Ο θεατρικός Παλαμάς

του Δημήτρη Σπάθη
ΤΡΙΣΕΥΓΕΝΗ (1935). ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ: ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ (19/11/1935 - 01/12/1935). ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΞΙΝΟΥ (ΤΡΙΣΕΥΓΕΝΗ), ΑΛΕΞΗΣ ΜΕΙΩΤΗΣ (ΠΑΝΟΣ ΤΡΑΤΑΣ).
Στο πέρασμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα, μέσα σε μια δεκαετία ή κάτι παραπάνω (1895-1905), στο νεοελληνικό θέατρο, στη δραματουργία και τη σκηνική πράξη, συντελούνται εντυπωσιακές αλλαγές, με αποκορύφωμα την ίδρυση και λειτουργία του ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ (1901-1908) και της ΝΕΑΣ ΣΚΗΝΗΣ του Κ. Χρηστομάνου (1901-1905). Ο Παλαμάς ήταν παρών σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή, μπορούμε να πούμε πως ήταν σημαντικός συντελεστής, δημιουργός των εξελίξεων, αλλά και δημιούργημά του.

Το δράμα σε 4 μέρη με τον τίτλο ΤΡΙΣΕΥΓΕΝΗ (εκδ. 1903), ως θέμα και ως γραφή υπήρξε κάτι πρωτόγνωρο για τον ελληνικό κόσμο, αλλά η συμβολή του ποιητή στην ανανεωτική θεατρική κίνηση δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτό το κείμενο. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1890, με τις κριτικές του και την αρθρογραφία του, ο Παλαμάς (μαζί με τον Ξενόπουλο) αγωνίστηκε συστηματικά για να αλλάξει προσανατολισμό το ελληνικό θέατρο. Επέκρινε τις ρουτινιέρικες συνήθειες των παλαιών θιάσων, τους συγγραφείς με τις κλασικο-ρομαντικές παρωπίδες του 19ου αιώνα, έδειξε πως η ελληνική πνευματική ζωή είχε ανάγκη από κάτι καινούργιο, ζωντανό, σύμφωνο με τις απαιτήσει της σύγχρονης κοινωνίας. Ιδιαίτερα έκανε σπουδαία προσπάθεια για να εξοικειώσει τους Έλληνες αναγνώστες και φιλότεχνους με τα ευρωπαϊκά νεωτερικά ρεύματα στη δραματική λογοτεχνία και το θέατρο (Ιψεν, Μέτερλινκ, κ.ά.).

Όπως είπα όμως, ο Θεατρικός Παλαμάς είναι και δημιούργημα αυτών των εξελίξεων: μέσα στη ζύμωση εκείνων των χρόνων ακονίζει τη σκέψη του και την πένα του για τα προβλήματα της ελληνικής σκηνής. Αντιμετωπίζει τις προκλήσεις και τα ερεθίσματα, που αντιπροσωπεύουν η προετοιμασία για την ίδρυση του ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ, τα καινούργια φαινόμενα στην ελληνική δραματική παραγωγή (ΒΟΥΡΚΟΛΑΚΑΣ του Εφταλιώτη, έργα του Καμπύση, του Ξενόπουλου, του Ψυχάρη). Αναγνωρισμένος πνευματικός ηγέτης ο Παλαμάς φυσιολογικά βρέθηκε ανάμεσα στους συνιδρυτές της ΝΕΑΣ ΣΚΗΝΗΣ, υπέγραψε την ιδρυτική διακήρυξη, η οποία διαβάστηκε στο θέατρο του Διονύσου, τον Φεβρουάριο του 1901 και υποσχόταν την αναγέννηση «της δραματικής ποιήσεως και της σκηνικής τέχνης εν Ελλάδι».

Για να γραφτεί η ΤΡΙΣΕΥΓΕΝΗ υπήρξαν και άλλα παλαιότερα ή παράλληλα κίνητρα, ωστόσο η συγκρότηση της ΝΕΑΣ ΣΚΗΝΗΣ έδωσε την αποφασιστική ώθηση: το έργο, δράμα σε τέσσερα μέρη, σε πεζό, κυκλοφόρησε αρχές του 1903 και σύντομα αναγγέλθηκε πως θα παιχθεί στη ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ. Ομως το καλοκαίρι του 1903 ξέσπασε το «σκάνδαλο», ή, όπως λέει ο Γιάννης Σιδέρης, ο «εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των δημοτικιστών». Ο Χρηστομάνος ζήτησε από τον Παλαμά να κάνει περικοπές, συντομεύσεις και διάφορες σκηνικές μετατροπές, ο ποιητής αρνήθηκε, πείσμωσε και απέσυρε το έργο του. Ανταλλαγή επιστολών διά του Τύπου, με λόγια όχι τόσο ευχάριστα, όξυνε ακόμα περισσότερο την αντιπαράθεση. Ο συγγραφέας πληγώθηκε, αλλά περισσότερο ζημιώθηκε ο Χρηστομάνος και το θέατρό του, που αντιμετώπιζαν τις επιθέσεις των συνεργατών του ΝΟΥΜΑ, απομονώθηκαν από τους φυσικούς τους συμμάχου, από την παράταξη των δημοτικιστών.

Ο Παλαμάς γνώριζε πως ο δρόμος για την υποδοχή του έργου του δεν θα ήταν στρωμένος με ρόδα και φρόντισε κάπως να προϊδεάσει τον αναγνώστη με τον πρόλογό του στην έκδοση του δράματος. Υπογραμμίζει πως σέβεται τους κανόνες και διευκρινίζει: «Γενικός νόμος του δραματικού ο πόλεμος είναι βέβαια· πόλεμος ανθρώπων που θέλουνε με άλλους ανθρώπους που θέλουν ή πόλεμος με τη Μοίρα· ή πόλεμος με την ίδια τους τη συνείδηση». Και οι τρεις μορφές σύγκρουσης υπάρχουν στο δράμα του Παλαμά, με κυρίαρχο άξονα τον πόλεμο «του ελεύτερου, του ενός, του μόνου ανθρώπου», που είναι η ηρωίδα του έργου, για να «σπάσει την αλυσίδα», την αλυσίδα που κρατά τους ανθρώπους αιχμάλωτους στις προλήψεις, στο μίσος, στην έχθρα, στην καχυποψία. Οι φράσεις μέσα σε εισαγωγικά είναι από την «Ωδή στο θάνατο του Ibsen», που θα γράψει ο Παλαμάς το 1906. Η ηρωίδα του παλαμικού δράματος, θυμίζει ή μπορεί να συσχετιστεί με ιψενικές γυναικείες μορφές, είναι όμως πλασμένη η ίδια, όπως και όλο το κείμενο, με τη δημιουργική πνοή του Έλληνα ποιητή, είναι ενσάρκωση του δικού του ιδανικού ομορφιάς, και ιδανικού ανθρώπινης ελευθερίας.

Ο κόσμος της Τρισεύγενης

Περιφρονώντας την κληρονομιά του μίσους, η Τρισεύγενη αγαπά και παντρεύεται τον Πέτρο Φλώρη, εχθρό του πατέρα της. Αυτή η υπέρβαση των μεσαιωνικών αντιλήψεων καθιερώθηκε, από τα χρόνια της Αναγέννησή και της σαιξπηρικής Ιουλιέτας, ως πράξη ανθρωπιστική-επαναστατική. Η Τρισεύγενη, όμως, τη ρήξη με τις σκουριασμένες ιδέες, τις αραχνιασμένες αντιλήψεις την προεκτείνει προς όλες τις κατευθύνσεις, σε βάθος και σε πλάτος. Ο άντρας την θέλει νοικοκυρά, αλλά εκείνη για νοικοκυρά δεν κάνει, θέλει να ζει «ασκλάβωτη», δεν γίνεται σκλάβα κανενός. Γυρίζει στα πανηγύρια, χορεύει με έναν εχθρό του άντρα της, περιφρονεί τη γνώμη του κόσμου, τους περιορισμούς της μικροαστικής ηθικής. Οι δυνάμεις που αντιπροσωπεύουν τον παλιό κόσμο και ο ίδιος ο άντρας της, που παραμένει αιχμάλωτος των προλήψεων, δεν μπορούν να την καταλάβουν. Όταν ο Πέτρος Φλώρης την εγκαταλείπει, η Τρισεύγενη παίρνει φαρμάκι για να βάλει τέλος στη ζωή της. Σαν γνήσια τραγική ηρωίδα συντρίβεται στην άνιση αναμέτρηση με τον εχθρικό της κόσμο των καχύποπτων, μικρόψυχων και στενόμυαλων ανθρώπων.

Η σύνθεση του ρεαλιστικού στοιχείου με το λυρικό-ποιητικό, του πραγματικού με το ιδανικό, το δέσιμο των προσώπων, των συμπεριφορών με το φυσικό τοπίο, το ύπαιθρο, τη θάλασσα, η μίξη ηθογραφίας και ρομαντισμού, μοτίβων από λαϊκές δοξασίες και παραδόσεις καθώς και συμβολισμών, όλα αυτά μαζί με την ξεχωριστή ατμόσφαιρα που δημιουργεί η παλαμική γλώσσα θέτουν δυσεπίλυτα προβλήματα για τη μεταφορά του έργου στη σκηνή. Για πάρα πολλά χρόνια ήταν εδραιωμένη η πεποίθηση πως πρόκειται για έξοχο θεατρικό κείμενο, αλλά δεν είναι θέατρο.

Η δοκιμασία του δράματος στη σκηνή

Η διαδρομή της ΤΡΙΣΕΥΓΕΝΗΣ στη νεοελληνική θεατρική σκηνή, εν μέρει επιβεβαίωσε, εν μέρει ανέτρεψε αυτή τη γνωμάτευση. Απέδειξε πως πρόκειται για έργο δύστροπο, με πολλές ιδιαιτερότητες, που η ερμηνεία του απαιτεί ειδικό κλειδί, καλή και σωστή προετοιμασία. Ο έμπειρος και δοκιμασμένος σκηνοθέτη Θωμάς Οικονόμου, που πρώτος σκηνοθέτησε το έργο το 1915 (στο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ), ατύχησε, γιατί ο θίασος με τον οποίο συνεργάστηκε και η νεαρή ανερχόμενη σταρ Ζηνοβία Παρασκευοπούλου, η πρωταγωνίστριά του, δεν είχαν δυνάμεις για να αναμετρηθούν με ένα τόσο δύσκολο κείμενο. Η πρώτη πετυχημένη δοκιμασία της ΤΡΙΣΕΥΓΕΝΗΣ έγινε στη σκηνή του ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ το 1935, χάρη σε έναν πολύ καλό δάσκαλο του ποιητικού λόγου και καλό δάσκαλο ηθοποιών, τον Δημήτρη Ροντήρη και πρωταγωνίστρια την Κατίνα Παξινού. Τη χρονιά του θανάτου του ποιητή, το 1943, το έργο του παίχτηκε ως εναρκτήριο από το νεοϊδρυθέν ΚΡΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ στη Θεσσαλονίκη, όπου τα εγκαίνια του θεάτρου και η παράσταση αντήχησαν ως πράξη αντίστασης. Στα μεταπολεμικά χρόνια, σημαντικές ερμηνείες της παλαμικής ηρωΐδας πρόσφεραν η Άννα Συνοδινού στο ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ το 1958 και η Αλέκα Παΐζη στο ΚΘΒΕ το 1963 (σκηνοθεσία Σωκράτη Καραντινού).
Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ «ΤΡΙΣΕΥΓΕΝΗΣ» ΗΤΑΝ ΤΟ 1958 ΠΑΛΙ ΣΤΟ «ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ», ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΡΟΛΟ. 
Οι ταλαιπωρίες που πέρασε το θεατρικό του κείμενο και οι πικρίες που δοκίμασε ο ίδιος, ασφαλώς επηρέασαν τον Παλαμά και τον οδήγησαν μακριά από τον δραματικό στίβο. Τουλάχιστον αυτή είναι η άποψη που διατύπωσε ο Γιώργος Θεοτοκάς το 1944 και την αντέκρουσε εν συνεχεία ο Ξενόπουλος (στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 35, αρ. 406/1.5.1944, ο πρώτος και αρ. 408/1.6.1944, ο δεύτερος). Να μην ξεχνάμε όμως και τις συνθήκες του ελληνικού θεάτρου εκείνης της εποχής, όπου μετά το κλείσιμο της ΝΕΑΣ ΣΚΗΝΗΣ (1905) και του ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ (1908), το σοβαρό δραματικό είδος πέρασε βαθιά κρίση. Και κάτι άλλο: ο Παλαμάς από καιρό, στις θεατρικές του απόψεις, είχε αρχίσει να επηρεάζεται από τους ομοτέχνους του συμβολιστές του γαλλόφωνου χώρου, από τις ακραίες, αρνητικές τοποθετήσει του Μαλαρμέ και του Μέτερλινκ, που απέρριπταν συλλήβδην τη θεατρική πρακτική της εποχής τους. Έτσι και ο Παλαμάς, απογοητευμένος από τα ελληνικά θεατρικά πράγματα, επαναλαμβάνει πως τον ενδιαφέρει μόνο το δράμα (δηλαδή το δραματικό κείμενο), όχι το θέατρο και τελικά διακόπτει την επαφή του με τον θεατρικό κόσμο γενικώς.

Το μοναδικό του θεατρικό δημιούργημα, παραμένει μοναχικό, υπερήφανο αλλά γοητευτικό όσο και η ίδια η ηρωίδα του. Έχει κατακτήσει μια περίοπτη θέση στη δραματική μας λογοτεχνία, δίπλα στην ΕΡΩΦΙΛΗ και στον ΒΑΣΙΛΙΚΟ. Και η ΤΡΙΣΕΥΓΕΝΗ, όπως αυτά τα δύο έργα, έχει τις ιδιαιτερότητές της ή κατ’ άλλους τις αδυναμίες της και δυσκολίες, που δεν πρέπει να τις αγνοούμε. Παραμένει όμως το έργο του Παλαμά μια ανοιχτή δημιουργική πρόκληση για τους ανθρώπου του θεάτρου.


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΤΟΥ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 2003




from ανεμουριον https://ift.tt/2WkLpE0
via IFTTT
Από το Blogger.