Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση

του Αλέξη Δημαρά
Εκεί στο γύρισμα της πρώτης δεκαετίας του αιώνα διαμορφώθηκε στα εκπαιδευτικά θέματα μια κατάσταση που θα κορυφωθεί γύρω στο 1930 και θα σημαδέψει τα πράγματα ως τις μέρες μας: Τότε άρχισαν να καθαρίζουν οι διαφορετικές τάσεις που εμφανίστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα, και να γίνονται εντονότερες οι συγκρούσεις τις οποίες αυτές συνεπάγονταν. Φαινομενικά, άξονας των διαφοροποιήσεων ήταν το γλωσσικό ζήτημα, και κυρίως η σύνδεση του με τα εκπαιδευτικά, η οποία εκδηλώθηκε συμβολικά το 1902, με την έκδοση, σε μορφή βιβλίου, των άρθρων ενός από τα βασικά στελέχη του δημοτικισμού, του Φώτη Φωτιάδη, με τον πολύ χαρακτηριστικό τίτλο «Το γλωσσικόν ζήτημα κ' η εκπαιδευτική μας Αναγέννησις». Έτσι συνδέθηκαν άρρηκτα, και απέκτησαν συγκεκριμένο ιδεολογικό περιεχόμενο, οι διαμάχες για το γλωσσικό, η εθνική απογοήτευση για την έκβαση του πολέμου του 1897 -που συσχετίσθηκε από πολλούς με τις ανεπάρκειες της εθνικής αγωγής στα σχολεία και η διάχυτη, γενικότερη κοινωνική δυσφορία για τις δομές και τη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος. Έκφραση όλων αυτών ήταν, πέρα από τα γλωσσικά, η έναρξη, το 1889, της σειράς των αλλεπάλληλων σχεδίων για Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η ριζική αναθεώρηση, το 1895, του νόμου για τα δημοτικά σχολεία και η ίδρυση, το 1908, από τον δήμο Βόλου (Παγασών, τότε) του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου, διευθυντής του οποίου τοποθετήθηκε ο Αλέξανδρος Δελμούζος.
Αλ. Δελμούζος, Δημ. Γληνός, Μανώλης Τριανταφυλλίδης, η «Τριανδρία» του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, Αθήνα 1915.
Για την εξέλιξη των πραγμάτων, σημαντικότερα είναι τα σχετικά με το σχολείο του Βόλου, όπου ο Δελμούζος έδειξε στην πράξη πώς συνδυαζόταν στην αντίληψη των «προοδευτικών» η γλώσσα με τα εκπαιδευτικά και τα γενικότερα εθνικά ζητήματα, προσδιορίζοντας έτσι και το περιεχόμενο του Εκπαιδευτικού Δημοτικισμού. Γιατί στο Παρθεναγωγείο, κατά τη δική του διατύπωση, «άμεσος και κύριος γλωσσικός σκοπός ήταν η δημοτική», άρρηκτα συνδεδεμένη όμως με τον ευρύτερα πολιτισμικό -και ιδεολογικό τότε πια- στόχο τα παιδιά να γνωρίσουν τον ελληνικό πολιτισμό σε όλες τις ιστορικές φάσεις του (Αρχαιότητα, Βυζάντιο, Νεότερα χρόνια) αλλά με «αφετηρία και τέρμα [...] τον νέο Ελληνισμό, τη σύγχρονη κοινωνία και τα προβλήματα της». Η στροφή αυτή προς τα νεότερα, η επικέντρωση στον κοινωνικό πυρήνα του έθνους, αλλά και -ίσως κυρίως- η παραδοχή ότι εκεί υπάρχουν προβλήματα που πρέπει να αναγνωρισθούν για να αντιμετωπισθούν, αποτελούσαν ευθείες απειλές για το κατεστημένο στις ποικίλες εκφάνσεις του.

Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος

Η προσπάθεια του Δελμούζου δεν έμεινε μεμονωμένο περιστατικό. Το 1910 ιδρύθηκαν δύο συλλογικά όργανα που εξέφραζαν την ευρύτητα των καινοτόμων τάσεων. Το ένα, ο Εκπαιδευτικός Όμιλος, στα ιδρυτικά μέλη του οποίου καταλέγονταν διακεκριμένα μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας (Δ. Πετροκόκκινος, Ίων Δραγούμης, Α. Διομήδης, Αλ. Παπαναστασίου, Κ. Τριανταφυλλόπουλος, κ.ά.), συγκροτήθηκε με σκοπό «να ιδρύσει ένα Πρότυπο Δημοτικό Σχολείο» (προφανώς, προκλητικό, στο κέντρο των εξελίξεων, την Αθήνα) και ιδίως «να βοηθήσει ν' αναμορφωθεί, με τον καιρό, η ελληνική εκπαίδευση». Στην ηγεσία του Ομίλου αναδείχθηκαν γρήγορα τα μετέπειτα βασικά στελέχη του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, ο Δελμούζος, ο Δημήτρης Γληνός και ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης. Το άλλο σωματείο, η Φοιτητική Συντροφιά, ανήγγειλε την ίδρυση του με μια προκήρυξη, όπου υπογράμμιζε τη θέση ότι «το ζήτημα το γλωσσικό ενδιαφέρει όλους τους Έλληνες, γιατί δεν είναι ζήτημα φιλολογικό κ' επιστημονικό μονάχα [...] αλλά είναι ποια από τις δύο γλώσσες είναι ωφέλιμη στο έθνος [...], δηλαδή είναι ζήτημα εκπαιδευτικό, κοινωνικό κ' εθνικό».
Η ιδρυτική προκήρυξη της «Φοιτητικής συντροφιάς», το Μάϊο του 1910.
Κι αν η Συντροφιά περιορίστηκε σε διακηρύξεις και εκδηλώσεις κυρίως κλειστού κύκλου και δεν έμεινε για πολύ στο προσκήνιο, και αν ο Όμιλος φρόντισε γρήγορα να πάρει αποστάσεις από την άμεση γλωσσική διαμάχη, εγκατέλειψε την προσπάθεια για ίδρυση σχολείου και δεν λειτούργησε ποτέ με πραγματικά συλλογικές διαδικασίες, είναι φανερό ότι η σύσταση τους είχε ανησυχήσει σοβαρά όσους αντιδρούσαν σε τέτοιους νεωτερισμούς, ιδίως καθώς αυτοί συνδέονταν ποικιλοτρόπως με όσα εξέφραζε η Επανάσταση στο Γουδί. Η αντεπίθεση εκδηλώθηκε αμέσως και δυναμικά σε πολλά επίπεδα (και μάλιστα με ενεργητική συμμετοχή και μελών του Κόμματος των Φιλελευθέρων, που διακήρυσσε ότι εξέφραζε το πνεύμα της Επανάστασης στο Γουδί): τον ίδιο χρόνο με τη σύσταση των οργάνων, το κράτος ίδρυσε το Διδασκαλείον Μέσης Εκπαιδεύσεως, που σύντομα, με διευθυντή τον Νικόλαο Εξαρχόπουλο, λειτούργησε ως μηχανισμός κάθαρσης των νέων εκπαιδευτικών της δεύτερης βαθμίδας από την όποια επίδραση θα μπορούσε να έχουν ασκήσει στο φρόνημα τους ιδέες ανάλογες με εκείνες που προέβαλε η Συντροφιά. Το 1911 το Σχολείο του Βόλου έκλεισε κάτω από τις αντιδράσεις των συντηρητικών κύκλων της πόλης (αλλά και της πρωτεύουσας), στις οποίες αναμείχθηκαν τα πάντα, από τη μικρή ηλικία του -παντρεμένου- Δελμούζου (28 ετών) στη διεύθυνση ενός παρθεναγωγείου (οι μαθήτριες ήταν 12-13 χρονών), τη διδασκαλία της δημοτικής και τις σχολικές εκδρομές, ως την πρωινή προσευχή και την τήρηση των νηστειών. Προεξάρχοντα ρόλο στη δίωξη είχε ο μητροπολίτης Δημητριάδος, που θα δηλώσει αργότερα πως, κατά την αντίληψη του, «εις την συνείδησιν όλου του κόσμου μαλλιαρισμός, αναρχισμός. σοσιαλισμός, αθεϊσμός, μασονία είναι εν και το αυτό». Τον ίδιο χρόνο η ψήφιση στο Σύνταγμα του άρθρου για την επιβολή της καθαρεύουσας αποτελεί την εντυπωσιακότερη (αλλά όχι και την πιο ουσιαστική, όπως έδειξαν τα πράγματα) έκφραση της δύναμης του κατεστημένου.
Ο Κ. Βάρναλης, καθισμένος αριστερα δάσκαλος στα Μέγαρα το 1911. Αργότερα θα γίνει και αυτός στόχος των αντιπάλων του εκπαιδευτικού δημοτικισμού.
Έτσι άρχισε να εκδηλώνεται δυναμικά και στα εκπαιδευτικά πράγματα η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο τάσεις, ανακαινιστική και συντηρητική, που θα χαρακτηρίσει την πορεία του ελληνισμού κατά τις ακόλουθες δεκαετίες. Η επόμενη κίνηση ανήκε στους νεωτεριστές: Το 1913 η κυβέρνηση Βενιζέλου υπέβαλε στη Βουλή και νέα σειρά από νομοσχέδια για τη μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος, στη σύνταξη των οποίων μετείχε καθοριστικά ο Γληνός (τότε ακόμη στον κύκλο των «προοδευτικών αστών»). Στο σύνολο τους εκφράζουν μια νέα αντίληψη για τη σχέση κοινωνικών δομών και εκπαιδευτικών διαδικασιών η οποία φαίνεται καθαρά στην Εισηγητική Έκθεση: «Πρέπει να παράσχωμεν εις εκάστην κοινωνικήν τάξιν όσω το δυνατόν αρτιωτέραν την εις αυτήν αναγκαιούσαν γενικήν μόρφωσιν», με παράλληλη όμως επισήμανση πως αποτελεί «αρπαγήν της πνευματικής τροπής του λαού η καθ' οιονδήποτε τρόπον προσαρμογή του προγράμματος [του Δημοτικού] εις το πρόγραμμα των ανωτέρων σχολείων». Το βήμα, ωστόσο, δεν έγινε. Τα νομοσχέδια του 1913 δεν ψηφίστηκαν από τη Βουλή. Οι διαδικασίες ανακόπηκαν (παρ' όλο που το γλωσσικό συνειδητά δεν περιλαμβανόταν στην πρόταση) όχι μόνο από την αντίδραση της αντιπολίτευσης και των κοινωνικών ομάδων τις οποίες αυτή εκπροσωπούσε, αλλά και από τις έντονες επιφυλάξεις που εκφράστηκαν στους κύκλους των βενιζελικών. Από τα μεταρρυθμιστικά μέτρα της εποχής απέμειναν μόνο δύο νέα προγράμματα μαθημάτων για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο, αποκομμένα όμως από το νεωτερικό τους πλαίσιο και, συνεπώς, με αποδυναμωμένη την ανακαινιστική τους δύναμη. Ίσως γι' αυτόν ακριβώς το λόγο να επέζησαν για πολλές δεκαετίες.
Το αλφαβητάριο που έμεινε στην ιστορία ως το «Αλφαβητάρι με τον ήλιο»
Η τελευταία ανακαινιστική προσπάθεια της δεκαετίας έγινε κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες: η επαναστατική κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης (Σεπτ. 1916) νομοθέτησε, με εισήγηση του Γληνού, την καθιέρωση της δημοτικής στα βιβλία του Δημοτικού. Το μέτρο επικυρώθηκε ύστερα και στην Αθήνα, αν και ήταν αντίθετο προς την επιταγή του Συντάγματος που ίσχυε πάλι. Καρπός αυτής της νομοθεσίας ήταν (στα τέλη του 1918) μια σειρά από αναγνωστικά γραμμένα στη δημοτική -ανάμεσα τους τα σημαντικότερα για την ιστορία είναι ένα Αλφαβητάριο (το Αλφαβητάρι με τον Ήλιο, όπως έμεινε γνωστό) και το αναγνωστικό της γ' τάξης. Τα Ψηλά Βουνά. Όλα στηρίζονται στο παιδαγωγικό και διδακτικό πλαίσιο που έθεσε τότε μια ειδική Επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας, στην οποία μετείχαν ο Δελμούζος, ο Τριανταφυλλίδης, ο Παπαντωνίου, ο Τραυλαντώνης κ.ά. Η κύρια νεωτεριστική αξία, ωστόσο, αυτών των βιβλίων δεν βρίσκεται στη γλωσσική μορφή τους. Εκείνο που τα διακρίνει από τα προηγούμενα είναι η παιδαγωγική αντίληψη που θέλει την επικοινωνία με το παιδί άμεση και τον διδακτισμό έμμεσο, την πλοκή ζωηρή και την απεικόνιση των προσώπων και της κοινωνίας πραγματική.
Το αναγνωστικό της Γ' Δημοτικού «Τα ψηλά βουνά». Πρώτη έκδοση το 1918.
Στο τέλος της δεκαετίας του 1910, λοιπόν, ο εκπαιδευτικός δημοτικισμός είχε διατυπώσει καθαρά τις προτάσεις του τόσο σε επίπεδο θεωρίας και στόχων όσο και στην πρακτική εφαρμογή. Η άλλη πλευρά εξέφραζε τις ανησυχίες της κυρίως με εμμονή στα υπάρχοντα και άρνηση κάθε ανάγκης για ριζικές αλλαγές. Αυτή η στάση θα επικρατήσει αμέσως στο ξεκίνημα της επόμενης δεκαετίας και θα τη χαρακτηρίσει σχεδόν σε ολόκληρη τη διάρκειά της.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1910-1920
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1999


from ανεμουριον https://ift.tt/3cGjLaf
via IFTTT

Δημοσίευση σχολίου

To kaliterilamia.gr σέβεται το δικαίωμα όλων των χρηστών να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους ωστόσο διατηρεί το δικαίωμα, να μην δημοσιεύει συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια. Έτσι όποια σχόλια, περιέχουν ακατάλληλα προς το κοινό χαρακτηριστικά θα αποσύρονται από τον ιστότοπο.

Νεότερη Παλαιότερη