Οι Εικαστικές Τέχνες στο Γ’ Ράιχ: Το παράδειγμα της γλυπτικής – © Ηρακλής Π. Καραμπάτος, Yπ. Διδάκτωρ Ε.Κ.Π.Α
«Ελεύθερο Βήμα»
Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.
Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.
Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Ηρακλή Π. Καραμπάτου, Yπ. Διδάκτωρ Ε.Κ.Π.Α με θέμα:
Οι Εικαστικές Τέχνες στο Γ’ Ράιχ: Το παράδειγμα της γλυπτικής.
O A. Hitler ως «Αισθητικός»
Το ζήτημα της τέχνης και της παραγωγής της κατά τη δεκαετία της διακυβέρνησης της Γερμανίας από το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα (1933-1945) ήταν αμιγώς αλληλένδετο με τις πολιτικές επιταγές και τις πολιτικές αξιώσεις του Ν.S.D.A.P. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από το γεγονός, ότι ο Αδόλφος Χίτλερ «μπολιάζει» – ήδη από τα πρώτα χρόνια της ανάληψης των καθηκόντων του ως καγκελαρίου – σχόλια σχετιζόμενα με την τέχνη στους λόγους του.
Κάτω από αυτό το γεγονός, υφέρπει η διάθεση του Χίτλερ να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον νέο «αισθητικό» της Γερμανίας και με αυτόν τον τρόπο θεωρεί πως οι ατελέσφορες προσπάθειες του 1907 και του 1908 να ενταχθεί στην ακαδημία καλών τεχνών της Βιέννης, θα τελεσφορήσουν μέσω της πολιτικής οδού.
Το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα προσέγγισε το ζήτημα της τέχνης αρχικά εκδίδοντας κάποια περιοδικά, όπως είναι το Die Kunst dem Volke (Η τέχνη του λαού), και το Die Kunst im Deutschen Reich (Η τέχνη στη γερμανική αυτοκρατορία), με εκδότη τον A. Rosenberg. Δημιουργήθηκαν μάλιστα και θεσμικοί οργανισμοί, όπως ήταν για παράδειγμα το Reichskunstkammer, το οποίο ιδρύθηκε το 1935 και οργάνωσε εκατοντάδες εκθέσεις, έχοντας ρόλο «Μαικήνα» και αναπτύσσοντας πατερναλιστικές σχέσεις με τους προστατευόμενους καλλιτέχνες. Με τα δίκτυα πατρωνίας αυτά, μπορούσαν οι αισθητικές επιταγές του Αδόλφου Χίτλερ (μαζί με έναν πακτωλό χρημάτων και στοχευμένων ανέσεων) να πείσουν ακόμη και καλλιτέχνες που δραστηριοποιήθηκαν σε άλλα ρεύματα τέχνης, να μεταπηδήσουν σ’ αυτό το ρεύμα της εθνικοσοσιαλιστικής «κλασικίζουσας» τέχνης.
Η Γλυπτική στο 3ο Ράϊχ
Η Γλυπτική, μετέβη από τις εθνικοσοσιαλιστές “Artes Mediocres” στις “Artes Maximae[1]” του εθνικοσοσιαλισμού, παίρνοντας τη θέση της ζωγραφικής για δύο βασικούς λόγους, ο πρώτος από τους οποίους είναι ότι ο Χίτλερ ήταν απογοητευμένος από την ζωγραφική παραγωγή της Γερμανίας και ο δεύτερος και σημαντικότερος είναι ότι η γλυπτική έδειχνε ικανότερη να εκφράσει τις εθνικοσοσιαλιστικές «νευρώσεις» αναφορικά με την εθνότητα και τη βιολογία. Ένας άλλος σημαντικός λόγος, είναι το γεγονός ότι την πρωτοκαθεδρία των τεχνών την είχε καθ’ όλη τη διάρκεια της εθνικοσοσιαλιστικής διακυβέρνησης της Γερμανίας η αρχιτεκτονική, θέση που διατήρησε μέχρι το τέλος του «ράιχ».
Θεωρήθηκε λοιπόν ότι η γλυπτική θα μπορούσε να δορυφορήσει τα αρχιτεκτονήματα των Γερμανών, όπως ακριβώς και έγινε. Είχε δηλαδή υποστηρικτικό προς την αρχιτεκτονική ρόλο. Έτσι λοιπόν, προκρίνεται η γλυπτική ως η τέχνη που θα μετατρέψει σε αισθητικές καταστάσεις τα ιδεολογήματα του κυβερνώντος κόμματος της Γερμανίας και η οποία θα στηρίξει την προπαγάνδα με τον δημόσιο, εξω-μουσειακό χαρακτήρα της. Ο εθνικοσοσιαλισμός, ενδιαφέρθηκε να δημιουργήσει μία γλυπτική η οποία θα προσπαθούσε να σωματικοποιήσει τις αξίες και την ηθική του Αρίου, απεικονίζοντας πολεμιστές, ήρωες, αθλητές και “Kamaraden”.
Ο Χίτλερ και το υπουργείο προπαγάνδας θα βρουν την κατάλληλη ευκαιρία, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών αγώνων του 1936, όπου και θα προσπαθήσουν να αποδείξουν την πνευματική και – εν πολλοίς- αιματολογική εγγύτητα των Αρίων με τον Ελληνορωμαϊκό πολιτισμό.
Ταυτόχρονα πολλές θεματικές απέναντι στις οποίες το εθνικοσοσιαλιστικό κράτος ήταν φιλικά προσκείμενο και οι οποίες αποτελούσαν αγαπημένα θέματα άλλων εικαστικών τεχνών «μεταπήδησαν» και έγιναν θέματα στην γλυπτική, όπως είναι το ζήτημα της μητρότητας, το γόνιμο γυναικείο σώμα κλπ. Τα γλυπτά που παρουσίαζαν γυναίκες ήταν συγκριτικά με τα ανδρικά σαφώς μικρότερα αλλά και πάλι σε μνημειώδη μεγέθη.
Κανένα θέμα όμως δεν δοξάστηκε και δεν εκθειάστηκε όσο το ανδρικό σώμα. Οι γλύπτες, τα λαξεύουν βασιζόμενοι στις αρχαίες ελληνικές φόρμες. Παρ’ όλα αυτά, οι αξιώσεις και οι εντολές της κυβέρνησης στους γλύπτες ήταν πως δεν έπρεπε να αφήσουν καμιά αμφιβολία ότι αυτά τα σώματα, είναι σώματα Γερμανών και όχι αρχαίων Ελλήνων. Η όψη λοιπόν του Αρίου, είναι αυτή του εξιδανικευμένου γυμνού άνδρα. Ο άνδρας αυτός έπρεπε να είναι ψηλός, με ανοιχτούς ώμους, με ερμητικά κλειστά χείλη και να σωματικοποιεί τις αρετές της αυτοκρατορίας.
Με το να παρουσιάζουν γυμνό τον άριο, ουσιαστικά δηλώνουν πως αυτός ο νέος τύπος ανθρώπου αδυνατεί να νιώσει αισθήματα ντροπής, και σε αυτό συμβάλλει η αντίληψη που έχει για τον εαυτό του και την ανώτερη φυλή στην οποία ανήκει. Ένας άλλος νευραλγικός λόγος, είναι ότι με το να παρουσιάζεται γυμνός, παρουσιάζεται αταξικός. Παρουσιάζεται δίχως να ανήκει σε κάποια κοινωνική τάξη ως «Mens Sana in Corpore Sano», γυμνός και ανυπόδητος σαν αρχαιοελληνικός θεός. Παρουσιάζεται μέσα σε μια γερμανική αχρονικότητα, βαδίζοντας βέβαιος προς τη νίκη, δίχως άγχος, δίχως φόβο για την έκβασή της και αντιθέτως, χαρακτηριζόμενος από τη βεβαιότητα μιας θετικής έκβασης, βεβαιότητα που μοιράζεται με τον ίδιο τον Χίτλερ, ο οποίος μόλις «κλείνει» ο θύλακας της Vyazma, ανακοινώνει στο Γερμανικό Reichstag ότι «η Μόσχα πέφτει και ο πόλεμος τελειώνει».
Τελικά, ο μαξιμαλισμός της ύλης υπερκαλύπτει τις φόρμες των ναζιστικών γλυπτών και ενώ η βασική αξίωση είναι να δημιουργηθούν δεσμοί με τα αρχαία ολόγλυπτα αθλητών, τελικά αυτό δεν συμβαίνει. Η υπερσαρκωμένη ύλη των ναζιστικών γλυπτών θυμίζει σήμερα περισσότερο σωματοδομή που είναι απόρροια στεροειδών, παρά μια υγιή σωματοδομη. Το βάρος θα μεταφερθεί στον ανώτερο άξονα του γλυπτού, αυτόν που σχετίζεται με την μυϊκή δύναμη, τους ώμους και τον τράχηλο, κάνοντας τα γλυπτά να φαίνονται βαριά και καρφωμένα στη θέση τους και «δίνοντας» χαρακτήρα στιγμιοτύπου, ενώ η διάθεση ήταν να παρουσιαστούν εν κινήσει. Πάντως, φαίνεται δυσεξήγητο το πως το κοινωνικά υπερ-συντηρητικό «αυτοκρατορικό» κρατίδιο του Χίτλερ, εκθείασε σχεδόν ερωτικά το ανδρικό σώμα την ώρα που τα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατακλύζονταν από ομοφυλόφιλους. Ένα δυσεξήγητο επίσης γεγονός, είναι η κατάφορη χαμηλή παραγωγή γλυπτών που απεικονίζουν εργάτες, ενώ υποτίθεται πως το κυβερνών κόμμα αντιπροσώπευε ακριβώς αυτήν την τάξη.
Die Kamaraden, J.Thorak, 1940. Mια σπάνια ολόγλυπτη απεικόνιση εργατών. Οι εργάτες παρουσιάζονται εδώ με πρωτογονικά χαρακτηριστικά, τα οποία συνάδουν με τη συνολικότερη εθνικοσοσιαλιστική φιλοσοφία του «Ράιχ» και χρησιμοποιήθηκαν προς την αποφυγή απεικόνισης των εργατών ως «προλεταρίων».
Δημιουργήθηκαν επίσης γλυπτά τα οποία απεικόνιζαν ταυτόχρονα άνδρες και γυναίκες όπως το τιτλοφορούμενο ως «Το ζευγάρι», έργο του J.Thorak. Η γυναίκα παρουσιάζεται με ένα «σκαμπρόζικο» ύφος προσπαθώντας να προσεγγίσει τον άνδρα, ο όποιος συγκαταβατικά αγγίζει τον αγκώνα της, θέλοντας να της υπενθυμίσει ότι είναι ζωτικότερης σημασίας η επιστροφή στη μάχη.
«Το ζευγάρι», έργο του J. Thorak. Η γυναίκα παρουσιάζεται με ένα «σκαμπρόζικο» ύφος προσπαθώντας να προσεγγίσει τον άνδρα, ο όποιος συγκαταβατικά αγγίζει τον αγκώνα της, θέλοντας να της υπενθυμίσει ότι είναι ζωτικότερης σημασίας η επιστροφή στη μάχη.
Οτιδήποτε πάνω στα γλυπτά είναι εξιδανικευμένο, όπως τα μαλλιά τους, τα χείλη τους και το μυϊκό τους σύστημα. Τα πρόσωπα παρουσιάζονται θεοειδή, ενώ δεν υπάρχει ίχνος γήρατος, ούτε καν οι ρινοχειλικές αύλακες δεν είναι εμφανείς.
Η εγκλωβισμένη σε έναν «σωματικό μιλιταρισμό» εθνικοσοσιαλιστική γλυπτική, ουσιαστικά απομακρύνεται εντελώς από τον αρχαιοελληνικό νατουραλισμό. Τα γλυπτά από ταυτοποιούνται από το ελληνορωμαϊκό παρελθόν και ο άριος γίνεται έτσι ένας “body-builder”.
Ο μυς στο σώμα του αρίου παρουσιάζεται ενιαίος, σαν να υπάρχει στο σώμα ένας και μοναδικός μυς που διογκώνεται και χαλαρώνει ταυτόχρονα και ολικά. Το βλέμμα του γλυπτού είναι επιβλητικό και όχι το ύφος του καθημερινού ανθρώπου.
Arno Breker. Οτιδήποτε πάνω στα γλυπτά είναι εξιδανικευμένο, όπως τα μαλλιά τους, τα χείλη τους και το μυϊκό τους σύστημα. Τα πρόσωπα παρουσιάζονται θεοειδή, ενώ δεν πάρχει ίχνος γήρατος, ούτε καν οι ρινοχειλικές αύλακες δεν είναι εμφανείς.
Τα γλυπτά της ναζιστικής περιόδου δεν παρουσιάζουν το δέρμα λείο, αλλα υποδόρια πιέζεται από τη μεγάλη μυοπλασία, ενώ δεν υιοθετείται ταυτόχρονα ο ελληνιστικός και ρωμαϊκός βερισμός, ώστε να αποδοθούν εξατομικευμένα χαρακτηριστικά, δείγμα του ότι δεν έχουν στο μυαλό τους τον μέσο Γερμανό, αλλά τον θεοποιημένο.
Sie sterben damit Deutschland lebe. (Εξώφυλλο ναζιστικής εφημερίδας μετά την ήττα στο Στάλινγκραντ).
Προβάλλοντας αυτή την «αρχαιοπρεπή» εικόνα και υιοθετώντας το Ελληνορωμαϊκό πρότυπο, το Ράιχ εισέρχεται σε μια διαδικασία «αναμέτρησης» με την “Entartete Kunst”, την εκφυλισμένη τέχνη. Παρότι ωστόσο η ναζιστική γλυπτική αποκαλείται «κλασικιστική» δεν ακολουθεί τις αρχές της κλασικής τέχνης. Τα γλυπτά ακολουθούν μια αντικλασική τεχνοτροπία που χαρακτηρίζεται από την υπερβολική μυοπλασία, την πολλαπλότητα των αξόνων και το μνημειώδες μέγεθος.
Τέλος, ενώ στην αρχή η εθνικοσοσιαλιστική τέχνη προσκαλεί τον πολίτη να γίνει μέλος της νορδικής μυσταγωγίας και να ενστερνιστεί τη νέα ηθική του αρίου, στο τέλος – κι ενώ ο κόκκινος στρατός πλησιάζει – η τέχνη του ράιχ θα καλέσει τους πολίτες να κάνουν το τελευταίο βήμα για τη Γερμάνια, να πεθάνουν.
[1] Όροι της Ρωμαϊκής αισθητικής: «Κατώτερες τέχνες» (Artes Mediocres) και «Ανώτερες Τέχνες» ( Artes Maximae).
Ηρακλής Καραμπάτος*
Yπ. Διδάκτωρ Ε.Κ.Π.Α.
*Ο Ηρακλής Καραμπάτος γεννήθηκε στη Νίκαια του Πειραιά το 1991. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στο 4ο λύκειο Νίκαιας, σπούδασε στο τμήμα κοινωνικής θεολογίας του πανεπιστημίου Αθηνών, του οποίου τυγχάνει αριστούχος απόφοιτος. Μετά από τη διαδικασία των κατατακτηρίων εξετάσεων, πέτυχε να εισαχθεί στο τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας των επιστημών και της Τεχνολογίας του ιδίου Πανεπιστημίου, ενώ ταυτόχρονα είναι προπτυχιακός φοιτητής στο πανεπιστήμιο της Μασσαλίας. Σπούδασε στο τμήμα Νομικής του πανεπιστημίου Αθηνών (Master-Τομέας Ιστορίας και Φιλοσοφίας του Δικαίου), στο τμήμα Ιταλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (Master Ελληνορωμαϊκών σπουδών, κατεύθυνση Λατινική Λογοτεχνία), στο τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας (Master Ιστορίας της Φιλοσοφίας) και στο τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας (Master Ψυχολογίας της Θρησκείας). Σήμερα είναι υπ. διδάκτορας ηθικής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών (Θέμα: «Καντιανή Δεοντοκρατία και Θανατική Ποινή»).
* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.
from ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ https://ift.tt/2HSYNXJ
via IFTTT




