"Τον Γιάννη τον γνώρισα..."

της Καίτης Δρόσου
1954. Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΞΑΝΑΠΗΓΑΙΝΕΙ ΣΤΗ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ 20 ΧΡΟΝΙΑ. ΤΟΝ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ (ΑΠΟ ΑΡΙΣΤΕΡΑ) Ο ΤΑΣΟ ΚΑΙ Η ΜΙΡΑΝΤΑ ΦΙΛΙΑΚΟΥ ΚΑΙ Η ΚΑΙΤΗ ΔΡΟΣΟΥ (ΑΡΧΕΙΟ ΔΡΟΣΟΥ. ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ).
Η Καίτη Δρόσου έχει χαράξει τη δική της πορεία στη λογοτεχνική ζωή της χώρας. Κι όχι επειδή ήταν για πολλά χρόνια η σύντροφος του Άρη Αλεξάνδρου. Αλλά γιατί έχει να επιδείξει δικό της λογοτεχνικό έργο και παρουσία τόσο στην πνευματική όσο και στην πολιτική σκηνή. Σήμερα εξακολουθεί να είναι μια γοητευτική και δυναμική γυναίκα, που ζει σ' ένα μικρό διαμέρισμα στην Κυψέλη, στην πολυκατοικία του Οικοδομικού Συνεταιρισμού της Ένωσης Συντακτών, αφού η Καίτη Δρόσου θήτευσε και στη δημοσιογραφία. Κόρη δημοσιογράφου, εργάστηκε και η ίδια στον ημερήσιο Τύπο τις δεκαετίες του '50 και του '60. Είναι από τους ανθρώπους που γνώρισαν και συνδέθηκαν με μακρόχρονη φιλία με τον Γιάννη Ρήσο, και είναι από εκείνους που έχουν πολλά να θυμηθούν και να περιγράφουν για τις καθημερινές κινήσεις, τις
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (ΑΡΙΣΤΕΡΑ), Η ΚΑΙΤΗ ΔΡΟΣΟΥ,Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΑΛΑ ΛΑΡΙΟΝΟΒΝΑ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ ΣΤΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ «ΠΕΤΡΙΝΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ»,ΟΠΟΥ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΣΕ Η ΛΑΡΙΟΝΟΒΝΑ.
αντιδράσεις σε κάτι φευγαλέο, ένα αδιάφορο - εκείνη τη στιγμή - σχόλιο από τις στιγμές που μοιράστηκε με τον Γιάννη Ρήσο. Η γνωριμία τους ξεκίνησε το 1938 και η σχέση τους δεν διακόπηκε - ακόμα κι όταν η Καίτη Δρόσου με τον Άρη Αλεξάνδρου ζούσαν εκτός Ελλάδας - παρά με το θάνατο του ποιητή. Ας ακούσουμε την αφήγησή της:
«Σαν κινηματογραφική ταινία μου γυρίζουν όλα στο μυαλό. Νομίζω ότι τώρα με τη συζήτηση θυμάμαι ό,τι έχω ξεχάσει, χωρίς να το θέλω. Είναι πράγματα που γίνανε, υπάρχουν, αλλά ξανάρχονται τώρα στη μνήμη. Τον Γιάννη τον γνώρισα το ’38 στην Αθήνα, όταν βρισκόταν σε ένδεια. Ζούσε σε μια ντοστογιεφσκική σοφίτα, στην οδό Β. Ουγκώ, με μοναδική επίπλωση ένα σιδερένιο κρεβάτι κι ένα μπαούλο. Τότε δούλευε ως χορευτής στο Εθνικό Θέατρο και έκανε πολύ παρέα με τον Τάσο και τη Μιράντα
ΑΪ ΣΤΡΑΤΗΣ, 1951.
Φιλιακού, φίλοι που του παραστάθηκαν στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και όσα ακολούθησαν. Αυτή η ένδεια ήταν ίσως ο λόγος - και οι εξορίες βέβαια - που έκανε είκοσι χρόνια να επιστρέψει στη Μονεμβασιά, τον τόπο καταγωγής του. Προερχόταν από πλούσια οικογένεια του τόπου και στην Αθήνα η οικονομική του κατάσταση ήταν τελείως διαφορετική. Έπρεπε λοιπόν να γυρίσει έχοντας μια ιδιότητα επαγγελματική. Τι να έλεγε, ότι δουλεύω αντιγράφοντας τα δικόγραφα του Δικηγορικού Συλλόγου; Οι άντρες της οικογένειάς του έκαναν καριέρα στο Πολεμικό Ναυτικό. Ο πατέρας του Ρίτσου ήταν ο μεγαλοάρχοντας της περιοχής κι όλα τα κτήματα στην πίσω πλευρά της Μονεμβασιάς ήταν δικά του.
«Ο Γιάννης μόνο έδινε»
Ο Ρίτσος έβλεπε όλους τους ανθρώπους σαν εν δυνάμει ποιητές. Όποιον γνώριζε, ό,τι δουλειά κι αν έκανε, μια λέξη του έλεγε: “γράψε, γράψε, γράψε”. Μέρα νύχτα σκεφτόταν το γράψιμο. Υπάρχουν και γράμματά του που αγανακτεί με τον εαυτό του και το χαρτομάνι που τον περιέβαλλε στους χώρους που ζούσε. Είχε μάλιστα μια λεκάνη και έβαζε τα χειρόγραφα που έσκιζε. Μας έλεγε: “Δεν τα πουλώ. Τα χαρίζω. Βάλτε τ’ όνομά σας”. Το ίδιο έκανε και στη Σάμο, στη διάρκεια της δικτατορίας, κι η Φαλίτσα, η γυναίκα του, έκλαιγε που τον έβλεπε να τα καταστρέφει.
Η αλληλογραφία μας άρχισε απ’ το ’47 που τον συνέλαβαν. Η διαδρομή είναι Λήμνος, Μακρόνησος, Αϊ - Στράτης. Στις σελίδες τους δεν υπάρχει καθόλου πολιτική. Μοναδικό θέμα ήταν η ποίηση. Εγώ βέβαια δεν έχω τα δικά μου γράμματα, και δεν ξέρω τι απέγινε η τεράστια βαλίτσα που τα περιείχε. Έχω κρατήσει όμως όλα τα γράμματα του Γιάννη, που διέσωσε η μητέρα μου στη διάρκεια της δικτατορίας, όταν με τον Άρη ήμασταν στο Παρίσι. Ενώ είναι κρατούμενος, ξέρει πολύ καλά ότι οι ώρες είναι δύσκολες και γι’ αυτόν που είναι κρατούμενος και γι’ αυτούς που είναι έξω, γιατί κι εκείνοι είναι εν δυνάμει κρατούμενοι. Και φροντίζει να μην το βάλω κάτω. Ο Γιάννης κάνει πάντα ενέσεις αισιοδοξίας, σ’ όσους είναι γύρω του. Φρόντιζε στην εξορία να είναι περιποιημένος και καλοντυμένος. Συχνά παρεξηγήθηκε γι’ αυτό όπως και για τη φινετσάτη κίνησή του. Όταν όμως πήγαμε στη Μονεμβασιά το 1954 και είδα τις φωτογραφίες όλης αυτής της ράτσας, είδα ότι δεν υπάρχει ούτε ένας παππούς που να μην έχει τη φινέτσα που είχε ο Ρίτσος. Εγώ νόμιζα ότι αυτό ήταν χαρακτηριστικό μόνο του Γιάννη, επειδή ήταν χορευτής και είχε θητεύσει στα χορικά του Εθνικού Θεάτρου.
Αλληλογραφία εντός Αθηνών
Από όταν τον γνώρισα - ήμουν τότε 16 χρόνων - κι όταν κάναμε δυο - τρεις μέρες να ειδωθούμε, αλληλογραφούσαμε μέσα στην Αθήνα. Ξέρω ότι στο σπίτι του πήγαιναν ο Τίτος ο Βανδής, η Ελένη Χαλκούση, η Μαρία Αλκαίου, ο Γιάννης Τσαρούχης (η συζήτησή τους έδειχνε δύο πνεύματα που αστράφτανε), κι άλλοι. Θυμάμαι ότι όλοι του έλεγαν τα προβλήματά τους κι εκείνος ήταν κάτι ανάμεσα σε γιατρό, σε εξομολόγο. Ήταν όλα μαζί. Ο Γιάννης μόνο έδινε κι οι άλλοι μόνο παίρνανε. Δεν ανήκε ποτέ σε κανένα λογοτεχνικό κύκλο, παρ’ όλο που τους γνώρισε όλους. Εκείνη την εποχή γνώριζα τον Ελύτη, τον Εγγονόπουλο... Δεν είχε αρχίσει βέβαια η εποχή του παταριού του ΛΟΥΜΙΔΗ. Αλλά όλοι αυτοί ήταν παγώνια. Ήταν αμίλητοι. Καθόντουσαν σε θρόνο και θέλανε θαυμασμό. Οι κοπέλες που τους περιτριγύριζαν καθόντουσαν κάτω. Ο μόνος που διέφερε ήταν ο Γκάτσος.
Όσο για τα δικά του τα προβλήματα, ποτέ δεν τα εξωτερίκευε. Ήταν ένα είδος γιόγκι. Θυμάμαι ότι πηγαίναμε επίσκεψη στη Νίνα, την αδελφή του, και είχε να της κάνει δώρο ένα βάζο. Σ’ ένα συναπάντημα στο πεζοδρόμιο, κάποιο σπρώξιμο έριξε το βάζο από τα χέρια του. Ο Γιάννης δεν σταμάτησε το βηματισμό του, δεν έκανε αχ, τίποτα. Τα κατάπινε όλα με μια βιβλική ψυχραιμία. Το ίδιο σιωπηρός ήταν και με τα προσωπικά του. Δεν μίλησε ποτέ για τις σχέσεις του με τις γυναίκες που τον περιέβαλαν. Είχε γίνει βέβαια γνωστός ο σύντομος δεσμός του με τη Μαρία Πολυδούρη, στα δεκαοκτώ του χρόνια, όταν νοσηλεύονταν και οι δύο στο ΣΩΤΗΡΙΑ. Η Μαρία Πολυδούρη του έχει αφιερώσει μάλιστα και ένα ποίημα: “Τω κυρίω Ιωάννη Ρίτσω”. Αργότερα, όταν αρχίσαμε να κάνουμε παρέα είχα την ευκαιρία να γνωρίσω και τη Ρουμπινή, τον πρώτο του έρωτα, τη γυναίκα με την οποία γνώρισε τον έρωτα, που του έμεινε αφοσιωμένη για πολλά χρόνια.
Στην Κατοχή
Ο Ρίτσος μέσα στην Κατοχή και αργότερα έζησε μόνο με τη θέλησή του. Δεν είχε τροφή. Και ο μόνος τρόπος να μην κουράζει τον εαυτό του ήταν να μένει ξαπλωμένος και να μη μιλάει. Και μίλαγε τουλάχιστον δύο ώρες την ημέρα σ’ εμάς που πηγαίναμε να τον δούμε. Θυμάμαι ο Άρης ο Ανδρέας ο Φραγκιάς κι εγώ τον περιμέναμε στα σκαλάκια του σπιτιού του. Κι αργότερα ο Τίτος Πατρίκιος, ο Κώστας Κουλουφάκος, κι εγώ. Ο Ανδρέας ο Φραγκιάς δούλευε στα λαϊκά συσσίτια του Περιστεριού, και έτσι είχε δικαίωμα σε διπλή μερίδα φαγητού. Έβαζε λοιπόν σ’ ένα τενεκεδάκι πλιγούρι χωρίς λάδι, χωρίς τίποτα. Αυτό ήταν το κύριο φαγητό του Ρίτσου στη διάρκεια της Κατοχής. Φυσικά και του ελληνικού λαού, όμως δεν μπορούσε να διεκδικήσει ούτε αυτό. Παρ’ όλα αυτά οι κουβέντες, κουβέντες και τα γλέντια, γλέντια. Είμαστε τόσο πολύ άνετοι μαζί του που ο Γιάννης έπαιζε στο πιάνο Μπετόβεν, κι εμείς χορεύαμε. Χορεύαμε και τις... ειδήσεις! Κι ο Γιάννης μαζί μας. Τις Κυριακές πηγαίναμε σε μια αλάνα της περιοχής Λιοσίων και παρακολουθούσαμε τα παιδιά που παίζανε ποδόσφαιρο. Ο Γιάννης με τον Άρη είχαν κάτι μπαστουνάκια στα οποία είχαν προσαρμόσει κάτι καρφίτσες για να μαζεύουν τις γόπες από το δρόμο...
Η προσχώρησή του στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό αρχίζει στη Μακρόνησο, έπειτα από μια μεγάλη κομματική συζήτηση (αχτίφ) των διανοουμένων της Μακρονήσου. Δεσπόζουν ο Γιάννης Ιμβριώτης και ο Δημήτρης Φωτιάδης. Επιμένω όμως ότι σ’ όλα τα χρόνια της γνωριμίας μου με τον Γιάννη δεν μας απασχόλησε ποτέ η πολιτική. Δεν ξέρω αν αυτό το λένε διχοστασία, αλλά ξέρετε, ο Γιάννης δεν ήταν κουτός. Αντί για διχοστασία εγώ θα μιλούσα για τις ψυχολογικές προσδέσεις που τον δέσμευαν εξαιτίας των πολιτικών πιέσεων. Βλέπει πάρα πολύ καλά όλα τα στραβά του κινήματος, αλλά είναι όπως δέχεσαι έναν φίλο σου με τα ελαττώματά του.

Η διέξοδός του ήταν η γραφή. Εκεί υπήρχε ένας διαφορετικός κόσμος, ανέγγιχτος από τις κομματικές μικρόνοιες. Μέσα από τη γραφή συλλογιζόταν τον άλλο Καθρέφτη (μεταμορφωτικόν ή και παραμορφωτικόν κι αυτόν) που ήταν το αδιάπτωτο σύμβολο ενός ποιητή, και δεν ήξερε μήτε ο ίδιος τι συμβολίζει -ναρκισσισμό; Διχασμό της προσωπικότητας; Τον αισθησιασμό και ταυτόχρονα την πνευματική εποπτεία; Την ταύτιση; την αυτογνωσία; (...) - μα τούτα τα πράγματα (κάθου γύρευε τώρα) είναι για τους φιλολόγους κι όχι για τους ποιητές, αφού η πένσα του υδραυλικού αφημένη μια στιγμή στο περβάζι του παράθυρου (...) μπορούσε να πει περισσότερα από ’να βιβλίο εκατό σελίδων...«Εικονοστάσιο ανωνύμων αγίων», τ. 8).
ΚΑΙΤΗ ΔΡΟΣΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990) ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 2000


from ανεμουριον https://ift.tt/2IXONNg
via IFTTT
Από το Blogger.