν ένα μέτριο πληθωρισμό, που ο ρυθμός αύξησης του θα επιταχυνθεί γρήγορα στην αμέσως επόμενη περίοδο - την περίοδο της Κατοχής.
Οι διάφορες εκτιμήσεις για το μέγεθος της μείωσης της παραγωγής - αγροτικής και βιομηχανικής - κατά τη διάρκεια του πολέμου, αν και ποικίλλουν, συμφωνούν ότι υπήρξε μια αξιοσημείωτη πτώση σε σχέση με τα επίπεδα του 1939. Η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας, του Α.Ε.Π. και των επί μέρους οικονομικών δεικτών θα είναι πολύ μεγάλη και θα έχει δραματικά αποτελέσματα για την οικονομία και την κοινωνία την περίοδο 1941 - 1944. Σε ορισμένες αγροτικές περιοχές, εξάλλου, θα σημειωθεί αύξηση της αγροτικής παραγωγής και, με την προστασία των αντιστασιακών οργανώσεων, θα διαφυλαχθούν χρήσιμα αποθέματα για τη συντήρηση του ελληνικού λαού - αποθέματα που συνετέλεσαν στη μεταπήδηση αστικού πληθυσμού προς τις αγροτικές περιοχές, με όλα τα συνεπαγόμενα αποτελέσματα.
Από τον Ιούνιο του 1941 έως το Νοέμβριο του 1944 - οπότε θα γίνει η νομισματική διαρρύθμιση (σταθεροποίηση) - ο πληθωρισμός θα κινείται με πρωτοφανείς ρυθμούς και θα περάσει στη φιλολογία των οικονομικών του πολέμου ως μία από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις υπερπληθωρισμού.
Πρωτογενής αιτία των υψηλών ρυθμών του πολεμικού πληθωρισμού ήταν η κάλυψη των δαπανών συντήρησης των στρατευμάτων κατοχής, αλλά και των δαπανών των κατοχικών κυβερνήσεων, με χρήμα νέας κοπής - δηλαδή με πληθωριστικό χρήμα. Στα πρωτογενή αυτά αίτια πρέπει να προσθέσουμε την όλο και μεγαλύτερη μείωση της προσφοράς (παραγωγής) αγαθών και την κερδοσκοπία, που οδήγησαν, στα χρόνια 1941 - 1944, σε άνοδο των τιμών μεγαλύτερη από την αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας.
ΤΟ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ
Η μεγάλη αύξηση που εμφάνισαν οι δείκτες των τιμών καταναλωτή και της νομισματικής κυκλοφορίας δεν είναι άσχετη από το γεγονός ότι οι γερμανικές αρχές κατοχής -παρά τα διεθνή νόμιμα, τη συμφωνία της Χάγης, αλλά και τη δική τους συμφωνία της Ρώμης τον Μάρτιο του 1942- εισέπρατταν χρηματικά ποσά μεγαλύτερα από τα προβλεπόμενα για τη συντήρηση των δυνάμεων της κατοχής. Με βάση τη συμφωνία της Ρώμης, οι κατά μήνα αναλήψεις πέραν του 1,5 δισεκατομμυρίου δολαρίων -δηλαδή πέραν του ποσού που αντιπροσώπευαν τα έξοδα κατοχής- θα πιστώνονταν στην Ελλάδα ως δάνειο της προς τη Γερμανία και την Ιταλία. Ετσι, οδηγηθήκαμε στο λεγόμενο πρόβλημα του κατοχικού δανείου. Το ποσό του κατοχικού δανείου, ανατοκιζόμενο από το 1945 έως σήμερα, ανέρχεται, σε σημερινές τιμές, στα 18 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η «υπέρβαση» αυτή των κατοχικών στρατιωτικών δαπανών -η οποία συνδέεται, εκτός των άλλων, και με τη χρηματοδότηση της εκστρατείας του Άξονα στην Αφρική- συναντά την αντίδραση της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, αντίδραση που δεν αφήνει «ασυγκίνητες» ακόμη και τις κατοχικές κυβερνήσεις. Άλλωστε, η ανατροπή και αντικατάσταση διαδοχικών κατοχικών κυβερνήσεων δεν είναι διόλου άσχετη και με τις τροποποιήσεις που επιβάλλονται κάθε φορά στους όρους της συμφωνίας της Ρώμης.
Ο οικονομικός σφετερισμός που ακολουθούν οι κατακτητές μπορεί να υλοποιηθεί με δύο πολιτικές: την πολιτική της απόσπασης και την πολιτική της αναπαραγωγής. Στις συγκεκριμένες συνθήκες διεξαγωγής του πολέμου, οι Γερμανοί υιοθέτησαν την πολιτική της απόσπασης, η οποία οδηγεί σε κατασχέσεις και επιτάξεις αποθεμάτων και παραγωγικών μέσων της κατεχόμενης χώρας.
![]() |
| Κατοχή. Από τη μάχη της σοδειάς, κάπου στη Θεσσαλία. Αντάρτες της αντίστασης προστατεύουν τη συγκομιδή (Φωτ.: Σπύρος Μελετζής). |
Η ανάπτυξη, λοιπόν, της αντίστασης κατά του κατακτητή δημιούργησε αντίρροπες δυνάμεις. Αφενός υπονόμευσε την πολιτική συνοχή των κατοχικών κυβερνήσεων, που αναγκάσθηκαν να ζητούν μείωση των υπέρογκων δαπανών κατοχής, και αφετέρου αποδιάρθρωσε την πολιτική του οικονομικού σφετερισμού (απόσπασης), με αποτέλεσμα την ολοένα μεγαλύτερη προσφυγή στην έκδοση νέου χρήματος.
Στις συγκεκριμένες συνθήκες, αποτέλεσμα των αντίρροπων αυτών δυνάμεων ήταν η περαιτέρω αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας - αύξηση που έφερε την υποτίμηση της δραχμής, η οποία, με τη σειρά της, επέδρασε στη διανομή του εισοδήματος με τρόπο που έπληξε κυρίως τους μισθωτούς και τους εργάτες. Την ίδια στιγμή, η απόκρυψη αγαθών και οι έλεγχοι οδήγησαν στη μαύρη αγορά, μέσα και γύρω από την οποία αναδείχθηκαν νέα κοινωνικά στρώματα, ενώ άλλα υποχώρησαν, καθώς οι πωλητές στην αγορά αυτή ήταν συνεργάτες των Γερμανών, ενώ αγοραστές ήταν άνθρωποι που αναγκάζονταν να πωλήσουν την περιουσία τους στην προσπάθεια τους να επιβιώσουν.
Η υπέρμετρη επιβάρυνση των κατοχικών δαπανών -με φυσική κατάληξη τον καλπάζοντα πληθωρισμό- και η έλλειψη συμμαχικής (αγγλικής) βοήθειας, προκάλεσαν το μεγάλο λιμό του χειμώνα του 1941-1942, με τους 300.000 νεκρούς στην ευρύτερη περιοχή Αθηνών-Πειραιώς. Το επισιτιστικό πρόβλημα, που έχει τις απαρχές του σε αυτή τη δύσκολη περίοδο και το οποίο εμφανίζεται κυρίως τις αστικές περιοχές, θα ταλανίζει την ελληνική οικονομία περισσότερο από 10 χρόνια και θα αποτελέσει αντικείμενο παρεμβάσεων ξένων διεθνών οργανισμών, αλλά και αιτία αντιθέσεων μεταξύ τους. Από τα χρόνια της Κατοχής, πριν ακόμα οι Αγγλοι μεταβιβάσουν την «κηδεμονία» της Ελλάδας στους Αμερικανούς, οι ΗΠΑ θα παρέμβουν με τις δικές τους οργανώσεις. Ταυτόχρονα, το επισιτιστικό θα πλήξει ιδιαίτερα τις νέες ηλικίες και θα συντελέσει στη διαστρέβλωση των μορφών και της ανταγωνιστικότητας της απασχόλησης.
Η ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΡΡΥΘΜΙΣΗ
Με την απελευθέρωση, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας βρέθηκε μπροστά στο πρόβλημα της οικονομικής ανασυγκρότησης και της νομισματικής σταθεροποίησης. Πρόκειται για δύο προβλήματα που συνδέονται με τέτοιο τρόπο ώστε η λύση του ενός να προϋποθέτει τη λύση του άλλου. Το σπάσιμο αυτού του φαύλου κύκλου ύφεσης και αποδιοργάνωσης, οικονομικής και κοινωνικής, επιχειρήθηκε μέσα στις ιδιαίτερα κρίσιμες συνθήκες του Δεκέμβρη του 1944, με την ξένη υλική βοήθεια και τεχνική συμπαράσταση.
Με το νόμο 18 της Νομισματικής Διαρρύθμισης της 11ης Νοεμβρίου του 1944, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας καθόρισε, μεταξύ άλλων, την ισοτιμία της δραχμής σε 600 νέες δραχμές προς 1 στρατιωτική λίρα Αγγλίας και σε 50 δισ. παλαιές δραχμές προς 1 νέα. Εξάλλου, η νέα δραχμή ήταν μετατρέψιμη σε αγγλικές λίρες μόνο για ποσά πάνω από 12.000 δραχμές. Επιπλέον, ο τρόπος εξόφλησης των οφειλών που είχαν την αρχή τους στην προ του νόμου περίοδο διακανονίστηκε με τέτοιο τρόπο που ήταν αναπόφευκτο ότι θα οδηγούσε σε έντονες κοινωνικές αντιδράσεις.
Το σταθεροποιητικό αυτό σχήμα, μέσα στο δυσμενές πολιτικό και οικονομικό κλίμα, ανατράπηκε γρήγορα και ο πληθωρισμός άρχισε να κινείται με ταχύτατους πάλι ρυθμούς.
Οι ερμηνείες που δόθηκαν στην αποτυχία αυτή είναι πολλές και ποικίλες, όπως και οι εκτιμήσεις για το κοινωνικό κόστος του όλου εγχειρήματος. Από την πληθώρα των ερμηνειών ξεχώρισαν δύο: μία που θεωρεί ως βασικούς συντελεστές της αποτυχίας το δυσμενές οικονομικό και πολιτικό κλίμα της εποχής, και μια άλλη, που αποδίδει την αποτυχία στα λάθη χειρισμών της οικονομικής πολιτικής, στις τεχνικές που εφαρμόστηκαν και στην επιλογή του χρόνου έναρξης της σταθεροποιητικής προσπάθειας.
Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η αγγλική πολιτική κατά την περίοδο αυτή είχε ως στόχο την πολιτική εκμηδένιση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ -που δεν μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο διά της στρατιωτικής συντριβής- ενώ ταυτόχρονα επεδίωκε την οικονομική και νομισματική αποκατάσταση. Ενώ η εκπλήρωση των δύο αυτών στόχων χωριστά εξασφάλιζε την πολιτική κυριαρχία και ηγεμονία της Μεγάλης Βρετανίας στην ευρύτερη περιοχή, η προσπάθεια ταυτόχρονης επίτευξης και των δύο περιέπλεξε την κατάσταση και προκάλεσε μεγάλη πολιτική αλλά και κοινωνική ένταση, οι επιπτώσεις της οποίας δεν έχουν ως σήμερα διερευνηθεί διεξοδικά, καθώς το ενδιαφέρον έχει εστιασθεί κυρίως στις πολιτικές εξελίξεις.
Το κοινωνικό κόστος της εισαγωγής του εγχειρήματος και της αποτυχίας του δεν μπορεί να απομονωθεί από τις άθλιες συνθήκες της εποχής, και το ζήτημα αυτό αφορά ιδιαίτερα την ευρύτερη περιοχή Αθηνών-Πειραιώς.
Η εξασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας θα αποτελέσει, ήδη από την περίοδο αυτή, κεντρικό στόχο των διαφόρων κυβερνήσεων έως το 1953, οπότε η ελληνική οικονομία θα περάσει σε άλλη φάση. Η ιστορία αυτής της προσπάθειας είναι άκρως διδακτική, καθώς αναδεικνύεται η εμπλοκή της πολιτικής με το οικονομικό και κοινωνικό στοιχείο, και είναι άξιο ιδιαίτερης μελέτης το εγχείρημα του Κωνσταντίνου Βαρβαρέσου για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας και τη σταθεροποίηση του νομισματικού συστήματος - εγχείρημα που δεν τελεσφόρησε, επειδή προσέκρουσε σε μεγάλες, εσωτερικές και εξωτερικές, δυσκολίες.
ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ
Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1940-1945
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1999
from ανεμουριον https://ift.tt/2SYbSFi
via IFTTT

