Οι φιλολογικές κριτικές και λογοτεχνικές καταθέσεις του Γιώργου Ιωάννου συγκροτούν ένα έργο σημαντικό και πολύπτυχο. Πυρήνας της συνεισφοράς του Ιωάννου είναι τα πεζογραφήματά του, τα οποία τοποθετούν τον δημιουργό τους σε εξέχουσα θέση του μεταπολεμικού λογοτεχνικού μας κανόνα. Η πεζογραφία τού Ιωάννου είχε και έχει υψηλόβαθμη απήχηση στους αναγνώστες, στους μελετητές, αλλά και σε συνομηλίκους και νεότερους ομότεχνους του. Ωστόσο, ο Ιωάννου ξεκίνησε ως ποιητής και είναι κοινός κριτικός τόπος ότι η πεζογραφική παραγωγή του ενέχει και αρκετά ποιητικά στοιχεία. Η αίσθηση της αμαρτίας, η εξομολογητικότητα, η ανάγκη ανθρώπινης επαφής, η λειτουργία της μνήμης αποτελούν δομικούς άξονες τόσο της ποιητικής όσο και της πεζογραφικής παρουσίας του συγγραφέα, ενώ εντοπίζονται βιώματα που ως θέματα τα έχει επεξεργαστεί και σε ποιητική, και σε πεζογραφική εκδοχή. Απλώς αναφέρουμε, για παράδειγμα, αφού ακόμη και οι τίτλοι σκιαγραφούν τη θεματική σύγκλιση, το ποίημα «Ομίχλη πέφτει» από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (α΄ εκδ. 1963) και το διήγημα «Ομίχλη» από τη Μόνη κληρονομιά (α΄ εκδ. 1974). Θα σχολιάσουμε εκτενέστερα ένα ποίημα και ένα πεζογράφημα του Ιωάννου, που θεμελιώνουν τη συγκινησιακή δυναμική τους σε ομοειδή βιώματα ή προφανώς και στο ίδιο βίωμα: Στον θάνατο ενός νεαρού στρατιώτη σε δυστύχημα. Τόσο η αφηγηματική φωνή του ποιήματος όσο και ο δραματοποιημένος αφηγητής του πεζογραφήματος υπογραμμίζουν τη συναδελφική και συναισθηματική σύνδεσή τους με το αδικοχαμένο παλικάρι.
Το ποίημα προέρχεται από Τα Χίλια Δέντρα:
ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ
Όταν ήρθε το σήμα πως σκοτώθηκε,
έφυγα πια και ρίχτηκα ξερός μέσα στα χόρτα.
Όλη τη νύχτα έτρεχα σε κατακίτρινη ερημιά,
έσκαβα λάκκους - κραύγαζα μια λύση.
Όσο που ήρθε, όσο που τον έφερα·
γυμνός και με τον πράσινο μπερέ καψαλισμένο.
Όταν θα βάλεις τα πολιτικά,
εμένα να θυμάσαι, μου ψιθύρισε·
ποτέ μου δεν απόχτησα κουστούμι.
Η οδυνηρή απώλεια, το τραγικό βίωμα, η μνήμη και η φαντασία ως μοχλοί του ποιήματος και ως πηγές εικόνων και συναισθημάτων κυριαρχούν. Η ρυθμική σκευή των στίχων συγκροτεί την προσωδιακή ταυτότητα του ποιητή Ιωάννου: Οι περισσότεροι στίχοι έχουν μια σχετικά χαλαρή -ωστόσο υπαρκτή- ρυθμική υπόσταση, βασισμένη στην εναλλαγή τροχαϊκής και ιαμβικής φόρτισης: Ο πρώτος στίχος, για παράδειγμα, εκκινεί με τέσσερις τροχαϊκές συλλαβές ( ΄ - ΄ -) και ολοκληρώνεται με ιάμβους ( _ ΄ ). Ωστόσο, ο δεύτερος και ο έκτος στίχος είναι ρυθμικώς άψογοι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι. Η σχετική μετρική ελευθεριότητα, εμπλουτισμένη και με νησίδες έμμετρης ρυθμικότητας, η μικρή σε έκταση φόρμα, η ανάπλαση εικόνων και λέξεων με οχήματα τη μνήμη, την εξομολόγηση και τη φαντασία, η συναισθηματική διαύγεια καθορίζουν την ποιητική φλέβα του Ιωάννου, η οποία όμως, όταν απλώθηκε στην περιοχή του πεζού λόγου, μέστωσε τα χαρακτηριστικά της και λειτούργησε πιο πρωτότυπα, αφού οι εξομολογητικές παρεκβάσεις, το μείγμα αναπόλησης και θυμοσοφίας, η χαλαρή -αλλά όχι ανύπαρκτη- πλοκή, ο βαθύς συναισθηματικός τόνος και ο δραματοποιημένος αφηγητής, που αποδίδει τα αφηγούμενα ως και σαν βιώματά του, συγχωνεύτηκαν σε ένα πεζογραφικό χαρμάνι εξαιρετικής ποιότητας.
Τα πασσαλάκια
Το πεζογράφημα «Τα πασσαλάκια» ανήκει στη συλλογή κειμένων Η σαρκοφάγος (α΄ εκδ. 1971). Στην αρχή του κειμένου στήνεται το σκηνικό εκτύλιξης του βιώματος, μιας και η φύση του πεζού λόγου επιτρέπει τα ομαλά δεσίματα των τμημάτων της αφήγησης (η ποιητική εκδοχή μπαίνει αμέσως στο τραγικό κυρίως θέμα). «Τα παραμεθόρια μέρη με τα τεράστια δέντρα και τα άφθονα άγρια ζώα και πουλιά» είναι ο τόπος στρατοπεδείας, ενώ το ότι το δάσος, όπου στήθηκαν τα αντίσκηνα των φαντάρων, «σκέπαζε ένα παμπάλαιο χριστιανικό νεκροταφείο» συγκροτεί μια τραγική προοικονομία. Όταν ο αφηγητής και ο φίλος του καταπιάνονται να στήσουν το αντίσκηνό τους, διαπιστώνουν ότι δεν τους δόθηκαν πασσαλάκια. «Χωρίς αυτά όμως τίποτε δεν μπορούσε να γίνει. Ευτυχώς που τα χέρια του έπιαναν[…] Ξύλα έκοψε απ' τα γύρω δέντρα πελεκώντας τα με την ξιφολόγχη του. Το αντίσκηνό μας ήταν απ' τα πιο μερακλίδικα».
Ο τόπος είχε πολλά φίδια. «Εγώ ο ίδιος σκότωσα μια νύχτα ένα (εξομολογείται ο αφηγητής), που είχε τυλιχτεί σ' ένα πασσαλάκι της σκηνής μας και σφύριζε. «Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό», μου είπε ο σύντροφός μου συλλογισμένος», δεύτερη προοικονομία θανάτου, αρρυόμενη από τη γνωστή λαϊκή δοξασία για το τυχερό φίδι του σπιτιού. Πιάνει φωτιά το αντικρινό δάσος, σπεύδουν στρατιώτες για να τη σβήσουν, ακούγονται δυνατές εκρήξεις. «Το πρωί ένα αμάξι τριών τετάρτων σταματημένο μπροστά στο υπασπιστήριο έσταζε απ' τα αίματα. Οι κρότοι εκείνοι, που μας είχαν ξυπνήσει, ήταν νάρκες και όχι δυναμίτες. Δυο τρεις φαντάροι ήταν λαβωμένοι βαριά. Ο φίλος μου είχε αμέσως πεθάνει. Ούτε ήταν δυνατό πια να τον ξαναδώ. Τους είχαν μεταφέρει κιόλας στην πόλη.
Μου είπαν να παραδώσω τα ατομικά του είδη στη διαχείριση. Αυτός ήταν ο καημός τους. Στάθηκα αρκετή ώρα και τα κοίταζα. Όλα τους αγορίστικα ταχτοποιημένα και καθαρά. «Πάει ο γαμπρός», ψιθύρισα, συλλογιζόμενος τα όσα μου εμπιστεύονταν για τους έρωτές του και τα όνειρά του για πολλά παιδιά».
Ο αφηγητής συντρίβεται από την αναπάντεχη απώλεια, γονατίζει από τη βαριά στενοχώρια. Παίρνει άδεια και μετά τη γνωστοποίηση της επιστροφής του στη μονάδα γράφονται τα εξής, τα οποία συγκροτούν και την καταληκτήρια παράγραφο του κειμένου:
«Το πρώτο πράγμα που παρατήρησα φτάνοντας στη σκηνή μου, ήταν πως όλα τα πασσαλάκια της είχαν πετάξει κάτι ωραία βλαστάρια υψηλά. Τα χλωρά ξύλα είχαν ξαναζωντανέψει. Η σκηνή μου έμοιαζε τώρα σαν ένας ωραίος τάφος, όπου μπορείς ατέλειωτα να συνομιλείς με τους χαμένους. Τα βλαστάρια αυτά ήταν το πρώτο παρηγορητικό σημάδι ύστερα από πολλές μέρες. Σχεδόν το θεώρησα σα μια χωρατατζίδικη υπόμνηση εκ μέρους του. Δεν είχε τίποτα ολότελα χαθεί κι ας είχε μπηχτεί το παλικάρι μέσα στη γη σα χλωρό πασσαλάκι. Και πράγματι από νύχτα σε νύχτα τα πασσαλάκια του έχουν γίνει πια τεράστια σκοτεινά δέντρα μες στη μνήμη και τη φαντασία μου».
Υπαινικτική έκφραση
Ο Ιωάννου εμπλουτίζει την πεζογραφική αποτύπωση του βιώματος με νότες αισιοδοξίες και με ρητές αναφορές στη μνήμη και στη φαντασία, ο ρόλος των οποίων στην ποιητική εκδοχή συνάγεται και υποβάλλεται, χωρίς να υπογραμμίζεται εμφατικά. Ο μεταπολεμικός ποιητικός λόγος στη λυρική - υπαρξιακή και στη νεοϋπερρεαλίζουσα πτυχή του υπέβαλε την υπαινικτική έκφραση, τη διανοητική σκοτεινότητα και τη σχετική διάσπαση της έλλογης τάξης, ενώ στη ρεαλιστική πτυχή του -την οποία αξιοποίησαν ποιητές σαν τον Αναγνωστάκη και τον Χριστιανόπουλο- απέδιδε λιτά και τραγικά τον πυρήνα του βιώματος. Η λογοτεχνική ιδιοσυγκρασία του Ιωάννου τον οδηγούσε -σαν τον καλό χειρουργό- να καθαρίσει εντελώς την πληγή και όλα της τα παρελκόμενα και όχι μόνο να αποδώσει συμπυκνωμένα και λιτά το βάθος της. Επιπρόσθετα, ίσως τον ώθησε προς την πεζογραφία και η θεμιτή φιλοδοξία να εξελιχθεί καλλιτεχνικά και να καταθέσει αρκούντως πρωτότυπο έργο. Περπάτησε με ευστάθεια σε ποιητικά μονοπάτια, στων οποίων όμως τη διάνοιξη δεν είχε πρωτοστατήσει, γι' αυτό με κείμενα σαν αυτά που επισημάναμε, μπορούμε να νιώσουμε πως ένας καλός ποιητής, αναδιατάσσοντας το υλικό του και αξιοποιώντας ευφυείς συγγραφικούς χειρισμούς, μετεξελίχθηκε σε πραγματικά μεγάλο πεζογράφο.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΚΟΡΗΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 2005
from ανεμουριον https://ift.tt/2InwyR9
via IFTTT

