Δύο ταινίες-σταθμοί

Η Ελληνοαμερικανίδα Λούσι Ματλή και ο Απόλλων Μαρσύας στο Δάφνις και Χλόη του Ορέστη Λάσκου (Φωτ.: Le Cinema Grec, Παρίσι, 1995)
Η εικόνα που παρουσιάζει ο ελληνικός κινηματογράφος κατά την τέταρτη δεκαετία του αιώνα, είναι αρκετά περίεργη: ταινίες συγκεντρώνονται στις δύο άκρες, ενώ στη μέση της κυριαρχεί το απόλυτο κενό. Οι αισιόδοξοι αριθμοί του 1930 κάμπτονται εντελώς μέσα σε μια τριετία. Το ΣΑΣ ΖΗΤΟΥΝ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ του Ηλία Παρασκευά (1933) είναι η τελευταία προσπάθεια αυτής της περιόδου σε ελληνικό έδαφος. Το 1937 Αιγύπτιοι παραγωγοί θα αναλάβουν να γυρίσουν ελληνικές ταινίες στα δυτικών προδιαγραφών στούντιο του Καΐρου, με δημοφιλείς πρωταγωνιστές, όπως οι αδελφές Καλουτά, η Σοφία Βέμπο, ο Μάνος Φιλιππίδης, ο Παρασκευάς Οικονόμου, η Αλίκη Θεοδωρίδη, ο Κώστας Μουσούρης, με σεναριογράφους μεταξύ άλλων τον Δημήτρη Μπόγρη (Η ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΑ, 1938) και τον Αλέκο Λιδωρίκη (ΑΓΝΟΥΛΑ, 1939). Οι ταινίες αυτές, που προβάλλονται κατ' στο κοινό των παροικιών και στη συνέχεια φθάνουν στην ελληνική αγορά, καλύπτουν στοιχειωδώς τη ζήτηση ως την κήρυξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, Η Ελληνοαμερικανίδα Λούσι Ματλή και ο Απόλλων Μαρσύας στο «Δάφνις και Χλόη» του Ορέστη Λάσκου (Φωτ.: Le Cinema Grec, Παρίσι, 1995)πριν από την παρένθεση της σιωπής, δύο ταινίες - σταθμοί του ελληνικού κινηματογράφου προφταίνουν να γυριστούν: το ΔΑΦΝΙΣ ΚΑΙ ΧΛΟΗ (1930) και η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΑΠΙΛΑ (1932). Το 1931 ξεκινά με ελπίδες για τον ελληνικό κινηματογράφο, αφού τον Ιανουάριο προβάλλεται η ήδη πολυσυζητημένη ταινία του Ορέστη Λάσκου ΔΑΦΝΙΣ ΚΑΙ ΧΛΟΗ. Ο Λάσκος, μετά την πρώτη του εμφάνιση στη DAG Film (ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ, 1929), παραμένει ενεργός στο χώρο ως ηθοποιός και σεναριογράφος (ΜΑΚΡΥΑ ΑΠ' ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, Ολύμπια φιλμ, 1930, Ο ΠΑΛΙΑΤΣΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, Ακροπόλ φιλμ, 1930). Το 1930 ιδρύει την Άστρο Φιλμ μαζί με άλλους νέους, φανατικούς κινηματογραφόφιλους, και αποφασίζει να διασκευάσει το μυθιστόρημα του Λόγγου, που είχε κυκλοφορήσει στη σχετικά πρόσφατη μετάφραση του Βουτιερίδη (1922). Τόπος των γυρισμάτων είναι η Μυτιλήνη, όπου υποτίθεται ότι έλαβε χώρα η ιστορία του Δάφνη και της Χλόης. Επιλέγονται ωραία τοπία της Αγιάσου, τα οποία, με την κατάλληλη κινηματογράφηση, συμβάλλουν στο λυρικό αποτέλεσμα. Μόνο η σκηνή με τον πολυπληθή χορό των νυμφών γυρίζεται, για λόγους συμπίεσης του κόστους, στη λίμνη της Βουλιαγμένης. Οι πρωταγωνιστές, η Ελληνοαμερικανίδα Λούση Ματλή, χορεύτρια κλασικών χορών, και ο Απόλλων Μαρσύας -ψευδώνυμο που έδωσε ο Λάσκος στον ερασιτέχνη πρωταγωνιστή του και μετέπειτα φωτογράφο Έντισον Βήχο - διαφημίστηκαν ως ωραίοι νέοι αρχαιοελληνικής κατατομής. Τα κοστούμια προήλθαν από την ενδυματολογική παρακαταθήκη των Δελφικών Εορτών. Ακόμα και ο τύπος του φιλμ επιλέχθηκε με προσοχή, ώστε να επιτευχθεί ικανοποιητικό εικαστικό αποτέλεσμα. Ο οπερατέρ Δημήτρης Μεραβίδης ήταν από τους διακεκριμένους της πρώτης γενιάς των Ελλήνων κινηματογραφιστών και είχε πρόσφατα στο ενεργητικό του τρεις ταινίες, μυθοπλασίας (Ο ΠΑΛΙΑΤΣΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΚΑΙ ΟΤΑΝ Ο ΕΡΩΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ, όλες του 1930), πείρα που μόνο με εκείνη του Δημήτρη Γαζιάδη μπορούσε να παραβληθεί. Η ταινία μπορούσε να σταθεί δίπλα στις ξένες παραγωγές και η κινηματογραφική κριτική την υποδέχθηκε με καλά λόγια. Το 1932 ένας ακόμη σκηνοθέτης, του οποίου η πορεία θα συνεχισθεί αρκετά χρόνια αργότερα, κάνει την εμφάνιση του με μια ταινία που υπερβαίνει τα δεδομένα: ο Στέλιος Τατασόπουλος γυρίζει το δράμα ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΑΠΙΛΑ.
Αυτό που διαφοροποιεί την ταινία του από τα τυπικά δράματα και τις στερεότυπες υποθέσεις της εποχής του είναι η πρόθεση του να κάνει μια ταινία κοινωνικής καταγγελίας, στην οποία θίγονται σημαντικότατα προβλήματα της νεολαίας του καιρού του: η οικονομική καταστροφή του πατέρα του αυτή τη δύσκολη εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, η ανεργία και η φτώχεια υποχρεώνουν ένα νέο να εγκαταλείψει τις σπουδές του, τον οδηγούν σταδιακά στο κοινωνικό περιθώριο, στα ναρκωτικά, στην εξαθλίωση. Σώζεται από μια παρέα εργατών που του δίνουν το χέρι της αλληλεγγύης, του εξασφαλίζουν τίμια δουλειά στο εργοστάσιο και τον εισάγουν στο εργατικό κίνημα. Ως συνδικαλιστής ξαναβρίσκει τα χαμένα του ιδανικά, την πίστη του στις ανθρώπινες αξίες. Πληρώνει με φυλάκιση την ηγετική συνδικαλιστική του δράση -το ιδιώνυμο έχει ψηφισθεί από την κυβέρνηση Βενιζέλου το 1929-, είναι όμως σε θέση με τη σειρά του να σώζει ψυχές. Ο Τατασόπουλος χρησιμοποιεί ορισμένα μεσοπολεμικά αφηγηματικά στερεότυπα στην ταινία του, όπως αυτό της άμυαλης νέας που θυσιάζει έναν αγνό έρωτα για χάρη των υλικών ανέσεων, με φανερή ωστόσο την πρόθεση να μην περιορισθεί στην περί ηθικής κινδυνολογία, αλλά να παρουσιάσει κοινωνικά προβλήματα, όπως η ανεργία των νέων και οι αναπόφευκτες συνέπειες της, η καταδίκη ατόμων στο περιθώριο από ένα κράτος που δεν είναι σε θέση να προστατέψει τα νεαρά μέλη του, ο αρνητικός ρόλος του κεφαλαίου που εκμαυλίζει συνειδήσεις, αισθήματα και ποδοπατά ζωές. Το νεαρό ελληνικό εργατικό κίνημα βρίσκει στο πρόσωπο του εικοσάχρονου σκηνοθέτη έναν ανέλπιστο και εύγλωττο σύμμαχο. Ωστόσο, όπως στην ταινία, έτσι και στην πραγματικότητα, η καταστολή παραμονεύει. Το περιεχόμενο της ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΑΠΙΛΑΣ κρίνεται επικίνδυνο και ο Τατασόπουλος κινδύνεψε, όπως ο ήρωας του, να βρεθεί στη φυλακή. Η πολιτική σταθερότητα και το οικονομικό πλαίσιο που προσέφερε η κυβέρνηση Βενιζέλου (1928-1932) ήταν έδαφος πρόσφορο για την ανάπτυξη της εθνικής κινηματογραφίας. Η τεχνολογική εξέλιξη, όμως, ο ομιλών, ανέστρεψε, μέσα σε ελάχιστο διάστημα, το ρεύμα και έως το 1933 ή υπόθεση «ελληνική παραγωγή» είχε κλείσει - προσωρινά.

ΕΛΙΖΑ-ΑΝΝΑ ΔΕΛΒΕΡΟΥΔΗ «Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1930-1940» ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ 1999


from ανεμουριον https://ift.tt/2TJYh5u
via IFTTT
Από το Blogger.