Η επικράτηση της οπερέτας

της Χριστίνας Γ. Βέργαδου
Διονύσιος Λαυράγκας
Στο χώρο της έντεχνης μουσικής δημιουργίας, η προσωπικότητα που δεσπόζει στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα είναι αυτή τον Μανώλη Καλομοίρη. Η μορφή του Σπύρου Σαμάρα, παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να έχει παρουσία στα μουσικά πράγματα της Ελλάδας, είναι προς προφανές ότι σηματοδοτεί το τέλος ενός κύκλου της ελληνικής μουσικής: της επτανησιακής μουσικής σχολής που άκμασε στο δεύτερο μισό του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Η όπερα και η οπερέτα είναι αυτή την εποχή ιδιαίτερα δημοφιλή μουσικά είδη στις ελληνικές θεατρικές σκηνές, στις οποίες φιλοξενούνται, συνυπάρχουν οι οπερέτες του Σαμάρα και ol πρώτες όπερες του Καλομοίρη (Ο ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ και ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ). Η πληθωρική προσωπικότητα του Μανώλη Καλομοίρη παρουσιάζεται στο επίκεντρο του κινήματος της εθνικής μουσικής σχολής, θα ήταν, όμως, σοβαρότατη παράλειψη να μη σημειώσουμε ότι την ίδια εποχή ζούσαν στην Ελλάδα και δημιουργούσαν άλλοι αξιόλογοι συνθέτες, όπως ο Μάριος Βάρβογλης και ο Αιμίλιος Ριάδης, οι οποίοι μαζί με τον Καλομοίρη αποτελούν, κατά τον Αιμίλιο Χαμουδόπουλο (1), την τριάδα της εθνικής έντεχνης μουσικής. Το Ελληνικό Μελόδραμα με επικεφαλής τον Διονύσιο Λαυράγκα αναπτύσσει αρκετά έντονη δραστηριότητα, παρουσιάζοντας μελοδραματικά έργα, συχνά και Ελλήνων συνθετών. Παρά το γεγονός ότι βασίστηκε στα προσωπικό οράματα μεμονωμένων μουσικών, θα μπορούσαμε με ασφάλεια να πούμε ότι αποτελεί τον πρόδρομο του θεσμού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ο Διονύσιος Λαυράγκας σφράγισε τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Η ίδρυση του ελληνικού ωδείου το 1919 από τον Καλομοίρη και άλλους καθηγητές, οι οποίοι δυσαρεστημένοι αποχώρησαν από το Ωδείο Αθηνών, είναι η αρχή της μεγάλης ανάπτυξης της μουσικής παιδείας στην Ελλάδα.

Οπερέτα

Στο χώρο της «ελαφράς» μουσικής το νέο μουσικό είδος που έρχεται να παραμερίσει την αθηναϊκή επιθεώρηση είναι η ελληνική οπερέτα. Η θεματολογία της κινείται κυρίως, γύρω από τον έρωτα που αποδίδεται συνήθως με ανάλαφρο και χαρούμενο τρόπο χωρίς, παρ' όλα αυτά να λείπει και η σοβαρή (ορισμένες φορές δραματική) διάθεση. Επίσης, αν και στην οπερέτα δεν διακρίνει κανείς τους χαρακτηριστικούς κοινωνικούς τύπους της εποχής που βρίσκει στην αθηναϊκή επιθεώρηση, υπάρχουν αναφορές στην ελληνική πραγματικότητα.
Η βασική της διαφορά από την επιθεώρηση είναι ότι η οπερέτα έχει ολοκληρωμένη πλοκή και υπόθεση, ενώ η επιθεώρηση συνήθως αποτελεί συρραφή δραματοποιημένων ιστοριών. Εκτός αυτού, στις οπερέτες δεν χρησιμοποιούνται πλέον γνωστές ευρωπαϊκές μελωδίες στη μουσική, γεγονός ιδιαίτερα συνηθισμένο στις επιθεωρήσεις.

Οι συνθέτες που διαμόρφωσαν ουσιαστικά το είδος της οπερέτας στην Ελλάδα είναι οι Θεόφραστος Σακελλαρίδης και Νικόλαος Χατζηαποστόλου. Παρά το γεγονός ότι πολλοί γνωστοί συνθέτες ασχολήθηκαν περιστασιακά με την οπερέτα, οι Σακελλαρίδης και Χατζηαποστόλου ήταν οι πολυγραφότεροι που παρουσίασαν τις μεγαλύτερες επιτυχίες. Σύμφωνα με τον Κώστα Μυλωνά, η περίοδος ακμής της ελληνικής οπερέτας εντοπίζεται στο διάστημα 1916-1928, θεωρώντας το 1916 ιδιαίτερα σημαντική χρονιά. Αυτή τη χρονιά παρουσιάζεται και η «Μοντέρνα Καμαριέρα» του Χατζηαποστόλου που σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία.

Ο μεγάλος αριθμός θιάσων που παρουσιάζουν οπερέτες, με πρώτον την «Ελληνική Οπερέτα», μαρτυρά τη μεγάλη απήχηση που είχε το νέο είδος στο ελληνικό κοινό. Ενδεικτικές για την επιτυχία της οπερέτας είναι, επίσης οι μουσικές εκδόσεις της εποχής. Πολλά τραγούδια από οπερέτες εκδίδονταν και επανεκδίδονταν σε χιλιάδες αντίτυπα από ελληνικούς μουσικούς οίκους. Επίσης, κυκλοφορούν αρκετά μουσικά περιοδικά (αλλά και περιοδικά ποικίλης ύλης) που δημοσιεύουν ως ένθετα παρτιτούρες με τραγούδια της εποχής.

Σημαντική θέση στο χώρο, της ελληνικής μουσικής εξακολουθεί να έχει το αθηναϊκό τραγούδι, που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας. Τέλος, οφείλουμε να κάνουμε μία παρατήρηση που έγινε και σχετικά με την ελληνική μουσική της πρώτης δεκαετίας αυτού του αιώνα: τα όρια ανάμεσα στην έντεχνη ελληνική μουσική και αυτή που αποκαλείται ελαφρά είναι αρκετά διακριτά κατά τη διάρκεια αυτών των δύο δεκαετιών.
Η αφίσα του Πάνου Αραβαντινού για την όπερα του Μ. Καλομοίρη «Ο πρωτομάστορας», το 1915. Ο Π. Αραβαντινός σκηνογράφησε την ίδια εποχή εκτός των έργων του Καλομοίρη και έργα του Σπ. Σαμαρά.
Είναι αρκετά συνηθισμένο φαινόμενο συνθέτες με ολοκληρωμένη μουσική παιδεία να υπηρετούν και τα δυο είδη μουσικής. Άλλωστε, πολλά τραγούδια που είχαν απήχηση στο ευρύ κοινό είναι ιδιαίτερα αξιόλογα από την άποψη της αισθητικής και της μουσικής τεχνικής τους.

Ο χώρος της ελληνικής μουσικής παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο στις αμιγώς μουσικές του πτυχές αλλά και τις κοινωνικές προεκτάσεις του. Είναι ευτύχημα το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια αρκετοί αξιόλογοι μουσικολόγοι έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους προς αυτή.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1910-1920
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1999




from ανεμουριον https://ift.tt/2IpwMHl
via IFTTT

Δημοσίευση σχολίου

To kaliterilamia.gr σέβεται το δικαίωμα όλων των χρηστών να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους ωστόσο διατηρεί το δικαίωμα, να μην δημοσιεύει συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια. Έτσι όποια σχόλια, περιέχουν ακατάλληλα προς το κοινό χαρακτηριστικά θα αποσύρονται από τον ιστότοπο.

Νεότερη Παλαιότερη