του Ευάνθη Χατζηβασιλείου
Η διεξαγωγή του κυπριακού αγώνα, το 1955-59, με αίτημα την αυτοδιάθεση της Μεγαλονήσου, συγκλόνισε την ελληνική κοινή γνώμη και αποτέλεσε σοβαρή δοκιμασία για τις δυνάμεις της ελληνικής διπλωματίας. Το κύριο πρόβλημα για την ελληνική πλευρά -την Αθήνα και την Εθναρχία Κύπρου- ήταν η αυξημένη σημασία την οποία απέδιδε η Βρετανία στην Τουρκία: το Λονδίνο θεωρούσε ότι η φιλία της Τουρκίας ήταν απαραίτητη για να διατηρήσει την προνομιακή, αλλά κλονιζόμενη, θέση του στη Μέση Ανατολή. Έτσι, η Βρετανία περιήλθε σε κατάσταση ουσιαστικής ομηρίας στην τουρκική πολιτική, καθώς δεν τολμούσε να δυσαρεστήσει την Άγκυρα με αφορμή εξελίξεις στην Κύπρο. Τον Δεκέμβριο του 1956, η βρετανική κυβέρνηση έφερε στη σκηνή το ενδεχόμενο της διχοτόμησης της Κύπρου, ενώ το καλοκαίρι του 1958 ο πρωθυπουργός Χάρολντ Μακμίλαν προώθησε ένα συνταγματικό σχέδιο, που προέβλεπε «συνεταιρισμό» της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας στη διοίκηση της Κύπρου για επτά χρόνια, με όρους που προδίκαζαν ουσιαστικά τη διχοτόμηση του νησιού.
Η ελληνική πλευρά αντέδρασε έντονα στο σχέδιο Μακμιλαν. Τον Σεπτέμβριο του 1958, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας προειδοποίησαν επανειλημμένα το NATO ότι σε περίπτωση εφαρμογής του σχεδίου, θα κινδύνευε η συνοχή της Συμμαχίας, ίσως και η συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτήν. Παράλληλα, στα μέσα Σεπτεμβρίου, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, σε συνάντηση του με τη Βρετανίδα βουλευτή της αντιπολίτευσης Μπάρμπαρα Κασλ, αποδέχθηκε δημοσίως την ιδέα της δεσμευμένης ανεξαρτησίας της Κύπρου, με τρόπο που να αποκλείει και την Ενωση και τη διχοτόμηση του νησιού.
Ωστόσο, οι Βρετανοί δεν ανέστειλαν την εφαρμογή του σχεδίου Μακμιλαν και μάλιστα την 1η Οκτωβρίου 1958 δέχθηκαν τη διαπίστευση Τούρκου «αντιπροσώπου» στη διοίκηση της Κύπρου - άρα την επίσημη επιστροφή της τουρκικής κρατικής εξουσίας στο νησί για πρώτη φορά από το 1878. Παράλληλα, εντεινόταν ο ένοπλος αγώνας στην Κύπρο, όπου η ΕΟΚΑ αντιμετώπιζε τις βρετανικές δυνάμεις και την τουρκική ένοπλη οργάνωση ΤΜΤ, η οποία προκαλούσε διακοινοτικές ταραχές με σκοπό να επιφέρει διχοτόμηση. Τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο δύσκολα για την ελληνική πλευρά, όταν, τον Δεκέμβριο, απορρίφθηκε το αίτημα της κυπριακής ανεξαρτησίας από τον ΟΗΕ, με ενεργό μάλιστα αμερικανική παρέμβαση.
Αλλά και η θέση της Τουρκίας άρχισε, το ίδιο διάστημα, να γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Από το 1956, και έπειτα από επίπονη διπλωματική δραστηριότητα, η Ελλάδα είχε καταφέρει να προσεταιριστεί τη Γιουγκοσλαβία, απομονώνοντας την Άγκυρα στα Βαλκάνια, ενώ είχε παράλληλα καλλιεργήσει τις σχέσεις της με την Αίγυπτο του προέδρου Νάσερ, ανερχόμενη αραβική δύναμη, η οποία είχε μόλις ενωθεί με την (παραδοσιακά εχθρική προς την Τουρκία) Συρία, συγκροτώντας την Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία (ΗΑΔ). Το καλοκαίρι του 1958, η ανατροπή του φιλοδυτικού καθεστώτος στο Ιράκ στέρησε την Τουρκία από τον μόνο περιφερειακό σύμμαχο που της απέμενε• έτσι, κινδύνευε να περιστοιχίζεται μόνον από εχθρικές χώρες και να αποκοπεί γεωγραφικά και στρατηγικά από το NATO, σε μια εποχή έντασης του Ψυχρού Πολέμου. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η Άγκυρα πράγματι φοβήθηκε ότι η Ελλάδα, μαζί με τη Γιουγκοσλαβία και την ΗΑΔ (Αίγυπτο και Συρία) θα προσπαθούσε να απομονώσει την Τουρκία. Ο μόνος τρόπος για τους Τούρκους να αποτρέψουν τον κίνδυνο αυτόν ήταν να επανασυστήσουν τις σχέσεις τους με την Αθήνα. Για τούτο, αποδέχθηκαν τελικά την προοπτική της κυπριακής ανεξαρτησίας, την οποία ώς τότε επίμονα απέρριπταν. Επιπλέον, σε αντίθεση με την Ελλάδα, που διέθετε μια ανερχόμενη οικονομία, η οικονομική κατάσταση της Άγκυρας ήταν τραγική και φαίνεται ότι της επέβαλε μια γρήγορη επίλυση της όλης εκκρεμότητας.
Η σύναψη των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου οφείλεται σε μεγάλο βαθμό αφ' ενός στην αδυναμία της Ελλάδας να αποτρέψει την εφαρμογή του καταστροφικού σχεδίου Μακμιλαν και αφ' ετέρου στην άμεση ανάγκη της Τουρκίας να διαρρήξει την περιφερειακή της απομόνωση μετά την απώλεια του ιρακινού της συμμάχου. Οι σχετικές διαπραγματεύσεις άρχισαν τον Δεκέμβριο 1958, στο περιθώριο της συνόδου της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ, μεταξύ των δύο υπουργών Εξωτερικών, Αβέρωφ και Φατίν Ρουστού Ζορλού και συνεχίστηκαν με μεγάλη μυστικότητα και τον επόμενο μήνα. Κατά το διάστημα αυτό, η Αθήνα τηρούσε ενήμερο τον Μακάριο. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα σήμερα στοιχεία, οι διαπραγματεύσεις ήταν αποκλειστικά διμερείς: δεν αναμίχθηκαν η Βρετανία και οι ΗΠΑ.
Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, η ελληνική πλευρά απέρριψε τα τουρκικά αιτήματα για σύσταση «ομοσπονδιακού» συστήματος, για απαγόρευση συμμετοχής της Κύπρου στον ΟΗΕ (που θα έθετε σε αμφισβήτηση τον ανεξάρτητο χαρακτήρα του νέου κράτους), καθώς και για ίδρυση τουρκικής βάσης στο νησί. Από την πλευρά της, η τουρκική πλευρά εξασφάλισε τη θεσμοποιημένη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στη διοίκηση.
Συμφωνήθηκε, ακόμη, η σύσταση συμμαχίας μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου, που προέβλεπε ίδρυση κοινού στρατηγείου και παρουσία στο νησί 950 Ελλήνων στρατιωτών (ΕΛΔΥΚ) και 650 Τούρκων (ΤΟΥΡΔΥΚ)· τούτο αποτέλεσε ελληνική παραχώρηση, με τη σύμφωνη γνώμη του Μακαρίου, ώστε να αποσύρουν οι Τούρκοι την απαίτηση τους για ίδρυση τουρκικής βάσης στην Κύπρο. Συμφωνήθηκε, ακόμη, η υπογραφή Συνθήκης Εγγυήσεως, με την οποία η Ελλάδα, η Τουρκία και η Βρετανία εγγυώνταν την εδαφική ακεραιότητα, ανεξαρτησία και το Σύνταγμα της Κύπρου. Η Συνθήκη προέβλεπε ότι εάν διαταρασσόταν το καθεστώς αυτό, οι τρεις Εγγυήτριες Δυνάμεις θα έπρεπε να διαβουλευθούν μεταξύ τους· εάν ποινή δράση ήταν αδύνατη, μπορούσαν να ενεργήσουν μόνες τους, με μοναδικό σκοπό την αποκατάσταση του status quo. Την πρόβλεψη αυτή επικαλέστηκε η Τουρκία το 1974 κατά την εισβολή της στην Κύπρο, είναι όμως σαφές ότι η Συνθήκη δεν έδινε δικαίωμα ένοπλης επέμβασης, αφού δεν μπορούσε να υπερισχύσει του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, που ρητά απαγορεύει την άσκηση βίας.
![]() |
| Αθήνα, Αύγουστος 1958. Ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής υποδέχεται τον Βρετανό ομόλογο του Χάρολντ Μακμίλαν. Ο Βρετανός πρωθυπουργός προωθούσε πιεστικά σχέδιο που, ουσιαστικά, οδηγούσε στη διχοτόμηση της Κύπρου. Το «Σχέδιο Μακμίλαν», που αντικρούσθηκε σθεναρά από την Ελλάδα και την ελληνοκυπριακή ηγεσία, λειτούργησε εκβιαστικά, προλειαίνοντας το έδαφος για τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου (φωτ.: Ιδρυμα Κ. Γ. Καραμανλής). |
Οι τελικές ελληνοτουρκικές συμφωνίες υπογράφηκαν κατά τη Συνδιάσκεψη της Ζυρίχης, στην οποία έλαβαν μέρος οι πρωθυπουργοί και οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών, μεταξύ 5 και 11 Φεβρουαρίου 1959. Στις συμφωνίες αυτές περιλαμβάνονταν, εκτός από προσχέδια των Συνθηκών Συμμαχίας και Εγγυήσεως, η «Βασική Διάρθρωση» του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Κύπρου, το οποίο δημιουργούσε προεδρικό σύστημα με Ελληνοκύπριο πρόεδρο και Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο• οι Τουρκοκύπριοι αποκτούσαν εκτεταμένα δικαιώματα βέτο στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και ασφάλειας. Στο Υπουργικό Συμβούλιο, τη Βουλή και τα Σώματα Ασφαλείας θα μετείχαν οι Τουρκοκύπριοι με ποσοστό 20%, δηλαδή μεγαλύτερο από την πληθυσμιακή τους αναλογία, που ήταν 18% του πληθυσμού. Συγκροτούνταν επίσης δύο κοινοτικές βουλές, με σαφείς αρμοδιότητες για κοινοτικά ζητήματα.
Σημαντικό μειονέκτημα αποτελούσε η πρόβλεψη ότι για την έγκριση των φορολογικών νομοσχεδίων από την ενιαία Βουλή απαιτούνταν χωριστή πλειοψηφία και των Τουρκοκυπρίων βουλευτών. Προβλεπόταν επίσης σύσταση χωριστών δήμων στις μεγάλες πόλεις. Τέλος, υπογράφηκε και μια «συμφωνία κυρίων» μεταξύ του Καραμανλή και του Τούρκου ομολόγου του Αντνάν Μεντερές, που όριζε ότι οι δύο χώρες θα υποστήριζαν ενδεχόμενη αίτηση της Κύπρου για ένταξη στο NATO, καθώς και τη θέση εκτός νόμου του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Κύπρο.
Μετά τη Συνδιάσκεψη της Ζυρίχης, συνεκλήθη αντίστοιχη στο Λονδίνο, με τη συμμετοχή των Κυπρίων και της Βρετανίας. Στο μεταξύ, εκδηλώθηκαν κάποιοι δισταγμοί του Μακαρίου ως προς ειδικότερες ρυθμίσεις των συμφωνιών. Ο Αρχιεπίσκοπος απέσυρε τους δισταγμούς του ύστερα από συνάντηση με τον Καραμανλή, αλλά τους επαναδιατύπωσε κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου, στις 17-19 Φεβρουαρίου 1959. Πάντως, ο Καραμανλής του έκανε σαφές ότι δεν υπήρχε ελπίδα να συζητηθούν αλλαγές και ότι δεν θα τον υποστήριζε σε μια τέτοια πορεία• μπροστά στη στάση αυτή και αφού και ο ίδιος αντιλαμβανόταν ότι αποτυχία της Συνδιάσκεψης θα σήμαινε επιστροφή στο καταστροφικό σχέδιο Μακμιλαν, ο Μακάριος υπέγραψε τις συμφωνίες. Στις Συμφωνίες του Λονδίνου συμπεριλαμβάνονταν οι προηγούμενες της Ζυρίχης (που τώρα γίνονταν δεκτές από τη Βρετανία και τους Κυπρίους), η πρόβλεψη για τη δημιουργία κυρίαρχων βρετανικών βάσεων, καθώς και μεταβατικές ρυθμίσεις για την αμνηστία και για τη μεταβίβαση της εξουσίας στις αρχές του νέου κράτους.
![]() |
| Κύπρος, 1 Μαρτίου 1959. Η επιστροφή του Μακαρίου στη Μεγαλόνησο από το Λονδίνο. Ο ελληνοκυπριακός λαός επιφύλαξε υποδοχή ήρωα στον Αρχιεπίσκοπο (φωτ.: «Εκδοτική Αθηνών»). |
Ο Μακάριος επανήλθε στην Κύπρο την 1η Μαρτίου 1959 και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τον ελληνοκυπριακό λαό, ενώ ο αρχηγός της ΕΟΚΑ, Γεώργιος Γρίβας, αποχώρησε από τη Μεγαλόνησο στις 17 Μαρτίου. Ακολούθησε η σύνταξη των τελικών Συνθηκών, που θα υπογράφονταν ταυτόχρονα με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας. Προβλήματα παρουσιάστηκαν σχετικά με την έκταση των βρετανικών βάσεων -τις οποίες, έπειτα και από μια νέα Διάσκεψη στο Λονδίνο στις αρχές του 1960, ο Μακάριος κατάφερε να περιορίσει εδαφικά -καθώς και σχετικά με ειδικότερες διατάξεις του Συντάγματος, που όμως -και κυρίως στο τεκμήριο αρμοδιότητας για την εκτελεστική εξουσία- επικράτησαν οι ελληνικές θέσεις.
Στις 13 Δεκεμβρίου 1959 εξελέγη ως πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Μακάριος, ενώ είχε προηγηθεί η ανακήρυξη, χωρίς αντίπαλο, του Φαζίλ Κιουτσούκ ως αντιπροέδρου. Οι πρώτες εκλογές για τη Βουλή των Αντιπροσώπων διενεργήθηκαν στις 31 Ιουλίου 1960, ενώ η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας έγινε αμέσως μετά τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Αυγούστου 1960. Η Κύπρος εντάχθηκε σε πολλούς διεθνείς οργανισμούς, όπως τον ΟΗΕ, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Κοινοπολιτεία.
Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1950-1960
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1999
from ανεμουριον https://ift.tt/332bSrh
via IFTTT


