Το εικονοστάσιο των ταπεινών

Της Τζίνας Καλογήρου
ΠΕΛΕΚΗΜΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΞΥΛΟΥ, ΧΑΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ. ΜΙΑ ΔΙΑΡΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ.
ΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΑΓΙΩΝ είναι μια μείζων αφηγηματική σύνθεση, που φωτίζει αναδρομικά την ποίηση του Ρίτσου και διαλέγεται με ολόκληρο το έργο του. Μια συστηματική και ολοκληρωμένη προσέγγισή του δεν θα μπορούσε να παραλείψει ζητήματα όπως: οι αφηγηματικές τεχνικές και η διαμόρφωση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης του έργου, τα γλωσσοϋφολογικά του χαρακτηριστικά (π.χ. ο συγγραφέας κάνει εκτενέστατη χρήση παρενθετικών σχολίων, ηχομιμητικών λέξεων, ασύνδετου σχήματος, καταλόγου ονομάτων κ.ά.), η πρόσληψή του από την κριτική κ.ά.π. Στο σημείωμα αυτό θα περιοριστούμε σε ορισμένες βασικές επισημάνσεις.
Η εννεαλογία των πεζογραφημάτων με τον αναδρομικό γενικό τίτλο ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΑΓΙΩΝ (εκδίδεται μεταξύ 1982-1986) αποτελείται από τα βιβλία: ΑΡΙΟΣΤΟΣ Ο ΠΡΟΣΕΧΤΙΚΟΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ ΤΟΥ, 1 ΤΙ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΠΡΑΜΑΤΑ, ΜΕ ΤΟ ΣΚΟΥΝΤΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΚΩΝΑ, ΙΣΩΣ ΝΑ ’ΝΑΙ ΚΙ ΕΤΣΙ, ΟΧΙ ΜΟΝΑΧΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ, ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΑ Μ’ ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ, ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ, 0 ΑΡΙΟΣΤΟΣ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΓΙΟΣ. Στην εννεαλογία του ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟΥ ο Ρίτσος επιχειρεί έναν ευρύτατο απολογισμό της ζωής και του έργου του, μιλά για τον εαυτό του, συνήθως σε πρώτο πρόσωπο ή, ορισμένες φορές, στο ισοδύναμο σημασιολογικά δεύτερο ενικό πρόσωπο αυτοαποστροφής, και καταθέτει με τρόπο αναλυτικό ποικίλες σκέψεις, αναμνήσεις και εμπειρίες της ζωής του. Κυριαρχεί ο απολογιστικός τόνος, ο εγωτισμός, η ενδοσκόπηση και η αναδρομή μέσω της μνήμης στον προγενέστερο βίο.
Στο μεγαλύτερο μέρος του ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟΥ, ο αφηγητής Ιων, λογοτεχνική persona του Ρίτσου (όπως ο Αρίοστος[2] που εμφανίζεται ως αφηγητής στο πρώτο και στον ένατο τόμο) καταδύεται ελεύθερα σε αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας, σε πολυάριθμες σκέψεις ή ερωτικές φαντασιώσεις, τις οποίες ανακαλεί σε συνειρμική συσχέτιση και σε άτακτη χρονολογική σειρά.
Ο αφηγητής, ως υποκείμενο μιας δυναμικής πράξης του αφηγείσθαι, παραχωρεί, κάποτε, το λόγο σε άλλα πρόσωπα, τα οποία αφηγούνται τις δικές τους αναμνήσεις ή τις ερωτικές εμπειρίες. Ετσι, οι προσωπικές τους ιστορίες εγκιβωτίζονται στο ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟ ως πρωτοπρόσωπες εξομολογήσει προς τον Ιωνα-αφηγητή. Σε γενικές γραμμές, ο συγγραφέας προτιμά την άμεση αναπαράσταση του λόγου των ηρώων με ελάττωση της αφηγηματικής διαμεσολάβησης. Η επιλογή του πρωτοπρόσωπου λόγου δίνει τη δυνατότητα στο συγγραφέα να αναδείξει την ιδιόλεκτο του κάθε προσώπου και ευρύτερα τη συνειδησιακή του προοπτική, την ιδεολογική ή κοινωνική του τοποθέτηση. Για παράδειγμα, το μάγκικο λεξιλόγιο ή η αθυροστομία ηρώων της εννεαλογίας, όπως ο Βαγγέλης ή ο Λευτέρης, συνδέονται με παραδηλώσεις λαϊκότητας, λεβεντιάς, ντομπροσύνης, ερωτισμού και είναι ενδεικτικά της προσωπικότητάς τους.
Οι άνθρωποι της σιωπηρής προσφοράς
Ο συγγραφέας ενσωματώνει στην εννεαλογία πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και γενικότερα, συμπλέκει την πραγματικότητα του βίου με τη μυθοπλασία. Ομως, παρά το ότι, ως αφηγητής, μιλά εκτενώς για τον εαυτό του και αυτοσχολιάζεται, ταυτόχρονα απομυθοποιεί ειρωνικά τις «ναρκισσιστικές» εξομολογητικές αφηγήσεις που ενδεχομένως μεγαλοποιούν και εξωραΐζουν την προσωπικότητα του αυτοβιογραφούμενου. Αλλωστε, ο αφηγητής θα υποστηρίξει ότι άξιοι μνημείωσης και καθαγίασης δεν είναι μόνο οι επώνυμοι μάρτυρες της Ιστορίας, αλλά όλοι οι άνθρωποι, οι ανώνυμοι «άγιοι», οι άνθρωποι της σιωπηρής προσφοράς και της καθημερινής εγκαρτέρησης. Γι’ αυτό και ο αφηγητήδ-συγγραφέας καθίσταται άγιος μέσα από τη σεβαστική εξιστόρηση των παθών τους. Η ίδια η πράξη της γραφής μεταστρέφει το λόγο για τον «εαυτό» σε λόγο για τον Κόσμο, καλύπτοντας το ευρύ φάσμα της ανθρώπινης πραγματικότητας με τις πολύμορφες και πολύπλοκες εκδοχές της.
Η εννεαλογία του ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟΥ είναι κείμενο με υψηλό βαθμό αυτοσυνειδησίας (selfconsciousness) και στοιχεία μεταμυθοπλασίας (metafinction). Η αυτοαναφορικότητα, η κατάδειξη της οντολογικής διαφοράς μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας, η καταστρατήγηση της μυθοπλαστικής ψευδαίσθησης και, συνακόλουθα, η ανακοπή της μέθεξης του αναγνώστη στο κείμενο, είναι κύρια γνωρίσματα του ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟΥ. Στον αναγνώστη υπενθυμίζεται διαρκώς η κειμενικότητα, η πλασματική διάσταση αυτών που διαβάζει. Επίσης, το ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟ είναι ένα μωσαϊκό από διακείμενα: παραθέματα, υπαινιγμούς, πρόδηλες ή άδηλες αναφορές και παραπομπές σε άλλα λογοτεχνικά κείμενα, εικαστικά έργα, καλλιτέχνες και μουσικές συνθέσεις. Ιδιαίτερα τα παραθέματα των ξένων κειμένων εντυπωσιάζουν με την ποικιλία τους. Η παρουσία τους πυκνώνει από τον τρίτο τόμο της εννεαλογίας και πέρα, από τον οποίο ο Ρίτσος κάνει πιο συστηματική χρήση της παραθεματικής τεχνικής. Αποσπάσματα κειμένων του Nijinski (από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ του), του Τσαρούχη, δημοτικά τραγούδια, στίχοι του Μποντλέρ, του Ελιοτ, του Παλαμά, του Σικελιανού κ.ά., αλλά και αποσπάσματα ποιημάτων του ίδιου του Ρίτσου ενσωματώνονται στο ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟ, δηλαδή μετατίθενται και επαναλειτουργούν σε νέα συμφραζόμενα, διαμορφώνουν το νέο κειμενικό περιβάλλον, ενώ το νόημά τους εμπλουτίζεται με τη νέα χρήση. Ταυτόχρονα, επισύρουν την προσοχή τού αναγνώστη στη «βιβλιακή» υποδομή του έργου, στο γίγνεσθαι της γραφής, σ’ αυτή τη ζωντανή και ευμετάβλητη διαδικασία που διαμορφώνεται μέσα από τον δυναμικό διάλογο με άλλα κείμενα.
«...μια νιότη απέραντη που δεν εννοεί να γεράσει»
Ενα μεγάλο θέμα του ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟΥ είναι ο έρωτας και η σεξουαλικότητα, που εξυμνούνται και, μάλιστα, με μεγάλη εκφραστική και περιγραφική τολμηρότητα. Μέσα από τις μεγάλες ερωτικές ιστορίες που αφηγείται στην εννεαλογία (του Βαγγέλη και της Ανθούλας, του Γώγου και της Μιρέιγ, της Ευδοκίας και του Μανολιού) ο συγγραφέας καταξιώνει τον έρωτα ως δύναμη που εξουσιάζει το άτομο και μεταμορφώνει ψυχικά τον ερωτευμένο, όπως, εξάλλου, τον εξυμνεί και ως ζωική ορμή και κέλευσμα των ενστίκτων. Οπως και στους ποιητικούς τόμους των ΕΡΩΤΙΚΩΝ (1981) και των ΕΠΙΝΙΚΙΩΝ (1984), η εξύμνηση του έρωτα συμβαδίζει με μια όψιμη εξύμνηση της επαναστατικήδ-αγωνιστικής συμπεριφοράς και της συντροφικότητας. Ο συγγραφέας εξυμνεί την επανάσταση σε επίπεδο κοινωνικό (και έτσι ξαναγυρίζει σε παλαιότερα σύμβολα της ποίησής του) αλλά και σε επίπεδο ατομικό: η απρόσκοπτη έκφραση του έρωτα ισοδυναμεί με μια μικρή «επανάσταση» για το άτομο, αφού αντιτίθεται στίς κοινωνικές συμβάσεις, τις ηθικές αναστολές και τις προκαταλήψείς. («Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη/ την είπαν ο έρωτας και η επανάσταση», γράφει στα ΑΡΝΗΤΙΚΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, 1987.)
ΠΕΤΡΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ ΣΤΗ ΣΑΜΟ. Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ, ΤΟ ΠΕΛΕΚΗΜΑ ΤΟΥ ΞΥΛΟΥ, Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΑΓΑΠΕΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ. ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΤΟΥΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ -ΑΚΡΙΒΑ ΕΝΘΥΜΙΑ- ΣΕ ΣΠΙΤΙΑ ΦΙΛΩΝ ΚΑΙ ΟΜΟΤΕΧΝΩΝ ΤΟΥ.
Τέσσερα χρόνια μετά την ολοκλήρωση της έκδοσης της εννεαλογίας, δηλαδή το 1990, ο Ρίτσος πεθαίνει. Ετσι, το ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟ προσλαμβάνει το χαρακτήρα ενός τελικού και ευρύτατου απολογισμού ή ενός αποχαιρετισμού του κόσμου και της ζωής. Στίς εσχατις του βίου του, ο συγγραφέας αναπολεί το χτες και ατενίζει το αύριο με αίσθημα πληρότητας, ευφορίας και ευγνωμοσύνης απέναντι στη ζωή. Πολύ συχνά, δοξολογεί το «πολύπλοκο κι απέραντο, τυραννικό και θαυμαστό τού έξω και του μέσα κόσμου» και προβάλλει με ενθουσιασμό τις ερωτικές χαρές της ζωής, σε συνδυασμό με τις αξίες της κοινωνικής αλληλεγγύης και της ειρήνης, έτσι όπως άλλωστε ταιριάζει σ’ έναν αειθαλή έφηβο, σ’ αυτόν που γερνά από μια νιότη απέραντη που δεν εννοεί να γεράσει.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ο πρώτος τόμος της εννεαλογίας, γραμμένος αρχικά το 1942 και ξαναδουλεμένος διαδοχικά το 1971 και το 1983, παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από τα υπόλοιπα οκτώ πεζά και δεν συνδέεται απολύτως μαζί τους. Στην ουσία η εννεαλογία ξεκινά από το δεύτερο τόμο.
2. Αρίοστος: αναγραμματισμός του «Αόριστος», αλλά και «Ρίτσος» με τη μετατόπιση δύο συμφώνων και την αφαίρεση δύο φωνηέντων.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990) ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 2000


from ανεμουριον https://ift.tt/391lK69
via IFTTT
Από το Blogger.