του Ζαχαρία Δεμαθά
Καθώς η δεκαετία του 1940 φεύγει, η Ελλάδα ολοκληρώνει την αποσύνδεση της από τη Μ. Βρετανία και συνδέεται ολοκληρωτικά με τις ΗΠΑ. Η διαδικασία που άρχισε το 1946 -με την πώληση από τις ΗΠΑ σε Έλληνες εφοπλιστές 100 πλοίων τύπου Liberty, με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους- ολοκληρώνεται με το Δόγμα Τρούμαν και με το Σχέδιο Μάρσαλ. Η αμερικανική βοήθεια, στρατιωτική και οικονομική, η παρουσία σε όλα τα υπουργεία Αμερικανών συμβούλων και η δημιουργία του υπουργείου Συντονισμού ως μηχανισμού αξιοποίησης της βοήθειας και άσκησης συνολικής αναπτυξιακής πολιτικής, αποτελούν τα κύρια μέσα με τα οποία επιχειρήθηκε η ανοικοδόμηση της χώρας, σε πρώτη φάση, και η οικονομική ανάπτυξη, στη συνέχεια.
Σύμφωνα, μάλιστα, με το πνεύμα της μεταπολεμικής περιόδου, οι προσπάθειες αυτές διατυπώθηκαν σε «Προγράμματα Ανόρθωσης», τα οποία, ανταποκρινόμενα στις επικρατούσες συνθήκες, ήταν ετήσιας διάρκειας και υφίσταντο συχνά «αναθεωρήσεις». Η βραχυχρόνια αυτή οπτική βρισκόταν σε πλήρη αντιστοιχία με το πολιτικό περιβάλλον, που, εκτός από τον εμφύλιο πόλεμο, χαρακτηριζόταν και από συχνές αλλαγές κυβερνήσεων στην Αθήνα. Η πολιτική αυτή αστάθεια συνοδευόταν, καθ' όλη τη μεταπολεμική περίοδο, μέχρι και το 1952, από υψηλό πληθωρισμό. Πολιτική και νομισματική αστάθεια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της περιόδου.
Εκτός από τον πληθωρισμό, το νόμισμα της χώρας ήταν σχετικά υπερτιμημένο, λόγω της ισοτιμίας δραχμής και δολαρίου, που καθορίστηκε με τη συνθήκη του Bretton Woods.
Η ανάγκη πολιτικής και οικονομικής σταθεροποίησης ήταν επιτακτική ακόμα και μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Η προσπάθεια αυτή εκφράστηκε στο πολιτικό επίπεδο με τη δημιουργία δύο κομμάτων χωρίς ουσιαστικές διαφορές ως προς την ακολουθητέα οικονομική πολιτική, που, εναλλασσόμενα στην εξουσία, θα διασφάλιζαν τις επιθυμητές οικονομικές εξελίξεις σε συνθήκες σταθερότητας και θα έθεταν την Αριστερά στο περιθώριο.
Στην οικονομία, η προσπάθεια συνεχίστηκε με στήριγμα την αμερικανική βοήθεια, που επέτρεπε σημαντικές παρεμβάσεις του κράτους. Οι παρεμβάσεις αυτές πήραν διάφορες μορφές: θέσπιση ορισμένων νόμων, ίδρυση παραγωγικών μονάδων και δημοσίων επιχειρήσεων, και λήψη μέτρων που επιτάχυναν τις οικονομικές εξελίξεις προς την επιθυμητή κατεύθυνση.
Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 η πολιτική αυτή έφερε αποτελέσματα. Ο στόχος της ανοικοδόμησης φάνηκε να επιτυγχάνεται ήδη κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας. Η παραγωγή έφθασε τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ οι υποδομές, που είχαν σχεδόν ολοκληρωτικά καταστραφεί την περίοδο 1940-1950, άρχισαν πάλι να λειτουργούν, φθάνοντας και αυτές στην προπολεμική τους κατάσταση. Τέλος, η κατανάλωση, με την εξαίρεση ενός περιορισμένου κοινωνικού στρώματος, που ζούσε κυρίως στην Αθήνα, εξακολουθούσε να παραμένει χαμηλή σε αντιστοιχία με την αμοιβή της εργασίας.
Υπολογίζεται ότι την περίοδο 1944-1963 εισέρρευσαν στην Ελλάδα από τις ΗΠΑ 3.984 εκατ. δολάρια, στην αρχή με τη μορφή της βοήθειας και μετά το 1955, ως χαμηλότοκα μακροχρόνια δάνεια. Από το ποσό αυτό, το 53,7% διατέθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς, το 21,4% για την ενίσχυση της γεωργίας, το 18,5% για την κάλυψη κρατικών δαπανών, το 3,3% διανεμήθηκε με τη μορφή αγροτικών πλεονασμάτων των ΗΠΑ, ενώ το υπόλοιπο 3,1% δαπανήθηκε για τις αμοιβές του προσωπικού της αμερικανικής αποστολής.
Τον Νοέμβριο του 1953, με το νόμο 2687, ο οποίος στηρίζεται στο άρθρο 112 του Συντάγματος του 1952, διασφαλίζεται η προστασία των ξένων επενδύσεων στη χώρα και ρυθμίζονται τα περί επανεξαγωγής τους.
Νέες βιομηχανίες
Στις αρχές της δεκαετίας θεσπίζονται ευνοϊκές διατάξεις για την ίδρυση ναυπηγείων σε ολόκληρη τη χώρα, δίδονται κίνητρα για την εγκατάσταση βιομηχανιών εκτός Λεκανοπεδίου και μπαίνουν οι βάσεις για τη δημιουργία μεγάλων βιομηχανικών συγκροτημάτων στη Βόρειο Ελλάδα. Από τα συγκροτήματα αυτά άλλα μεταποιούν βιομηχανικά αγροτικά προϊόντα, άλλα συνδέονται με τη στήριξη της αγροτικής παραγωγής, άλλα παράγουν καύσιμα και άλλα ασχολούνται με την επεξεργασία, σε πρώτο στάδιο, μεταλλευμάτων της χώρας: τα πρώτα εργοστάσια ζάχαρης, τα φωσφορικά λιπάσματα, η ΕΣΣΟ Πάπας, η Πεσινέ, κ.λπ. Οι περισσότερες από τις μονάδες αυτές αποτελούν επενδύσεις του Δημοσίου και όλες λειτουργούν με προνομιακούς όρους, καταλαμβάνοντας σχεδόν μονοπωλιακή θέση στην αγορά.
Στις αρχές της δεκαετίας, το 1950, έχουν ιδρυθεί δημόσιοι οργανισμοί και επιχειρήσεις με αντικείμενο τον εξηλεκτρισμό της χώρας και την ανάπτυξη του συστήματος τηλεπικοινωνιών, όπως η ΔΕΗ και ο ΟΤΕ. Το 1954 ιδρύεται ο Οργανισμός Χρηματοδότησης Οικονομικής Ανάπτυξης (ΟΧΟΑ), με σκοπό τη στήριξη της μεταποίησης -αρμοδιότητα την οποία στο μέλλον θα αναλάβει η ΕΤΒΑ- και αρχίζει η προσπάθεια οργανωμένης τουριστικής ανάπτυξης από την Εθνική Τράπεζα, αρχικά, και τον EOT, στη συνέχεια.
Τα μέτρα οικονομικής πολιτικής κορυφώνονται με την υποτίμηση της δραχμής στις 9 Απριλίου 1953. Η δραχμή υποτιμάται σε σχέση με το δολάριο κατά 100%. Η νέα ισοτιμία ορίζεται από 15.000 σε 30.000 δραχμές ανά δολάριο, ενώ ταυτόχρονα κόβονται και τρία μηδενικά από το ελληνικό νόμισμα και οι συναλλαγές γίνονται πια σε μονάδες και όχι σε χιλιάδες. Με την υποτίμηση, τα ελληνικά προϊόντα γίνονται πιο φθηνά, περιορίζεται η αμοιβή εργασίας -συνεπώς και η δυνατότητα κατανάλωσης εισαγομένων προϊόντων-, ενώ αυξάνεται η σημασία των εμβασμάτων σε συνάλλαγμα.
Οι νέοι θεσμοί, η υποτίμηση της δραχμής και τα τεχνικού χαρακτήρα μέτρα που την συνόδευαν, καθώς και η εισροή συναλλάγματος από το εξωτερικό, από μετανάστες και ναυτικούς στην αρχή και από την τουριστική ανάπτυξη στη συνέχεια, θέτουν σε κίνηση την αναπτυξιακή διαδικασία της χώρας.
Η δυναμική αυτή εκφράζεται ρητά και σε συγκεκριμένα αναπτυξιακά σχέδια. Καθώς, όμως, η ανοικοδόμηση έχει ολοκληρωθεί και το επίπεδο τιμών διατηρείται σταθερό, ο χρονικός ορίζοντας των συγκεκριμένων σχεδίων από βραχυχρόνιος γίνεται μέσο- έως μακροχρόνιος. Το «Πρόγραμμα Οικονομικής Ανάπτυξης» του 1953 έχει τριετή χρονικό ορίζοντα, ενώ το 1959 καταρτίζεται το «Προσωρινό Πενταετές Πρόγραμμα Οικονομικής Ανάπτυξης 1959-1963». Μάλιστα, το 1953, ιδρύεται ένα ειδικό όργανο προγραμματισμού, η «Επιτροπή Ερεύνης και Οργάνωσης Οικονομικού Προγραμματισμού», η οποία το 1962 θα αντικατασταθεί από το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Μελετών (ΚΕΠΕ). Το ΚΕΠΕ και η Τράπεζα της Ελλάδος, την ίδια περίοδο, θα στελεχωθούν με πανεπιστημιακούς οικονομολόγους, Έλληνες από το εξωτερικό, κυρίως από τις ΗΠΑ, που θα σφραγίσουν την οικονομική πολιτική της χώρας κατά τις επόμενες δεκαετίες. Ορισμένοι, μάλιστα, θα περάσουν ολοκληρωτικά στο χώρο της πολιτικής.
![]() |
| Αθήνα, 21 Δεκεμβρίου 1949. Πανηγυρική διέλευση του εκατομμυριοστού τόννου αλεύρου της αμερικανικής βοήθειας στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ (φωτ.: Συλλογή Ν.Ε. Τόλη). |
Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της χώρας αυξάνεται μετά το 1953 με μέσους ετήσιους ρυθμούς που φθάνουν το 6% περίπου, η κατανάλωση ακολουθεί διστακτικά την ανάπτυξη, καθώς οι αμοιβές παραμένουν χαμηλές, οι εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών επιβαρύνονται με δασμούς και φόρους, ενώ οι εξαγωγές διατηρούν τη παραδοσιακή τους δομή, καθώς τα αγροτικά προϊόντα και οι πρώτες ύλες καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις στον τομέα.
Οι άδηλοι πόροι, δηλαδή το μεταναστευτικό, το ναυτιλιακό και το τουριστικό συνάλλαγμα, δημιουργούν στο ισοζύγιο πληρωμών πλεονάσματα, τα οποία συμβάλλουν στη χρηματοδότηση των αναγκαίων για την ανάπτυξη επενδυτικών εξοπλισμών, πρώτων υλών και- ενεργειακών πόρων. Ο προϋπολογισμός του Δημοσίου παρουσιάζει περιορισμένα ελλείμματα, οι τιμές διατηρούνται σταθερές, όμως ελάχιστοι πόροι διατίθενται για την ανάπτυξη κοινωνικών υποδομών, καθώς αυτές δεν συνδέονται άμεσα με τις διαδικασίες αξιοποίησης του κεφαλαίου. Στις περιπτώσεις, μάλιστα, όπου οι δημόσιοι χρηματικοί πόροι δεν επαρκούσαν για τη στήριξη των ιδιωτικών διαδικασιών αξιοποίησης του κεφαλαίου, το δεδομένο έλλειμμα υποκαταστάθηκε με την ενσωμάτωση στις συγκεκριμένες παραγωγικές διαδικασίες στοιχείων, τα οποία περιόριζαν το ιδιωτικό κόστος σε βάρος του φυσικού περιβάλλοντος και του Δημοσίου. Τυπικά παραδείγματα διαδικασιών αυτού του τύπου αποτελούν η αυθαίρετη δόμηση, οι καταπατήσεις δημοσίων εκτάσεων, η αδυναμία ανάπτυξης εξοπλισμών και υποδομής στα αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα, η ρύπανση των κλειστών κόλπων και των λιμανιών κ.λπ.
Στο πνεύμα αυτό κινήθηκε και ο σχηματισμός παγίου κεφαλαίου, ο οποίος εμφανίζεται σχετικά περιορισμένος στους παραγωγικούς τομείς και υψηλός στον τομέα της κατασκευής κατοικιών. Η κατασκευή κατοικιών αποτελεί τυπικό παράδειγμα των διαδικασιών που περιγράφονται αμέσως προηγούμενα και, παρά το γεγονός ότι συνέβαλε στη δημιουργία των προβλημάτων που χαρακτηρίζουν σήμερα τα αστικά κέντρα της χώρας, ανταποκρίθηκε πλήρως στην αυξημένη από την αγροτική έξοδο ζήτηση για κατοικίες στις πόλεις.
Το όλο σύστημα που δημιουργείται κατά τη συγκεκριμένη δεκαετία οδηγεί σε αλλαγές στο οικονομικό πρότυπο της χώρας, αλλαγές που, όμως, δεν μετατρέπουν τα βασικά του χαρακτηριστικά. Μολονότι το βάρος της παραγωγής μετατίθεται από τον αγροτικό τομέα στη μεταποίηση και τις υπηρεσίες, ή παραγωγική δομή στο σύνολο της χαρακτηρίζεται από έναν δυϊσμό που εκφράζεται με την παρουσία σε όλους τους κλάδους πολλών μικρών μονάδων, οι οποίες αγωνίζονται να επιβιώσουν, και ελάχιστων «προνομιούχων» μεγάλων μονάδων, που συμπεριφέρονται μονοπωλιακά. Κοινό στοιχείο και των δύο αυτών κατηγοριών αποτελεί η έλλειψη μηχανισμών αύξησης της παραγωγικότητας.
Παρ' όλα αυτά, επικρατεί αισιοδοξία και, προς το τέλος της δεκαετίας, επιδιώκεται η σύνδεση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Οι θεσμοί που δημιουργούνται στην προσπάθεια ανάπτυξης ενσωματώνονται στο παραδοσιακό κυρίαρχο σχήμα της μικρής ιδιοκτησίας, της δυσκολίας συγκρότησης κεφαλαίου και της αναγκαστικής παρέμβασης του Δημοσίου, και, σε συνδυασμό με τους εισρέοντες χρηματικούς πόρους, προσδίδουν στην οικονομία της χώρας έντονο αναπτυξιακό δυναμισμό. Από την άποψη των ρυθμών ανάπτυξης, η χώρα αναπτύσσεται πιο γρήγορα από πολλά άλλα κράτη της Ευρώπης, που και αυτά αναπτύσσονται.
Όμως, οι ισορροπίες που δημιουργούνται, αν και δυναμικές, είναι ασταθείς, δεδομένου ότι ενσωματώνουν την κρατική παρέμβαση στην οικονομία, την κρατική καταστολή σε πολιτικό επίπεδο -με άμεσες επιπτώσεις και στην αγορά εργασίας-, την εξάρτηση της σταθερότητας των τιμών από την εισροή συναλλάγματος και τις χαμηλές τιμές των ενεργειακών πόρων, την προστασία της δευτερογενούς παραγωγής από το διεθνή ανταγωνισμό, ενώ διατηρούν αναλλοίωτες τις έγγειες σχέσεις μικρής ιδιοκτησίας, οι οποίες τώρα επεκτείνονται και στην πλειοψηφία των νέων αστικών ακινήτων, τις πολυκατοικίες.
Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1950-1960
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1999
from ανεμουριον https://ift.tt/2PXifaj
via IFTTT

