Συνέντευξη του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου

της Όλγας Σελλά
Το κασετόφωνο συμπλήρωσε δύο ώρες εγγραφής. Ο συγγραφέας Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος δεν σταμάτησε να αφηγείται ιστορίες. Ολες με τον ίδιο γοητευτικό τρόπο, είτε αφορούν τη λογοτεχνική κοινότητα, είτε απλούς ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφεται: με βιβλική ηρεμία και γαλήνη και μ’ ένα υπόγειο, αλλά διαρκές χιούμορ. Στο ενδιάμεσο κανακεύει τη γάτα του, την Πηνελόπη, μία από τις δύο αγαπημένες τους και μία από τις δεκάδες που συντηρεί στο κτήμα του, στην Πάρο. Τους χειμερινούς μήνες ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος με τη Νιόβη, την αγαπημένη του σύντροφο, έρχονται στην Αθήνα. Μένουν σ’ ένα τριώροφο σπίτι στην Ανω Κυψέλη, γεμάτο με πολλά έργα ζωγραφικής (ανάμεσά τους και πολλά του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη), πολλά χειροποίητα κεντήματα, και πολλές μυρωδιές από φαγητά. Τρεις μέρες πριν από τη συνάντησή μας, ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών για το σύνολο του έργου του. Ισόβιος εραστής του διηγήματος και της μικρής φόρμας, στα διηγήματά του αφηγείται επουσιώδεις φαινομενικά λεπτομέρειες καθημερινών στιγμών και ανθρώπων, που κρατούν όμως μνήμες και ήθη άλλων εποχών.

«Κανονικά δεν θα έπρεπε να έχω μπει καθόλου στη λογοτεχνία, αν λάβεις υπόψη σου ότι όταν ήμουν φοιτητής στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή, απαγορευόταν διά ροπάλου το διάβασμα», λέει ξεκινώντας την αφήγηση της διαδρομής του και θυμάται πώς διάβαζε κρυφά, κρύβοντας κάτω από τα βιβλία της σχολής, τα λογοτεχνικά του διαβάσματα. «Οι συνθήκες ήταν όχι μόνο αντίξοες αλλά αποτρεπτικές. Πιστεύω όμως ότι η σχέση μου με τη λογοτεχνία ξεκίνησε από την παιδική μου ηλικία. Ο πατέρας μου, που ήταν δικηγόρος, είχε βιβλιοθήκη. Βιβλία μου έφερνε ο πατέρας μου, αλλά και οικογενειακοί φίλοι που ζούσαν στην Αθήνα. Γρήγορα ο πατέρας μού εμπιστεύτηκε το κλειδί της βιβλιοθήκης και μου έδειξε πώς να ξεσκονίζω τα βιβλία. Ετσι άρχισα να διαβάζω ανακατεμένα βιβλία, χωρίς να ξέρω τι διαβάζω. Οταν αποφοίτησα με τον βαθμό του ανθυπίατρου και βρέθηκα στο Καλπάκι, ήμουν μεταξύ ουρανού και γης. Μαζί με την Ιατρική, είχα άφθονο χρόνο για διάβασμα. Δεν μου είχε περάσει όμως ποτέ από το μυαλό να γράψω ο ίδιος.

Πριν φύγω για το Καλπάκι, είμαστε στα 1957, έκανα ένα 18μηνο εκπαίδευσης στο 401. Κόσμος πολύς έμπαινε, για διάφορους λόγους. Μια μέρα, προλαβαίνει και βάζει το κεφάλι του από την πόρτα ένα ανθρωπάκι αδύνατο και μικροκαμωμένο. Ο αρχίατρος τον διώχνει, αλλά εκείνος είχε προλάβει να πει τ’ όνομά του: Κώστας Γκοβόστης. Ηξερα τα βιβλία των εκδόσεων Γκοβόστη, από τότε που ήμουν μαθητής Γυμνασίου στον Πύργο, κι έρχονταν σ’ ένα πρακτορείο εφημερίδων τα βιβλία των Ρώσων συγγραφέων σε μετάφραση Αρη Αλεξάνδρου και Κοραλλίας Μακρή. Οταν άκουσα λοιπόν το όνομα Γκοβόστης παρατάω τον ασθενή που εξέταζα και τρέχω να τον προλάβω. Η σχέση που ξεκίνησα με τον Γκοβόστη μου εξασφάλισε την αποστολή βιβλίων, όσο ήμουν στο Καλπάκι».

Παρότι ποτέ δεν απομακρύνθηκε από το διήγημα, η αφήγηση της προσωπικής του διαδρομής μοιάζει μ’ ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα. Στις εκλογές του 1958 βάζει, μαζί με άλλους συναδέλφους του, υποψηφιότητα στις εκλογές, για να φύγει από τη Στρατιωτική Ιατρική. Στις εκλογές απέτυχε, και συνέχισε τη θητεία του στη Στρατιωτική Ιατρική, μέχρι το 1983. Συνέχισε την πορεία του στρατιωτικού γιατρού, με επόμενο σταθμό την Καβάλα. «Εκεί έμπλεξα μ’ έναν λογοτεχνικό κύκλο: Πρόδρομος Μάρκογλου, Γιώργος Στογιαννίδης, ο αρχαιολόγος Δημήτρης Λαζαρίδης, κ. ά. Οι παρέες έβγαζαν τότε περιοδικά. Και ξεκινήσαμε το περιοδικό “Σκαπτή ύλη”. Εκεί δημοσιεύτηκε το πρώτο μου διήγημα, “Οι φρακασάνες”, το 1962, με ψευδώνυμο φυσικά, αφού ήμουν στον στρατό. Δανείστηκα το όνομα του μακαρίτη, τότε, εργάτη που είχαμε στο κτήμα μας στον Πύργο». Οταν άρχισε να δημοσιεύει με το όνομά του, επέλεξε να υπογράφει ως Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, «για να ξέρουν ότι είμαι εγώ. Αλλά δεν είχα ποτέ πρόβλημα».

Ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος δεν έμεινε ποτέ μόνο γιατρός. Τον γοήτευε εξίσου η πολιτιστική ζωή. Στην Καβάλα ήταν από τους ιδρυτές της κινηματογραφικής λέσχης, αφού ο κινηματογράφος είναι η άλλη, μεγάλη του αγάπη, που διατηρείται αμείωτη μέχρι σήμερα. «Τώρα βέβαια δεν πηγαίνω σινεμά, τα βλέπω όμως όλα στο dvd. Μπορώ να μιλήσω με μεγάλη άνεση για τον παγκόσμιο κινηματογράφο».

Το λογοτεχνικό του ξεκίνημα δεν έμεινε μετέωρο. Συνέχισε να γράφει, «επειδή είδα ότι είχα μια αποδοχή, αλλά και μια εσωτερική ανάγκη. Δεν είχα ξεπεράσει ποτέ το γεγονός ότι είχα φύγει από τον Πύργο, είχα χάσει τις επαφές μου, το πατρικό μου, τη μάνα μου, τ’ αδέλφια μου. Το γράψιμο ήταν μια παρηγορία...».

Ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος είναι σίγουρα ένας γεμάτος και ευτυχισμένος άνθρωπος. Ενα μεγάλο μέρος της ευτυχίας του ομολογεί απερίφραστα ότι το οφείλει στη Νιόβη, τη γυναίκα του, που είναι και η πρώτη αναγνώστρια των βιβλίων του. Και χρειάζεται πολύ μικρά πράγματα για να χαρεί. Οπως, τα τυπογραφικά παιχνίδια που σκαρώνει με τους εκδότες του, τον Σάμμη Γαβριηλίδη και τον Αιμίλιο Καλιακάτσο.

– Και η μικρή φόρμα; Πώς καταλήξατε εκεί;

– Βγήκε σιγά σιγά. Ισως επειδή απεχθάνομαι τα πολλά λόγια.

– Εχει επηρεάσει άραγε η ιατρική σας ιδιότητα;

– Ισως. Θυμάμαι βράδια εφημερίας στον Ευαγγελισμό, όταν έκανα ειδικότητα, κι έρχονταν ο ένας πίσω από τον άλλον και δεν είχε χρόνο για κουβέντες. Επρεπε όμως να μάθεις και το ουσιώδες τής κάθε περίπτωσης. Κι εκεί ήταν ένα σχολείο, πώς να προσπελάσεις τον άρρωστο, άμεσα, γρήγορα και ουσιαστικά. Ηταν μια καλή εκπαίδευση αυτή σίγουρα. Με επηρέασαν όμως και οι λογοτέχνες, που έλεγαν με λίγα λόγια ό, τι ήθελαν να πουν – οι Ελληνες διηγηματογράφοι, ο Τσέχοφ... Οπως μ’ έχει επηρεάσει και η λιτότητα της ποίησης. Είδες πόσα χωρούν οι ποιητές σε μια στροφή;

– Υπάρχει μεγάλη παράδοση διηγήματος στη ελληνική πεζογραφία...

– Ε, βέβαια και είναι ντροπή να το αγνοούμε. Και είναι ντροπή να υποτιμάμε και να υποβαθμίζουμε αυτά τα φοβερά ονόματα. Γίνομαι ίσως βαρετός και ίσως λίγο ασεβής όταν διαμαρτύρομαι γι’ αυτά που γράφει ο Δημαράς στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Δεν είναι δυνατόν να γράφονται αυτά τα πράγματα για τον Παπαδιαμάντη, τον Καρκαβίτσα... Αυτοί είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι. Πάνω εκεί, στη γενιά του 1880, βασίζεται νομίζω όλη η νεοελληνική πεζογραφία και να τους προσπερνά με τέτοια περιφρόνηση, με εξόφθαλμη αδικία και λανθασμένη προσέγγιση. Δεν μπορεί να γράφονται για τον Παπαδιαμάντη και να διδάσκονται όλα αυτά σε φιλολόγους που θα διδάξουν νέα παιδιά, ότι έγραφε ιστορίες που δεν έχουν καμία πλοκή, άρα καμία αξία! Τα επανέλαβαν και μαθητές του όλα αυτά και ιστορικοί της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κι αν σκεφτεί κανείς σήμερα τι μένει από τη γενιά του 1880 και τι μένει από τη γενιά του ’30, με τους ύμνους, τους αίνους, τα πανηγύρια και τα ταμπούρλα, θα τραβάς τα μαλλιά σου... Οχι ότι τα έργα τους δεν ήταν σημαντικά. Παρακαταθήκες. Ολοι είχαμε συγκινηθεί με την «Αιολική γη», με τα βιβλία του Καραγάτση, με την «Αργώ» του Θεοτοκά και βέβαια με την «Eroica. του Κοσμά Πολίτη. Ολοι τους ήταν άνθρωποι με βαθιά παιδεία. Ομως, η κριτική τούς υπερτόνισε, παραγνωρίζοντας τα προηγούμενα.

– Τα τελευταία χρόνια έχει επανέλθει η αγάπη προς το διήγημα, έτσι δεν είναι;

– Ε, βέβαια, έχουμε πολλούς και καλούς διηγηματογράφους πλέον.

– Μπορείτε να αναφέρετε μερικούς;

– Θ’ αναφέρω τον Δημήτρη τον Πετζετίδη από τη Σπάρτη, τον Γιάννη τον Καισαρίδη από τη Βέροια, τον Ηλία τον Παπαμόσχο στην Καστοριά, και από τους παλιότερους, τον Γιώργο Ιωάννου. Ξεχνώ σίγουρα πολλούς. Ομως, κάθε τόσο βλέπουμε ένα βιβλίο με διηγήματα εκεί που δεν το περιμένεις. Πώς εμφανίστηκε το βιβλίο της Μαρίας της Κουγιουμτζή «Αγριο βελούδο», με εξαιρετικά διηγήματα, που ήταν μάλιστα και το πρώτο της βιβλίο; Πιστεύω ότι οι αντικειμενικές, οι περιβαλλοντικές συνθήκες στην Ελλάδα δεν ευνοούν το μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημα προϋποθέτει μια αστική τάξη που να συνδέεται με τα μυθιστορήματα της Ευρώπης. Το να προσπαθείς στη σημερινή Ελλάδα να γράψεις μυθιστόρημα και εκ προοιμίου πολυσέλιδο, νομίζω ότι είναι ένα ρίσκο. Για να μην αδικήσω και τους μυθιστοριογράφους, έχουμε πολύ καλούς μυθιστοριογράφους, έχουμε πολύ καλούς, αλλά λίγους. Για να πάω πάλι στην περιφέρεια, θ’ αναφέρω τον Γιάννη τον Μακριδάκη, από τη Χίο. Ή τον Γιάννη τον Ατζακά, από τη Θάσο. Οικονομημένα μυθιστορήματα, που λένε ό, τι έχουν να πουν χωρίς να θέλουν να πιάσουν τις εκδοτικές προδιαγραφές.

Αντιθέτως, γράφονται πάρα πολύ άνετα αυτά που λέγονται ευπώλητα, τα ρομάντζα, δηλαδή, για τα οποία πρέπει να έχει κανείς κάποιο σεβασμό. Γιατί πολύς κόσμος βρίσκει καταφυγή και παραμυθία σ’ αυτά. Δηλαδή, ενώ χιλιάδες κόσμος δεν διαβάζει την επίσημη λογοτεχνία αλλά τα ευπώλητα μυθιστορήματα, δεν σου δίνει το δικαίωμα να τα προσπερνάς και να τα βάζεις σε κατώτερη μοίρα. Εγώ συγκινούμαι όταν βλέπω, γυναίκες κυρίως, να διαβάζουν τέτοια βιβλία και να δακρύζουν... Κι εμείς αυτό δεν επιδιώκουμε; Αλλά σε άλλο κοινό. Βέβαια, δεν στερείται η ελληνική λογοτεχνία καταπληκτικών μυθιστορημάτων. Δες το «Φθινόπωρο» του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Ή τον Θεοτόκη, που ειδικά με το «Πίστωμα» έχει επιτύχει αυτό που ο Τσέχοφ θεωρούσε ιδεώδες, ένα διήγημα που να χωράει σε μια παλάμη. Πόσα μυθιστορήματα μπορούν να σου δώσουν αυτό που σου δίνει ο Θεοτόκης μέσα σε μισή σελίδα; Αυτά είναι θεία δώρα. Αυτή είναι η εθνική μας κληρονομιά.


from ανεμουριον https://ift.tt/2UwsRhy
via IFTTT
Από το Blogger.