"Ιδεοπλάνος τραγουδιστής"

του Δημήτρη Κόκορη
ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟ 1927 ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΜΟΣΧΑΤΟ - ΑΝΑΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας
ποτίζουμε τη γη για να γεννά
καρπούς, λουλούδια, τ’ αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας·
φτωχή, αλουλούδιαστη, άκαρπη, μονάχα η αργατιά.

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας
ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί
πιο δυνατά κι απ’ τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας,
και μ’ όλο το αλυσόδεμα, σκάφτουν, και η γη πλουτεί.

Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιο σου, εργάτη, νόμοι
στο τρώνε αδικητές χωρίς ντροπή.
Αγκαλιαστήτε, αδέρφια ορθοί! Με μια καρδιά, μια γνώμη,
Δικαιοσύνη, βρόντηξε, και λάμψε, Προκοπή!

Η εύκολη υπόθεση ότι το ποίημα ενδέχεται να γράφτηκε κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου και να φιλοξενήθηκε - όπως πολυάριθμα ποιήματα ίδιας πνοής και στόχευσης - σε κάποιο αριστερό περιοδικό, αποδεικνύεται ασταθής. Οι στίχοι γράφτηκαν το 1913 και δημιουργός τους ήταν ο Κωστής Παλαμάς. Ο ποιητής γνωστοποιεί ότι παρακλήθηκε να γράψει το ποίημα από το «Εργατικόν Κέντρον Αθηνών» και δίδει την πληροφορία ότι υπάρχει και μελοποίηση των στίχων από τον Μανώλη Καλομοίρη. Έχει υποστηριχτεί πως από τους στίχους λείπει η «οραματιστικη έκφραση» και ότι «η πληθώρα των κομμάτων, συγκεκριμένα στον τελευταίο στίχο κάθε στροφής, αντί να δίνει στο ποίημα ένα κοφτό ρυθμικό αποτέλεσμα, που θα τόνιζε τη σημασία του περιεχομένου [...] δημιουργεί μια άβολη ρυθμικά έκφραση».

Η αλήθεια είναι ότι η περίπλοκη στίξη του ποιήματος οδηγεί σε σημασιολογικές συμπυκνώσεις και σε ηχοφθογγολογική ροή, οι οποίες είναι πιο δύσκολο να αποδοθούν με τη ρυθμική επαναληπτικότητα, που η φόρμα ενός τραγουδιού επιβάλλει. Από την άλλη, παρά τις ενδεχόμενες αδυναμίες των στίχων, το ποίημα, ακριβώς επειδή πέρα από τη ρυθμική - σημασιολογική φόρτιση περικλείει και συναισθηματική πύκνωση, ενέχει τη δυναμική να κερδίσει τους αναγνώστες με τη συγκινησιακή σκευή του.

«Καθαρά κομμουνιστικά»

Ο Παλαμάς πολύ αργότερα εντάσσει το ποίημα στη συλλογή του «Σκληροί και δειλοί στίχοι». Ο Ανδρέας Καραντώνης δημοσιεύει το 1930 κριτικό σημείωμα για την παλαμική συλλογή. Ο Καραντώνης, αναντίρρητα σημαντικός κριτικός αλλά και άγρυπνος φρουρός της εθνικοφροσύνης, δεν χάνει την ευκαιρία να χαρακτηρίσει το «Εμείς οι εργάτες» «καθαρά κομμουνιστικό». Ο Παλαμάς αντιδρά και - σε επιστολή που συντάσσει στις 24.2.1930 και δημοσιεύεται στη Νέα Εστία - τονίζει ότι το ποίημα είναι απλώς «φιλεργατικό - κάτι που αρκετά διαφέρει από τον μπολσεβικισμό. [Είναι] βγαλμένο από την ίδια ιδεολογία που γέννησε μέγα μέρος του Δουλευτή στον Β' Λόγο του Δωδεκάλογου του Γύφτου [...] θυμίζει κι αυτό τα εκστατικά περάσματα του ιδεοπλάνου τραγουδιστή εμπρός από τα μεγαλόπρεπα φαντάσματα του σοσιαλισμού». Άλλωστε, όπως σημειώνει αφετηριακά, την εποχή σύνθεσης του ποιήματος δεν είχε «καμμιά γνώση ούτε της φιλοσοφίας ούτε του ονόματος του κομμουνισμού». Σαφέστατα, το έτος 1930 σηματοδοτεί πολύ διαφορετικά κοινωνικοπολιτικά και πνευματικά συμφραζόμενα από αυτά του έτους 1913, το οποίο κατέχει χρονικό στάδιο προγενέστερο ακόμα και της «Οκτωβριανής Επανάστασή». Η αριστερή διανόηση δίνει ποικιλότροπα το «παρών» σε όλη τη δεκαετία του 1920. Είναι εύλογο ο φιλελεύθερων αστικών αντιλήψεων ποιητής, του οποίου το έργο είχε αξιόλογη φιλολογική και αναγνωστική αποδοχή, να μη θέλει να ταυτιστεί με τον κομμουνισμό και μάλιστα ετεροχρονισμένα.

«Εργάτες» και «αγρότες»

Το ποίημα φανερώνει τη θεματική πολυσχιδία του Παλαμά, του οποίου ο αυτοχαρακτηρισμός («ιδεοπλάνος τραγουδιστής») είναι πολύ εύστοχος. Ο «πολύτροπος στίχος» του λειτούργησε στα όρια της παραδοσιακής ρυθμικής αρμονίας («τραγουδιστής»), ενώ «πλανήθηκε» κατά τη μακρά πορεία του στους χώρους ποικίλων και ενίοτε αντίθετων μεταξύ των ιδεών, των οποίων το περίγραμμα αναδύεται ευκρινές από τις συνθέσεις του. Ο Παλαμάς ανέπτυξε τις ποιητικέs του απόψεις σε αρκετά κείμενα, αλλά ιδιαίτερα αποκαλυπτικές ως προς το ζήτημα είναι - κατά τη γνώμη μας - οι προσεγγίσει του στο έργο νεότερων νεωτεριζόντων ομοτέχνων του. Τον πρώιμα και γνήσια μοντέρνο Τ. Κ. Παπατσώνη, παρόλη τη διαφαινόμενη θερμή διαπροσωπική τους σχέση, δεν δείχνει να τον νιώθει. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο με τα πρώιμα ποιήματα του Παπατσώνη (εφ. Ακρόπολις, 1913) αλλά και όταν αυτός έχει δώσει εξαίρετα ποιήματα σαν το «Beata Beatrix». Σε κείμενο του 1923 κρίνει πως ο Φώτος Γιοφύλλης (σε προφουτουριστική, βέβαια, εποχή) δεν «έχει συγγένεια με την αφροντισιά που μεταχειρίζεται το στίχο ο φανατικά μυστικόπαθος καθολικισμός» του Παπατσώνη. Αισθάνεται «σα θωπευτικές ανατριχίλες» ορισμένους στίχους της σεφερικής Στροφής (1931), αλλά κρίνει ότι τα ποιήματα της συλλογής είναι «κρυπτογραφικά» και δεν «βλέπει το κλειδί» τους. Το αφειδώλευτα υμνητικό τετράστιχο για τον Ρίτσο, που κλείνει με το ιπποτικό «να παραμερίσουμε για να περάσει», το εμπνέεται από Το τραγούδι της αδερφής μου (1937), το οποίο είναι μεν ελευθεριότερο μετρικά από τη Στροφή του Σεφέρη, αλλά υποβάλλει μια διαύγεια, τόσο συναισθηματική όσο και σημασιολογική.

Ωστόσο, η ρυθμική - νοηματική δυναμική των στίχων, η «μεταρσίωση του ρυθμού», κατά την εύστοχη διατύπωση του Κ. Θ. Δημαρά, δεν επιτρέπεται φυσικά να νοθεύεται, ούτε να διαστρέφεται ιδεολογικά, ερήμην του δημιουργού. Στην εφημερίδα Δημοκρατία, στο φύλλο της Κυριακής 4 Σεπτεμβρίου 1932 και δημοσιεύεται στη Νέα Εστία, ο ποιητής τονίζει: «Είναι το ίδιο παλαιό μου ποίημα, με τη διαφορά πως άλλαξε ο τίτλος. Όπου βρίσκεται η λέξη εργάτες (και επαναλαμβάνεται στα τρία τετράστιχα που αποτελούν το ποίημα), γίνεται αγρότες· [...] χωρίς να γνωρίζω τίποτε, η ωδή παρουσιάζεται παρωδία. Αλλά παρωδία που κρύβει το μασκάρεμά της και παρωδεί και τη δική μου μικρή, όμως δικαιούμενη να μένει απαραβίαστη, προσωπικότητα και σε όσους με γνωρίζουν και περισσότερο σε όσους με αγνοούν».

Ο Παλαμάς είναι φανερό πως δεν θα ήθελε να θεωρηθεί ότι διαμαρτύρεται για λόγους πολιτικούς: «Ουσιαστικά και στη ζωή μπορεί να μην είναι μεγάλη η διαφορά του εργάτη και του αγρότη, καθώς μας το θυμίζει ο άξιος πάσης τιμής και κάθε συμπαθείας κύριος Παπαναστασίου, που αδερφώνει τις δύο θεωρίες μέσα στη φιλοσοφία της πολιτικής του». Οι ενστάσεις του Παλαμά είναι ποιητικές: [...] η ολοζώντανη αργατιά αλλάζεται σε αγροτιά· λέξη ανύπαρκτη και στη γλώσσα μας και στο λεξικό μου». Στην πορεία, η λέξη εντάχθηκε στη γλώσσα μας, αλλά φαίνεται ότι στον ποιητή δεν άρεσε.

Επιπρόσθετα: «ο στίχος ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί γίνεται παράγουμε - δηλαδή αντί με το ζυμώνουμε να είναι μεταφορά που μεταφέρει και ζωντανεύει, με το παράγουμε, που ποτέ δε μου δόθηκε αφορμή ως την ώρα να το χρησιμοποιήσω στο στίχο μου, χάνει το χρώμα του, πεζοποιούμενος». Αφενός, αυτή η πεζοποίηση ήταν που ενόχλησε τον Παλαμά, ο οποίος ακόμη και με τον «πολύτροπο στίχο» του παρέμεινε «τραγουδιστής» και αφετέρου, όπως σημειώνει και ο ίδιος, «[...] διαφέρει τεράστια το πράγμα στην ποιητική τέχνη, στο στίχο, στο έργο, στη χρονολογία του, στην αλήθεια, στην ακρίβεια [...]».

Η αλήθεια είναι ότι η μεταφορά των πρώτων στίχων της πρώτης στροφής (όχι της δεύτερης, για της οποίας την εξάλειψη διαμαρτύρεται ο ποιητής) γίνεται πιο ρεαλιστική, όταν οι εργάτες αντικαθίστανται από αγρότες και ίσως αυτός να ήταν, πέραν των ιδεολογικών κινήτρων, ένας από τους λόγους που ώθησαν στην - όπως και να έχει απαράδεκτη - μεταποίηση των παλαμικών στίχων. Στα ελαφρυντικά της εφημερίδας Δημοκρατία δίκαιο είναι να προσγραφεί το ότι - όπως πληροφορεί στα μεστά του σχόλια ο επιμελητής της Αλληλογραφίας Παλαμά Κ. Γ. Κασίνης - ζήτησε συγγνώμη από τον ποιητή στο φύλλο της 11ns Σεπτεμβρίου 1932, όπου και αναφέρεται πως η παραποιημένη μορφή του παλαμικού ποιήματος μεταφέρθηκε από κάποια επαρχιακή εφημερίδα.


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΤΟΥ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 2003




from ανεμουριον https://ift.tt/3d35a97
via IFTTT
Από το Blogger.