Ο αφηγητής του ρευστού κόσμου

του Χ. Δ. Γουνελά
Ο ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΣΕ ΜΙΑ ΣΠΑΝΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ, ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΟΛΓΑΣ 197, ΤΟ 1992.
Η πεζογραφία του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη θα πρέπει να διαβάζεται όπως διαβάζουμε ποίηση, επαναλαμβάνοντας τα κομμάτια που μας έχουν ελκύσει την προσοχή, και ας μην είμαστε σε θέση να δώσουμε μια ικανοποιητική εξήγηση για το νόημα τους. Φαίνεται ότι προϋπόθεση του Πεντζίκη είναι πως τα μεγάλα ερωτήματα, όπως λόγου χάρη τι είναι αγάπη, άνθρωπος, ζωή, θάνατος, φιλία, πατρίδα, είναι νοήματα έξω από τη συμβατική μας λογική και ενώ κινείται στη σκιά αυτών των θεματικών πυρήνων, δεν τους αντιμετωπίζει μεμονωμένα και ορθολογικά, δηλαδή συγκριτικά και αφηρημένα.

Το υλικό των πεζογραφημάτων που είναι δοσμένο σε λεπτομερείς περιγραφές και εξονυχιστικές κατονομασίες φυτών και φαινομένων και απαριθμήσεις επιθέτων και ονομάτων, βασίζεται σε μνήμες και όνειρα. Με άλλα λόγια η πράξη τού να γράψεις λογοτεχνία οδηγεί σε μια επίφαση. Το ουσιώδες, όμως, καραδοκεί πίσω από την επίφαση, σε ένα νοηματικό κόσμο που παραμένει απροσδιόριστος. Τον κόσμο αυτό, αφήνει να εννοηθεί ο Πεντζίκης, μπορούμε να τον αντιληφθούμε μόνο ενορατικά (φανταστικά) και σαν απουσία, γιατί ό,τι δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε είναι τόσο παντού όσο σαν να ήταν κενό.

Δισυπόστατος κόσμος

Προς χάρη του δισυπόστατου κόσμου (ως παρουσία και ως απουσία, δηλαδή ως λεπτομέρεια και επίφαση και ως ολότητα απροσδιόριστη που βρίσκεται πέρα από τον έλεγχο), πιστεύουμε ότι ο Πεντζίκης αντιμετωπίζει τα πρόσωπα των πεζογραφημάτων σαν να μην έχουν μια συγκεκριμένη ταυτότητα. Πολλές φορές είναι ανώνυμα ή ο αφηγητής αλλού ταυτίζεται με τον ήρωα και αλλού διαφοροποιείται από αυτόν, σε μια συνεχή εναλλαγή. Η θέση δηλαδή του αφηγητή ή των προσώπων είναι ρευστή, επιβεβαιώνοντας έτσι πως ο κόσμος, ως προς την περιορισμένη αντίληψη του ανθρώπου, θεμελιώνεται στο τυχαίο. Οι λεπτομέρειες των αφηγήσεων του, με άλλα λόγια, υπάγονται στο τυχαίο. Είναι σαν να μας λέει πως δεν μπορούμε να λυτρωθούμε με τα συμβατικά μέσα ενός συνειδησιακού ελέγχου από τον διχασμό που δημιουργεί αυτή η παρουσία, απουσία. Αν υπάρχει συνοχή, σε αυτή μπορούμε να φτάσουμε μόνο ενορατικά.

Ανδρέας Δημακούδης

Ο Πεντζίκης παρουσιάστηκε στα νεοελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα «/Ανδρέας Δημακούδης», 1935, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Σταυράκιος Κοσμάς. Από μια άποψη ανήκει και αυτός στο νέο κίνημα των ριζοσπαστών, στο οποίο οι συγγραφείς της Θεσσαλονίκης παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Είναι όμως απλοποίηση αν βάλουμε τον Πεντζίκη σε ένα οποιοδήποτε κίνημα. Δεν υπακούει λόγου χάρη στην αμφισβήτηση της γλώσσας και στην προσφυγή στα σύμβολα (ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της πρωτοπορίας της εποχής) ούτε φαίνεται πως ο εσωτερικός μονόλογος ή η συνειρμική γραφή είναι μια μέθοδος που οδηγεί στην αυτοαποκάλυψη του ήρωα.

Το αντίθετο, πρόκειται για μια διαμάχη μεταξύ του εγώ και της συνειδητότητας προσβλέποντας σε μια αυθεντική πράξη. Με άλλα λόγια πιστεύουμε ότι η λογοτεχνία για τον Πεντζίκη δεν γράφεται τόσο για τον αναγνώστη, αλλά για τα ίδια τα άτομα της λογοτεχνίας -πρόκειται για μια άσκηση βελτίωσης. Γι' αυτό αντιλαμβάνεται κανείς ότι η πεζογραφία αυτή δεν ανταποκρίνεται στα συνήθη τεχνάσματα που επιστρατεύει ο λογοτέχνης ως μέσον εμπλουτισμού, ούτε με βεβαιότητα μπορούμε να διακρίνουμε κάποια ειρωνεία ή σαρκασμό ή κοινωνική κριτική ή δογματική προκατάληψη. Ο ίδιος μάλιστα ο αφηγητής στον «Πεθαμένο και την Ανάσταση», 1944, μας λέει

Δεν μπορώ να σ' απαντήσω αν ειρωνεύομαι ή όχι. Θα 'πρεπε να είμαι ένας μεγάλος, ένας απ' αυτούς που βασίζονται στο μυαλό τους, στην εξυπνάδα τους και ξέρουν. Εγώ δεν ξέρω ούτε τι λέω ούτε τι γράφω. (σ. 21).

Στο πρόσωπο του ήρωα του ομώνυμου μυθιστορήματος «Ανδρέας Δημακούδης», παρουσιάζεται ακριβώς αυτή η διαμάχη του εγώ με την απελευθερωμένη συνειδητότητά του, διαγράφοντας την τραγικότητα του ατόμου. Οι λεπτομέρειες είναι αυτές που έχουν αξία. Χωρίς επιτηδεύσεις ο Δημακούδης σταδιακά και σε στιγμές τέλειας απογύμνωσης, έμμεσα πια, ανάγει στα μεγάλα ερωτήματα το τι είναι αγάπη, πατρίδα ή φιλία-και να τι έχει να πει για τη φιλία:

Χρειαζόταν όμως να λέει, πολλά και ασυνάρτητα, προκείμενου να φτάσει σε κάτι που μπορούσε να μοιάζει με σωστή αλήθεια (...) Ένιωθε τότε την ίδια λύτρωση με τους μεθυσμένους που σμπαραλιάζουν το νου τους πίνοντας, προκείμενου να νιώσουν μέσα τους την ανεξάρτητη, από κάθε έννοια των συμφραζομένων και του περιεχομένου, θέρμη και ζέστη των λέξεων. Οι λέξεις ένιωθε να λιώνουν γεμίζοντας το στόμα του, σχηματίζοντας μορφώματα γεμάτα κίνηση και ζωή, τη δική του ζωή και σάρκα, που αποτελούνταν απ' όλα όσα μπορούσε να αγαπά. Όποιος, λοιπόν, δεχόταν ν' ακούσει τα όσα έλεγε, έπαυε να είναι ένα ξένο πρόσωπο, ταυτίζονταν με την ίδια του την ύπαρξη. Ήθελε να τον περιπτυχθεί, να γίνει νερό να πλαίνει ο άλλος τα πόδια του, να γίνει ολόκληρος ένα βαρύ πράγμα στην τσέπη του άλλου, του φίλου του. (σ. 100-101).
«ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ» ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΓΕΤ ΟΛΥΜΠΟΣ-ΗΡΑΚΛΗΣ (ΤΕΜΠΕΡΑ, 1964. ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΓΕΤ). ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΔΕΞΙΑ ΑΝΑΠΛΑΘΕΙ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗ.
Με την ίδια τραγικότητα στον αγώνα του να προσεγγίσει το απροσδιόριστο, ο Δημακούδης προσδεικνύει στο άλλο μεγάλο ερώτημα του τι είναι πατρίδα:

Κανένα σχήμα λογικό δεν τον έπειθε ότι ήταν δυνατόν να περιλάβει όσα έβλεπε. Έπειτα το όραμα του, κι αν ακόμα μπορούσε να το ζωγραφήσει επακριβώς, τι σχέση μπορούσε να 'χει με την Ελλάδα, (...) αν το εικονίζε, δεν θα ήταν τίποτα, γιατί δεν ήξερε τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε ν' ανασύρει όσα κρυβόντουσαν πίσω από την τυχαία εικόνα, χωρίς να είναι ορατά στα μάτια. Δεν είχε κανένα τρόπο να στερεώσει τ' όραμα του, που διαρκώς οι απ' έξω αφορμές το κομμάτιαζαν, (σ. 57).

Δεν πρόκειται για μια αρνητική στάση εμπρός στο μεγάλο ερώτημα για το τι είναι πατρίδα, αλλά για ένα προσωπικό δίλημμα γεμάτο τραγικότητα, ανάλογο με αυτό του Θεόφιλου: για το πού θα μπορούσε άραγε να βάλει ο ζωγράφος το άλλο πόδι του καβαλάρη (που πέφτει πίσω από το σώμα του αλόγου) για να το κάνει να υπάρχει. Εύλογα θα ερωτούσατε: υπάρχουν σαφείς έννοιες για το τι είναι φιλία ή πατρίδα; Η γνώμη μου είναι ότι ο Πεντζίκης σαφώς ανάγει στην ενόραση.

«Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση»

Το δεύτερο εκτενές πεζογράφημα του Πεντζίκη είναι «Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση», 1944. Εν τω μεταξύ έχει δημοσιεύσει αποσπάσματα του κειμένου και επίσης άλλα μικρού μεγέθους πεζογραφήματα σε περιοδικά όπως «Το 3ο μάτι» και «Μακεδόνικες Ημέρες» - βλέπε Σ. Σκοπετέα, Βιβλιογραφία Ν.Γ. Πεντζίκη (1935-1970), 1971. Εδώ έχουμε σε πρώτο πρόσωπο ένα πεζογράφημα που ίσως αποτελεί συνέχεια του «/Ανδρέα Δημακούδη». Σε καμιά περίπτωση τα έργα του Πεντζίκη δεν θα έπρεπε να θεωρηθούν ως αυτοτελή. Είναι μέρος μιας συνεχούς ροής, μιας αναζήτησης που ουδέποτε πληρούται. Αυτό που χαρακτηρίζει το δεύτερο πεζογράφημα, είναι το πώς ο αφηγητής οραματίζεται το πλάσιμο του θανάτου και της ανάστασης του ήρωα. Αλλά αφού ο αφηγητής ταυτίζεται με τον ήρωα, φαίνεται να προσβλέπει στο να μας δώσει ένα σχήμα πως η λογοτεχνία είναι τρισυπόστατη με την έννοια ενός ήρωα, του θανάτου του και ενός αφηγητή που ίσως θα μπορούσαμε να πούμε επωμίζεται την ανάσταση του. Το πιθανόν είναι ότι όλα αυτά ταυτίζονται και γι' αυτό κυριαρχεί και η ανωνυμία, όπως φαίνεται από τα ίδια του τα λόγια:
Η ΟΜΑΔΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΗΜΕΡΕΣ». ΚΑΘΙΣΤΟΙ (ΑΠΟ ΑΡΙΣΤΕΡΑ): Γ.Θ. ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ, Β.Ν. ΤΑΤΑΚΗΣ, Π. ΣΠΑΝΔΩΝΙΔΗΣ, ΑΛΚ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΛΙΟΣ. ΟΡΘΙΟΙ: ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΤΙΤΣΙΩΤΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ, ΣΤΡΑΤΗΣ ΔΟΥΚΑΣ, Ν.Γ.ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ, ΑΝΤ. ΛΕΒΗ. (ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ 1938, ΕΠ' ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΤΑΤΑΚΗ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΑΘΗΝΑ).
Γονάτισα και ζήτησα την ανάσταση τον νέον που αυτοκτόνησε. Για να μπορέσω να σννδέσω τα παλιά με τα νέα, να εννοήσω το σχήμα, το σχήμα μου, να υπάρξω. (σ. 82).

Στην ταύτιση αυτή βρίσκει την απελευθέρωση. Μάλιστα στην υπερβασιακή αυτή κατάσταση (δηλαδή της ταύτισης ήρωα, θανάτου και αφηγητή) περνά στο ολοκλήρωμα, όταν γίνεται ένα με τον Χριστό και την Ανάσταση:

Αποχή (και εννοεί αποχή από τους κανόνες που είναι αναγκαίοι προκειμένου να αποκτήσει η ψυχή τη γαλήνη) είναι η οδός της ελευθερίας που σου επιτρέπει την αντίληψη της απόλυτης υπόστασης. Συμφωνεί με την παρουσία του κοινού και απανταχού Χριστού μέσα μας. Πόση χαρά κι ευδαιμονία αυτή η άρνηση των εγκόσμιων, ο θάνατος. Η απ' εδώ γεύση και αίσθηση του μετέπειτα θανάτου που μας δίνεται, (σ. 93).

Είναι σαφές ότι ταυτίζει αυτό που έχω ονομάσει «απουσία» με το θάνατο και σε αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή έχει την αντίληψη του ολοκληρώματος «του κοινού και απανταχού Χριστού». Και μόνο τότε μπορούμε να έχουμε την αίσθηση ή τη γεύση του μελλοντικού μας θανάτου με τη συμβατική έννοια. Είναι σαν να λέει ότι είναι αδύνατον να γνωρίζουμε το θάνατο σαν θάνατο, παρά μόνο σαν ολοκλήρωμα, απροσδιόριστο, όπως αντιλαμβανόμαστε τον Χρίστο σε απόλυτη υπόσταση.

«Μητέρα Θεσσαλονίκη»

Στο πεζογράφημα «Μητέρα Θεσσαλονίκη», 1970, συνεχίζεται το φαινόμενο της ρευστότητας του αφηγητή. Εδώ ξεκινώντας με ένα «όραμα επί τάσεως προς αυτοκτονία», δηλαδή με μια «αμφισβήτηση» και ένα αίσθημα αβεβαιότητας για τη μονιμότητα ή τη φθορά του κόσμου γύρω του, σύντομα καταλήγει στην ταύτιση του με αυτόν: «Αλλά δεν είναι λόγος να πεθάνω", σκέφτεται. "Θα κάμνω τη ζωή μου στη Θεσσαλονίκη"», (σ. 8) Οι λεπτομέρειες που συναπαρτίζουν την υπόσταση της Θεσσαλονίκης για τον αφηγητή (δηλαδή τα τοπία της, τα ληξιαρχεία της, οι αγορές της κ.λπ.), γίνονται αιτία για να πει «Μητέρα πόλη με τα πρόσωπα που σε κατοικούν, κατοίκησαν και θα κατοικήσουν αδελφώνω και υπάρχω», (σ. 43).
«ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ». ΠΡΩΤΟΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟ 1970 ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΚΕΔΡΟΣ» ΜΕ ΕΞΩΦΥΛΛΟ-ΠΙΝΑΚΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΝΤΖΙΚΗ.
Το σχήμα της πεντζικικής σκέψης δεν προέρχεται από ένα μεμονωμένο χώρο, όπως λόγου χάρη τα Συναξάρια ή την παράδοση της Ορθοδοξίας, ούτε νομίζω ότι λειτουργεί αποσπασματικά, όπως έχουν πει μερικοί κριτικοί με την αιτιολογία ότι κάπως έτσι λειτουργεί η συνειρμική γραφή. Ο Πεντζίκης είναι ασκημένος να βλέπει σε καμπύλες, όπως είναι ο θόλος του ουρανού, και να αντιλαμβάνεται το «όμοιον» με την πλήρη φιλοσοφική έννοια. Το πεζογραφικό έργο του Πεντζίκη θέλει εξοικείωση για να μπορεί κανείς να φτάσει στο «ε-πέκεινα» (βλέπε μελέτημα του αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού, «Ο Πεντζίκης του επέκεινα και του ενθάδε», 1994). Εξαιρετικά εύστοχη βρίσκω και την παρατήρηση του Σεφέρη όταν λέει για «Το Μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης», 1966 -που είναι ίσως το περιεκτικότερο από τα πεζογραφήματα του Πεντζίκη-, πως «Η Εκκλησία μας τόνισε πολύ περισσότερο την απαγόρευση, και δεν την βλέπω να υιοθετεί εύκολα την ολοκληρωτική παραδοχή που θαυμάζει κανείς στον Ν.Γ.Π.» (βλ. Ιγνάτιος Τρελός [ψευδώνυμο Σεφέρη], Οι ώρες της "Κυρίας Έρσης", 1973, σ. 40).

Κλείνοντας αυτό το μικρό σημείωμα θέλω να προσθέσω ότι ο Πεντζίκης έχει γράψει πολλά πεζογραφήματα που δεν ανέφερα, άλλα σαν λογοτεχνία, άλλα σαν κριτική, και άλλα σαν εξομολόγηση. Οι συγγραφείς τις Θεσσαλονίκης σήμερα, παρατήρησα ότι τον αναγνωρίζουν ως καλύτερο τους. Μια τέτοια γενική αποδοχή δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο σε μια συντεχνία. Η προσεγγισιμότητα στο έργο του Πεντζίκη καθορίζεται από την ικανότητα του αναγνώστη να εκτιμήσει τη γλώσσα και τη λεπτομέρεια, αλλά επίσης και το απογύμνωμα του ατόμου στον αγώνα για αυθεντικότητα, έξω από τους κώδικες αντικειμενικοποίησης, όταν φτάνει κανείς σε μια υπαρξιακή συνειδητότητα, ανάλογη με αυτή του Πεντζίκη που ρωτάει:

Ποιος είμαι; Δεν πιστεύω στη μορφή που παρουσιάζει ο καθρέφτης. Το είδωλο, όπως κι αν φωτιστεί μ' αρετή ή με κακία, δεν υπάρχει. Η ιστορία της συνείδησης του είναι, μακριά και ατέλειωτη, δυσκολεύεται να συντάξει, στο σχήμα μιας ατομικής ανθρώπινης μορφής, όλο το σκόρπιο κομματιαστό αντιθετικό αντιφατικό υλικό. [Μητέρα Θεσσαλονίκη, σ. 27].

Συμπεράσματα

Για τον Πεντζίκη η έκφραση αποτελεί επίφαση. Η ουσία παραμένει απροσδιόριστη και αδυνατούμε να την αντικειμενοποιήσουμε για να την κατανοήσουμε. Στο παιχνίδισμα της έκφρασης ζούμε την τραγικότητα της αδυναμίας μας με επαναλήψεις και λεπτομερείς περιγραφές αντικειμένων και αισθημάτων. Δεν είναι πουθενά σαφές ότι ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει την ουσία. Επίφαση είναι και το παιχνίδι του αφηγητή να οδηγεί τον ήρωα ή τον εαυτό του στο θάνατο και στην ανάσταση.

Παράλληλα, η επιθυμία του ανθρώπου να παίξει ένα ρόλο έξω από τον εαυτό του, έξω από το εγώ του, υποδεικνύει μια κατάσταση που ίσως είναι εγγεγραμμένη στον άνθρωπο γενικά, αν σε στιγμές ρευστότητας μπορεί να ταυτίζεται ή να αδελφώνεται με τα πράγματα ή το χώρο. Νομίζω ότι είναι μια κατάσταση συνειδητότητας που αντιπαρέχεται τη μικρότητα του εγώ με τη συμβατική έννοια. Σε αυτή την κατάσταση συνειδητότητας ως αντανάκλαση στο χώρο της ενόρασης συμμετέχουμε στο απροσδιόριστο χωρίς να μπορούμε να το κατανοήσουμε. Εδώ υπονοείται ότι το μικρό μάτι που ατενίζει τη λεπτομέρεια έχει την ίδια φύση με ό,τι αποκαλούμε κοσμικό (μόνο το ηλιοειδές μάτι μπορεί να ατενίσει τον ήλιο, όπως έλεγε ο Πλωτίνος).

Εδώ έγκειται η φιλοσοφική έννοια του «όμοιου» στην οποία φαίνεται να υπακούει ο Ν. Γ. Πεντζίκης. Η περίπτωση του αναγνώστη δεν υπεισέρχεται στα ενδιαφέροντα του συγγραφέα για τον Πεντζίκη.


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΤΖΙΚΗΣ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1997




from ανεμουριον https://ift.tt/2vpEfUa
via IFTTT
Από το Blogger.