Η ιστορία της Ικαρίας

του Ιωάννου Μελά
Ο Άγιος Κήρυκος, πριν την κατασκευή λιμένος (φωτ.: αρχείο Λεωνίδα Βαρδαρού)
Η Ικαρία ανήκει εις το σύμπλεγμα των ανατολικών Σποράδων. Η ηλικία της κατά τους ειδικούς αρχίζει από το διάμεσον των 400 - 600 εκατομμυρίων χρόνων. Απέχει 35 μίλια από την Χίον, 18 από την Πάτμον, 10 από την Σάμον και περίπου 140 από τον Πειραιά. Αποτελεί δε στενόμακρην ορεινήν μάζαν, που την χωρίζει καθ' όλον της το μάκρος και εις ύψος που κυμαίνεται μεταξύ 600 και 1041 μέτρων, το όρος, που από χρόνους πανάρχαιους ονομάζετο Δράκανον ή Πράμνος, το γνωστόν με το κατοπινό και νεώτερον όνομα Αθέρας.

Κατά τα παραδομένα, η Ικαρία πριν από το σημερινό της, είχε τα ονόματα Μάκρις, Δολίχη (διά το σχήμα της), Ιχθυόεσσα (διά το πλήθος των ψαριών) και Ανεμόεσσα από την σφοδρότητα των ανέμων της. Οι αρχαίοι, κατά τα βεβαιωμένα από κείμενα και επιγραφές, μεταξύ των οποίων και οι φορολογικοί κατάλογοι των χρόνων της Αθηναϊκής Συμμαχίας, ονόμαζαν την νήσον Ίκαρον. Το όνομα αυτό, όπως και το τωρινόν Ικαρία, σχετίζονται με τον πνιγμόν και την ταφήν του Ικάρου. Η εκδοχή αντιλέγεται κυρίως από τον ερευνητή Μποχάρτους, που υποστηρίζει ότι το όνομα προέκυψε από την λέξη Ι/κώρ, που είναι απόδοση στα φοινικικά του ονόματος Ιχθυόεσσα. Η Ικαρία εμφανίζεται κατοικημένη από την εποχή του λίθου. Βασική θεότης της αρχαίας ικαριακής ευλάβειας ήταν η φθασμένη από τους Χουσίτας του Περσικού Κόλπου, Ταυροπόλος Άρτεμις. Πρώτος σταθμός της ήταν η γειτονική Πάτμος, όπου αξιώθη ιερού, κτισμένου εκεί όπου εκτίσθη τον 15ον μ.Χ. αιώνα από τον μοναχόν Χριστόδουλον η μονή του Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου. Εγκαταστάθηκε δε οριστικώς εις την Ικαρίαν, εκεί όπου το κέντρον του ιερατικού της κράτους εις το παράλιον της θέσεως ΝΑΣ, όπου εκτίσθη το καλλιμάρμαρον Πανιώνειον ιερόν, με το υποδειγματικόν, ουρανόπεμπτον ξόανον της θεάς, το φερμένον εκεί από τον Ορέστην, από τους Ταύρους.

Άλλη μεγάλη θεότης των Ικαρίων ήτο ο Διόνυσος, τον οποίον φθασμένον με το κλήμα της αμπέλου και την γυναικείαν στρατιάν του από την ενδότερην Ασίαν, ο ελληνικός κόσμος επίστευε από ελλιπήν ενημέρωσην, γεννημένον εις την Ίκαρον. Και την άμπελον πρωτοφυτρωμένην εις τον Πράμνον της νήσου.

Αρχαιότητα

Η Ικαρία είχε ιστορηθεί από ιδικόν της ιστορικόν, τον Επαρχίδην, που είχε φιλοξενήσει εις την πατρίδα του τον Ευριπίδην. Πρώτην ιστορικήν αναφοράν για την Ικαρίαν έχομεν από τον Στράβωνα, πληροφορημένον από τον Αριστομένην τον Λαμψακηνόν, που έγραψε ότι την «Ίκαρον οι Μιλήσιοι συνώκησαν». Αναφοράν φανερά σχετικήν με περιστατικόν του 8ου π. Χ. αιώνος, κατά τον οποίον οι αειναύται Μιλήσιοι με την πρόθεσιν κατασποράς αποικιών από την νότιον Ρωσίαν έως την Ισπανίαν άρχισαν με εποικισμόν της γειτονικής των Ικαρίας. Εις οικισμόν υφιστάμενον ή πρωτοϊδρυμένον από εκείνους έδωσαν το όνομα Ολβία, που συνήθιζαν να δίνουν εις τας αποικίας των.
Ο Άγιος Κήρυκος, πρωτεύουσα και λιμάνι της Ικαρίας (φωτ.: Γιάννης Γιαννέλος)
Οι Ικάριοι, υποτελείς κατά τον 6ον π.Χ. αι. εις τον τύραννον της Σάμου Πολυκράτην, υπέκυψαν μετά εις τους Πέρσες. Μετά τον όλεθρον όμως εκείνων εις την εν Σαλαμίνα ναυμαχίαν, Οινόη και Θέρμαι έλαβαν μέρος εις την Αθηναϊκήν Συμμαχίαν. Παρέμειναν δε πιστοί εις αυτήν, όπως όλαι σχεδόν αι μικραί νήσοι, μέχρι του τέλους της Αθηναϊκής αυτονομίας και την υπαγωγήν της πόλεως-κράτους εις την Μακεδονικήν ηγεσίαν.

Κατά τον Αρριανόν, όταν έφθασε ο Αλέξανδρος εις τον Ευφράτην διέταξε να ονομάσουν μια από τις 17 νήσους του Περσικού κόλπου Ικαρία, ύστερα από την διαβεβαίωση των Ικαρίων ερετών του στόλου, που του ανέφεραν ομοιότητας της νήσου με την αιγαιατικήν των πατρίδα.

Εις τους καιρούς των επιγόνων η ακρόπολις του Δρακάνου κατελήφθη από τον Δημήτριον τον Πολιορκητήν, εις τον οποίον αποδίδεται το κτίσιμον ή η μετασκευή του πύργου, που σώζεται ερειπωμένος εις το Δράκανον. Τον 2ο π.Χ. αι. ο βασιλεύς της Περγάμου Ατταλος ο Γ’ εκληροδότησε με την περιώνυμην διαθήκην του μαζί με όλας τας άλλας κτήσεις του και την Ικαρίαν εις την κοσμοκράτειραν Ρώμην.

Ρωμαιοκρατία

Κατά την τρομακτικήν δράσιν των πειρατών της Κιλικίας, που εθαλασσοκράτησαν εις όλον τον μεσογειακόν χώρον, ο πύργος του Δρακάνου εχρησιμοποιήθη ως φάρος. Πρέπει δε να κριθεί βέβαιον, ότι, όπως συνέβη με το Ηραίον της Σάμου, εδοκίμασε συμφοράς και εληστεύθη και το Ικαριακόν Ταυροπόλιον. Με την συντριβήν του ληστρικού κράτους της Κιλικίας από τον Πομπήιον το πέλαγος ανέπνευσε. Ο Οκτάβιος, παραχειμάζων εις την Σάμον, παρεχώρησε την Ικαρίαν εις του Σαμίους. Αργότερα και κατά τα μαρτυρούμενα, τον 2ον μ.Χ. αιώνα, επί Νέρωνος, όλαι σχεδόν αι νήσοι έβριθαν από εξόριστους. 

Κατά την Ρωμαιοκρατίαν, ανεξέλεγκτοι τυραννίσκοι διωρίσθηκαν και εις την Ικαρίαν. Άρπαγες, που δρούσαν υπό την σκιάν του νόμου, κατά τα γραφόμενα με ειλικρίνειαν από Ρωμαίους συγγραφείς, καθίσταναν την ζωήν των νησιωτών αβίωτην. Με τους διωγμούς των χριστιανών η Ικαρία έγινε καταφύγιο των κατατρεγμένων. Τον 3ον μ.Χ. αι. οι Γότθοι κατετάραξαν την νησιωτικήν Ελλάδα με χιλιάδες σκάφη. Τους διωγμούς των χριστιανών επηκολούθησαν λιμοί, λοιμοί και σεισμοί με μεγάλην καταστροφικήν συνέπειαν εις τα νησιά και τα μικρασιατικά παράλια.

Αι πειρατικοί καταδρομαί, που εμεσολάβησαν τον 4ον μ.Χ. αι., ολοκλήρωσαν τον όλεθρον των νησιωτών με επακόλουθον την ερήμωσιν πολλών νήσων. Επίγραμμα συνθεμένον από τον Αντίπαρον τον Θεσσαλονικέα κλαίει το κατάντημα των, τους τελευταίους καιρούς της κυριαρχίας της Ρώμης:

Νήσοι ερημαίαι, τρύφεα χθόνος, ας κελαδεινός,

ζωστήρ Αιγαίου κύματος εντός έχει,

Σίφνον εμιμήσασθε και αυχμηρήν Φολέγανδρον,

τλήμονες, αρχαίην δ' ωλαίσατ' αγλαΐην,

ηρ' υμάς εδίδαξεν ένα τρόπον η τότε λευκή

Δήλος ερημαίου δαίμονος αρξαμένη

Βυζαντινοί χρόνοι

Η Ικαρία εις τους βυζαντινούς καιρούς εχρησίμευε ως τόπος εξορίας δια την εκτόπισην προσώπων του βασιλικού γένους και άλλων επιφανών, ιδιαίτερα επικινδύνων δια τον θρόνον. Φυσικό επακόλουθο ήταν η εύλογη έπαρση κατοπινών Ικαριακών γενεών, ότι ήσαν Πορφυρογέννητοι. Δι' αυτό απέκλειαν επιγαμίαν με ξενομερίτας, δια να κρατούν αμόλευτον το αυτοκρατορικόν αίμα, που έρρεε εις τας φλέβας των.
Με την συνεχή απασχόλησιν του Βυζαντινού μας κράτους στους αγώνες κατά βαρβάρων, το Αιγαίον, εγκαταλελειμμένο συχνά εις την τύχη του, υφίστατο τα πάνδεινα από τας πειρατικάς καταδρομάς.Ο άγιος Ιερώνυμος λέγει σχετικώς ότι οι πειραταί δεν άφηναν τότε τίποτε ανάρπαστον, εκτός από τον ουρανόν και την γην. Υπό τας συνθήκας αυτάς, μόνη διέξοδος δια τους ατυχείς νησιώτας απέμεινε η καταφυγή των εις τα σπλάχνα της γης, εις απρόσιτα ορεινά.

Η Ικαρία, καταδασωμένη από τις βουνοκορφές της ως και τα παράλια από δένδρα αιώνων, με ορεινά κακοπέρατα και σωσμένα από τους καιρούς του Λίθου, με τους ραούς (τα ρήγματα της γης), τους απρόσιτους κρημνούς, τα υπόγεια κατοικητήρια, τα χωστά κελιά ή χωστοκέλια, με είσοδο κατακαλυμμένη από θάμνους αιωνόβιους, ήταν επόμενο να οπλίσει τους Ικαρίους με την υποδειγματική αντιπειρατική εμπειρία και τη δυνατότητα που έμελλε να εξασφαλίσει την επιβίωση των ιδίων και της αρχαιότροπης ιωνικής λαλιάς των.
Αργυρή δραχμή Οινόης Ικαρίας, 4ος αι. π.Χ.
Κατά τον 6ον μ.Χ. αι., εξέσπασαν στο Αιγαίο οι καταδρομές των Σαρακηνών, που έμελλαν να συνεχισθούν επί αιώνες. Ως να μην έφθαναν οι πειρατικές συμφορές, το βιοτικό αδιέξοδο ολοκλήρωναν οι κρατικοί υπάλληλοι, που ελυμαίνοντο τας νήσους πολυαριθμότεροι βατράχων όπως γράφει ο Μητροπολίτης Μιχαήλ Ακομινάτος.
Τον 11ον μ.Χ. αι. κατετάραξε το πέλαγος ο τρομερός πειρατής Τζαχάς. Ολοκληρώθηκαν δε τα δεινά των νησιωτών, από την καταδρομήν του Βενετσάνου δόγη Δομένικου Μικέλη, που οι πατριώται του τον ετίμησαν με τον εγκωμιασμόν Τρόμος των Γραικών. Από την καταδρομήν εκείνην και τον σκλαβωμόν που ενήργησε υπέφεραν ιδιαίτερα και οι Ικάριοι. Ακολούθησαν νέαι εισβολαί Μαλτέζων, Γενοβέζων, Λογγοβάρδων πειρατών, που όπως λέγεται, εξεπέρασαν σε ωμότητα τους άλλους, αν μπορεί να γίνει διάκρισις μεταξύ τεράτων. Τον 13ον μ.Χ. αι. ενέσκηψε κατά των νήσων ο αξεπέραστος χαλαστής, Γενοβέζος πειρατής Γκαφόρε (ο Καφοίρης των Βυζαντινών) και σε συνέχεια Βενετοί, Πιζάνοι, Γενοβέζοι, Αμαλφίνοι, Καλαβρέζοι, Σικελοί, Τούρκοι των Μικρασιατικών παραλίων, συμπληρώνοντες τον αιγαιατικόν όλεθρον. Εις την αποκορύφωσιν εκείνων των δεινών, έφθασε το μήνυμα ότι η Πόλις είχε παρθεί από τον συρφετόν των Σταυροφόρων (1204). Τα νησιά εκληρώθησαν εις τους Βενετσάνους. Η Ικαρία όμως, είχε βρεθεί 13 χρόνια πριν την Άλωσιν εις τον εξουσιασμόν του Γενοβέζου Βενεδίκτου Α' Ζαχαρία. Μετά το νέον πέρασμα της εις το βυζαντινόν κράτος (1329 έως 1346) κατακτήθηκε από την Μαόνα των Γενοβέζων Ιουστινιανών για να γίνει στη συνέχεια αποκλειστικό κτήμα των Ιουστινιανών Αραγκίων. Αυτή την εποχήν επεσκέφθη το Αιγαίον ο Φλωρεντινός ιερεύς Χριστόφορος Μπουοντελμόντι, ο οποίος περιγράφει το πέλαγος με τα μελανώτερα χρώματα. Εις τα περισσότερα, λέγει, από τα νησιά, δεν υπήρχαν άνδρες. Οι κάτοικοι που είχαν απομείνει ζούσαν δίκην κτηνών.

Τουρκοκρατία

Οι Μαονέζοι της Χίου συλλογιζόμενοι ότι ύστερα από την άλωση της Πόλης ο Τούρκος θα περνούσε στο Αιγαίο, επρότειναν εις τους Σαμίους και τους Ικαρίους να εγκαταλείψουν τα νησιά των και να τους μεταφέρουν εις την Χίον προς κοινήν άμυναν. Οι Σάμιοι δέχθηκαν την πρότασιν και πήγαν, σχεδόν στο σύνολον τους εις την Χίον. Οι Ικάριοι, εμπιστευόμενοι εις την δυνατότηταν αποκρυβής των, που είχαν ήδη από καιρούς εξασφαλίσει με τους πρότυπους κρυψώνας των, δεν εξεπατρίσθησαν εις το σύνολον των. Επήραν την απόφασιν της ομαδικής αποκρυβής των, με τρόπον, που να δίνει την εντύπωσιν ότι η νήσος είχε εντελώς ερημωθεί. Όπως μαρτυρείται από σωσμένην παράδοσιν:

οι πλούσιοι αφήκαν το νησίν κι, ηπήαν στην Χίον, την Κριμαίαν και την Αφρικήν. Ενώ οι αχαμνοί (οι φτωχοί) ηπήρασι τα βουνά.

Οι αχαμνοί, που ήταν οι περισσότεροι, εγκαινιάζοντες νέαν τακτικήν κατήργησαν την ημέραν και απεφάσισαν να κυκλοφορούν και να ασχολούνται με τα βιοτικά των μόνον με το πέσιμον της νυκτός. Με την τακτικήν αυτήν και με την εξόντωσιν όλων των σκύλων κατάφεραν να στερεώσουν την εντύπωσιν ότι η Ικαρία είχε ερημωθεί. Έτσι διέφυγαν τον προσκυνισμόν των αθεοτάτων Τούρκων, αλλά και τας επιδρομάς του Μπαρμπαρόσα το 1537.
Οι Ικάριοι ανεπρόβαλαν εις το φως, όταν επίσθησαν ότι αι υποσχέσεις που είχαν δοθεί από τους φιλεύσπλαχνους Σουλτάνους, τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή και τον Μουράτ τον Γ', αφορούσαν αξιόχρεην εγγύησιν δια φανερήν επιβίωσιν. Με την αναπροβολήν των Ικαρίων εγκαταστάθηκε εις την νήσον και ο πρώτος αγάς. Τον αγάν αυτόν ή κάποιον από τους διαδόχους του, καθώς διεπιστώθη ότι είχαν να κάμουν με άνθρωπον ατάσθαλον και ανοικονόμητον, οι Ικάριοι κατεκρήμνισαν συγκούδουνον, δηλαδή μαζί με το φορείο, από τον τρομερόν κρημνόν του Κακού Καταβασιδίου. Απέφυγαν δε την τιμωρίαν δια το ασυγχώρητο τόλμημα των αποκρινόμενοι εις τον κρατικόν εκπρόσωπον, που κατέπλευσε προς τιμωρίαν, ότι το εκάμαμεν ούλοι μεις αφέντη.
Η Ρωσοκρατία που εμεσολάβησε (1770 - 1774) κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου εις το Αιγαίον, με την καταδυνάστευσιν των νησιωτών από τα πληρώματα της ρωσικής φλόττας της Ιμπερατόρρισας Αικατερίνης Β', συνέτεινε εις την επιδείνωσιν της πειρατείας. Κατά τα τέλη του 18ου αιώνος οι Τούρκοι κατά παράβασιν των δοσμένων υποσχέσεων αξίωσαν καταβολήν βαρύτατων φόρων, αξίωσιν την οποίαν απέριψαν οι Ικάριοι με κοινήν απόφασιν, χωρίς να υπολογίσουν τις συνέπειες. Το περιστατικόν που αφορά γενναίον εθνικόν αναπαλμόν εις τας Παραμόνας της μεγάλης εθνεγερσίας, θα έμενεν άγνωστον και ανιστόρητον, αν κατ' αγαθήν τύχην δεν ευρίσκαμεν σχετικήν ενθύμησιν, γραμμένην εις το περιθώριον φύλλου χειρογράφου Ευαγγελίου, τσαλακωμένου και απορριμμένου εις έρημον σταύλον κοντά εις το ναΐδριον του οσίου Νικήτα, εις την βορεινήν Ικαρίαν, διαβασμένην ως εξής:
1795 6 Δεκεμβρίου

Εγώ παπά Χριστόδουλος Καφάκος, έγραψα το παρόν εις καιρόν που ερίξαμεν το χαρατσομάνι της κραταιάς βασιλείας. Έτσι εσυμφώνησεν ο ραγιάς και έγραψα.

Εις το ενδιάμεσον Απριλίου και Μαΐου του 1821, οι Ικάριοι συμποσούμενοι εις 3.000 ψυχάς, υπό την ηγεσίαν των προεστών και άλλων μυημένων εις την Φιλικήν Εταιρείαν κατέλυσαν την τουρκικήν εξουσίαν και μετέφεραν τον αγάν του καιρού Χαλήλ Καραμπουρνού εις την Κρήνην (τον Τσεσμέν) της Μικράς Ασίας. Με την σφαγήν της Χίου το 1822, χίλιοι περίπου Χίοι βρήκαν περίθαλψιν εις την Ικαρίαν. Το 1823 η Πάτμος εγυρίσθη εις επαρχίαν και εις αυτήν υπήχθησαν Ικαρία, Λέρος και Κάλυμνος.
Κατά την διάρκειαν του αγώνος η Ικαρία εχρησίμευσε ως αρμόδιον ναύλοχον του στόλου. Οι δε Ικάριοι, παρά την ένδειάν των προσέφεραν εις τον στόλον είδη της παραγωγής των και κατέβαλαν και το ανάλογόν των του δανείου, που επεβλήθη εις τους νησιώτας. Εις το μέσον των προσδοκιών τους δι' οριστικήν γαλήνευσιν και προκοπήν, εμεσολάβησε το Πρωτόκολλον του Λονδίνου (1830) με το οποίον αι μεγάλαι δυνάμεις του καιρού Αγγλία, Ρωσία και Γαλλία, αποφάσιζαν τον ανασκλαβωμόν των νήσων του συμπλέγματος εις τον Τούρκον. Οι νησιώται αντιμετωπίζοντας την νέαν δουλείαν επέτυχαν μετά δύσκολον αγώνα να εκδοθεί το 1835 προνοιακόν φιρμάνιον του σουλτάνου Μαχμούτ Β', που υπέσχετο εις την τετράνησον αυτοδιοίκησιν με μόνην υποχρέωσιν καταβολής μαχτού (αποκομμένου και καθολικού φόρου διά κάθε νήσον). Με τας ευνοϊκός εκείνας περιστάσεις, άρχισε να σημειώνεται ζωηρότερη επικοινωνία των Ικαρίων με τας γύρω νησιωτικός περιοχάς και τα γειτονικά μικρασιατικά παράλια, όπου με την ειδικότητα των δια την ανθρακοποιίαν εξασφάλιζαν την ζήσιν των. Με την πάταξιν δε της πειρατείας από τον Μιαούλην άρχισε να ενθαρρύνεται και ο οικισμός εις τα παράλια. Από την μεγάλην εκμετάλλευσιν των Ικαρίων παραγωγών από τους εμπόρους των άλλων νήσων και ιδίως της Χίου, συνεστήθη υποδειγματική Ικαριακή ναυτιλία. Με την αδυναμίαν όμως των απογόνων να προσαρμοσθούν εις τα νέα δεδομένα, τας νέας συνθήκας, που προέκυψαν από την επινόησιν του ατμού, προέκυψε δια του Ικάριους ως μόνη διέξοδος η λεγόμενη μικρά μετανάστευσις, την οποίαν επακολούθησε η μεγάλη μετανάστευσις κυρίως εις την βόρειαν Αμερικήν.
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΔΡΟΜΟΥ ΣΤΟ ΜΑΡΑΘΟ ΜΕ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ '50. ΤΟ ΟΔΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΤΗΣ ΙΚΑΡΙΑΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΕΙ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ (ΦΩΤ.: ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΓ. ΠΑΣΧΑΡΗ).
Το 1912 άρχισαν να κυκλοφορούν φήμαι ότι το τουρκικόν κράτος ετοίμαζεν εποικισμόν της νήσου με Κούρδους και Λαζούς. Οι Ικάριοι μη ανεχόμενοι πλέον την δουλικήν των μεταχείρησιν απετόλμησαν ξεσηκωμόν, που εδόνησε την ψυχήν του Ελληνισμού και επροκάλεσε αίσθησιν εις την Οικουμένην. Με την κατάλυσιν της Οθωμανικής κατοχής συνέστησαν την Ελευθέραν Ικαριακήν Πολιτείαν, με κυβέρνησιν υπό τον ιατρόν Ιωάννην Μαλαχίαν. Με την σύνταξιν Συντάγματος καθιερώθη σημαία γαλανή με σταυρόν λευκόν εις το μέσον, ύμνον στιχουργημένον από τον Επτανήσιον Φ. Καρρέρ και μελοποιημένον από τον Κ. Ψάχον. Με την ευτυχή μεσολάβησιν των Βαλκανικών πολέμων, τον ίδιον χρόνον (Νοέμβριος 1912), έγινε και η ενσωμάτωσις της νήσου με την ελληνικήν πατρίδα.

Από την ενσωμάτωση έως σήμερα

Εις την δίνην των εθνικών περιπετειών που επηκολούθησαν η Ικαρία εξεχάσθη. Δικαιώθηκε έτσι ο θυμόσοφος εκπρόσωπος της Χ. Παμφίλης, που έλεγε ότι αν ο Δαίδαλος ανασταίνετο δια να επισκεφθεί τον τάφον του παιδιού του Ικάρου, δεν θα είχε ανάγκην οδηγού, διότι θα την εύρισκε όπως την είχεν αφήσει προ τεσσάρων χιλιάδων χρόνων. Ως να μην έφθανε η εγκατάλειψις, το κράτος επέλεξε την Ικαρίαν ως μόνιμο έμπεδον εκτοπισμού. Μόλις το 1950 η Κυβέρνησις του Κέντρου υπό τον Ν. Πλαστήρα και κατόπιν εισηγήσεως του γράφοντος, κατήργησε τον απαράδεκτον προορισμόν της νήσου ως τόπου περιορισμού της ανθρώπινης ελευθερίας.

Μετά τον τελευταίον παγκόσμιον πόλεμον και την απελευθέρωσιν της χώρας, σημειώθηκε εις σημαντικήν έκτασιν μετοικεσία Ικαρίων εις την Αττικήν, όπου οργανωμένοι από παλαιότερα οι Ικάριοι εις υποδειγματικήν αδελφότητα και εις άλλους εθνοτοπικούς οργανισμούς, διακρίνονται εις βιοτικάς επιδόσεις, εκδηλώνοντες πάντοτε το ακοίμητον ενδιαφέρον των διά την προκοπήν της νησιωτικής των πατρίδος. Όπως συνέβη και με τους Ικαρίους αποδήμους, ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών, που αγωνιζόμενοι και αναδεικνυόμενοι εις τα γράμματα και τας βιοτικάς επιδόσεις, ποτέ δεν λησμονούν την αγαπημένην των γενέτειρα. Εστάθησαν δε συντελεσταί της προκοπής της πατρίδας των. Ανήγειραν το Γυμνάσιον Ικαρίας, έκτισαν σχολεία, ενίσχυσαν τας ανάγκας των κοινοτήτων, συνετέλεσαν εις την κατασκευήν δρόμων, έκτισαν μουσείον εις την Οινόην, νοσοκομείον εις τον Αγιον Κήρυκον και συνέστησαν ίδρυμα υποτροφιών δι' ανώτερην σπουδήν αριστευόντων μαθητών της νήσου.
Τους αποδήμους ενέπνευσαν και καθοδήγησαν ο Γ. Λομβαρδός, ο Β. Τσιμπίδης και άλλοι διακεκριμένοι επιστήμονες, περισσότερο όλων όμως ο Αριστείδης Φουτρίδης, που εθεωρείτο φαινόμενον δια την διαύγειαν του πνεύματος, την κρίσην και την αρετήν του, εχάθη όμως πρόωρα σε ηλικία μόλις 36 χρόνων.Το κράτος τα τελευταία χρόνια άρχισε να εκδηλώνει ενδιαφέρον διά την Ικαρίαν. Αλλά η ενίσχυσις που της παρέχει ενθυμίζει συμπαράστασιν προς πτωχόν συγγενή. Πρέπει να ολοκληρωθεί το οδικόν δίκτυον του νησιού, και η κατασκευή των λιμένων, να ληφθούν μέτρα επαγγελματικής ενισχύσεως, να αναδειχθούν οι αρχαιολογικοί θησαυροί και να γίνει σωστή τουριστική αξιοποίησις της περιοχής αυτής του Αιγαίου. Έτσι θα βοηθηθεί η επιβιοτική προσπάθεια του ικαριακού λαού και θα δικαιωθούν οι αγώνες του.


ΙΚΑΡΙΑ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1998




from ανεμουριον https://ift.tt/3b2VR7z
via IFTTT
Από το Blogger.