Ο "ξεπερασμένος" Παλαμάς είναι παρών

της Αγορής Γκρέκου
Ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΣΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ «ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ» ΤΟ 1926.
Αν η φιλολογία είναι «τέχνη», για να επαναλάβω τον Διονύση Καψάλη που στο βιβλίο του ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΘΜΑ επαναλαμβάνει τον Νίτσε, θα πρέπει και ο φιλόλογος να λειτουργεί με την αγωνία και την εγρήγορση του δημιουργού. Πρέπει όμως η φιλολογία να είναι και επιστήμη, ώστε να κατευνάζει, ει δυνατόν να εξαλείφει, το πιθανό πατροκτόνο σύνδρομο του επιγόνου. Βιαζόμαστε συνήθως να αναγγείλουμε το τέλος των πραγμάτων. Ήδη έχει ανακοινωθεί και μελετηθεί ο θάνατος της ποίησης και γραμματολογικοί θάνατοι ποιητών συντελούνται μαζί με μεταθανάτιες- «επικήδειες» συγκεντρωτικές εκδόσεις. Έτσι ώστε συχνά ο φιλόλογος να συμπεριφέρεται ως εργολάβος τελετών αντί να επιδίδεται σε πνευματικές συναντήσεις και σε πράξεις πολιτισμού που αντιμάχονται τον θάνατο και λυτρώνουν από την αγωνία του.

«Ενοχλήσεις» και  νέοι μελετητές

Η σπουδή αντίκειται λοιπόν προς τη φιλολογία, δημιουργεί κενά στην ιστορία της λογοτεχνίας, οδηγεί σε πλάνες την κριτική. Από τέτοιους εσπευσμένους θανάτους προκύπτουν εσφαλμένες απόψεις που τροφοδοτούν για πολλά χρόνια τις κυρίαρχες τάσεις. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα, για πολλά χρόνια θεωρήθηκαν -και ακόμη θεωρούνται από πολλούς- «παραδοσιακοί», άρα παρωχημένοι ποιητές όλοι σχεδόν όσοι έγραψαν εμμέτρως πριν ή μετά τον Σεφέρη. Για λόγους που αξίζει να μελετηθούν κάποτε διεξοδικά, υπερτονίστηκε δηλαδή η σημασία της εξωτερικής μορφής στον προσδιορισμό του μοντέρνου. Η υπέρ του «ελεύθερου στίχου» ιδεοληψία λειτούργησε μέχρι πρόσφατα εις βάρος της παλαιότερης ποίησης και βεβαίως εις βάρος του Παλαμά. Έτσι, συνηθέστατα, παρατηρεί κανείς σήμερα αντιδράσεις δυσφορίας όταν γίνεται λόγος για το παλαμικό έργο. Ότι δηλαδή δεν υποφέρεται, δεν διαβάζεται πια. Ενοχλούν οι τεχνοτροπίες, το λεξιλόγιο, η ρητορεία, ο στόμφος, ο συναισθηματισμός, η ίδια η ποίηση... το όνομα του ποιητή...

Τα τελευταία χρόνια ανασκευάζονται βέβαια οι παραπάνω βλαπτικές για την ποίηση απόψεις. Εμφανίστηκαν νέοι μελετητές του Παλαμά και μάλιστα εξ αυτών ορισμένοι είναι ομότεχνοί του κι έχουν επιτυχώς καταπιαστεί με την υπεράσπιση του έργου του. Ακόμη, χάρη στη σταθερή προσπάθεια του Ιδρύματος Παλαμά διαθέτουμε ένα συνεχώς αυξανόμενο σώμα παλαμικών κειμένων, ενώ λείπει μια σχολιασμένη έκδοση Απάντων, όπως άλλωστε τέτοιες εκδόσεις λείπουν για τόσους ακόμη ποιητές μας, με κατεξοχήν παράδειγμα θιγόμενου από την έλλειψη αυτή ποιητή τον Άγγελο Σικελιανό.

Ας ξεχωρίσουμε την ακόμη ακμαία, προσεκτική και διεισδυτική γλώσσα του Αιμίλιου Χουρμούζιου στο τρίτομο έργο του Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ, πριν ισχυριστούμε ότι «έφθειρε» την παλαμική ποίηση και η άμουση αν όχι ακατέργαστη γλώσσα που τη δίδαξε και την ερμήνευσε. Διόλου δεν ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχει υψηλού επιπέδου, δημιουργική ελληνική κριτική, το θέμα είναι ότι, συχνά, οι κυρίαρχες τάσεις διαμορφώνονται από το αντίθετο είδος. Εισερχόμενοι στον 21ο αιώνα, λιγότερο δέσμιοι, ίσως, των προκαταλήψεων και των ιδεολογημάτων που ταλαιπώρησαν τον 20ό, καλούμαστε να μελετήσουμε σκοπιμότητες και λάθη. Ας ευχηθούμε τουλάχιστον ότι από το έργο του Παλαμά θα διδάσκονται τα ουσιαστικό: Το εξαιρετικό βάθος της λυρικής του περιπέτειας με αποκορύφωμα τη σύνθεση της ΦΟΙΝΙΚΙΑΣ, η οικουμενικότητα της σκέψης του, η αυτοαναλυτική και αναλυτική του ικανότητα, η διαρκής, χωρίς συμπλέγματα, συνομιλία με τους Ευρωπαίους ομοτέχνους του, όπου ο θαυμασμός για τα ξένα πρότυπα και τα επιτεύγματά τους δεν μειώνει την εθνική υπερηφάνεια. Κι ας ξαναθυμηθούμε ότι η προσέγγιση στις παλαμικές μεγάλες συνθέσεις όσο και στα μικρότερα παλαμικά «πλάσματα» αλλά και συνολικά η προσέγγιση στην Ποίηση, σε «αυτό το υπέρτατο λουλούδι του Λόγου», όπως την ονόμασε ο ίδιος ο Παλαμάς στον πρόλογό του στο «Δωδεκάλογο του Γύφτου», προϋποθέτει επιθυμία, άσκηση και υπομονετική ενασχόληση. Το πολιτιστικό επίπεδο που με μιας κατέκτησε ο Παλαμάς πιστεύω ότι εξακολουθεί να είναι σήμερα, έναν αιώνα αργότερα, πολύ υψηλότερο από αυτό του μέσου αναγνώστη του. Θα ήταν λοιπόν επιπολαιότητα και αφέλεια, αν όχι μια ακόμη επίδειξη κακόγουστου νεοπλουτισμού και αγραμματοσύνη, να ισχυρίζεται κανείς ότι ο Παλαμάς είναι «απλά ξεπερασμένος». Όσο είναι, εξάλλου, επίδειξη νεοφώτιστου ενθουσιασμού για τη δυνατότητα των καινούργιων μέσων παραγωγής (και διακίνηση) καλλιτεχνικού (ή παρεμφερούς) προϊόντος η αναγγελία του θανάτου της ποίησης ή και άλλων τεχνών.

Αλλά ας επιστρέψουμε στον Παλαμά. Όχι στην άμετρη περιοχή της λυρικής του σκέψης, στα βάθη και τα ύψη των φιλοσοφικών ιδεών του, των οποίων η προσέγγιση προϋποθέτει, όπως είπαμε, ειδικό ενδιαφέρον και προσπάθεια. Aς μιλήσουμε με παραδείγματα για πράγματα πολύ απλά. Για τον κόσμο των απτών αντικειμένων που συνθέτουν την παλαμική εικονοποιΐα, για τα πιο άμεσα συναισθήματα και τα πιο κοινότοπα θέματα της παλαμικής ποίησης. Και ας αποτολμήσουμε πρώτα τον εξής συλλογισμό: Σήμερα, που η ντόπια αγορά έχει κατακλυσθεί από αντικείμενα, προερχόμενα από διάφορα μέρη του κόσμου, χοντροειδώς ή πρωτόγονα κατασκευασμένα, και (ξανα)μαθαίνουμε, έστω και ως καταναλωτές των καλαίσθητων και διακοσμητικών εν τέλει αυτών χειροποίητων ειδών, τη χρήση, τα υλικά και -ελπίζω- το όνομά τους, σήμερα που καινούργιοι τρόποι (και λόγοι) άθλησή και αναψυχής μας ξαναφέρνουν κοντά στην «ελληνική γη», γιατί τα αντικείμενα που συνθέτουν τις λιγότερο αφηρημένες σκηνές του παλαμικού τοπίου να μην είναι εκ νέου προσιτά; Κι έχω για παράδειγμα υπόψη μου το λυρικό λεξιλόγιο της ΦΛΟΓΕΡΑΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ.

Επειτα, μπορεί να μη βλέπουμε και να μην πιάνουμε το αμόνι, όμως, σε τελευταία ανάλυση, αυτό δεν είναι και τόσο σημαντικό. Σημαντικός είναι ο Γύφτος και η φυλή του. Μουσικοί στα πανηγύρια, μανάβηδες στις αγορές, θέμα προσφιλές στον ξένο κινηματογράφο ή και, κατεβαίνοντας την κλίμακα, θέμα σε εγχώριες τηλεοπτικές επιτυχίες, οι γύφτοι δεν μας εγκαταλείπουν ποτέ. Γιατί όλα αυτά να μη συναποτελούν την αφετηρία, έστω, για μια σύγχρονη πρόσληψη του παλαμικού Γύφτου;

Κι ακόμη, είναι νομίζω καταφανές ότι όχι μόνο δεν έχουν χάσει τη μουσική τους επενέργεια οι στίχοι «Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,μακρόσυρτα τραγούδια / ανατολίτικα,λυπητερά,πως η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!… (ΑΝΑΤΟΛΗ) αλλά νοηματοδοτούνται εκ νέου όταν γύρω μας βλέπουμε ακόμη τα παιδιά και τα εγγόνια τόσων προσφύγων, της ίδιας αυτής Ανατολής που είχε υπόψη του ο Παλαμάς, να έχουν την ψυχή τους δεμένη στους ίδιους αυτούς ρυθμούς, στην ανάμνησή τους ή σε κάποια παραφθορά ή μετεξέλιξή τους… Η εμπειρία της γυφτιάς και των προσφύγων είναι αναμφισβήτητα και δική μας εμπειρία.
Και για να αναφερθούμε σε ζητήματα πιο εμφανώς πολιτικά. Δεν παραμένει το αίτημα για Δημοκρατία, με το κεφαλαίο Δ που βάζει ο Παλαμάς στο ποίημά του ΕΥΡΩΠΗ, ανάγκη επιτακτική; Εξάλλου, η Ευρώπη, εμπόλεμη στο ομώνυμο παλαμικό ποίημα του 1914, αφενός ακόμη δεν έχει ησυχάσει, αφετέρου αποτελεί μείζον θέμα της πολιτικής επικαιρότητας ως προς την επιδιωκόμενη και συντελούμενη «ένωσή» της. Και, το κυριότερο, η πολιτική συγκυρία καθημερινά μας καλεί να απαντήσουμε σε ένα αίτημα και συνάμα σε ένα δίλημμα ταυτότητας που ρητά έθεσε στα ΠΑΡΑΚΑΙΡΑ (ΠΟΙΗΤΙΚΗ) ο αενάως αντιστικτικά προβληματιζόμενος Παλαμάς:

[...]
Εσύ αντιστάσου, αταίριαστος,
και τόλμα να κηρύττης:
-Του ΚΟΣΜΟΥ είμαι πολίτης,
πατρίδα έχω τη γη!-

[...]
Πάλι αντιστάσου αταίριαστος,
Και πες, πατριδολάτρης:
-Αμύνεσθαι υπέρ ΠΑΤΡΗΣ
εις άριστος οιωνός!

Ο Παλαμάς φωτογραφίζεται ανάμεσα σε λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης, στις 19 Δεκεμβρίου 1927. Από αριστερά, καθιστοί: Αιμ. Ριάδης, Αγλαΐα Σχινά, Κωστής Παλαμάς, Άννα Χαμουδοπούλου, Νίκος Βέης, Κων. Ρέσσος. Όρθιοι: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Α. Δάλλας, Α. Αντωνιάδης. Αν. Μισιρλόγλου, Αντ. Χαμουδόπουλος και ο γιος τον ποιητή Λέανδρος Παλαμάς (πηγή: «Θεσσαλονίκη,, 2.300 χρόνια»).
Τέλος, δεν είναι αλήθεια ότι, σε πιο προσωπικό επίπεδο, πολλοί αισθάνονται όπως και «ο δουλευτής χαλκιάς / που άλλα θέλησε και που άλλα / κατορθώνει» («Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου»): Δεν είναι αλήθεια ότι πολλοί νιώθουν καθημερινά σαν τον «ανάξιο ριμαδόρο / μαύρων θυμών και πορφυρών ερώτων» που «φυτρώνει» «στη γη που πιάνει και προκόβει ο σπόρος κάθε λογής τζουτζέδων και πιερρότων» (ΣΑΤΙΡΙΚΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ); Πόσοι, με μοναδικό πια όπλο το χιούμορ, δεν θα συνένωναν τη φωνή τους με τον παρακάτω λόγο του Παλαμά:

«Στ’ ακάθαρτα κυλήστε μας του βούρκου, / και πιο βαθιά. Πατήστε μας με κάτι / κι από το πόδι πιο σκληρό του Τούρκου. / Διαβασμένοι, ντοτόροι, σπιρουνάτοι, / ρασοφόροι, δασκάλοι, ρουσφετλήδες, / οικοπεδοφαγάδες, αβοκάτοι, / κομματάρχηδες και κοτζαμπάσηδες, / και της γραμματικής οι μανταρίνοι / και της πολιτικής οι φασουλήδες, / ταρτούφοι, ραμπαγάδες, ταρταρίνοι! / -Αμάν, Αγά, στα πόδια σου! άκου! στάσου! / Βυζαντινοί - Γασμούλοι - Λεβαντίνοι. / Ρωμαίικο, να! Με γεια σου, με χαρά σου».

Γιατί λοιπόν να θεωρείται παρωχημένη η ποίηση του Παλαμά; Πριν μιλήσουμε για παλιωμένες λέξεις ας σκεφτούμε ότι η επαφή με την παλιότερη ποίηση προϋποθέτει πάνω απ’ όλα την καλή γνωριμία με το παρόν. Παράξενο και δυσάρεστο μαζί: Το παραπάνω από τα ΣΑΤΙΡΙΚΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ, που θα μπορούσε κάποτε να σταθεί και σε νούμερο επιθεώρησή, δεν θυμίζει τα πρόσωπα που συνωστίζονται και συναποτελούν τον σύγχρονο κόσμο κάποιων τηλεοπτικών εκπομπών;


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΤΟΥ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 2003




from ανεμουριον https://ift.tt/2Wrmz5o
via IFTTT
Από το Blogger.