Η έναστρη αποδημία του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Και να που ο «Δύσκολος Θάνατος» επήλθε Ιουλίου και Αυγούστου ανάμεσα, μετά από σαράντα και πλέον χρόνια από την κυκλοφορία της συλλογής με τον ομώνυμο τίτλο, και μετά από τριάντα καλοκαίρια από τα «Ποιήματα για ένα καλοκαίρι»… Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, πάει πια να συναντήσει τον αγαπημένο του Μύρωνα, το Δημήτρη και τους άλλους φίλους, ως κι αυτόν ακόμη τον συνταξιούχο έμπορο της γειτονιάς, που κρεμάστηκε, έχοντας ήδη νιώσει πολλούς μικρούς θανάτους στη ζωή του, με τους χωρισμούς και τις πίκρες των αγαπημένων προσώπων, αλλά και των περαστικών γνωριμιών που τον συνόδεψαν ανεπανόρθωτα και που παρ' όλ' αυτά κράτησε την πένα του πολύ φειδωλή, γράφοντας έναν μικρό σχετικά αριθμό ποιημάτων σε σχέση με τις έντονες εσωτερικές διεργασίες που τον χαρακτήριζαν, ίσως όμως και να θεώρησε σκόπιμο να σταλάζει την πίκρα και τον πόνο μέσα του, ενώ η ποίηση θα μπορούσε να καταστεί (και ως ένα σημείο έγινε) λυτρωτική απόπειρα διεξόδου... Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, κουβαλά μαζί του έναν ολόκληρο κόσμο που δεν βρήκε δικαίωση, και συνακόλουθα η ποιητική του γραφίδα βρίσκει πολλούς αποδέκτες, σ' ένα κόσμο γεμάτο ερείπια, σκοτεινή βροχή, εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, «πικρά ολομόναχα φώτα»... Είναι ένας ποιητής της πόλης, που ακόμη και στα ταξίδια του, γράφει γι' αυτές, που τις αγάπησε, όπως τη Βέροια, την Ελασσόνα, τη Δράμα, γιατί είναι «κλειστές ανάμεσα σε υψώματα η σε μικρούς καταυλισμούς», και περπατά πότε μόνος πότε με φιλικά του πρόσωπα, ενώ η στιγμή της συνάντησης με το αγαπημένο πρόσωπο-πρόσκαιρο η μόνιμο - αδιάφορο - γίνεται αρκετές φορές στην ποίηση του η αφετηρία για την γραφή του ποιήματος, καθώς επίσης και η κίνηση που υπάρχει στο έργο του, που ερμηνεύεται μάλλον από μιά τάση φυγής από το τέλμα όπου όλα λιμνάζουν και σήπονται. Έτσι, από το πρώτο κιόλας ποίημα, το «ΧΑΟΣ», ό ποιητής αναρωτιέται θλιμμένος βαθιά:
«Πού βαδίζουμε μέσα σ' αυτό το χαμό / μέσα στη νύχτα / Αγαπημένη μορφή / ματιά...»
και σ' άλλο του ποίημα με το στοιχείο του θανάτου πλάι του:

«Κοπιαστικά ανεβαίναμε στη δημοσιά / Κοπιαστικά ανεβαίναμε προς τους σταυρούς...»
Αγαπημένοι του χώροι το γήπεδο όπου τρέχουν παιδιά κι όμορφοι νέοι και μπασκετμπολίστες, ακόμη οι μικροί σταθμοί των τρένων, τα χαλάσματα, τα «εκκοκκιστήρια βάμβακος» με τα φώτα και τις πολύβουες μηχανές που συνδέονται με τον αποχωρισμό από το αγαπημένο πρόσωπο μα στέκουν ταυτόχρονα και αφετηρίες ενός απολογισμού τραγικού:
«Τότε κατάλαβα πώς πέρασε πια η εποχή της συγκομιδής. Και πώς / ό,τι μπορούσαμε να δώσουμε το είχαμε / σχεδόν σκορπίσει»...
Εκεί λοιπόν, μέσα σε ναυαγισμένες μέρες, σε δακρυσμένα μάτια και «σε φροντιστήρια συνοικιακά πίσω από μάντρες και εργοτάξια» είναι που συντελείται η ίδρυση ενός άλλου κόσμου, «μέσ' απ' τα σωριασμένα φύλλα των συνοικισμών», στην «πιο φοβερή απομόνωση» όπου γίνεται πλέον η τελευταία προσπάθεια για τον ερχομό της άνοιξης, που αλίμονο δεν θα 'ρθει ποτέ για τον ποιητή, που ξεχασμένος σ' ένα δώμα τ' ουρανού στους Αγίους Αναργύρους, θα περιμένει πια τον πρίγκηπά του δοσμένος στην ψίχα της νύχτας:
«Η ελπίδα μου είσαι, ένα θρύψαλο λύπης για μένα»
Όλα τα σκεπάζει η σκόνη και ό θάνατος, οι «ημέρες χαύνωσης και αδράνειας», και μοναχά όταν τηλεφωνεί το αγαπημένο πρόσωπο κι όταν συναντιούνται, είναι που αρχίζει πάλι να δίνεται κάποια κίνηση κι ύστερα πάλι το «σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατελείωτο». Ο ποιητής παρατηρεί τις κινήσεις των άλλων, ανήμπορος να εισχωρήσει στη διαδικασία κι αποκλεισμένος κι απαυδισμένος θα ξεκινά μονάχα για την «μορφή του αγνώστου» τα βράδια, και η ψυχή του θ' ανεμίζει «στα ολάνοιχτα παράθυρα» της θλίψης για την προδομένη άνοιξη, για το αγέλαστο σκοτάδι της χαμηλής βροχής... Αρκετές φορές όσα γράφει για τους άλλους αφορούν κι αυτόν τον ίδιο, όπως στο ποίημα «Στο Καρνάγιο» όπου συναντούμε παράλληλους δρόμους ενώ θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει τα ποιήματα του σα μικρές ελεγείες - θρηνητικά άσματα που ό αναγνώστης δένεται με τη συννεφιά και τη βροχή, τα ερειπωμένα κάστρα και τα σφαιριστήρια, τα γήπεδα και τα θλιμμένα Κυριακάτικα απογεύματα τού ποιητή, όπου «ή πιο παράφρονη ομορφιά πνίγεται μέσα στις φωνές της άνοιξης και πεθαίνει» ενώ κάπου ό θόρυβος της πόλης με τ' αυτοκίνητα που τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, τα δρομολόγια των τρένων και τα εργοστάσια έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τον αργό ρυθμό ζωής και η σκληρή γλώσσα των κομπιούτερς δεν συνταιριάζει με «τη μαλακή γραμμή τού ορίζοντα» και τελικά πικρή μα πέρα για πέρα αληθινή η διαπίστωση τού ποιητή πώς
«όλο και περισσότερο χάνουμε σε αισθήματα / στον κινηματογράφο και στις φιλικές συναντήσεις / στην ευκολία των συναλλαγών»...
Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου περιγράφει δυο διαφορετικούς κόσμους που κάθε στιγμή έρχονται σ' αντιπαράθεση, και μοιραίο είναι πώς δεν θα συναντηθούν ποτέ απλώς κάπου θα διασταυρωθούν, έτσι τυχαία και συμπτωματικά - οι δρόμοι τους και ακροβατεί σ' ένα τεντωμένο σχοινί μισοσπασμένο ίσως από την πρώτη στιγμή, και τυλίγεται σ' ένα διάφανο σεντόνι όπου έχει ραγισμένες φωνές, θαμπά φώτα, χαμένες προσδοκίες όμως παράλληλα και «πολύ υπαρκτά σώματα» και πολλά μικρά γυαλιά από σπασμένους καθρέφτες και ακινητοποιήσεις ωρών και ταινιών κινηματογραφικών όπου μετά από ένα μακρύ διάστημα η παλιά σκουριασμένη μηχανή ξαναρχίζει και πάλι να κινείται αργά-αργά, νωχελικά, σ' έναν τρελό ρυθμό, μέσα στην φθαρμένη καθημερινότητα- κι ό θεατής, καθισμένος «σ' ένα βαγόνι τρίτης θέσης», να κοιτά από το παράθυρο τα τεκταινόμενα μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα θανάτου και μνήμες διασκορπισμένες σε μικρά κομμάτια που λάμπουν σαν τροβιλίζονται και τελικά χάνονται μέσα στις «ρωγμές τού δρόμου»... Ο Νίκος-'Αλέξης Ασλάνογλου κατόρθωσε να κάνει πνευματική αγωνία «το πάθος της σάρκας, ξεπερνώντας την ευφροσύνη του κορμιού» και παράλληλα να εκφράσει όσο γινόταν πιο παραστατικά, την όλη ατμόσφαιρα της πικρής μοναξιάς και της οδύνης που τον συνόδευε σαν σκιά κρεμασμένη πάνω του, τα πικρά χρόνια της ζωής του, όμως κατόρθωσε να κερδίσει πολλούς φίλους αναγνώστες, που στο δικό του δράμα ένιωσαν κι αυτοί τις εκλεκτικές συγγένειες ενός χαμένου έρωτα και μιας αγάπης δίχως ανταπόκριση, της ζωντανής αυτής πληγής που ανοίγει κάθε φορά που ακούμε ένα τραγούδι η ξαναπερνάμε από την ίδια γειτονιά των γιασεμιών και των ονείρων, εκεί που κάποτε αναλώσαμε κι αναλωθήκαμε δίχως όρια και φραγμούς στον εσωτερικό ανυπολόγιστο χρεωστικό μας λογαριασμό... Ο Ασλάνογλου γράφει για την αγιάτρευτη μοναξιά των πολυκατοικιών, τους ανέραστους και το νεκροταφείο όλων εκείνων των ελπίδων αυτών που ξεκινήσανε από «τα ροζιασμένα όνειρα των ορεινών χωριών», την άδεια και ασυνάρτητη κτισμένη όψη, το φως της προκυμαίας που συνθλίβει και συνθλίβεται, την ανάσα της θάλασσας, οραματιζόμενος κάποτε
«τις παιδουπόλεις απάτητες, χωρίς πεζοδρόμια τη γη»
Η ποιητική του γραφίδα προσλαμβάνει καθαρά εξομολογητικό χαρακτήρα κι από την άλλη μεριά μπορεί να εκληφθεί σαν δημοσιοποίηση ανεπίδοτων επιστολών όπου από το ΕΓΩ μεταφερόμαστε στο ΕΜΕΙΣ και στο πρώτο ενικό πρόσωπο, αλλά και όταν (Ιδιαίτερα στις ΩΔΕΣ ΣΤΟΝ ΠΡΙΓΚΙΠΑ) γράφει στο δεύτερο πρόσωπο, περιγράφοντας ψυχικές καταστάσεις αρμονικότατα δοσμένες με «μαδημένα τριαντάφυλλα, πεσμένες καρέκλες τρεμουλιαστά φώτα» κι έχει κανείς την αίσθηση πώς ό ποιητής παίρνει μαζί του φεύγοντας έναν ολόκληρο κόσμο, μιά κι έζησε σε μιά μεταβατική εποχή «παραμερίζοντας ένα-ένα τα κλαδιά της αγροικίας για να ιδεί την πόλη», και για να θυμηθούμε τον Κ.Π. Καβάφη, η πόλη πάντα θα τον ακολουθεί, ραμμένη πάνω του έτσι όπως «φώτα και στάχτη, ρόδο κι αγκάθια, σώμα και θρύψαλα» μετέχουν σε
«μιά διάρκεια που υπάρχει μόνο για σε / ανάμεσα σε μιαν αγάπη και σ' ένα παγωμένο γιατί»
Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου η νύχτα πέφτει, έπεσε- εσείς που μείνατε «Προσευχηθείτε για τις σκοπιές που αγρυπνούν»
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ
ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ
1997


from ανεμουριον https://ift.tt/2SK4UT9
via IFTTT
Από το Blogger.