Βέρα Κρούσκα (1947, Αθήνα)

Η ακριβοθώρητη -όμορφη ομολογουμένως- κυρία του ελληνικού θεάτρου γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στον Άγιο Λουκά στα Πατήσια, μέσα σε μια 5μελή οικογένεια, κατέχοντας τον τίτλο της μοναχοκόρης. Ο πατέρας της, στρατιωτικός στο επάγγελμα, όταν παραιτήθηκε από το στράτευμα συνέχισε τη δουλειά του πατέρα του και παππού της στο κουρείο που διατηρούσε: «Ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος ρομαντικός, ευαίσθητος και δημοκράτης, ο οποίος μετά τον πόλεμο του ’40 έβαλε τη στολή στην άκρη. Η μητέρα μου είχε μια μικρή βιοτεχνία με λευκά είδη. Δεν ήταν σύνηθες για την εποχή, ωστόσο μετά τους δύο εμφύλιους δεν υπήρχαν χρήματα. Με τη δουλειά της, λοιπόν, βοηθούσε την οικογένεια. Πάντα έπαιρνε πρωτοβουλίες και έβαζε στόχους». Από την αρχή σχεδόν της κουβέντας μας αντιλαμβάνομαι ότι η Βέρα Κρούσκα έχει κληρονομήσει στοιχεία και από τους δύο γονείς της. Από τον πατέρα της τον άκρατο ρομαντισμό και από τη μητέρα της το πείσμα. Στα 8 της χρόνια ξεκίνησε το μπαλέτο, με τον χορό να αποτελεί για αυτήν δεύτερη φύση: «Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια Καθαρά Δευτέρα που πετούσαμε τον αετό κι εγώ συγχρόνως χόρευα…», λέει γυρνώντας λίγο πίσω στον χρόνο. Ο έρωτάς της όμως για την υποκριτική γεννήθηκε μέσω των αμέτρητων ταινιών που απολάμβανε στο σινεμά παρέα με τον πατέρα της. Αυτή η αγάπη της μάλιστα για την ηθοποιία γενικώς χαρακτηρίζεται «επαναστατική» για την εποχή εκείνη. Τη δεκαετία του ’60 και σε ηλικία 15 ετών ξεκίνησε να εργάζεται ως χορεύτρια: «Εργαζόμουν με το μπαλέτο του Τάκη Βαρλάμου και του Φώτη Μεταξόπουλου σε διάφορα μαγαζιά της εποχής. Τον λάτρευα τον χορό και συνάμα ήμουν πολύ περήφανη που συνεισέφερα οικονομικώς στο σπίτι μου», αποκαλύπτει τη στιγμή που τη ρωτώ πώς ήταν να εργάζεται μια κοπέλα 15 ετών τότε σε νυχτερινά μαγαζιά και συνεχίζει: «Ήμουν πολύ ώριμη για την ηλικία μου και οι γονείς μου μού είχαν εμπιστοσύνη. Ήταν πολύ φιλελεύθεροι άνθρωποι για την εποχή τους». Έτσι λοιπόν κάποιος ανακαλύπτει κάτι ξεχωριστό στη Βέρα κι ενώ δεν έχει ακόμη τελειώσει τη σχολή υποκριτικής, της προτείνει να συμμετάσχει στην πρώτη της ταινία, τους «Ερωτες στη Λέσβο», το 1967: «Στην ταινία εκείνη μου έδωσαν μεγαλύτερο ρόλο λόγω της εμφάνισής μου, κάτι που με κατέτρεχε σε όλη μου τη ζωή σαν μια θηλιά στον λαιμό. Επί χρόνια προσπαθούσαν να με βάλουν στο καλούπι τού να υποδύομαι μόνο ωραίες και μοιραίες γυναίκες. Για να ξεφύγω, πολέμησα πολύ. Η εμφάνισή μου ήταν ευλογία, ωστόσο δεν σας κρύβω ότι κάποια στιγμή αυτό με καταπίεσε αφόρητα. Προσπαθούσα να κοντύνω, να καμπουριάσω, να ασχημύνω, μήπως και με πάρουν στα σοβαρά».
Η Έλλη Λαμπέτη, οι 42 πρώτοι ρόλοι και ο Σταμάτης Φασουλής
Η Βέρα Κρούσκα πιστεύει στις συμπτώσεις που μπορείς να ζήσεις σε μια διαδρομή, αυτό που λέμε κάρμα ή γραφτό, διότι κάπως έτσι κύλησε ολόκληρη η ζωή της. Φοιτήτρια ακόμη, παρακολούθησε ένα φεστιβάλ κινηματογράφου όταν η Έλλη Λαμπέτη την πρόσεξε και ρώτησε γι’ αυτήν. Έξι μήνες αργότερα η μεγάλη Ελληνίδα ηθοποιός αποφάσισε να ανεβάσει τα «Σαράντα καράτια», και αναγνωρίζοντάς τη στις σελίδες του περιοδικού «Βεντέτα» έβαλε λυτούς και δεμένους να τη βρουν. Η Βέρα νόμιζε ότι της έκαναν πλάκα και έτσι δεν έκανε τον κόπο να περάσει από το θέατρο: «Την τρίτη φορά που σήκωσα το τηλέφωνο αναγνώρισα τη φωνή του Κώστα Καρρά κι έτσι πείστηκα. Όταν πήγα στο θέατρο “Διονύσια”, το σημερινό “Χορν”, και ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με τη μεγάλη Λαμπέτη, εκείνη μου είπε: “Με θυμάσαι;”. Έμεινα! Η Έλλη ήταν δυνατόν να είχε την παραμικρή αμφιβολία για το αν τη γνώριζα κι αν τη θυμόμουν; Ακόμη και σήμερα αποτελεί τον πιο σημαντικό, τον πιο μαγικό άνθρωπο που γνώρισα ποτέ. Το ότι βρέθηκα στον δρόμο της ήταν μια πολύ μεγάλη τύχη. Η Έλλη καθόρισε όλη μου τη σκέψη, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο όχι μόνο στην επαγγελματική αλλά και στην προσωπική μου ζωή. Δίπλα της έκανα το θεατρικό μου ντεμπούτο, στο έργο "Σαράντα καράτια" το 1969». Από το σημείο εκείνο ξεκίνησε και η χρυσή επαγγελματική περίοδος για τη Βέρα Κρούσκα. Είχε πρωταγωνιστικό ρόλο σε 6 ταινίες του γνωστού παραγωγού Τζέιμς Πάρις, ενώ τη δεκαετία 1970-’80 ήταν επίσης πρωταγωνίστρια σε μεγάλες θεατρικές παραστάσεις. Δεν της αρέσει να ξεχωρίζει συνεργάτες, γιατί, όπως λέει, «είναι όλοι τους μοναδικοί», και μόνο κατόπιν μεγάλης πίεσης τελικά αναγκάζεται να αναφέρει τα ονόματα των Άγγελου Αντωνόπουλου, Σταύρου Ξενίδη, Κώστα Μουσούρη και φυσικά του πρώην συζύγου της Κώστα Αρζόγλου. Παρότι την περίοδο 1970-’80 μεσουράνησε στο καλλιτεχνικό στερέωμα, η ίδια ξεχωρίζει μια άλλη: «Το 1981 ο Νίκος Κούνδουρος μου έδωσε την ευκαιρία να παίξω στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, στην παράσταση “Η όπερα της πεντάρας”. Εκεί ακριβώς ξεκίνησε μια εξαιρετική εποχή για μένα, με μεγάλες παραστάσεις όπως “Η τύχη της Μαρούλας” και το “Νυχτιάτικο τραγούδι”. Μάλιστα έχω κάνει 42 πρώτους ρόλους». Όσο για το τηλεοπτικό πεδίο της ίδιας δεκαετίας, το όνομά της δεν έπαψε να παίζει στις μεγαλύτερες τηλεοπτικές παραγωγές όπως «Το κορίτσι της Κυριακής», «Δρόμος χωρίς γυρισμό», «Εν Αθήναις», το «Ταξίδι» κ.ά. Από πλευράς ιδιωτικής τηλεόρασης δέχτηκε αρκετές προτάσεις, ωστόσο δεν την ενθουσίαζαν και τόσο ώστε να δώσει θετική απάντηση: «Είχα μια άρνηση διότι δεν μου άρεσαν όλα αυτά που μου πρότειναν, όπως, π.χ., τα καθημερινά σίριαλ. Ωστόσο έκανα λίγα guest στις “Πεθερές” χωρίς να έχω στόχο να βγάλω χρήματα. Καλό θα ήταν βέβαια να συνδύαζα τηλεόραση και θέατρο, όμως χρειάστηκε να μεγαλώσω για να καταλάβω ότι έπρεπε να συμμετάσχω σε κάποιες δουλειές ούτως ώστε να υπάρξει ένα οικονομικό απόθεμα για τις δύσκολες στιγμές. Ποτέ δεν είχα καλή σχέση με το χρήμα κι αυτό είναι που με κάνει ως σήμερα να αισθάνομαι ότι έχω σώσει κάποια κομμάτια της ψυχής μου. Για παράδειγμα, μια εποχή που ήμουν συμπαραγωγός σε κάποιο θεατρικό, είπα στον συνεταίρο μου ότι δεν προσκυνώ το χρήμα και πως ήθελα να αποχωρήσω διότι δεν ένιωθα καλά στη συγκεκριμένη παράσταση. Όταν μου είπε να πάρω τα λεφτά μου και να κάνω τη δουλειά μου, τα βρόντηξα κι έφυγα…».
Η ζωή πίσω από τις κουΐντες
Δεν της αρέσει να μιλάει για την προσωπική της ζωή, λέγοντας συγκεκριμένα ότι «είναι αδιακρισία» και τονίζοντας: «Με την αναγνωρισιμότητα καταπιέστηκα πολύ. Πριν από 15 χρόνια ύψωσα ένα μεγάλο στοπ σε όλους όσοι ασχολούνταν τότε με την προσωπική μου ζωή. Δεν με ενδιέφερε αυτό το προφίλ». Επέμεινα ρωτώντας την για την εποχή του διαζυγίου της με τον Κώστα Αρζόγλου το 1981: «Δεν είχε γίνει μεγάλο θέμα γιατί δεν το επιτρέψαμε εμείς. Οτιδήποτε γράφτηκε έγινε διακριτικά». Κι εκεί ήταν που τη ρώτησα αν μετάνιωσε που δεν παντρεύτηκε ξανά. «Οχι, δεν το μετάνιωσα. Έχω ζήσει πέντε ουσιαστικές σχέσεις και κάθε λήξη μιας από αυτές ισοδυναμούσε με διαζύγιο διότι ζούσα σαν παντρεμένη. Πιστεύω ότι παντρεύεσαι είτε για να κάνεις οικογένεια είτε για να ενώσεις περιουσίες και πάντα υποστήριζα ότι ένα χαρτί δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με έναν καλό σύντροφο», λέει με ειλικρίνεια και αρπάζομαι από την απάντησή της για να τη ρωτήσω αν την ελκύουν οι άντρες από τον χώρο της: «Οι περισσότερες σχέσεις που είχα ήταν από τον καλλιτεχνικό χώρο. Σπάνια ήταν έξω-καλλιτεχνικές. Στην καθημερινότητά μου μού αρέσει να μιλάω την ίδια γλώσσα με τον άλλο». Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αντιλαμβάνομαι ότι αγαπάει τα παιδιά όταν διακόπτει για να μιλήσει στο τηλέφωνο με τη βαφτιστήρα και τα ανίψια της: «Ηθελα πολύ να κάνω παιδιά, όταν ήμουν όμως παντρεμένη ήμουν μικρή και είχα δώσει βάρος στη δουλειά μου. Επίσης, επειδή είμαι της οικογένειας δεν ήθελα να κάνω ένα παιδί και μετά να χωρίσω. Ωστόσο, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν το έβαλα ποτέ στόχο». Κλείνοντας την κουβέντα μας, τη ρωτάω αν έχει μετανιώσει για πράγματα που έχει κάνει στη ζωή της: «Αλίμονο, έχω μετανιώσει για τον τρόπο που τα έκανα, ωστόσο από τα λάθη που έχω κάνει στην πορεία της ζωής μου έχω μάθει και έχω γίνει πολύ καλύτερος άνθρωπος». Η Βέρα Κρούσκα είναι μια γυναίκα γεμάτη ενέργεια που δεν αφήνει ούτε λεπτό χαμένο: παρακολουθεί σινεμά, θεατρικές παραστάσεις, διαβάζει ασταμάτητα, απολαμβάνει τις παρέες της, ταξιδεύει σε διάφορα μέρη και συνεχίζει να ονειρεύεται όπως τότε που ήταν μικρό παιδί. [Εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» 09/11/2012]









from ανεμουριον https://ift.tt/2J4BBWV
via IFTTT
Από το Blogger.