Αναμνήσεις από την Ιταλία

του Nicola Croceti 
Ο NICOLA CROCETTI, Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΚΑΙ Η ΝΑΝΑ ΚΑΛΛΙΑΝΕΣΗ ΣΤΗ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ, ΤΟ 1978.
Ο Γιάννης Ρίτσος δεν έκανε πολλά ταξίδια στο εξωτερικό. Οι πρώτες έξοδοί του από την Ελλάδα ήταν οι επισκέψεις του στη Σοβιετική Ένωση και την Κούβα, και οι δύο πριν από το 1967. Μετά την πτώση της δικτατορίας έκανε ένα δεύτερο ταξίδι στη Σοβιετική Ένωση, το 1977, όταν του απονεμήθηκε το Βραβείο Λένιν, και λίγο αργότερα ταξίδεψε στη Μεγάλη Βρετανία για την τελετή αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ. Όμως λίγοι ξέρουν ότι ο Ρίτσος έκανε εφτά ταξίδια στην Ιταλία. Η αιτία αυτής της προτίμησης συνδέεται με τη φιλία του με τον γράφοντα, ο οποίος μετέφρασε στα ιταλικά εξήντα περίπου από τις υπέρ-εκατό ποιητικές συλλογές του.
Η πρώτη μας συνάντηση έγινε το 1972 στη Σάμο, υπό συνθήκες που θα ήταν ευφημισμός να τις χαρακτήριζα περιπετειώδείς. Είχα μόλις δημοσιεύσει την πρώτη μετάφρασή μου ποιητικού έργου του, με τίτλο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ-ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ, από τον εκδοτικό οίκο «ΓΚΟΥΑΝΤΑ». Ο Ρίτσος βρισκόταν τότε σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Καρλόβασι, όπου πήγα με σκοπό να τον γνωρίσω, όχι χωρίς κάποιο κίνδυνο, γιατί τον παρακολουθούσε στενά η χωροφυλακή.
Το πρώτο από τα εφτά ταξίδια του Ρίτσου στην Ιταλία ήταν και η πρώτη έξοδός του από την Ελλάδα μετά το τέλος της δικτατορίας. Ηταν το 1976, και η μετάφρασή μου του βιβλίου του Η ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ πήρε το σημαντικό «ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΙΤΝΑ-ΤΑΟΡΜΙΝΑ», που η απονομή του γινόταν στη Σικελία, στην Κατάνια. Το ταξίδι αυτό έδωσε στον Ρίτσο την ευκαιρία να γράψει την πρώτη από τις «ιταλικές» συλλογές του, τη ΜΕΤΑΓΓΙΣΗ (δημοσιεύτηκε από τον εκδοτικό οίκο «ΕΪΝΑΟΥΝΤΙ»), η οποία μαζί με δύο ακόμη συλλογές που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια δύο άλλων ταξιδιών (0 ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ, ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΟΧΗ) θα αποτελούσαν τη σύνθετη συλλογή ΙΤΑΛΙΚΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ.
Το δεύτερο ταξίδι, στη Σικελία πάντα, έγινε το 1978 για μιαν άλλη απονομή (για τη μετάφραση του ΜΕΤΑΓΓΙΣΗ), εκείνη του βραβείου ΜΟΝΤΕΛΟ, που θα γινόταν στο Παλέρμο. Αυτή τη φορά ο Ρίτσος συνοδευόταν από τη Νανά Καλλιανέση, τη μυθική ιδρύτρια του «ΚΕΔΡΟΥ». Θυμάμαι τα σχόλια του κόσμου που είχε συρρεύσει για την τελετή της απονομής. Ο Γιάννης, ευθυτενής και αγέρωχος, με το απαραίτητο τσιγάρο στα δάκτυλα· η Νανά ψηλή και ωραιότατη με τον υπέροχο κότσο και με τρόπους που θα τη ζήλευε η Γκρέτα Γκάρμπο. «Πόσο όμορφοι είναι», έλεγε το πλήθος γεμάτο θαυμασμό. «Μοιάζουν με δύο ελληνικούς θεούς». Ο θαυμάσιος τρόπος με τον οποίο ο έμπειρος στην απαγγελία στίχων Ρίτσος διάβασε τα ποιήματά του ξεσήκωσε θύελλα χειροκροτημάτων.
Το καθένα από αυτά τα ταξίδια είχε ως αφορμή μια δημόσια αναγνώριση ή την απονομή ενός βραβείου. Συνήθως ξεκινούσαμε με το αυτοκίνητο από το Μιλάνο, όπου ζω, και όπου ο Γιάννης έφτανε αεροπορικώς, με προορισμό μας την πόλη όπου θα του απονεμόταν η τιμή (Κατάνια, Παλέρμο, Μπιέλα). Όμως ο κύριος σκοπός του ταξιδιού μας ήταν η επιθυμία και η ακόρεστη περιέργεια του Ρίτσου να δει τις ιταλικές πόλεις και τα μουσεία, να περπατήσει στους δρόμους και στα μαγαζιά σαν ένας κοινός τουρίστας. Κάθε ταξίδι λοιπόν περιείχε πολυάριθμα άλλα ταξίδια, που οδηγούσαν από τη Σικελία στο Μιλάνο, από τη Ρώμη στην Περούτζια, στη Φλωρεντία, στη Σιένα, στη Ραβένα, στη Βενετία. Μου είναι αδύνατον να θυμηθώ όλους τους τόπου ς όπου σταματούσαμε, τα πράγματα που ανακάλυπτε ο Ρίτσος, τους περιπάτους δίχως συγκεκριμένο σκοπό, τα πολυάριθμα περιστατικά.
«Αφάνσια»
Από τον Γιάννη εκείνων των ταξιδιών θυμάμαι το αίσθημα της απόλυτης ελευθερίας, που ένιωθε καθώς περπατούσε χωρίς να μπορεί κανείς να τον αναγνωρίσει· την αίσθηση της ανωνυμίας, της «αφάνσιας», όπως του άρεσε να λέει, που ερχόταν σε αντίθεση με τη δημοτικότητά του στον τόπο του, η οποία ήταν τότε στο απόγειό της.
«Θέλω να μπορώ να ξύσω τη μύτη μου χωρίς να το σκέφτομαι», έλεγε, «χωρίς κανείς να με κοιτάζει ή να το θεωρεί άπρεπο». Ωστόσο δεν ήταν πάντα έτσι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που Έλληνες, οι οποίοι ζούσαν στην Ιταλία, φοιτητές κυρίως, τον αναγνώριζαν. Θυμάμαι την πρώτη φορά που συνέβη αυτό, στο Μιλάνο. Διασχίζαμε έναν δρόμο, όταν ένα αυτοκίνητο που περνούσε χαμήλωσε ταχύτητα, ο οδηγός κατέβασε το τζάμι, έβγαλε έξω το κεφάλι και φώναξε: «Γεια σου Ρίτσο, μεγάλε ποιητή». Πριν ο Γιάννης προλάβει να τον κοιτάξει και να συνέλθει από την έκπληξη, το αυτοκίνητο είχε χαθεί.
Μια άλλη φορά βρισκόμασταν σε ένα βιβλιοπωλείο στη Σιένα, όταν μπήκε ένα Ιταλάκι και ζήτησε «ένα βιβλίο του Ρίτσου».
Και σ’ αυτή την περίπτωση η έκπληξη ήταν τέτοια, που ούτε ο Ρίτσος βρήκε το θάρρος να μιλήσει στο παιδί ούτε κι εγώ να του πω: αυτός είναι ο ποιητής που ψάχνεις, με σάρκα και οστά.
Όμως δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιος τον αναγνώριζε και πλησίαζε συγκινημένος για να του μιλήσει.
Κανένα ταξίδι δεν ήταν για τον Ρίτσο απλή αναψυχή ή τουρισμός. Όπως δεν έσβηνε ποτέ το τσιγάρο στο χέρι του (κάπνιζε δύο-τρία πακέτα την ημέρα), έτσι δεν αποχωριζόταν ποτέ το σημειωματάριό του, που κάθε τόσο το έβγαζε από την τσέπη για να σημειώσει κάτι, να γράψει ένα ποίημα, να ζωγραφίσει ένα τοπίο ή ένα πρόσωπο. Τα πακέτα των τσιγάρων που άδειαζαν δεν τα πετούσε. Κατά τη συνήθεια που είχε αναπτύξει από τα διάφορα στρατόπεδα συγκεντρώσεως (όπου το χαρτί ήταν πράγμα σπάνιο και όπου έγραφε ή σχεδίαζε ακόμα και σε πέτρες) τα χρησιμοποιούσε για να σχεδιάσει ή να γράψει κάτι.
Έχω φυλάξει δεκάδες γραμμένα πακέτα ΑΣΣΟΣ, αλλά και ένα πλήθος παρόμοιων σκόρπιων φύλλων: δρομολόγια τρένων, μενού εστιατορίων, ακόμα και χαρτοπετσέτες.
Συζητήσεις, πορτρέτα, ενθύμια
Όμως οι δυνατότερες μνήμες μου είναι οι συζητήσεις μας για την ποίηση, για τη ζωή του και τις αναμνήσεις του. Η παρατηρητικότητά του ήταν εκπληκτική. Θα έλεγα ότι κοιτούσε το κάθε πράγμα, το κάθε πρόσωπο, τον κάθε τόπο με μάτια συνηθισμένα να εξιχνιάζουν το ανεξιχνίαστο. Δεν του ξέφευγε τίποτε. Με εξέπληττε συνεχώς κάνοντάς με να παρατηρώ λεπτομέρειες και πράγματα που τα είχα δει πάμπολλες φορές, όμως με αυτόν μου φαινόταν πως τα έβλεπα για πρώτη φορά. Συχνά φαινόταν σαν να ήταν αυτός ο οδηγός κι εγώ επισκέπτης στον ίδιο τον τόπο μου, σε πόλεις και σε τοποθεσίες που μου ήταν οικείες.
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ DUOMO ΤΟΥ ΜΙΛΑΝΟΥ, ΤΟ 1980. (ΑΡΧΕΙΟ NICOLA CROCETTI).
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την επίσκεψή μας στα βυζαντινά μωσαϊκά της Ραβέννας, που τα ήξερα πολύ καλά και εκείνος θα τα έβλεπε για πρώτη φορά. Ήταν σαν να τα έβλεπα για πρώτη φορά εγώ. Μου μιλούσε γι’ αυτά σαν ειδικός. Για να δώσω ένα παράδειγμα της παρατηρητικότητάς του θα αναφέρω ένα περιστατικό από αυτή την επίσκεψη, που την κάναμε το 1981, την επομένη της δολοφονικής απόπειρας εναντίον του Πάπα. Βλέπαμε τα μωσαϊκά μαζί με μια τάξη ενός λυκείου. Και οι δύο είχαμε μείνει έκθαμβοι από την ομορφιά μιας μαθήτριας, 15-16 ετών, με την οποία διασταυρωθήκαμε μερικές φορές καθώς μελετούσαμε το εσωτερικό της βασιλικής του Αγίου Βιταλίου. Οταν αργότερα καθήσαμε σ’ ένα εστιατόριο, ο Γιάννης σχεδίασε από μνήμης το πορτρέτο της κοπέλας. Η εικόνα φαινόταν σαν φωτογραφία, τόσο της έμοιαζε. Δεν ξέρω πόσοι καλλιτέχνες, ζωγράφοι ή σκιτσογράφοι θα μπορούσαν να σχεδιάσουν με τέτοια ακρίβεια ένα πρόσωπο που το έχουν δει μόνο φευγαλέα. Μου χάρισε το πορτρέτο που το έχω κορνιζάρει. Το φυλάω ευλαβικά, μαζί με διάφορα μπλοκάκια γεμάτα από σχέδια προσώπων και τοπίων, με εκατοντάδες φωτογραφίες που τραβήξαμε στα πιο απίθανα μέρη, με τις περίπου τριακόσιες πέτρες που ζωγράφισε και μου χάρισε κατά τη διάρκεια των διαμονών μου στην Αθήνα ή τη Σάμο -ενθύμια εκείνων των ανεκτίμητων ταξιδιών και πολύτιμη κληρονομιά της φιλίας του.
ΣΗΜΕΊΩΣΗ «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΩΝ»: Ο κ. NICOLA CROCETTI έχει μεταφράσει νεοελληνική λογοτεχνία στα ιταλικά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990) ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 2000


from ανεμουριον https://ift.tt/3b6sQaO
via IFTTT
Από το Blogger.