Θρύλοι και θαύματα - Το καστρομονάστηρο των θαυμάτων

Η θεμελίωοη της Σταυροπηγιακής Μονής Σουμελά που επικρέμαται σε βράχο άνω των 1.000 μέτρων, στηρίχθηκε σε ένα θαύμα. Η μεταφορά της εικόνας από την Αθήνα, όπου βρισκόταν, στον Πόντο, οτην κοιλάδα της Παρθένου Μαρίας, συνέβη θαυματουργικά, κατά την παράδοση, αφού την εικόνα μετέφεραν δύο άγγελοι για να την εναποθέσουν στο σπήλαιο του όρουςΜελά. Εκεί την βρήκαν οι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος, στους οποίους είχε εμφανισθεί η Παναγία, προστάζοντάς τους να πάνε στον Πόντο να Βρουν την εικόνα της και να χτίσουν εκεί τον νέο θρόνο της στα βουνά της Τραπεζούντας. Το πρώτο σοβαρό πρόβλημα που είχαν να αντιμετωπίσουν οι θεμελιωτές της Μονής ήταν η έλλειψη νερού, καθώς εκεί ψηλά, στο άνυδρο βουνό, δεν φαινόταν κάποια δυνατότητα να καλύψουν τη δίψα τους. Τότε, λέει η παράδοση, αφού προσευχήθηκαν στην Παρθένο Μαρία και στον Ιησού, φωνή βγήκε από την ιερή εικόνα που είπε: «Ιδού αγαπητοί, οας δίνω νερό αιώνιο από την άνυδρη πέτρα, όχι μόνο για τη σωματική δίψα, αλλά και για τη λύτρωση από κάθε κακό γι' αυτούς που πιστεύουν». Κι αμέσως ράγισε η πέτρα πάνω από το σπήλαιο όπου βρισκόταν η αγία εικόνα και άρχισε να στάζει νερό, «και μέχρι σήμερον φαίνεται μη παυόμενος ο θεόμβροτος τούτος σταλαγμός» αναφέρει ο ιεροδιάκονος και εκκλησιαστικός συγγραφέας Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης. Η επόμενη δοκιμασία στην οποία υπεβλήθηοαν οι πρώτοι κτήτορες της Σουμελά ήταν η πείνα. Οπως αναφέρει η παράδοση, οι δύο μοναχοί τρέφονταν για 17 μέρες μόνο με τα χορτάρια που φύτρωναν στα γύρω βράχια του πρόχειρου κελιού τους. Κι ενώ οι δυνάμεις τους εγκατέλειπαν, ξαφνικά εμφανίστηκαν τρεις άλλοι μοναχοί από το γειτονικό «προς δυσμάς» μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννη των Βαζελών ή Ζαβουλών. Κουβαλούσαν με ένα γαϊδουράκι αρκετά τρόφιμα για τους δύο ασκητές και, όπως τους είπαν, έμαθαν για την ανάγκη τους με τρόπο θαυματουργικό. Ο Βαπτιστής Ιωάννης εμφανίστηκε στον ηγούμενό τους και τον πρόσταξε να στείλει βοήθεια στο όρος Μελά. Από τότε και μέχρι το 1800 η Μονή Σουμελά, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, έστελνε στη Μονή Ζαβουλών ή Βαζελών «κατ’ ενιαυτόν μεν πεντήκοντα άσπρα συν κηρώ και ελαίω ανά οκάδας δώδεκα, καθ' επταετίαν δε επταετή ημίονον» αναφέρει Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης.

Η ΕΙΚΟΝΑ εκδικητής

Οι επιδρομές των βαρβάρων, οι λεηλασίες, οι πυρκαγιές και οι ληστείες ήταν για αιώνες συχνό φαινόμενο στην ιστορία της μονής, που γρήγορα έγινε γνωστή για τα πλούτη και το κύρος της. «Οταν ιδρύθηκε το μοναστήρι στο όρος Μελά, η περιοχή εκείνη είχε σχετικά ηρεμήσει και γαληνέψει μετά την αποχώρηση από του αρμένικου και μικρασιατικού οροπεδίου και των τελευταίων βαρβάρων, με αποτέλεσμα να μην απειλείται ο τόπος από τις ληστρικές τους επιδρομές. Δεν θα αργούοαν όμως να κάνουν την εμφάνισή τους προ των πυλών του Πόντου οι διάφορες τουρκομανικές ορδές και τα μπεηλίκια, κυρίως οι Σελτζούκοι Τούρκοι του Ικονίου, με διστακτικές ανιχνευτικές διεισδύσεις των Μογγόλων.
Δεν έλειπαν παράλληλα και ληστρικές επιδρομές των γειτονικών Τζάνων και Τσεπνήδων, των ορεσίβίων, που συχνά επαπειλούσαν τους χριστιανικούς πληθυσμούς του Μεσοχαλδίου και της Ανω Ματζούκας» αναφέρει ο Ακύλας Μήλλας, στο έργο του «Τραπεζούς: Στα ίχνη των Μεγάλων Κομνηνών», και συνεχίζει: «Το 1222 τα σελτζουκικά φουσάτα του Μελίκ σαχ διαβαίοντας τα φαράγγια και τις κλεισούρες έφθασαν μέχρι τα τείχη της πρωτεύουσας των Μεγαλοκομνηνών και οχυρώθηκαν στη φρουριακή μονή του πολιούχου της Τραπε-ζούντας Αγίου Ευγενίου. Είχε απειληθεί τότε σοβαρά to βασίλειο των Κομνηνών, όταν εκ θαύματος του Αγίου και της Χρυσοκεφάλου Θεοτόκου οι βάρβαροι εμβρόντητοι γεγονότος, ένθεν κακείθεν διεσκορπίσθησαν. Αφού ο κίνδυνος πέρασε και ο Μελίκ συνελήφθη, ο κυρ Ανδρόνικος ο Γίδων και οι διάδοχοί του έσπευσαν να αναδιοργανώσουιν την άμυνα των ορεινών περασμάτων, ενδυναμώνοντας τα υπάρχοντα φρούρια και κτίζοντας νέα καστέλια, πυργοσκοπιές και αμυντάρια, οχυρώνοντας παράλληλα και τα απόμακρα καστρομονάστηρα της πέριξ χώρας. Ενίσχυσαν τότε και την ασκητική πολιτεία του όρους Μελά, ιδρύοντας ένα οργανωμένο φρουριακό μοναστικό κέντρο που θα έλεγχε τα προς την Κρώμνην ορεινά περάσματα και τις Πύλες του Πόντου, στα όρια του δοκιμαζόμενου Μεσοχαλδίου πεδίου». Λέγεται πως κατά τη διάρκεια της πρώτης επιδρομής «Βαρβάρων» στο μοναστήρι οι ληστές δολοφόνησαν όσους μοναχούς βρέθηκαν στον δρόμο τους και άρπαξαν ό,τι βρήκανμπροστά τους. Την αγία εικόνα οι τρεις ληστές τη μετέφεραν έξω από το μοναστήρι, στο ψηλότερο σημείο του όρους Μελά κι εκεί θέλησαν να την τεμαχίσουν για να μοιραστούν το χρυσάφι της. Τοποθέτησαν την εικόνα καταγής και την χτύπησαν δυνατά με μια αξίνα, χωρίζοντάς την στα δύο. Εκτοτε η εικόνα είναι σπασμένη σε δύο κομμάτια. Μόλις, όμως, η αξίνα έπεσε πάνω στη μορφή της Παναγίας Σουμελά, φωτιά ξεπήδησε από το ξύλο της εικόνας και κατέκαψε τους δύο ληστές, ενώ ο τρίτος, που προσπάθησε να αποτρέψει το κακό, σώθηκε, επέστρεψε στο μοναστήρι και έγινε μοναχός. Την επομένη, όταν οι μοναχοί μπήκαν στην εκκλησία είδαν την εικόνα να έχει επιστρέφει θαυματουργικά στον θρόνο της με τα κοσμήματα και όλα τα πολύτιμα αναθήματά της. Η φλόγα εκείνη δεν έκαψε μόνο τους ληστές, αλλά και τη γύρω περιοχή, που ονομάζεται μέχρι σήμερα τα «Καμένα» και συνεχίζει να έχει ένα σταχτί χρώμα, αφού το κάποτε «δασύ και κατάσκιον όρος εκείνο μηδέ χλωρό χόρτον να έχη έκτοτε»... Τα «Καμένα» απέχουν από τη Μονή περίπου δύο ώρες.

Η ΙΕΡΗ ΚΑΡΑ του ιδρυτή Βαρνάβα

Στην ίδια εκείνη επιδρομή, κατά την οποία τεμαχίστηκε η εικόνα της Παναγίας Σουμελά, διασώθηκε με θαυματουργό τρόπο και η κάρα (το κρανίο) του Βαρνάβα, του μοναχού που ίδρυσε μαζί με τον Σωφρόνιο τη Μονή. Οπως περιγράφει ο ιερομόναχος και εκκλησιαστικός συγγραφέας, Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, οι επιδρομείς άρπαξαν την αργυρή λάρνακα, μέσα στην οποία ήταν τοποθετημένη η κάρα του Βαρνάβα, και αφού κράτησαν την ασημένια θήκη, πέταξαν το λείψανο στα νερά του Πυξίτη ποταμού, που διαρρέει την κοιλάδα της Παρθένου Μαρίας. Τη νύχτα εκείνη, οι μοναχοί που κατάφεραν να σωθούν από τη λαίλαπα της επιδρομής επέστρεψαν στο μοναστήρι και μη έχοντας κάτι άλλο να κάνουν «αναπεσόντες εν λύπη εκοιμήθησαν». Οπως επέστρεψε με θαυματουργό τρόπο, την επόμενη κιόλας μέρα, η εικόνα στο ναό του μοναστηριού, έτσι γύρισε και η κάρα του Βαρνάβα στη Μονή. «Ο δε της ευρέσεως τρόπος παράδοξος» σημειώνει ο ιερομόναχος Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης. Σύμφωνα με την περιγραφή του εκκλησιαστικού συγγραφέα, οι μοναχοί έβλεπαν πολλές νύχτες μετά την επιδρομή, στην αντίπερα όχθη του ποταμού, μια ουρανομήκη στήλη από φωτιά. Κι ενώ απορούσαν για το τι μπορεί να σημαίνει αυτό το σημάδι, δεν πήγαιναν κοντά στο σημείο να διαπιστώσουν περί τίνος επρόκειτο, «ώκνουν όμως διαβάντες ακριβώσασθαι» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Νεόφυτος. Κάποιος βοσκός της μονής, που είχε κατεβάσει τα βόδια του στο ποτάμι για να τα ποτίσει, τους είπε επιστρέφοντας πως είδε ένα ανθρώπινο κρανίο που ανέδιδε ευωδιά στη ρωγμή μιας πέτρας. Συμπεραίνοντας τότε οι μοναχοί τη σημασία της πύρινης στήλης πήραν λαμπάδες και υμνολόγια και κατέβηκαν στην κοίτη του ποταμού, όπου και βρήκαν στο σημείο που τους είχε υποδείξει ο βοσκός την κάρα του μοναχού Βαρνάβα, ιδρυτή του τραπεζουντιακού μοναστηριού. Και την ανέβασαν με τιμές στο μοναστήρι, ευχαριστώντας τον Θεό και την Παναγία.

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ του Αλεξίου Κομνηνού

Ολοι οι ιστορικοί συμφωνούν πως η Μονή Σουμελά μεσουράνησε την εποχή της δυναστείας των Μεγάλων Κομνηνών. Εκείνη την ταραγμένη - κατά τα άλλα - περίοδο, πολύ μακριά από την πρωτεύουσα της Τραπεζούντας, σε μια «ευαίσθητη» γεωπολιτικά περιοχή, με διάφορους επιδρομείς και φιλόδοξους καταχτητές να περνούν από τα μονοπάτια των δυσπρόσιτων βουνών της ενδοχώρας, οι Σουμελιώτες μοναχοί όχι μόνο κατάφεραν να επιβιώσουν, αλλά και να καθιερώσουν το κίτρος και τον πλούτο της μονής, εξασφαλίζοντας την αυτοκρατορική εύνοια. Με απανωτά χρυσόβουλα οι Κομνηνοί, με πρώτο τον Ιωάννη Β' τον Μεγάλο Κομνηνό, παραχώρησαν στη Σουμελά «κτήματα και χωρία», όπως επίσης και 40 οικογένειες παροίκων να δουλεύουν στους αγρούς, αλλά επίσης να μεριμνούν και να διαφυλάττοι για τα ορεινά περάσματα. Οι πάροικοι αυτοί κατοικούσαν κοντά στη Μονή με τις οικογένειες τους και ήταν έτοιμοι να κυνηγήσουν κα να διώξουν με τα όπλα τους κάθε επιδρομέα.
Αυτός, όμως, που ξεπέρασε όλους τους Κομνηνούς στη... γαλαντομία του προς τη Μονή Σουμελά ήταν αναμφίβολα ο Αλέξιος Γ' ο Μεγαλοκομνηνός. Αυτό δεν ήταν τυχαίο. Σύμφωνα με την παράδοση ο Αλέξιος, που ευλαβούνταν πολύ τη Σουμελά, είχε προσωπική εμπειρία της θαυματουργής δύναμης της Θεοτόκου. Σε ένα θαλάσσιο ταξίδι του από την Κωνσταντινούπολη οτην Τραπεζούντα, ο αυτοκράτορας έπεσε σε μεγάλη τρικυμία και κινδύνεψε να πνιγεί. Περιέπλεε τα Πλάτανα, όταν «η γαλέρα που τον μετέφερε από την Κωνσταντινούπολη καταλήφθηκε υπό θαλασσίου κλύδωνος και τρικυμίας δεινής», σύμφωνα με τις περιγραφές του ιερομόναχου Νεόφυτου Καυσοκαλυβίτη. Ανήμπορος ο Αλέξιος έσπευσε να ζητήσει τη βοήθεια της Θεοτόκου. Τότε - κατά την παράδοση - ανάμεσα σε μεγάλα κύματα εμφανίστηκε η Παναγία, σαν σε όνειρο, με τη μορφή νεαρής με βασιλική ενδυμασία και του ζήτησε να ανακαινίσει το «ανάκτορό της» στο όρος Μελά, να διευρύνει το ιερό σπήλαιο και να το οχυρώσει με ισχυρό τείχος. Και τότε γαλήνεψε η θάλασσα και συνέχισε ασφαλής ο αυτοκράτορας τον πλούτου μέχρι που προσορμίστηκε στην Τραπεζούντα. Επειτα από σύντομο χρονικό διάστημα επισκέφθηκε το όρος Μελά και τη Μονή της Παναγίας, συνοδευόμενος από τον αρχιερέα και πολλά διακεκριμένα μέλη της αυτοκρατορικής αυλής, άρχοντες και άλλους έμπιστούς του.
Εκεί προσκύνησε την εικόνα και πραγματοποίησε όσα είχε υποσχεθεί οτην Παναγία. Ανακαίνισε τον ναό, οχύρωσε τη Μονή με ψηλό τείχος και ισχυρούς πύργους, οικοδόμησε κελιά και ανανέωσε με το περίφημο χρυσόβουλο του 1364 όλα τα προνόμια που είχαν παραχωρήσει στη Μονή οι πρόγονοί του: φορολογική ατέλεια, κτήματα, οικογένειες παροίκων και άλλα περιουσιακά στοιχεία και προνόμια, ενώ την προικοδότησε με διάφορα κειμήλια, όπως χειρόγραφα, λειψανοθήκες, ευαγγέλια, εικόνες. Δεν είναι τυχαίο πως ο Αλέξιος ανακηρύχτηκε κτήτορας της Μονής και μέχρι το 1650 σωζόταν έξω από την πύλη του ναού η ιαμβική επιγραφή: «Κομνηνός Αλέξιος εν Χριστώ σθένων, Πιστός Βασιλεύς, Στερρός, Ενδοξος, Μέγας, Αεισέβαστος, Ευσεβής, Αυτόκράτωρ πάσης Ανατολής τε και Iβηρίας Κτήτωρ πέφυκε της Μονής ταύτης νέος» (1360 μ.Χ.).

ΣΩΤΗΡΙΑ του Σουλτάνου Σελίμ

Η πτώση της αυτοκρατορίας των Κομνηνών και η άλωση της Τραπεζούντας από τους Τούρκους το 1461 δεν σήμανε αυτομάτως και το τέλος της ακμής των μοναστηριών του Πόντου. Πολλοί σουλτάνοι της Τουρκίας και ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας συνέχιζαν να προικίζουν τα μοναστήρια με φιρμάνια και χρυσόβουλα, όπως επίσης και οι οικουμενικοί πατριάρχες με πατριαρχικά σιγίλια.
Η Μονή Σουμελά, μάλιστα, γνώρισε νέα περίοδο ακμής, επί των ημερών του σουλτάνου Σελίμ Α' (1467-1520). Γιος και διάδοχος του σουλτάνου Μπαγιαζίτ Β' και της Γκιουλμπαχάρ Χατούν ή Μαρίας, ο Σελίμ ανέπτυξε ιδιαίτερες σχέσεις με την κοινότητα των Σουμελιωτών μοναχών, στη δικαιοδοσία των οποίων ανήκε άλλωστε και το χωριό καταγωγής της Ελληνίδας μητέρας του. Η παράδοση, πάντως, θέλει τον Σελίμ να βιώνει ο ίδιος προσωπικά τη θαυματουργή δύναμη της Θεοτόκου. Λέγεται πως εκείνη την εποχή ο Σελίμ Α’ διοικούσε την Τραπεζούντα, όπως πρόσταζε το εθιμοτυπικό για κάθε διάδοχο του σουλτάνου, προκειμένου να εκπαιδευτεί πριν αναλάβει τον θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Ενώ ήταν ηγέτης της Τραπεζούντας βγήκε για κυνήγι, με τη συνοδεία του, όπως υπήρχε συνήθεια τότε στους Οθωμανούς ηγεμόνες. Τότε αντίκρισε για πρώτη φορά, σκαρφαλωμένο στο όρος Μελά, το μοναστήρι της Παναγίας. Ο Σελίμ διέταξε τότε τους ακολούθους του να γκρεμίσουν και να καταστρέφουν το μοναστήρι. Αμέσως, λέει η παράδοση, καταλήφθηκε από παραλυσία. Του υπέδειξαν τότε οι άνθρωποι της κουστωδίας του πως είναι βλασφημία αυτό που ζήτησε προς τη Δέσποινα Παναγία και πως οφείλει να ζητήσει συγνώμη και να τάξει κάτι στη χάρη της. Ο Σελίμ ανακάλεσε τη διαταγή του και μεταφέρθηκε στη Μονή. Εκεί του έδωσαν να πιεί από το νερό που αναβλύζει από τον βράχο της σπηλιάς, εκείνο που με θαυματουργό τρόπο είδαν οι πρώτοι κτήτορες της Μονής να ξεπηδά από την άνυδρη πέτρα. Ο Τούρκος τοπάρχης θεραπεύτηκε και όταν έγινε σουλτάνος, το 1512, ζήτησε να επενδύσει τον τρούλο της εκκλησίας με ασήμι.
Οι μοναχοί αρνήθηκαν - σύμφωνα με την παράδοση - λέγοντας πως ο βαρύτιμος τρούλος θα προσέλκυε τους κλέφτες όπου γης. Γι' αυτό και ο τρούλος έγινε τελικά από χαλκό. Ο Σελίμ όμως δεν περιορίστηκε εκεί. Επικύρωσε με αυτοκρατορικό «χατί σερίφ» όλα τα προνόμια που είχαν δώσει πολύ παλαιότερα οι Κομνηνοί στο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, ενώ δώρισε στη μοναστική κοινότητα και πέντε πολύτιμους κηροστάτες, που λέγεται πως ήταν όλοι επενδυμένοι με χρυσά φλουριά. Οι τρεις διασώζονταν μέχρι και την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923. Οι διάδοχοι του Σελίμ στον τουρκικό θρόνο έμελλε να ανανεώσουν με δικά τους επίσημα φιρμάνια τα προνόμια της μονής.

ΘΑΥΜΑΤΑ και στη νέα μονή

«Από την ίδρυσή της η Μονή Σουμελά ήταν ένα θαύμα. Ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκε, αλλά και το πώς παρέμεινε φάρος των Χριστιανών της Ανατολής για τόσους αιώνες» σχολιάζει ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης Δράμας, Παύλος. Τα θαύματα που αποδίδονται στην εικόνα της Παναγίας Σουμελά δεν εξαντλούνται στην εποχή του Μεσαίωνα, στις δυναστείες των Κομνηνών ή των σουλτάνων.
Η «Πρόσφυξ Παναγιά» συνεχίζει μέχρι και σήμερα να ευλογεί με τη χάρη της χιλιάδες ανθρώπους που προστρέχουν στο μοναστήρι να προσκυνήσουν και να προσευχηθούν. «Οι ιστορίες ανθρώπων που ταλαιπωρούνταν από ασθένειες και μετέβαιναν στο μοναστήρι να γιατρευτούν είναι πάρα πολλές, καθώς το μοναστήρι ήταν σεβαστό από όλους τους Χριστιανούς της Ανατολής αλλά και από τους μουσουλμάνους που μέχρι σήμερα το σέβονται και πηγαίνουν στην Παναγιά για προσκύνημα. Μέχρι το 1922 σωζόταν πάνω στην εικόνα μία ασημένια κούνια, καθώς ήταν γνωστή η βοήθεια της Παναγίας Σουμελά στα άτεκνα ζευγάρια» προοθέτει ο μητροπολίτης Δράμας. Οι θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας δεν λείπουν και από τη Νέα Μονή Σουμελά, στην Καστανιά Ημαθίας. Οπως μας εξιστορεί ο σημερινός αρχιμανδρίτης Παύλος Σταματάς, ενώ μας ξεναγεί στον νέο θρόνο της Σουμελιώτισσας, δεν είναι πολύς καιρός που συνέβη ένα πολύ επικίνδυνο ατύχημα μέσα στην εκκλησία, χωρίς όμως να πάθει κανείς τίποτα. Κατά τη διάρκεια κατασκευής ενός ψηφιδωτού, ο ψηφιδογράφος έπεσε από τη σκαλωσιά στο μαρμάρινο δάπεδο του ναού. Το ύψος ήταν πολύ μεγάλο και «όταν μας ειδοποίησαν, εμείς τρέξαμε να βρούμε έναν νεκρό» λέει χαρα κτηριστικά ο αρχιμανδρίτης. Ο άνθρωπος, ωστόσο, που φιλοτεχνεί τα ψηφιδωτά του ναού δεν έπαθε απολύτως τίποτε από την ελεύθερη πτώση του, ενώ συνεχίζει να κάνει και σήμερα αυτό που έκανε τότε. «Βγήκε εντελώς αλώβητος από αυτήν την περιπέτεια. Χωρίς γρατσουνιά. Αυτό για μένα είναι θαύμα» εκτιμά ο αρχιμανδρίτης Παύλος Σταματάς, σημειώνοντας πως τα ψηφιδωτά του ναού στο Βέρμιο κατασκευάζονται με τέτοια τεχνοτροπία, ώστε να θυμίζουν αυτά της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Ο ίδιος, άλλωστε, διευκρινίζει πως η θαυματουργή δύναμη της εικόνας της Σουμελιώτισαας Παναγιάς έχει γίνει γνωστή στα πέρατα της Ελλάδας και του κόσμου, γι’ αυτό και πολύς κόομος συρρέει για να βαφτίσει τα παιδιά του, να δωρίσει τάματα ή να ξεφύγει, όντας νέος, από την αγωνία, το άγχος και τις δυσκολίες της ζωής. «Εμείς έχουμε δύο βωμούς να υπηρετούμε. Την Ιερά Τράπεζα και την καρδιά του κάθε πιστού που καταφεύγει στη χάρη Της».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ
ΦΩΤ.: ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΗΛΑΣ


from ανεμουριον https://ift.tt/31Qkxg6
via IFTTT
Από το Blogger.